Posts Tagged With: νεράιδα

«Το μαγεμένο ψαράκι»

Το ακόλουθο παραμύθι δημιουργήθηκε από τα παιδιά του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου και Νηπιαγωγείου Αλεξάνδρειας Ημαθείας. Την Τρίτη 26 Φεβρουαρίου κατά την διάρκεια της εκδήλωσής μας εκεί, πήραμε τα παραμυθοζάρια και αρχίσαμε να παίζουμε… και ορίστε το αποτέλεσμα! Συνέχεια

Advertisements
Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το μαντήλι της νεράιδας

Κάποτε, στα μέρη της Θήβας ζούσε ένα παλικάρι. Ήταν πραματευτής και με το άλογο και το ντουφέκι του γυρνούσε όλα τα χωριά χωρίς να φοβάται τίποτα και κανέναν.

Ένα μεσημέρι καθώς περνούσε από ένα μέρος που είχε χίλιες βρύσες, Βρυσάκια το λέγανε, άκουσε γέλια και τραγούδια. Πάει κοντά και τι να δει; Νεράιδες που χόρευαν και τραγουδούσαν. Αμέσως μόλις τον κατάλαβαν πήγαν κοντά του κι όταν είδαν άντρα κι όμορφο αποφάσισαν να τον τυραννήσουν λιγάκι.

Βάστα το καπίστρι…

…του είπε η μία

Κράτα το άλογο!

…του παρήγγειλε η άλλη

Κατέβα να χορέψουμε!

fairy…του είπε εκείνη που ήταν πιο κοντά του. Εκείνος καθώς ήταν άφοβος, κατέβηκε μεμιάς από το άλογό του, χωρίς όμως ποτέ να αφήνει το ντουφέκι απ’ το πλευρό του. Κι έτσι τον έβαλαν μπροστά οι νεράιδες κι άρχισαν το χορό. Εκείνος καθώς χόρευε παρατηρούσε μία – μία όλες τις κοπέλες. Έψαχνε να βρει την πιο όμορφη απ’ όλες και σαν την βρήκε και την ξεχώρισε από τις υπόλοιπες, πήρε το μαντήλι της και το έχωσε όλο μες την κάννη του όπλου του. Σαν τελείωσε κάποτε ο χορός όλες οι νεράιδες έφυγαν. Όλες εκτός από την πιο όμορφη, που δεν μπορούσε να φύγει μιας και δεν είχε το μαντήλι της. Έτσι, τι να έκανε; Ακολούθησε τον πραματευτή και πήγανε μαζί μέχρι τα Πολιτικά, το χωριό δηλαδή που βρισκόταν το σπίτι του.

Η γιαγιά του πραματευτή σαν γνώρισε την κοπέλα που επρόκειτο να παντρευτεί ο εγγονός της απόρησε με την τόση ομορφιά της. Την λυπήθηκε όμως έτσι ολομόναχη που ήταν. Γι’ αυτό τη μέρα του γάμου τους, έβγαλε ένα σπασμένο κέρατο μέσα από το μπαούλο, που ήταν γεμάτο λίρες.

Να ‘χεις κάτι κοπέλα μου, για μια ώρα ανάγκης!

Παντρεύτηκαν λοιπόν πραματευτής και νεράιδα και ζούσαν σε ένα σπιτάκι στα ριζά του πύργου. Έκαναν και δύο παιδιά που ομορφότερά τους δεν υπήρχαν. Εκείνη κάθε τόσο τον παρακάλαγε:

Δωσ’ μου το μαντήλι…

Όχι,

…έλεγε πάντα αυτός, και το ‘χε καλά κρυμμένο για να μην το βρει η νεράιδα και το πάρει.

Ο πραματευτής την κρατούσε πάντα κλεισμένη μέσα στο σπίτι, μην την δει κανείς και χάσει τα μυαλά του από την τόση ομορφιά της. Όπου και να τους καλούσαν, σε γάμους, πανηγύρια και χαρές δεν πήγαιναν πουθενά.

Μόνο τα βράδια, με το φεγγάρι έβγαινε η νεράιδα. Ανέβαινε και καθότανε στο παράθυρο του πύργου και χτένιζε τα μαλλιά της, που έφταναν ως το πάτωμα, μ’ ένα ασημένιο χτενάκι.

Με τα πολλά, τους κάλεσαν για ακόμη μια φορά σε ένα γάμο. Αυτή τη φορά τόσο που τον παρακάλεσε η καημένη η νεράιδα, ο πραματευτής το πήρε απόφαση να πάνε.

Τόσα χρόνια είμαστε μαζί κι εξάλλου έχουμε και δυο παιδιά. Πώς θα μου φύγει;

Σκέφτηκε ο πραματευτής. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια, η ομορφιά της νεράιδας δεν άλλαξε καθόλου. Όσο έλαμπε ο ήλιος άλλο τόσο έλαμπε κι η νεράιδα!

Πάμε,

…της λέει ο πραματευτής σαν ήρθε η μέρα.

Θα μου δώσεις το μαντήλι μου; Αλλιώς δεν χορεύω!

Θα σου το δώσω. Κάνε λίγη υπομονή. Θα σ’ το δώσω αλλά στα μισά του γάμου, όχι τώρα.

Ντύθηκε, στολίστηκε κι έφεξε ο τόπος.

Στην πλατεία ήταν μαζεμένος κόσμος και ντουνιάς και χορεύανε. Σαν πέρασε μπροστά η γυναίκα του πραματευτή όλοι θαμπώσανε.

Δώσ’ μου το μαντήλι, να φέρω ένα γύρο,

…του κάνει εκείνη στα κρυφά κι εκείνος της το δίνει.

Το ρίχνει η νεράιδα στο κεφάλι της κι άστραψε ο τόπος όλος. Έλαμψε η γη κι αυτή έφυγε στα ουράνια! Με τα μάτια του ο πραματευτής δεν την ξανάδε ποτέ.

Μόνο κάθε βράδυ σαν γύριζε σπίτι του έβλεπε φαΐ στα πιάτα, όλα να ‘ναι συγυρισμένα και τα παιδιά του καθαρά και χτενισμένα. Και μέσα στο μπαούλο της βρήκαν ένα σπασμένο κέρατο γεμάτο περισσότερες λίρες από πρώτα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 4 Σχόλια

Το μαγεμένο δάσος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Πριν πολλά πολλά χρόνια, σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια γυναίκα με την κόρη της, την Άννα. Η Άννα ήταν καλό και υπάκουο κορίτσι. Αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Καθέ πρωί πριν πάει στο σχολείο, έδινε ένα φιλάκι στην μαμά της και έπαιρνε τα βιβλία της στο χέρι.  Κάθε φορά, στο δρόμο για το σχολείο, συναντούσε έναν φίλο της κούνελο. Της έλεγε:

Άννα, υπάρχει ένα μαγεμένο δάσος. Σε αυτό ζει μια νεράιδα που μεταμορφώνει σε πέτρινα αγάλματα τους κυνηγούς και τα παιδιά. Πρόσεχε μην περάσεις από εκεί!

forest

Ένα μεσημέρι, καθώς γύρισε από το σχολείο, είδε την μαμά της ξαπλωμένη στο κρεββάτι. Ήταν χλωμή και φαινόταν ταλαιπωρημένη . Η Άννα την ρώτησε:

Τι έχεις μανούλα;

Είμαι άρρωστη, κορούλα μου. Πήγαινε σε παρακαλώ να φέρεις τον γιατρό.

Η Άννα πήγε στο σπίτι του γιατρού να τον ζητήσει. Την πόρτα του άνοιξε η γυναίκα του, η οποία της είπε:

Έχει πάει στο διπλανό χωριό να επισκεφτεί έναν άρρωστο. Επειδή ξεκίνησε αργά, μου είπε ότι θα κοιμηθεί εκεί και θα γυρίσει αύριο. Αν είναι επείγον, πήγαινε να τον βρεις.

Ο πιο σύντομος δρόμος, όμως, περνούσε μέσα από το μαγεμένο δάσος. Στο δρόμο, ανάμεσα στα δέντρα συνάντησε ένα ελαφάκι.

Πού πας;

…τη ρώτησε το ελαφάκι.

Η μανούλα μου είναι άρρωστη και πάω να βρω τον γιατρό.

…του είπε η Άννα.

Ε κοριτσάκι σταμάτα! Μην προχωρείς, γιατί το δάσος είναι μαγεμένο. Αν σε βρει η νεράιδα θα σε κάνει κι εσένα άγαλμα.

…της είπε ένα δέντρο.

Πρέπει να πάω γρήγορα να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Μην προχωρείς άλλο στο μαγεμένο δάσος…

της είπαν δυο κουνελάκια.

…γύρισε πίσω στο χωριό σου. Η νεράιδα θα σε κάνει άγαλμα.

Πρέπει να φέρω αμέσως τον γιατρό.

…είπε το κοριτσάκι και τα προσπέρασε τρέχοντας.

Ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά της η νεράιδα του δάσους. Ήταν όμορφη, ξανθιά με γαλανά μάτια και φορούσε ένα ροζ φόρεμα.

Δεν επιτρέπεται να μπαίνεις στο δάσος μου…

…είπε στην Άννα.

Με λένε Άννα. Πηγαίνω να βρω τον γιατρό, γιατί η μανούλα μου είναι άρρωστη.

Ω… μα τι καλό κορίτσι που είσαι…

…είπε η νεράιδα με ένα ζεστό χαμόγελο.

Δεν είσαι σαν τους κυνηγούς και τα κακά παιδιά που μπαίνουν στο δάσος μου για να σκοτώσουν τα ζωά και τα πουλιά.

Τσίου, τσίου, είπε ένα πουλάκι. Η Αννούλα μας προσέχει και είναι η καλύτερή μας φιλή!

Πήγαινε στην μανούλα σου Αννούλα μου. Η μαμά σου έγινε καλά και σου ετοιμάζει να φας κάτι νόστιμο. Και να πεις τους ανθρώπους ότι δεν πειράζω αυτούς που αγαπούν τα ζώα και τα πουλιά!

Λέγοντας αυτά πήρε την Άννα από το χέρι για να την οδηγήσει έξω από το δάσος. Τους ακολούθησαν χαρούμενα ζωά και πουλιά. Η Αννούλα την ευχαρίστησε και την παρακάλεσε να λυπηθεί όλους εκείνους που μεταμόρφωσε σε αγάλματα. Της ζήτησε να τους ζωντανέψει ξανά. Η καλή νεράιδα πραγματοποίησε την επιθυμία της Άννας και όλοι μαζί τώρα, κυνηγοί και παιδιά, χαρούμενοι και ευτυχισμένοι, γύρισαν στο χωριό. Κι έδωσαν υπόσχεση πως δεν θα έκαναν ποτέ κακό στα ζώα και τα πουλιά.

Μανούλα, έγινες καλά;

…ρώτησε η Άννα μόλις έφτασε σπίτι.

Ναι κορούλα μου. Έλα σου ετοίμασα φαγητό.

Ω.. τι καλή που είναι η νεράιδα του δάσους! Δεν θα την ξεχάσω ποτέ και θα την αγαπώ, όσο αγαπώ κι εσένα!

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 4 Σχόλια

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: