Posts Tagged With: Ινδιάνικα παραμύθια

Πως ήρθε στον κόσμο το καλαμπόκι

– Μύθος της ινδιάνικης παράδοσης – Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου –

Πριν πολλά πολλά χρόνια, πριν ακόμη ο Κολόμβος ανακαλύψει την Αμερική, ζούσε ένας νεαρός Ινδιάνος, ο Βούντς, στις απέραντες πολιτείες της Δύσης. Ο Βουντς ήθελε να κάνει κάτι καλό για το λαό του, μα ήταν πολύ νέος και δεν ήξερε τι ακριβώς.
Όταν έφτασε ο καιρός που θα γινόταν άντρας και έπρεπε να περάσει από μια δοκιμασία, όπως κάθε αγόρι της φυλής του, ο πατέρας του έφτιαξε μια μικρή καλαμένια καλύβα μέσα στο δάσος, όπου ο Βουντς θα περνούσε ένα μήνα ολομόναχος, νηστεύοντας και μη μιλώντας σε ανθρώπινη ψυχή. Το αγόρι, ήθελε πολύ να το κάνει γιατί πίστευε ότι έτσι θα του φανερωνόταν το Μεγάλο Πνεύμα και θα του έδειχνε το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει.
Χαιρέτησε τους δικούς του και αποτραβήχτηκε στην μοναχική καλύβα, αρχίζοντας τη νηστεία και την περισυλλογή. Την πρώτη μέρα την πέρασε περπατώντας ολομόναχος στο δάσος παρατηρώντας τα λουλούδια και τα φυτά που έβρισκε στο δρόμο του. Μελέτησε πώς μεγάλωναν τα φύλλα και τα άγρια μούρα, έμαθε ποια τρώγονται και ποια είναι φαρμακερά, ποια γιατρεύουν τις πληγές και τις αρρώστιες. Έπειτα γύρισε στην καλύβα του για να μελετήσει αυτό το θαύμα της φύσης. Για να είναι πιο καθαρό το μυαλό του και να σκεφτεί καλύτερα δεν έβαλε καμιά τροφή στο στόμα του. Ευχαρίστησε το Μεγάλο Πνεύμα, το Δημιουργό της Ζωής και μελέτησε βαθιά το μυστήριο της ζωής και του θανάτου και τον αγώνα που κάνουν όλα τα ζωντανά πλάσματα, τα ζώα καθώς και ο άνθρωπος.

Πέρασε έτσι μια ολόκληρη εβδομάδα με περισυλλογή και απόλυτη νηστεία. Ένιωθε αδύναμος και εξαντλημένος και αισθανόταν ότι το μυαλό του δε δούλευε καθαρά. Ένα βράδυ εκεί που ξάπλωνε είδε μπροστά του ένα όμορφο παλικάρι που έμοιαζε σα να κατέβαινε σιγά σιγά από τον ουρανό στην καλύβα του. Ήταν ντυμένο με πλούσια ρούχα που είχαν το τρυφερό πράσινο και κιτρινωπό χρώμα που έχουν την Άνοιξη όλα τα πρωτόβγαλτα βλαστάρια.
Ο ξένος από τον ουρανό του είπε:

Το Μεγάλο Πνεύμα μ’ έστειλε σε σένα γιατί είδε την καλοσύνη σου και την μεγάλη σου επιθυμία να κάνεις κάτι καλό για το λαό σου. Μ’ έστειλε για να σου δείξω πώς θα τον βοηθήσεις.

Ο Βοουντς χάρηκε τόσο πολύ, μα δεν είχε δύναμη να σηκωθεί από το στρώμα του.

Το Μεγάλο Πνεύμα είναι ευχαριστημένο που δεν σπαταλάς τη δύναμη σου στον πόλεμο και δε ζηλεύεις τους πολεμιστές αλλά ψαρεύεις και κυνηγάς για να θρέψεις το λαό σου. Υπάρχει όμως ένας καλύτερος τρόπος για να τον βοηθήσεις αλλά είναι λίγο πιο αργός. Άκουσε προσεκτικά αυτά που θα σου πω και το μυστικό για να θρέψεις τα πεινασμένα αδέλφια σου, θα γίνει δικό σου.

Ο Βουντς με δυσκολία παρακολουθούσε τα λόγια του ξένου. Η καρδιά του όμως πλημμύρισε με ελπίδα και ένιωθε το αίμα του να κυλάει γεμάτο δύναμη στις φλέβες του.

Άκουσε λοιπόν: το κορμί μου αυτό που νομίζεις ότι βλέπεις μπροστά σου είναι μια οπτασία! Η φωνή αυτή που νομίζεις ότι ακούς, δεν είναι παρά ένα όνειρο. Αυτά θα σβήσουν, θα χαθούν και θα ξαναπάνε στον ουρανό. Τα μεταξωτά πράσινα και κίτρινα ρούχα όμως που φοράω είναι αληθινά και χειροπιαστά. Είναι από ρίζες και από σπόρους. Από ζωντανό χυμό και φύλλα που το Μεγάλο Πνεύμα έχει φυσήξει μέσα τους το μυστικό της ζωής. Μόλις χαθώ, πάρε όλα τα πράσινα και τα κίτρινα κομμάτια και θάψε τα ευλαβικά στο χώμα. Προσοχή όμως! Πρώτα να καθαρίσεις τις πέτρες, τα ξερόκλαδα και κάθε σκουπίδι, έτσι ώστε η γη να είναι καθαρή και να τη βλέπει ελεύθερα ο ήλιος και να την ποτίζει η βροχή. Αφού τα σκεπάσεις, να έρχεσαι συχνά σ’ αυτό τον τάφο όπου θα έχεις θάψει τα ρούχα μου. Περίμενε υπομονετικά ώσπου θα δεις να ζωντανεύουν. Μην αφήσεις να φυτρώσουν αγριάδες και τσουκνίδες και με τον καιρό θα ανακαλύψεις αυτό που τόσο γύρευες. Κάτι που θα σε βοηθήσει να σώσεις το λαό σου από την πείνα.

Μ’ αυτά τα λόγια ο ξένος εξαφανίστηκε στον ουρανό. Είχε απομείνει όμως ο σωρός από πράσινες και κίτρινες μεταξωτές κλωστές.

Ο Βουντς σηκώθηκε με καινούρια δύναμη από το στρώμα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Άγγιξε τα ρούχα του ξένου και του φάνηκε σα να έκαιγαν. Με σεβασμό άνοιξε ένα λάκκο. Με πίστη και ελπίδα καθάρισε την ανοιξιάτικη γη από κάθε ρίζα, κάθε πετραδάκι και ξερόκλαδο και σπόρο κι ύστερα τρυφερά όπως μια μητέρα βάζει το μωρό της στην κούνια του, άπλωσε μέσα στον λάκκο τις κίτρινες και πράσινες κλωστές και τις σκέπασε με προσοχή. Επέστρεψε στο σπίτι του πατέρα του και για πολύ καιρό δεν έλεγε τίποτε για την παράξενη οπτασία. Κάθε μέρα πήγαινε στον τάφο και τον περιποιόταν. Χαιρόταν που ο ήλιος και η βροχή κρατούσαν τη γη μαλακή, υγρή και γόνιμη.

Μετά από καιρό, μια καλοκαιρινή μέρα, είδε να ξεπροβάλλουν μέσα από το χώμα καταπράσινα βλασταράκια. Ήταν τόσο τρυφερά που έμοιαζαν με φτερό. Γεμάτος ανυπομονησία περίμενε την επόμενη μέρα να ξαναπάει για να δει πόσο θα μεγάλωναν. Στο τέλος του καλοκαιριού, παρακάλεσε μια μέρα τον πατέρα του να πάει μαζί του. Πήγε το γέρο στο λιβάδι όπου είχε σκάψει τον τάφο κι είχε θάψει τα ρούχα του ουράνιου ξένου. Το λιβάδι ήταν γεμάτο από σειρές ολόκληρες ψηλά, καταπράσινα φυτά, μ’ ολόισιους ψηλούς κορμούς, με χρυσές φούντες που έπεφταν με χάρη. Κάθε φυτό ήταν στολισμένο με μακρουλά πράσινα φύλλα και μέσα από τα φύλλα ξεχώριζαν σφιχτά τσαμπιά από πορτοκαλί καλαμπόκι και κάθε κόκκος τους ήταν γεμάτος με γλυκό και νόστιμο χυμό.

Αυτό είναι το δώρο του φίλου μου! Το Μεγάλο Πνεύμα μου φανέρωσε το μυστικό, πώς να θρέψω το λαό μου δίχως να σκοτώνω! Από δω και πέρα το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να φροντίζουμε το χώμα, που θα μας χαρίζει τους καρπούς του κάθε χρόνο.

Ο πατέρας δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του! Έπεσε στα γόνατα με το γιο του και ευχαρίστησαν και οι δύο το Μεγάλο Πνεύμα που είχε στείλει αυτήν την ανταμοιβή για την πίστη και την αφοσίωση του νεαρού αγοριού και την ακλόνητη επιθυμία του να βοηθήσει το λαό του. Κι έτσι λέει η παλιά ινδιάνική παράδοση ότι ήρθε στον κόσμο το καλαμπόκι!

Advertisements
Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Στο 1ο Λύκειο Δράμας

Την περασμένη Πέμπτη 18 Απριλίου, είχαμε την χαρά να επισκεφτούμε το 1ο Λύκειο Δράμας (το ιστορικό Αρρένων), μετά από πρόσκληση που μας έγινε στο πλαίσιο εργασιών που έχουν αναλάβει οι μαθητές σχετικά με τα παραμύθια. Μετά από συνενόηση με την υπεύθυνη καθηγήτρια του όλου προγράμματος Κωνσταντίνας Τσαούση, αποφασίσαμε και επιλέξαμε να αφηγηθούμε στα παιδιά ινδιάνικα παραμύθια. Πιο συγκεκριμένα, αφηγηθήκαμε τα «Ο Άνεμος», «Η ξιπασμένη νυχτερίδα» και το «Πως μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό».

Τα παραμύθια συνόδευε μουσικά με ινδιάνικα όργανα το μέλος των παραμυθάδων Θόδωρος Παπαδόπουλος.

Κατά την διάρκεια της εκδήλωσης, διαβάσαμε στα παιδιά και την απάντηση που είχε δώσει ο αρχηγός μιας φυλής ινδιάνων, ο Σιάτλ, στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Φραγκλίνο Πηρς, όταν ο δεύητερος ενδιαφέρθηκε για την αγορά της γης τους. Την απάντηση την παραθέτουμε στο τέλος του κειμένου.

Στην εμφάνιση του 1ου Λυκείου Δράμας συμμετείχαν οι Θεοδώρα Βαβαλέσκου, Θόδωρος Παπαδόπουλος και Χρήστος Τσίρκας.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Απάντηση του Σιάτλ:

“Ο μεγάλος αρχηγός στην Ουάσιγκτον μηνάει* πως θέλει να αγοράσει τη γη μας. O μεγάλος αρχηγός μηνάει ακόμα λόγια φιλικά και καλοθέλητα. Καλοσύνη του, γιατί ξέρομε πως αυτός λίγο τη χρειάζεται αντίστοιχα τη φιλία μας. Την προσφορά του θα τη μελετήσομε, γιατί ξέρομε πως, αν δεν το πράξομε, μπορεί ο λευκός να προφτάσει με τα όπλα και να πάρει τη γη μας.

Πώς μπορείτε να αγοράζετε ή να πουλάτε τον ουρανό – τη ζέστα της γης; Για μας μοιάζει παράξενο. Η δροσιά του αγέρα ή το άφρισμα του νερού ωστόσο δε μας ανήκουν. Πώς μπορείτε να τα αγοράσετε από μας; Κάθε μέρος της γης αυτής είναι ιερό για το λαό μου. Κάθε αστραφτερή πευκοβελόνα, κάθε αμμούδα στις ακρογιαλιές, κάθε θολούρα στο σκοτεινό δάσος, κάθε ξέφωτο και κάθε ζουζούνι που ζουζουνίζει είναι, στη μνήμη και στην πείρα του λαού μου, ιερό.

Ξέρομε πως ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Τα μέρη της γης, το ένα με το άλλο, δεν κάνουν γι’ αυτόν διαφορά, γιατί είναι ένας ξένος που φτάνει τη νύχτα και παίρνει από τη γη όλα όσα τού χρειάζονται. Η γη δεν είναι αδερφός του, αλλά εχθρός που πρέπει να τον καταχτήσει, και αφού τον καταχτήσει, πηγαίνει παρακάτω.

Με το ταμάχι* που έχει θα καταπιεί τη γη και θα αφήσει πίσω του μια έρημο. Η όψη που παρουσιάζουν οι πολιτείες σας, κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Όμως αυτό μπορεί και να συμβαίνει επειδή ο ερυθρόδερμος είναι άγριος και δεν καταλαβαίνει.
Αν αποφασίσω και δεχτώ, θα βάλω έναν όρο. Τα ζώα της γης αυτής ο λευκός θα πρέπει να τα μεταχειριστεί σαν αδέρφια του. Τι είναι ο άνθρωπος δίχως τα ζώα; Αν όλα τα ζώα φύγουν από τη μέση, ο άνθρωπος θα πεθάνει από μεγάλη εσωτερική μοναξιά, γιατί όσα συμβαίνουν στα ζώα, τα ίδια συμβαίνουν στον άνθρωπο.
Ένα ξέρομε, που μπορεί μια μέρα ο λευκός να το ανακαλύψει: ο Θεός μας είναι ο ίδιος Θεός. Μπορεί να θαρρείτε πως Εκείνος είναι δικός σας, όπως ζητάτε να γίνει δική σας η γη μας. Αλλά δεν το δυνόσαστε.* Εκείνος είναι Θεός των ανθρώπων. Και το έλεός Του μοιρασμένο απαράλλαχτα σε ερυθρόδερμους και λευκούς. Αυτή η γη Του είναι ακριβή. Όποιος τη βλάφτει, καταφρονάει το Δημιουργό της. Θα περάσουν οι λευκοί – και μπορεί μάλιστα γρηγορότερα από άλλες φυλές. Όταν μαγαρίζεις* συνέχεια το στρώμα σου, κάποια νύχτα θα πλαντάξεις από τις μαγαρισιές σου. Όταν όλα τα βουβάλια σφαχτούν, όταν όλα τα άγρια αλόγατα μερέψουν, όταν την ιερή γωνιά του δάσους τη γιομίσει το ανθρώπινο χνότο και το θέαμα των φουντωμένων λόφων το κηλιδώσουν τα σύρματα του τηλέγραφου με το βουητό τους, τότες πού να βρεις το ρουμάνι;* Πού να βρεις τον αϊτό; Και τι σημαίνει να πεις έχε γεια στο φαρί* σου και στο κυνήγι; Σημαίνει το τέλος της ζωής και την αρχή του θανάτου.
Πουθενά δε βρίσκεται μια ήσυχη γωνιά μέσα στις πολιτείες του λευκού. Πουθενά δε βρίσκεται μια γωνιά να σταθείς να ακούσεις τα φύλλα στα δέντρα την άνοιξη ή το ψιθύρισμα που κάνουν τα ζουζούνια πεταρίζοντας. Όμως μπορεί, επειδή, καταπώς είπα, είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω – μπορεί μονάχα για το λόγο αυτόν ο σαματάς* να ταράζει τα αυτιά μου. Μα τι μένει από τη ζωή, όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί να αφουγκραστεί τη γλυκιά φωνή που βγάνει το νυχτοπούλι ή τα συνακούσματα των βατράχων ολόγυρα σε ένα βάλτο μέσα στη νυχτιά; Ο ερυθρόδερμος προτιμάει το απαλόηχο αγέρι λαγαρισμένο* από την καταμεσήμερη βροχή ή μοσχοβολημένο με το πεύκο. Του ερυθρόδερμου του είναι ακριβός ο αγέρας, γιατί όλα τα πάντα μοιράζονται την ίδια πνοή – τα ζώα, τα δέντρα, οι άνθρωποι. Ο λευκός δε φαίνεται να δίνει προσοχή στον αγέρα που ανασαίνει. Σαν ένας που χαροπολεμάει για μέρες πολλές, δεν οσμίζεται* τίποτα.

Αν ξέραμε, μπορεί να καταλαβαίναμε – αν ξέραμε τα όνειρα του λευκού, τις ελπίδες που περιγράφει στα παιδιά του τις μακριές χειμωνιάτικες νύχτες, τα οράματα που ανάφτει στο μυαλό τους, ώστε ανάλογα να δέονται για την αυριανή. Αλλά εμείς είμαστε άγριοι. Μας είναι κρυφά τα όνειρα του λευκού. Και επειδή μας είναι κρυφά, θα εξακολουθήσομε το δρόμο μας. Αν τα συμφωνήσομε μαζί, θα το πράξομε, για να σιγουρέψομε τις προστατευόμενες περιοχές που μας τάξατε. Εκεί θα ζήσομε, μπορεί, τις μετρημένες μέρες μας καταπώς το θελήσομε. Όταν ο στερνός ερυθρόδερμος λείψει από τη γη, και από τη μνήμη δεν απομείνει παρά ο ίσκιος από ένα σύννεφο που ταξιδεύει στον κάμπο, οι ακρογιαλιές αυτές και τα δάση θα φυλάγουν ακόμα τα πνεύματα του λαού μου – τι* αυτή τη γη την αγαπούν, όπως το βρέφος αγαπάει το χτύπο της μητρικής καρδιάς. Αν σας την πουλήσομε τη γη μας, αγαπήστε την, καθώς την αγαπήσαμε εμείς, φροντίστε την, καθώς τη φροντίσαμε εμείς, κρατήστε ζωντανή στο λογισμό σας τη μνήμη της γης, όπως βρίσκεται τη στιγμή που την παίρνετε, και με όλη σας τη δύναμη, με όλη την τρανή μπόρεσή σας, με όλη την καρδιά σας, διατηρήστε τη για τα τέκνα σας, και αγαπήστε την, καθώς ο Θεός αγαπάει όλους μας. Ένα ξέρομε – ο Θεός σας είναι ο ίδιος Θεός. Η γη Του είναι ακριβή. Ακόμα και ο λευκός δε γίνεται να απαλλαχτεί από την κοινή μοίρα.*

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
μηνάει; στέλνει μήνυμα

ταμάχι: πλεονεξία

δέν τό δυνόσαστε: δέν μπορεῖτε

μαγαρίζεις: λερώνεις

ρουμάνι: δάσος

φαρί: ἄλογο

σαματᾶς: φασαρία

λαγαρισμένος: καθαρισμένος

ὀσμίζεται: μυρίζει

τί: γιατί

ἡ κοινή μοῖρα: ἐννοεῖ τό θάνατο

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Πώς μερικές φορές το καλό ξεπληρώνεται με κακό

Παραμύθι των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής.

Μια μέρα, ένα φίδι γλιστρούσε στο δάσος, όταν ξαφνικά ένα δέντρο έπεσε πάνω του και το πλάκωσε. Μάταια το φίδι πάλευε για να ελευθερωθεί. Όσο κι αν προσπάθησε δεν το κατάφερε. Μετά από ώρες που ήταν εκεί εγκλωβισμένο, έτυχε να περνάει ένας ξυλοκόπος που έμενε παραδίπλα σε μια καλύβα και είχε βγει για να κόψει ξύλα. Το φίδι του φώναξε:

Σε παρακαλώ καλέ μου άνθρωπε. Βοήθησέ με να ελευθερωθώ από το δέντρο που με έχει πλακώσει.

Όχι. Δεν έχω σκοπό να σε βοηθήσω γιατί πολύ απλά, μετά θα με φας.

Δεν θα σε φάω, πίστεψέ με. Απλά βοήθησέ με να απελευθερωθώ.

Δεν σε πιστεύω…

…απάντησε ο άνθρωπος, αλλά το φίδι συνέχισε να τον παρακαλάει και με πολύ ευγενικό τρόπο κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου, ο οποίος έβαλε όλη του την δύναμη και μετακίνσε το δέντρο. Όταν το φίδι ελευθερώθηκε, γύρισε και του είπε:

Καλέ μου άνθρωπε, σε ευχαριστώ για την βοήθεια, αλλά είμαι τόσες ώρες εδώ εγκλωβισμένο και έχω πεθάνει στην πείνα. Δεν αντέχω άλλο, οπότε δεν έχω κι άλλη επιλογή…πρέπει να σε φάω.

Μα τι μου λες; Εγώ σε βοήθησα να ελευθερωθείς κι εσύ μου λες ότι θα με φας; Εξάλλου μου το υποσχέθηκες.

Με βοήθησες και σε ευχαριστώ γι’ αυτό. Δεν ξέρεις όμως ότι το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Τι ανοησίες είναι αυτά που λες;

Φώναξε απελπισμένος ο άνθρωπος και το φίδι του απάντησε:

Κι όμως έχω δίκιο. Αν δεν με πιστεύεις, φώναξε τέσσερα ζώα να ρωτήσουμε την γνώμη τους.

Ο άνθρωπος, χωρίς να χάσει χρόνο έψαξε και βρήκε ένα πούμα, ένα άλογο, ένα ελάφι κι έναν λύκο και τα οδήγησε μπροστά στο φίδι, το οποίο τα ρώτησε ένα-ένα:

Αδερφέ πούμα, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

…απάντησε το πούμα!

Αδέρφι άλογο, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Αδέρφι ελάφι, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Και βέβαια…

Ο άνθρωπος, ακούγοντας τις απαντήσεις των πρώτων τριών ζώων, άρχισε να φοβάται. Τελευταίος μίλησε ο λύκος.

Αδερφέ λύκε, νομίζεις πως το καλό μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό;

Εγώ δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, οπότε δεν μπορώ να πω αν έχεις δίκιο ή όχι. Άρα και δεν μπορώ να πω αν πρέπει να τον φας. Θα μπορούσα να έχω άποψη αν ήξερα πως ήσουνα πριν. Νομίζω ότι πρέπει να πάρεις την αρχική θέση που είχες ώστε να αποφασίσουμε.

Με τον λύκο συμφώνησαν και τα άλλα ζωά κι έτσι το φίδι ξάπλωσε στο χώμα ενώ ο άνθρωπος κύλησε και πάλι πάνω του το δέντρο. Τότε ο λύκος είπε:

Και τώρα φίδι, μπορείς να μείνεις εδώ. Εμείς φεύγουμε.

Αφού τα ζώα απομακρύνθηκαν με τον άνθρωπο αφήνωντας το φίδι και πάλι εγκλωβισμένο, ο άνθρωπος γύρισε και είπε στον λύκο.

Σε ευχαριστώ αδερφέ μου λύκε. Για να στο ξεπληρώσω, θέλω να έρθεις από το σπίτι μου για να σου δώσω ένα ζευγάρι κοτόπουλα, ως ανταμοιβή.

Όχι φίλε μου. Δεν θα έρθω σπίτι σου. Αν θέλεις, φέρε μου τα κοτόπουλα αύριο το μεσημέρι στο δάσος.

Ο ξυλοκόπος συμφώνησε και γύρισε σπίτι του όπου και διηγήθηκε στην γυναίκα του, τι ακριβώς είχε συμβεί.

Δεν θα δώσεις τίποτα στον λύκο…

…φώναξε έξαλλη  η γυναίκα του.

Μα γυναίκα, ο λύκος με βοήθησε. Μου έσωσε την ζωή κι εξάλλου του υποσχέθηκα τα κοτόπουλα.

Σου λέω να μην δώσεις τίποτα στον λύκο. Και μάλιστα, αντί για κοτόπουλα, να βάλεις στον άσκο τα μεγάλα σκυλιά που έχεις, αυτά που ορμάνε και δαγκώνουν τα αφτιά. Αυτά ξέρουν τι να τον κάνουν τον λύκο.

Κι επειδή ο ξυλοκόπος δεν ήθελε να μαλώσει με την γυναίκα του, έκανε ότι του είπε. Την άλλη μέρα, κατά το μεσημέρι, έβαλε στο σάκο τα δύο μεγάλα σκυλιά που είχε, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και πήγε στο δάσος να συναντήσει τον λύκο. Όταν έφτασε εκεί του είπε:

Αδερφέ λύκε, σου έφερα τα κοτόπουλα.

Ευχαριστώ!

…του απάντησε ο λύκος. Ο άνθρωπος έλυσε τον σάκο και πήδησαν έξω τα σκυλιά, αυτά που δαγκώνουν τα αφτιά και όρμησαν στον λύκο. Μετά από πολή μάχη, ο λύκος κατάφερε να τα ξεφύγει κι ενώ αποιμακρύνονταν φώναξε στον ξυλοκόπο:

Τελικά είχε δίκιο το φίδι. Το καλό, μπορεί να ξεπληρωθεί με κακό!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο Δράμας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Η ξιπασμένη νυχτερίδα / The cocky bat

Read the english version.

Παραμύθι των ινδιάνων της Ν. Αμερικής

bat1Μια φορά πριν πολλά χρόνια, κάποιο φθινόπωρο, μια νυχτερίδα πετούσε από εδώ κι από εκεί, από κλαδί σε κλαδί, κάνοντας μεγάλη φασαρία γιατί κρύωνε. Ο βασιλιάς των πουλιών, ο αετός, την άκουσε και της φώναξε…

Γιατί κάνεις τόση φασαρία νυχτερίδα μου;

Γιατί κρυώνω!

Γιατί τα υπόλοιπα πουλιά δεν κάνουν τόση φασαρία;

Γιατί αυτά δεν κρυώνουν τόσο πολύ επειδή έχουν πούπουλα. Εγώ δεν έχω ούτε ένα.

Ο αετός αφού σκέφτηκε για λίγο, στην συνέχεια κάλεσε όλα τα πουλιά μπροστά του και τα πρόσταξε να δώσουν στην νυχτερίδα από ένα πούπουλο το καθένα. Όταν η νυχτερίδα στολίστηκε με τα πούπουλα των άλλων πουλιών, έγινε πραγματικά ένα πανέμορφο πουλί. Κάθε πούπουλο είχε διαφορετικό χρώμα κι όταν η νυχτερίδα άπλωνε τα φτερά της, το θέαμα ήταν καταπληκτικό. Η νυχτερίδα το πήρε πολύ πάνω της. Δεν ξαναμίλησε στα άλλα πουλιά και περνούσε την μέρα της θαυμάζοντας την ομορφιά της.

Τα πουλιά πήγαν στον αετό και του παραπονέθηκαν για τη νυχτερίδα που κορδωνότανε συνέχεια για την ομορφιά της, ενώ στην πραγματικότητα οφειλόταν στα πούπουλα των άλλων. Ο αετός τότε έστειλε να φωνάξουνε την νυχτερίδα.

Νυχτερίδα μου, όλα τα πουλιά μου κάνουνε παράπονα για σένα. Λένε πως κορδώνεσαι για τα φτερά, που στην πραγματικότητα είναι δικά τους και δεν μιλάς πια σε κανέναν από καθαρή ξιπασιά. Είναι αλήθεια;

Το λένε από ζήλια γιατί είμαι πολύ πιο ωραία από αυτά. Κοίταξέ με και βγάλε συμπέρασμα και μόνος σου.

…απάντησε η νυχτερίδα ενώ ταυτόχρονα άνοιξε τα φτερά της. Ήταν πράγματι υπέροχη.

Εντάξει…

…είπε ο αετός και συνέχισε λέγοντας…

Τώρα, κάθε πουλί θα πάρει πίσω το πούπουλο που σου χάρισε. Αν στα αλήθεια είσαι όμορφη, τότε δεν τα έχεις ανάγκη όλα αυτά τα πούπουλα.

Τα πουλιά ρίχτηκαν στην νυχτερίδα και καθένα άρπαξε το πούπουλο που της είχε δώσει, μέχρι που στο τέλος η νυχτερίδα έμεινε γυμνή όπως και πριν. Η ντροπή της ήταν τόσο μεγάλη που πέταξε μακριά. Κι από τότε πετάει μόνο τη νύχτα!

Δείτε την αφήγηση του παραμυθιού από την εμφάνισή μας στο 1ο Λύκειο της Δράμας


Native American fairytale from South America

Once upon a time, during autumn a bat was flying from branch to branch making a lot of noise, because she was cold. The king of the birds, the Eagle heard her and told her:

“Why are you making so much noise?”

“Because I am cold” she answered

“But all the other birds are quiet!!” the king said

“They are quiet because they are not so cold…they have feathers! I don’t have not even one feather!!” she cried

The eagle decided to call all the birds in front of him and asked them to give the bat one feather each.  When the bat put on all the feathers,  she became a really wonderful bird. Each feather had a different colour and the spectacle was amazing. The bat thought that she was the best in the forest! She decided not to talk to the other birds and she was all day admiring her beauty.

The birds complaint to the eagle about the her: “ If it wasn’t for us, she would still be naked and cold!!! And now she doesn’t even look at us!!! She is soooo arrogant!”

Then the eagle called the  bat. “My dear bat”, he said, “All the birds made complaints about you. They say  that you care only about your new feathers, you don’t talk to them and you have become really arrogant. Is it true?”

“They are jealous! Because I am more beautiful than them. Look at me!!” she answered and opened her wonderful feathers.

“OK”, the eagle said , “Now, every bird will take back the feather that gave you. If you are really beautiful,  you don’t need their feathers!”

The birds took all the feathers back and the bat remained naked as she used to be. She was so ashamed of her new look that she flew away ….and since then she flies only at night!

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

Ο Άνεμος / The Wind

Read the english version.

Ινδιάνικο παραμύθι.

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Indian_lovers_cloudΈτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

Δείτε την αφήγηση από την εμφάνιση στο 1ο Λύκειο Δράμας…


Many years ago, I don’t remember how many exactly, far away, there was an Indian tribe. The chief of the tribe had a beautiful, young daughter. Everybody admired her, but nobody had touched her. One day, while he was sitting outside his tent, he was visited by the Wind.

“Great chief, I love your daughter and she loves me too. Will you give her to me?”

“No”, the chief said without second word. The next day the beautiful daughter tried to talk to her father. “Father, I love the Wind. Will you let me go to his tent and become his wife?”

“No”, the chief answered strictly.

And with these words, he grabbed his daughter and led her in a dense forest with black firs , so that he could hide her from the Wind.

“The Wind would find her, if I hid her in a forest with pines, but he will never find her in such a dense black forest”, he thought.

But the Wind had already become invisible and he could hear each and every word the chief was saying. So, when the next night came, the Wind started running around the forest, until he found a small gap, from which he could penetrate through the trees. He searched a lot and finally he managed to find the young lady and took her away from the forest. However, they didn’t return back to the tents as they were afraid that the Indians would take the girl and they would lead her to her father.

So they travelled to the North, where they found a lovely area to live in. The same night he took her in his arms and he made her, his wife. The days were passing and  the happy couple was enjoying  life, without thinking that the chief could ever find them. But the girl’s father was searching for them like crazy and finally he found them.

The Wind hid his wife and he became invisible. The chief started destroying everything with his guns and without knowing it he hit the Wind so hard, that he fainted. When the Wind came around he found out that his wife was missing and he started looking for her like crazy. Finally he saw her in a canoe with her father.

“Come with me…” he shouted desperately. The girl was scared and her face became white like the snow. She could hear her beloved calling her, but she couldn’t see him. The Wind had forgotten how to transform and he was still invisible. The Wind was so mad at the chief that he blew towards the canoe.

“Let it overturn! I can bring my love safe back to land” the Wind thought.

The canoe overturned and the chief with his daughter fell into the water.

“Come on my dear, grab my hand”, the Wind shouted!

 

But the girl couldn’t see him. So she started sinking until she reached the bottom of the lake. She drowned and her father drowned with her. The Wind was so sad that his wife lost her life because of him and he started getting angry

“The Wind is blowing stronger and sadder than ever….”

…the Indians were saying while they were trying to protect themselves in their tents. The Great Spirit felt sorry for the girl that lost her life and the next day he took her up to the stars and gave her a house on the moon. He girl still leaves there but her face is still totally white, as it was the day she fell into the river. At night, in the moonlight, she looks for the Wind but she doesn’t know that he is invisible. The Wind, on the other hand, doesn’t know that his wife lives on the moon, and he wanders in the forests trying to find her. But he never thinks of looking up…. to the moon……

 

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: