Posts Tagged With: καλικάντζαροι

Δημοσκόπηση: Αγαπημένο παραμύθι Δωδεκαημέρου

Χριστούγεννα!

Χριστούγεννα!

Μια που με τα Χριστούγεννα ξεκινάει το Δωδεκαήμερο, που κρατάει μέχρι τα Θεοφάνεια, οι Παραμυθάδες αναρωτηθήκαμε ποιο να είναι άραγε το αγαπημένο παραμύθι των παιδιών (αλλά και των μεγάλων που αγαπούν τα παραμύθια), που να έχει σχέση όμως με τις γιορτές του Δωδεκαημέρου.

Μπορείτε να αναφέρετε όποιο παραμύθι (ή όποια παραμύθια, αν δε μπορείτε να διαλέξετε μόνο ένα) αγαπάτε πιο πολύ, είτε έχει σχέση με τα Χριστούγεννα, είτε με την Πρωτοχρονιά, είτε με τα Φώτα ή, ακόμη, με τους καλικάντζαρους ή τα ξωτικά.

Γράψτε την προτίμησή σας ως σχόλιο κάτω από το κείμενο, μη μας πείτε όμως μόνο τον τίτλο του παραμυθιού, αλλά και το λόγο για τον οποίο το αγαπάτε πιο πολύ (όχι υποχρεωτικά· αν δε θέλετε γράψτε μόνο τον τίτλο).

Τι λέτε; Θέλετε να μας βοηθήσετε να βρούμε τα πιο αγαπημένα παραμύθια των γιορτών;

Categories: Δημοσκοπήσεις | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι – ηχητική απόδοση

Ηχογράφηση παραμυθιούΤο παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι» που αποδίδεται στα έθιμα του δωδεκαημέρου, η ομάδα Μελέτης Διατήρησης και Διάδοσης του Λαϊκού Παραμυθιού και Παιχνιδιού το παρουσιάσαμε στις χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις του 2012. Με την ευκαιρία αυτή, βρεθήκαμε και στο στούντιο του ραδιοφωνικού σταθμού Κανάλι 5 Love Radio και το ηχογραφήσαμε. Για τις ανάγκες της ηχογράφησης συνεργάστηκαν:

  • Χρήστος Τσίρκας (Αφηγητής-καλικάντζαρος),
  • Μέλη Μίχα (Κάλλω),
  • Θεοδώρα Βαβαλέσκου (Μάρμπω-Μάνα-καλικάντζαρος),
  • Απόστολος Τσομπανόπουλος (καλικάντζαρος) και
  • Έμυ Καμπουρίδου (καλικάντζαρος).

Η μίξη έγινε από τον Απόστολο Τσομπανόπουλο, ενώ η μουσική επιμέλεια και η ραδιοφωνική σκηνοθεσία από τον Χρήστο Τσίρκα.

Categories: Παραμύθια για αυτιά | Ετικέτες: , | 2 Σχόλια

Οι καλικάντζαροι

Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.

Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.

Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.

…είπε η μάνα!

– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.

– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.

– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.

– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.

Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.

Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.

Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:

Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;

– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.

– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.

– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.

Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.

– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.

– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.

– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!

Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:

Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!

Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:

Θέε μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.

Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.

Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.

Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!

– Τι έπαθες κόρη μου;

– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.

Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:

Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.

– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!

– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;

…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:

Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;

– Όχι δεν τα πήρε.

– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.

– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;

…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.

– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!

…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.

Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.

– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!

…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:

– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.

– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.

…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.

Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;

Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η Κάλλω και οι καλικάντζαροι

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης του Δωδεκαημέρου –

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

 

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά χρόνια, σε ένα χωριουδάκι ζούσε μια μάνα με τις δύο κόρες της. Την Μεγαλύτερη, την έλεγαν Μάρμπω και ήταν άσχημη. Η μικρότερη όμως, ήταν πανέμορφη και την φώναζαν Κάλλω. Όλος ο κόσμος μιλούσε για τα κάλλη της, κι απ’ όπου περνούσε σχολιάζανε την ομορφιά της. Η Μάρμπω, τα γνώριζε όλα αυτά και την ζήλευε. Για το λόγο αυτό, είχε κλειστεί στο σπίτι και δεν έβγαινε έξω ακόμα κι αν της το ζητούσε η μητέρα της.

Άντε βρε Μάρμπω… άντε κόρη μου, πετάξου ίσαμε την αγορά…

Όχι, δεν πάω εγώ. Στείλε την προκομένη σου, την Κάλλω…

απαντούσε η Μάρμπω κι η Κάλλω που δεν ήθελε να στεναχωρήσει την μητέρα της, έτρεχε αμέσω όπου της ζητούσαν. Κι όχι απλά πήγαινε, αλλά κατάφερνε και τις δουλειές καλύτερα απ’ τον καθένα, γιατί εκτός από όμορφη, ήταν επίσης και πάρα πολύ έξυπνη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες στο όμορφο χωριό ώσπου ήρθαν τα Χριστούγεννα. Την παραμονή της μεγάλης γιορτής, η μάνα των δύο κοριτσιών, κοιτάζοντας στο ντουλάπι της κουζίνας την κασέλα που είχανε το αλεύρι, είδε πως το αλεύρι είχε τελειώσει.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο; Άντε Μάρμπω κόρη μου, εσύ που είσαι και η μεγαλύτερη, σύρε στον μύλο…

…μα πριν προλάβει η μάνα να ολοκληρώσει την φράση της, η Μάρμπω απάντησε με πείσμα…

Όχι, δεν πάω…να πάει η Κάλλω.

Θα πάω εγώ μάνα…

Κι έτσι έγινε. Η μικρή Κάλλω, φόρτωσε στο γαιδουράκι της δυο σακιά με σιτάρι και ξεκίνησε για τον νερόμυλο. Μα ο νερόμυλος, ήτανε μακριά και το ταξίδι μεγάλο. Όταν έφτασε επιτέλους, η Κάλλω αντίκρισε κάτι που δεν το περίμενε. Κόσμος πολύς είχε φτάσει πριν από αυτήν στο μύλο και περίμενε να αλέσει τα γεννήματά τους. Μεγάλη η ουρά που είχαν σχηματίσει, μα δεν γινότανε αλλιώς. Η Κάλλω, ξεφόρτωσε το στάρι από το γαϊδουράκι της και περίμενε υπομονετικά την σειρά της. Οι ώρες όμως περνούσαν κι όσο να αλέσουν οι άλλοι, ο ήλιος είχε βασιλέψει και γρήγορα νύχτωσε. Ο μυλωνάς, πήρε το σιτάρι της και το έριξε στο καρίκι του μύλου, ενώ αυτός πήγε στην κάμαρά του για να ξαπλώσει και να ξεκουραστεί. Η Κάλλω έμεινε μόνη και καθισμένη πάνω σε κάτι σακιά, περίμενε να γίνει το αλεύρι της. Ήταν μισοσκότεινα και το μοναδικό φως που έφεγγε ήταν από ένα μικρό λαδοφάναρο. Φοβότανε πολύ και γι’ αυτό είχε κουρνιάσει σε μια γωνιά. Κατά τα μεσάνυχτα όμως, κι ενώ όλα ήταν ήσυχα, ξαφνικά άκουσε κάτι πατημασιές από την εξωτερική πόρτα του μύλου. Γυρίζει τρομαγμένη και τι να δει! Γύρω στους δέκα καλικάντζαρους να έχουν τρυπώσει στο μύλο και να την πλησιάζουν. Πάγωσε από την τρομάρα της, αλλά από την άλλη δεν θέλησε να φωνάξει για να μην ξυπνήσει τον μυλωνά. Ανασηκώθηκε λοιπόν στα σακιά και περίμενε να δει τι θα γίνει. Οι καλικάντζαροι, την είχαν περικυκλώσει κι άρχισαν να της λένε …

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Αρχικά η Κάλλω φοβήθηκε και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Μα δεν θα κατάφερνε τίποτα γιατί σίγουρα θα την πιάνανε. Τότε μια ιδέα της ήρθε στο μυαλό κι αφού κοντοστάθηκε τους είπε ψύχραιμη πλέον…

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

…ρώτησαν με περιέργεια οι καλικάνρζαροι.

Με αυτό το παλιοφόρεμα θα με φάτε; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργιο και όμορφο φόρεμα.

Καινούργιο και όμορφο φόρεμα; Πάμε γρήγορα να της φέρουμε…

απάντησαν οι καλικάντζαροι και σκόρπισαν τριγύρω ψάχνοντας, ενώ ταυτόχρονα μουρμούριζαν «φόρεμα», «φόρεμα», για να μην ξεχάσουν τι ψάχνουν. Χαμός επικράτησε στο νερόμυλο. Κι επειδή καλικάντζαροι είναι αυτοί και όλα τα καταφέρνουν, χώθηκαν από εδώ, στριμώχτηκαν από εκεί, κάποιοι άλλοι εξαφανίστηκαν και εμφανίστηκαν στο άψε-σβήσε…τελικά δεν άργησαν να εμφανιστούν και πάλι μπροστά της κρατώντας ένα πολύ όμορφο φόρεμα. Η Κάλλω το πήρε και το φόρεσε μα οι καλικάντζαροι και πάλι την περιτριγύρισαν απειλητικά λέγοντας…

Θα σε φάμε Κάλλω, θα σε φάμε!

Εντάξει λοιπόν…ας με φάτε. Αλλά έτσι; Δεν τρώγεται έτσι η Κάλλω!

Και πως τρώγεται η Κάλλω;

Ξυπόλητη θα με φάτε χρονιάρα μέρα; Η Κάλλω επιθυμεί καινούργια και όμορφα παπούτσια.

Καινούργια και όμορφα παπούτσια;

Οι καλικάντζαροι σκόρπισαν και πάλι. «Παπούτσια», «παπούτσια», «παπούτσια» μουρμούριζαν και…χαθήκαν από εδώ, βρεθήκαν από εκεί, χωθήκανε σε χαραμάδες και πάλι δεν άργησαν να εμφανιστούν μπροστά της με ένα ωραίο ζευγάρι παπούτσια.

Τώρα όμως, ήρθε η ώρα σου Κάλλω. Θα σε φάμε!

Μα όχι έτσι…θέλω και παλτό!

«Παλτό», παλτό», «παλτό», μουρμούρισαν και ξανά-μανά τα ίδια και να σου μπροστά της το παλτό. Κι όσο έφερναν οι καλικάντζαροι, όλο και περισσότερα ζητούσε στην συνέχεια η Κάλλω που είχε το σχέδιο της. Ζήτησε γάντια, γούνα, κάλτσες. Ζήτησε τσατσάρα, καθρεφτάκι, βελόνια και κλωστές, πούδρες και τσιμπιδάκια, κι ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε πως της έρχοταν στο μυαλό. Με τούτο και με εκείνο, οι ώρες πέρασαν και δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε από έξω ο κόκορας να χαιρετίζει το ξημέρωμα. Κι οι καλικάντζαροι σαν το άκουσαν, το δίχως άλλο εξαφανίστηκαν γιατί όπως όλοι ξέρουμε, τις σκανταλιές τους τις κάνουνε μόνο τα βράδυα και με το πρώτο φως της μέρας τρέχουν να κρυφτούνε στις φωλιές τους.

Πάνω στην ώρα ξύπνησε κι ο μυλωνάς κι αφού το σιτάρι είχε αλεστεί, φόρτωσαν στο γαϊδουράκι το αλεύρι καθώς κι όλα αυτά που είχαν κουβαλήσει οι καλικάντζαροι κι η Κάλλω πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό. Η μάνα της είχε ανησυχήσει και γι’ αυτό όταν την είδε να έρχεται, η χαρά της ήταν πολύ μεγάλη. Κι όταν είδαν ότι εκτός από αλεύρι είχε φέρει και χίλια δυο ακόμα πραματάκια, απόρησαν και την ρώτησαν…

Που τα βρήκες όλα αυτά κόρη μου;

Μου τα έφεραν ψες το βράδυ οι καλικάντζαροι στον μύλο…

τους απάντησε η Κάλλω. Η Μάρμπω δεν είπε τίποτα εκείνη την στιγμή, μα σίγουρα ζήλεψε πολύ. Έβαλε με το νου της να πάει κι αυτή στον μύλο να βρει τους καλικάντζαρους και να τους ζητήσει φορέματα, παπούτσια και άλλα πολλά. Αλλά πως θα πήγαινε αφού το αλεύρι θα τους έφτανε για καιρό και οι καλικάντζαροι φεύγουνε από τον δικό μας κόσμο όταν τα Φώτα ο παππάς αγιάζει με την αγιαστούρα. Έτσι λοιπόν, άρχισε κρυφά, όταν δεν την έβλεπε κανείς, να παίρνει αλεύρι από την κασέλα και να το σκορπάει πότε στον ανέμο και πότε να το ρίχνει στο ρέμμα και το αλεύρι τελικά σώθηκε με την πρώτη μέρα του νέου έτους. Πάει η μάνα στην κασέλα να πάρει αλεύρι για να κάνει την βασιλόπιτα και κουλούρια, μα την βρήκε άδεια.

Τώρα τι κάνουμε; Δεν έχουμε άλλο αλεύρι στην αποθήκη. Ποια από τις δυο σας θα πάει στο μύλο;

Πάω εγώ…

απάντησε η Κάλλω μα πετάχτηκε από την άκρη η Μάρμπω και είπε πείσμα…

Τώρα θα πάω εγώ!

Φορτώνει λοιπόν το σιτάρι στο γαϊδουράκι, κι άρχισε το ταξίδι για τον μύλο, χωρίς να βιάζεται για να φτάσει αργά ώστε να χρειαστεί να περάσει το βράδυ της εκεί. Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα κι ενώ η Μάρμπω περίμενε καρτερικά στον νερόμυλο μόνη της, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι οι οποίοι την περικύκλωσαν και άρχισαν να της λένε…

Θα σε φάμε Μάρμπω, θα σε φάμε.

Η Μάρμπω τρόμαξε πολύ και φοβήθηκε. Νόμισε ότι θα της φέρουν φορέματα και παπούτσια, μα αντί για αυτά, αυτοί όρμησαν πάνω της. Η Μάρμπω έβαλε τις φωνές και ξύπνησε ο μυλωνάς, αλλά μέχρι να ανάψει το φανάρι του και να βγει από την κάμαρά του, οι καλικάντζαροι με τα νύχια τους κατάφεραν και της γρατζούνισαν το πρόσωπο και τα χέρια. Έτσι, γύρισε στο χωριό πληγωμένη και λυπημένη, μα η Κάλλω την λυπήθηκε και της έδωσε κάποια από τα δικά της δώρα. Κι από ότι μάθαμε πολλά χρόνια μετά, κι οι δυό τους παντρεύτηκαν, κάνανε οικογένεια, και ζήσανε ευτυχισμένα και με αγάπη.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Μαίρη Γεωργαλή. Η Μαίρη Γεωργαλή είναι φιλόλογος στο 2ο Λύκειο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 4 Σχόλια

η Αγέλαστη Πολιτεία και οι καλικάντζαροι

Το παραμύθι των Χ. & Π. Κατσιμίχα, «η Αγέλαστη Πολιτεία και οι καλικάντζαροι» που παρουσίασαν στην «Παραμυθοφωλιά» από κοινού οι ομάδες «Τέχνης Έρευνα» και «Οι Παραμυθάδες», το παραθέτουμε σήμερα από μια ερασιτεχνική και αμοντάριστη λήψη.

Στο παραμύθι συμμετείχαν η Ιάσμη Μαντζουράνη (Αφηγήτρια), Ξανθούλα Στογιαννίδου και Χρήστος Τσίρκας (καλικάντζαροι -όνομα και πράμα- και αγέλαστοι άνθρωποι). Μαζί τους και οι εύθυμοι μουζικάντηδες του παραμυθιού, Μάριος Τσακνάς (κιθάρα 5χορδη-του είχε σπάσει μια χορδή εκείνη την μέρα) και Παναγιώτης Άτσαλος (Ελατωμματική επαγγελματική μελόντικα).

Ευχαριστούμε πραγματικά όσους συνέδραμαν στην πραγματοποίηση και παρουσίαση του παραμυθιού.

ΥΓ. Η μέρα της μαγνητοσκόπησης ήταν η 30η Δεκεμβρίου 2011, δηλαδή η τελευταία μέρα, γεγονός που οδήγησε τους συντελεστές σε ένα μικρό σχετικό αλαλούμ του παραμυθιού.

Και πάλι ευχαριστούμε.

Categories: Παραμύθια για μάτια και αυτιά | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: