Posts Tagged With: μητέρα

Το φτωχό, καλό κορίτσι

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

– Παραμύθι από την Σκύρο, από το βιβλίο της Νίκης Πέρδικα «η Σκύρος» –

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μια φτωχή γυναίκα που είχε τέσσερα κορίτσια. Δούλευε ολομόναχη προκειμένου να τα μεγαλώσει. Τα χρήματα όμως που κέρδιζε ήταν ελάχιστα και το μόνο που κάλυπταν ήταν ίσα-ίσα το ψωμί τους. Τα παιδιά γύριζαν γυμνά και ξυπόλητα αφού ποτέ δεν της περίσσευαν χρήματα για να τους πάρει ρούχα. Μόνο αν βρισκόταν καμιά καλή γυναίκα και της έδινε κανένα ρούχο παλιό, το ξανάφτιαχνε λίγο και το ‘δινε της μεγάλης κόρης. Μετά το ξανάκοβε για να το φορέσουν η δεύτερη και στην συνέχεια η τρίτη. Για το τελευταίο, το μικρό, δεν έμενε ποτέ τίποτε. Χειμώνα καλοκαίρι γυρνούσε με ένα κουρελιασμένο πουκαμισάκι και ξυπόλητο.

Μια χρονιά, όμως, ο χειμώνας ήταν πολύ βαρύς! Βροχές, κρύα, χιόνια! Έτρεμε η μικρούλα και δεν μπορούσε να σταθεί από το κρύο. Είπε λοιπόν της μάνας της:

Μάνα, εγώ θα φύγω! Θα πάω να βρω άλλη μάνα, να μου κάνει και κανένα ρουχαλάκι να φορέσω γιατί, αν απομείνω εδώ, θα πεθάνω! Δεν αντέχω άλλο μοναχά με το πουκαμισάκι!

Στεναχωρήθηκε η μάνα, στεναχωρήθηκε και το παιδί που είπε αυτά τα λόγια αλλά υπέφερε το κακόμοιρο από το κρύο. Έφυγε το κορίτσι και προχωρούσε, προχωρούσε χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει. Ήθελε όμως, οπωσδήποτε να βρει λίγο ύφασμα, να το πάει στην μανούλα του, να του φτιάξει ένα ζεστό ρουχαλάκι. Καθώς προχωρούσε βρήκε ένα πουλάκι, πεσμένο κάτω από το δέντρο. Ήταν μικρό με ελάχιστα πούπουλα. Είχε πέσει από την φωλιά του και φώναζε. Δεν είχε την δύναμη να πετάξει για να ανέβει στο δέντρο και θα πέθαινε. Το κορίτσι το πήρε στα χέρια του, το ζέστανε μέσα στις παλάμες του κι όταν είδε έναν άντρα που ερχότανε προς το μέρος του, του ζήτησε να το βάλει πίσω στην φωλιά του.

Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να το βάλετε στην φωλιά του;

Έτσι,με την καλή καρδιά του κοριτσιού, το πουλάκι γλύτωσε.

Το μικρό κορίτσι συνέχισε την πορεία του και έφτασε σε ένα σημείο που ο δρόμος στένευε και έπρεπε να περάσει ανάμεσα από κάποια κλαδιά. Του τράβηξε όμως την προσοχή μια αράχνη που έπλεκε τον ιστό της. Πέρασε αρκετή ώρα χαζεύοντάς την. Πήγαινε πάνω κάτω, μπρος πίσω και ξανά. Σκέφτηκε λίγο το κορίτσι και είπε:

Κρίμα δεν είναι να της χαλάσω το πανάκι που το πλέκει τόση ώρα; Ας πάω από την άλλη μεριά να μην στεναχωρήσω και την αράχνη!

Σπολλάτι (ευχαριστώ)! Το καλό που μου έκανες πώς να στο ξεπληρώσω; Πού πας, παιδί μου, έτσι γδυτό και ξυπόλητο;

…ρώτησε η αράχνη.

Πάω να βρω ένα πανάκι, να το πάω της μάνας μου να μου φτιάξει κι εμένα κανένα ρουχαλάκι γιατί κρυώνω!

…είπε το κορίτσι.

Πήγαινε αλλά όταν θα γυρνάς πέρασε από εδώ, να μου πεις τι έγινε και να δω μήπως μπορώ να κάνω κι εγώ κάτι για σένα.

Φεύγει το κορίτσι και προχωράει πιο πέρα. Καθώς προσπαθούσε να περάσει από έναν βάτο, μπλέχτηκε το πουκαμισάκι του στα αγκάθια του και στην προσπάθειά του να το ξεμπλέξει, κόπηκε και κουρελιάστηκε πια εντελώς. Έμεινε τελείως γυμνό, απελπισμένο και το έπιασαν τα κλάματα. Αν το άκουγες θα πονούσε η καρδιά σου και θα σπάραζε. Το άκουσε ένα προβατάκι που έβοσκε λίγο πιο πέρα και πήγε κοντά του.

Τι έχεις, παιδάκι μου, και κλαις; Σε έδειρε κανείς;

Αχ, πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένο. Προσπάθησα να περάσω τον βάτο και μου κουρέλιασε το πουκαμισάκι μου, έμεινα χωρίς κανένα ρούχο!

…απάντησε το κορίτσι.

Γιατί το έκανες αυτό το κακό του παιδιού, τι θα γίνει τώρα το καημένο;

…ρώτησε το πρόβατο τον βάτο.

Δεν το έκανα επίτηδες. Όμως ένας τρόπος υπάρχει για να διορθώσω το κακό που έγινε. Έλα κοντά στα αγκάθια μου, δώσε μου εσύ το μαλλί σου κι εγώ θα το ξάνω. Να το πάει το κοριτσάκι στη μάνα του, να του κάνει μάλλινα ρουχαλάκια, να μην κρυώνει.

…είπε ο βάτος στο πρόβατο. Έτσι κι έγινε. Πήγε το αρνί κοντά στον βάτο και τρίφτηκε πάνω στα αγκάθια του. Τα αγκάθια γέμισαν μαλλί και το κοριτσάκι το μάζεψε.

Ευχαριστώ πολύ. Τρέχω στην μανούλα μου να μου το γνέσει, να το υφάνει, να μου το ράψει και να το φορέσω στην εκκλησία, που θα πάω να μεταλάβω πριν τα Χριστούγεννα.

…είπε το κορίτσι και καθώς η μικρούλα έτρεχε να γυρίσει πίσω, σκέφτηκε πως η μητέρα της, με τόσες δουλειές, μάλλον δεν θα προλάβαινε μέχρι τα Χριστούγεννα να της τα φτιάξει. Στεναχωρεμένη με αυτήν την σκέψη, έφτασε κάτω από το δέντρο που είχε βρει το πεσμένο πουλάκι. Μπροστά της εμφανίστηκε η μητέρα του πουλιού.

Καλό μου κορίτσι, πώς να σου ξεπληρώσω το καλό που μου έκανες; Που έσωσες το παιδί μου; Μα, τι είναι αυτό που κρατάς στο χέρι σου;

Και το κοριτσάκι είπε όλη την ιστορία από την αρχή και τότε το πουλί του είπε:

Εγώ θα σου το γνέσω!

Τσίμπησε με το ράμφος του το μαλλί κι άρχισε να ανεβαίνει ψηλά, πολύ ψηλά, μέχρι που το ‘φτιαξε κλωστή και το ‘κανε κουβάρι.

Ορίστε, τώρα τρέξε στην μανούλα σου να σου το φτιάξει.

Πετούσε από την χαρά της η μικρούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι. Καθώς περνούσε από το σημείο που είχε δει την αράχνη, την χαιρέτησε και της είπε κι εκείνης την ιστορία.

Βρήκα τι θα κάνω εγώ για σένα, που είσαι τόσο καλό παιδί και δεν μου χάλασες το πανάκι μου. Δώσε μου το νήμα και θα στο υφάνω εγώ!

Έτσι κι έγινε. Το πήρε η αράχνη και έφτιαξε ένα όμορφο πανί. Πανευτυχής η μικρούλα, γύρισε στην μάνα της και εκείνη της έραψε ένα πανέμορφο φόρεμα. Με αυτό πήγε στην εκκλησία να μεταλάβει και όλοι την καμαρώνανε μέσα στο ζεστό και όμορφο φουστανάκι της.

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Το ποντικάκι, ο πιστός φίλος

Λαϊκό παραμύθι της πρώην Τσεχοσλοβακίας

%cf%80%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b9Πριν πολλά χρόνια, αλλά όχι και πάρα πολλά -αφού την ιστορία που θα σας πω την θυμάμαι καλά- στο μπαλκόνι ενός αγροτόσπιτου, καθότανε ένα λουκάνικο και έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Η καγκελόπορτα που βρισκότανε δίπλα του, το πρόσεξε και το ρώτησε έκπληκτη:

Τί έχεις και κλαις καλό μου λουκάνικο;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή.

Τί μου λες; Δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Κρίμα το καημένο. Στεναχωρέθηκα πολύ. Έτσι μου έρχεται να βγω από τους μεντεσέδες μου.

Κι όπως το είπε, έτσι κι έκανε η καγκελόπορτα. Τραντάχτηκε απότομα και βγήκε από τους μεντεσέδες της. Από τον θόρυβο ξύπνησε ο φράχτης της αυλής. Γύρισε προς το μπαλκόνι και είδε την καγκελόπορτα πεσμένη. Απόρησε με την σειρά του και της φώναξε:

Τί έπαθες βρε καγκελόπορτα και έπεσες;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του και το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να βγω από τους μεντεσέδες μου.

Πω-πω… Κρίμα βρε συ. Τί κακό ήταν αυτό. Στεναχωρέθηκα τώρα. Ε λοιπόν κι εγώ θα γκρεμοτσακιστώ.

Και με το που τελειώνει την φράση του, δίνει μια και πέφτει καταγής λυπημένος. Εκείνη την ώρα, ετοιμαζότανε να σταθεί πάνω του μια καρακάξα, η οποία τρόμαξε όταν τον είδε να σωριάζεται κάτω και τον ρώτησε:

Μα τί έπαθες στα καλά καθούμενα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ κι η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να γκρεμοτσακιστώ.

Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που μου λες. Τα έχω χαμένα. Ε τότε κι εγώ θα δέσω τα πόδια μου.

Έτσι κι έκανε. Έδεσε τα πόδια της με ένα κομάτι σκοινί που βρήκε πεταμένο παραδίπλα και πέταξε προς το δάσος. Εκεί, σταμάτησε στο κλαδί ενός δέντρου. Μα το δάσος απόρησε με την καρακάξα που είχε δέσει τα πόδια της και δεν δίστασε να την ρωτήσει:

Πώς σου ήρθε να δέσεις τα πόδια σου βρε καρακάξα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της κι ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να δέσω τα πόδια μου.

Αυτό που μου είπες μόλις τώρα με στεναχώρησε πάρα πολύ. Δεν έχω κουράγιο να στέκομαι όρθιο. Έτσι μου έρχεται να ρίξω όλα μου τα δέντρα.

Δεν θα το πιστέψετε αυτό που ακολούθησε. Ένα-ένα τα δέντρα του δάσους, άρχισαν να ξεριζώνονται και να πέφτουν κάνοντας έναν δυνατό κρότο, μέχρι που το δάσος ισοπεδώθηκε. Ο έντονος θόρυβος τρόμαξε ένα ελάφι που περνούσε από εκεί. Όταν αντίκρισε το δάσος στην κατάστασή του, τα έχασε και το ρώτησε:

Καλό μου δάσος, πώς σου ήρθε πέσεις κατάχαμα;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε κι η καρακάξα έδεσε τα πόδια της. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να ξεριζωθώ.

Απίστευτο. Αυτό δεν το περίμενα. Από την στεναχώρια μου, μου έρχεται να σπάσω τα κέρατά μου.

Το είπε και το έκανε. Άρχισε να χτυπάει τα κέρατά του στον κορμό ενός δέντρου που ήταν πεσμένος μέχρι που έσπασαν σε πολλά κομάτια κι ύστερα άρχισε να τρέχει χωρίς να ξέρει κι αυτό προς τα που. Κάποια στιγμή βρέθηκε σε μια πηγή και σταμάτησε να ξεδιψάσει. Η πηγή μόλις το αντίκρισε και είδε τα σπασμένα κέρατα, το ρώτησε:

Τί έπαθαν τα κέρατά σου; Γιατί έσπασαν;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της και το δάσος ξεριζώθηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να σπάσω τα κέρατά μου.

Αμάν. Κρίμα μωρέ. Λυπήθηκα πολύ. Έτσι μου έρχεται να λασπωθώ.

Και λασπώθηκε για τα καλά. Άφησε το χώμα να ενωθεί με το κρυστάλινο δροσερό νερό της και στο άψε-σβήσε χυνότανε λασπόνερο. Εκείνη την στιγμή εμφανίστηκε μια κοπέλα που κρατούσε μια πήλινη στάμνα. Είχε φτάσει εκεί για να την γεμίσει με νερό. Τα έχασε όμως όταν αντίκρισε την πηγή να τρέχει με λασπόνερο.

Πού πήγε το δροσερό και κρυστάλιν νερό σου πηγούλα μου;

Δεν τα έμαθες; Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε και το ελάφι έσπασε τα κέρατά του. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να λασπωθώ.

Πέθανε το ποντικάκι; Τί μου λες; Πολύ κρίμα. Ε λοιπόν κι εγώ θα σπάσω την στάμνα μου.

Η κοπέλα πέταξε με δύναμη την στάμνα που κρατούσε κι αυτή έπεσε σε κάτι βράχια που υπήρχαν εκεί παραδίπλα και έσπασε σε πολλά κομάτια. Έτσι, γύρισε στο σπίτι της χωρίς νερό και με άδεια χέρια. Η μητέρα της που έφτιαχνε ένα γλυκό και χρειαζότανε το νερό, ξαφνιάστηκε όταν την είδε με άδεια χέρια και την ρώτησε:

Που είναι η στάμνα με το νερό κόρη μου;

Άσε μητέρα. Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε, το ελάφι έσπασε τα κέρατά του και η πηγή λασπώθηκε. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να σπάσω την στάμνα.

Πέθανε το ποντικάκι; Πνίγηκε; Απίστευτο. Κι εγώ κάθομαι και κάνω γλυκό; Απαράδεκτο…θα το χαλάσω το γλυκό μου.

Κι αρπάζει η μητέρα της κοπέλας το κουτί με το αλάτι και το χύνει στο γλυκό. Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και μπήκε μέσα ο άντρας της ο οποίος βλέποντας την γυναίκα του να ρίχνει αλάτι στο γλυκό απόρησε.

Βρε γυναίκα, αυτό είναι το αλάτι κι όχι η ζάχαρη. Χαλάς το γλυκό έτσι. Μα τί έπαθες;

Αχ άντρα μου, που να στα λέω. Ο καλός και πιστός μας φίλος, το ποντικάκι…πριν λίγο πέθανε. Πνίγηκε σε μια γούρνα στην πίσω αυλή του σπιτιού του. Το λουκάνικο κλαίει με μαύρο δάκρυ, η καγκελόπορτα βγήκε από τους μεντεσέδες της, ο φράχτης γκρεμοτσακίστηκε, η καρακάξα έδεσε τα πόδια της, το δάσος ξεριζώθηκε, το ελάφι έσπασε τα κέρατά του, η πηγή λασπώθηκε κι η κόρη μας έσπασε την στάμνα σε πολλά κομάτια. Έτσι κι εγώ αποφάσισα να χαλάσω το γλυκό.

Τί να σου πω βρε γυναίκα. Αυτό το νέο είναι πραγματικά δυσάρεστο και λυπηρό. Ήταν πολύ καλός φίλος το ποντικάκι και θα μας λείψει σε όλους. Αλλά όμως, δεν πρέπει να αντιδράμε έτσι, ούτε θα αλλάξει κάτι.

Και λέγοντας αυτά κίνησε να βγει από το σπίτι μα τον σταμάτησε πάλι η γυναίκα του…

Που πας;

Πάω να φτιάξω ένα καινούργιο κοτέτσι στις κότες μας. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι έτοιμο να πέσει.

Ο χωρικός πήγε στην αυλή του κι όταν τελείωσε με το κοτέτσι, δηλαδή μετά από αρκετή ώρα, η γυναίκα του είχε ξεκινήσει να φτιάχνει ένα άλλο γλυκό. Η κόρη τους πήγε και αγόρασε μια καινούργια στάμνα για να την γεμίζει με νερό. Η πηγή είχε καθαρίσει από τις λάσπες και τα χώματα. Στο κεφάλι του ελαφιού, άρχισαν φυτρώνουν και πάλι κέρατα. Στο δάσος, όπου υπήρχαν δέντρα που ξεριζώθηκαν, φύτρωσαν μικρά δενδρύλια. Η καρακάξα έλυσε το σχοινί από τα πόδια της και πέταξε για μακριά. Ο φράχτης τέντωσε τα ξύλα του και στήθηκε πάλι όρθιος. Η καγκελόπορτα κατάφερε με δύο κινήσεις να μπει ξανά στους μεντεσέδες της και το λουκάνικο σκούπισε για τα καλά τα δάκρυά του.

Όμως ποτέ μα ποτέ, κανείς από όλους αυτούς κι άλλους πολλούς που δεν σας είπα, δεν ξέχασε και δεν θα ξεχάσει τον πιστό και καλό μας φίλο, το ποντικάκι…κι ελπίζω να μην τον ξεχάσετε ούτε κι εσείς.

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια του Gianni Rodari από τις εκδόσεις GUTENBERG 

Απόδοση – Διασκευή: Χρήστος Π. Τσίρκας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,,,,,,,,, | Σχολιάστε

Στο παρκάκι του Αγίου Γεωργίου με ομάδα δασκάλων

DSCN4186Χθες Κυριακή 10 Μαϊου, ημέρα που γιορτάζει η αγαπημένη παρουσία όλων μας, η μητέρα, βρεθήκαμε στο παρκάκι του Αγίου Γεωργίου. Καλεσμένοι από μια ομάδα δασκάλων που στόχο έχουν να παρεμβαίνουν με δράσεις προσφοράς στο παιδί αλλά και την κοινωνία, βρεθήκαμε εκεί για να κάνουμε αυτό που ξέρουμε εμείς…να πούμε παραμύθια.

Το μικρό παρκάκι χθες το πρωί, ζωντάνεψε από παιδικές φωνές και χαμόγελα. Οι δάσκαλοι είχαν φροντίσει εδώ και αρκετές μέρες να το καθαρίσουν από τις βρωμιές και τα άγρια χόρτα, αλλά και να το διαμορφώσουν έτσι ώστε να υποδεχτούν μικρούς και μεγάλους σε μια πανδαισία χρωμάτων. Χρώματα που θα έπρεπε να έχει η ζωή μας κάθε μέρα.

Ζωγραφική, κατασκευές με πηλό, θέατρο και παραμύθια περιλάμβανε το πρόγραμμα της χθεσινής εκδήλωσης κι όταν τελείωσε λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι, χαρούμενοι όλοι, υποσχεθήκαμε να το επαναλλάβουμε κάποια στίγμη, εκεί ή και κάπου αλλού.

Χρόνια πολλά στις μητέρες όλου του κόσμου και χρόνια πολλά στα παιδιά που έχουν να αγαπούν αυτό το πρόσωπο!

Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν οι παραμυθάδες: Τάσος Καπατζιάς, Χρήστος Τσίρκας και Μαρία Χαριζάνη!

DSCN4187

Categories: Λοιπά | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το παιδί που έκλεβε και η μητέρα του

Κάποτε ένα μικρό παιδί έκλεψε στο σχολείο την πλάκα ενός άλλου παιδιού και το μεσημέρι όταν γύρισε στο σπίτι του, την έδειξε στη μητέρα του.

– Πού τη βρήκες;

..το ρώτησε εκείνη.

– Στο σχολείο μου.

…αποκρίθηκε το παιδί.

– Σε ποιο μέρος του σχολείου σου;

– Την είχε αφήσει ένα άλλο παιδί και εγώ του την πήρα χωρίς να το καταλάβει.

– Μπράβο! Φαίνεσαι έξυπνος.

…είπε η μητέρα του ενθουσιασμένη, γιατί πίστευε πως ήταν εξυπνάδα που το παιδί της πήρε την ξένη πλάκα χωρίς να το καταλάβει ο συμμαθητής του.

Ύστερα από λίγο καιρό πήγε στο σπίτι του ένα παιδικό πανωφόρι.

– Πού το βρήκες;

…ρώτησε και πάλι η μητέρα.

– Στο σχολείο

…απάντησε το παιδί.

– Σε κατάλαβαν που το πήρες;

– Όχι. Το έκρυψα κάτω από το δικό μου και έκανα κι εγώ πως ψάχνω να το βρω μαζί με τα άλλα παιδιά.

Η μητέρα ευχαριστήθηκε πολύ που το παιδί της σκέφτηκε μια τέτοια πανουργία. Να κλέψει δηλαδή το πανωφόρι, να το φορέσει κάτω από το δικό του και να κάνει τάχα πως το ψάχνει μαζί με τα άλλα τα παιδιά όταν το γύρευαν.

«Το παιδί μου εμένα είναι πολύ έξυπνο και θα προκόψει στη ζωή!», έλεγε μέσα της.

Κι ήταν ενθουσιασμένη που είχε ένα τόσο έξυπνο παιδί και ο ενθουσιασμός της, όσο περνούσε ο καιρός μεγάλωνε πιο πολύ, γιατί ο γιος της κουβαλούσε στο σπίτι όλο και περισσότερα κλεμμένα πράγματα.

Το παιδί μεγάλωσε, έγινε άντρας κι έγινε ο πιο επιτήδειος κλέφτης της περιοχής.

Κάποτε όμως τον έπιασαν την ώρα που λήστευε ένα σπίτι. Τον δίκασαν και τον καταδίκασαν σε θάνατο.

Την ώρα που τον έσερναν δεμένο για να τον πάνε στον τόπο, όπου ο δήμιος θα του έκοβε το κεφάλι, η μητέρα του έτρεχε πίσω από τη συνοδεία κι έκλαιγε, χτυπώντας το στήθος της με απελπισία.

– Γιε μου πού σε πάνε; Γιε μου! Πού σε πάνε;

…φώναζε απελπισμένα.

Τότε ο γιος σταμάτησε και παρακάλεσε τους φρουρούς να τον αφήσουν να πει κάτι κρυφά στη μητέρα του. Εκείνοι το δέχτηκαν και τότε ο γιος έσκυψε να πει κάτι στο αφτί της μητέρας του. Αλλά αντί για λόγια, τη δάγκωσε με δύναμη  και της τραυμάτισε το αφτί.

– Δεν ντρέπεσαι, καταραμένο παιδί!  Δεν σου φτάνουν τόσα εγκλήματα που έκανες, μόνο φέρεσαι έτσι και στη μητέρα που σε γέννησε;

…φώναξε εκείνη, ουρλιάζοντας από τους πόνους. Κι ο γιός, της αποκρίθηκε…

– Εσύ φταις για το κατάντημά μου. Αν με μάλωνες όταν έκλεψα για πρώτη φορά εκείνη την πλάκα και σου την έφερα, σήμερα δεν θα με πήγαιναν να μου κόψουν το κεφάλι.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: