Posts Tagged With: Μπουρκίνα Φάσο

Ελέφαντας και Χελώνα

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, όταν στον κόσμο υπήρχε μόνο ημέρα και η νύχτα ήταν άγνωστη, ο Ελέφαντας και η Χελώνα μάλωσαν άσχημα. Αιτία ήταν το πλούσιο γρασίδι ενός λιβαδιού.

– Είναι δικό μου!

…έλεγε η Χελώνα.

– Οχι, είναι δικό μου!

…επέμενε ο Ελέφαντας.

Κανένας δεν υποχωρούσε ώσπου στο τέλος, ο Ελέφαντας θύμωσε πολύ.

– Θα σου σπάσω το καύκαλο!

…φώναξε και σήκωσε το πόδι του να χτυπήσει τη Χελώνα. Εκείνη, κατατρομαγμένη έτρεξε να κρυφτεί ανάμεσα στους θάμνους της σαβάνας και κρύφτηκε τόσο καλά, που ο Ελέφαντας δεν κατάφερε να τη βρει. Όμως την άλλη μέρα, ο Ελέφαντας ζήτησε τη βοήθεια των υπόλοιπων ζώων, κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για να την ξετρυπώσουν και να την τιμωρήσουν. Στο μεταξύ η Χελώνα, που ήταν έξυπνη και ήξερε πολλά μαγικά, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρπαξε τη σκόνη και την πέταξε στον άνεμο. Τότε η νύχτα, που όπως είπαμε ήταν άγνωστη ώς εκείνη τη στιγμή, σκέπασε τη γη…Τα ζώα, μη βλέποντας πια τον ήλιο, τρομοκρατήθηκαν.

– Τι πυκνό σκοτάδι!

…έλεγαν το ένα στο άλλο.

– Τι έγινε ο ήλιος; Πού πήγε η μέρα; Πώς θα ζήσουμε τώρα χωρίς φως;

Ο Ελέφαντας, καταστενοχωρημένος, θέλησε να διορθώσει τα πράγματα. Έστειλε τον Κόκορα να ζητήσει συγγνώμη από τη Χελώνα και να την παρακαλέσει να ξαναφέρει τη μέρα στον κόσμο. Ο Κόκορας ζήτησε από τη Χελώνα να συγχωρήσει τον Ελέφαντα κι εκείνη δέχτηκε, φέρνοντας και πάλι τον ήλιο στον ουρανό. Όμως από τότε οι μέρες δεν είναι πια πάντα ηλιόλουστες και το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κάθε νύχτα.

 

Το παραμύθι «Ελέφαντας και Χελώνα» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Advertisements
Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το Κολιμπρί

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά.

Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι;

…σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. 

– Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!

…ακούστηκε μια φωνή.

– Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει.

…απάντησε κάποιο άλλο.

– Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!

– Όχι, είναι πολύ άσχημος.

– Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά!

– Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια.

– Το Παγόνι που είναι όμορφο!

– Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του.

– Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι!

– Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως.

Έφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε:

Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς!

-Ναι, ναι!

…τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά:

– Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς!

«Τσίου-τσίου-τσίου», άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…τραγούδησε το Κολιμπρί.

Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο.

– Έφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.

…φώναξε.

– «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς!

…τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα.

– Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς!

…φώναξε για άλλη μία φορά.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Όλα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε.

– Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι!

…φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Όλη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Όμως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίου-τσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε:

– Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου.

Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.

Το παραμύθι «Κολιμπρί» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: