Posts Tagged With: Δερβίσης

Θετικές κριτικές για τον «δερβίση» στην Δράμα!

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο ξεπεσμένος δερβίσης» συνοδεία πρωτότυπης μουσικής του Μανώλη Παργεντάκη, παρουσιάσαμε «Οι Παραμυθάδες» την περασμένη εβδομάδα στην Δράμα. Πιο συγκεκριμένα, η αφηγηματική μουσική παράσταση, παρουσιάστηκε στο θεατράκι των πηγών της Αγίας Βαρβάρας την Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο του Tentart festival.

Το θεατράκι γέμισε όχι μόνο από μεγάλους, αλλά και από παιδιά, που για έκπληξή μας, τα περισσότερα από αυτά μείνανε μέχρι το τέλος της παράστασης -και μάλιστα ήσυχα.

Πήραν μέρος οι μουσικοί:

Αρσονιάδης Δημήτρης, Κάρουστα Σταυρούλα, Μισσήν Ελευθερία, Μισσήν Ευαγγελία, Θεοφιλίδης Χριστόδουλος, Κουφού Γιάννης και βέβαια ο Μανώλης Παργεντάκης.

Ενώ από τους «Παραμυθάδες» στο αφηγηματικό μέρος οι:

Ράπτη Αδελαϊδα, Τσίρκας Χρήστος, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος και Χαριζάνη Μαρία.

Η χαρά μας όμως από την υπέροχη παρουσίαση δεν κράτησε για πολύ, αφού μια κλοπή στα καμαρίνια μας, έφερε την στεναχώρια σε όλους μας.

Το διήγημα είχε παρουσιαστεί αρχικά στο θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου» στις 31 Μαϊου 2016 στο πλαίσιο της διοργάνωσης «Μέρες ερασιτεχνικού θεάτρου».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Advertisements
Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Προσεχώς: Παρουσιάζουμε τον «ξεπεσμένο δερβίση» του Αλ. Παπαδιαμάντη στο Tentart Festival στην Δράμα

Την Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου στις 20:30, «Οι Παραμυθάδες» παρουσιάζουμε το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Ο ξεπεσμένος δερβίσης» σε μουσική του Μανώλη Παργεντάκη, στο θεατράκι των πηγών της Αγίας Βαρβάρας στην Δράμα. Η παράσταση θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Tentart» που ξεκινάει από σήμερα Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου και θα ολοκληρωθεί στις 11 του μήνα.

Ξεπεσμένος tentart

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

«Ο ξεπεσμένος δερβίσης» μας ταξίδεψε…

Ο Μάιος έφυγε με τις καλύτερες εντυπώσεις για την Ομάδα των Παραμυθάδων. Την τελευταία μέρα του μήνα, παρουσιάσαμε στο θέατρο «Αντιγόνη Βαλάκου» το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, «Ο ξεπεσμένος δερβίσης» στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Μέρες Ερασιτεχνικού Θεάτρου» που διοργάνωσε ο δήμος Καβάλας και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.

Ο κόσμος που προσήλθε να μας δει, ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Γέμισαν το θέατρο, καθόντουσαν στα σκαλοπάτια των διαδρόμων, «κατέλαβαν» το ηλεκτρολογείο, παρακολουθούσαν όρθιοι, ενώ αρκετοί αποχώρησαν.

Η ιδέα για τον «δερβίση»!

Όλα ξεκίνησαν από τον μουσικό της ομάδας μας, τον Μανώλη Παργεντάκη, ο οποίος εμπνευσμένος από το διήγημα του Παπαδιαμάντη, συνέθεσε μουσικά θέματα. Μας πρότεινε να δουλέψουμε πάνω στο διήγημα και η πρότασή του έγινε αποδεκτή. Έτσι ξεκίνησαν οι αναγνώσεις και οι πρόβες.

Στο «ζεστό» παραμυθόσπιτο ακουγότανε σε καθημερινή βάση -σχεδόν- ο λόγος του «αγίου των γραμμάτων» παράλληλα με μουσικές που σε παρέπεμπαν στην ανατολή. Οι Παραμυθάδες πιστέψαμε στο κείμενο που μας συγκίνησε και μας άγγιξε από την πρώτη στιγμή.

Για το διήγημα…

Ο «ξεπεσμένος δερβίσης» είναι το καλύτερο αθηναϊκό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης μέσα από αυτό το διήγημα εκφράζει τη συμπάθεια και τον σεβασμό του προς έναν ξένο και μάλιστα αλλόθρησκο και αλλοεθνή, έναν δερβίση.

Το διήγημα γραμμένο το 1895, είναι ένας «ύμνος» στην αποδοχή της ετερότητας και του αλληλοσεβασμού. Ο ψυχογράφος της εποχής του, ο Παπαδιαμάντης, κατορθώνει περιγράφοντας τη σύντομη ιστορία ενός φερέοικου δερβίση, να ενώσει το νάϊ του με το «ναι» του Χριστού και να αναδείξει τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της δερβίσικης μουσικής και των αρχαίων ελληνικών αρμονιών, μέσα από τα κοινά χαρακτηριστικά των μουσικών παραδόσεων διαφορετικών λαών και θρησκειών.

Οι συντελεστές!

Αρκετοί ήταν αυτοί που στήριξαν και αγκάλιασαν το όλο εγχείρημά μας. Ιδιαίτερη όμως αναφορά, αξίζει η συνδρομή δύο φίλων που αν και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, έβαλαν το λιθαράκι τους. Αρχικά η Αναστασία Ασβεστά, η οποία κατασκεύασε έναν δερβίση από χαρτί, ύψους 73 εκατοστών, με την τεχνική papier mache. Ο συγκεκριμένος δερβίσης «εμφανίστηκε» ως σκιά στην παράστασή μας, ακολουθώντας τις πολύτιμες συμβουλές του καραγκιοζοπαίχτη Ανδρέα Δερμάτη, δημιουργό του Θεάτρου σκιών «Ο Θερσίτης». Το αποτέλεσμα ήταν υπέροχο και ο δερβίσης μάγεψε!

Η καταπληκτική μουσική γράφτηκε από τον μουσικό, δάσκαλο μουσικής, κατασκευαστή και συλλέκτη μουσικών οργάνων, Μανώλη Παργεντάκη, ο οποίος για άλλη μια φορά μας άφησε άφωνους με την δουλειά του. Δίπλα στον Μανώλη, βρέθηκαν να υποστηρίξουν μουσικά την όλη παρουσίαση, συνεργάτες του, αλλά και μαθητές του, όπως οι: Αρσονιάδης Δημήτρης, Κάρουστα Σταυρούλα, Μισσήν Ελευθερία, Μισσήν Ευαγγελία, Αβραμίδης Πέτρος, Θεοφιλίδης Χριστόδουλος, και βέβαια ο εκπληκτικός δεξιοτέχνης των πνευστών Γιάννης Κουφού που μας καθήλωσε με το νέι και το καβάλι του.

Στην αφήγηση του διηγήματος, εργάστηκαν με ιδιαίτερο ζήλο οι : Ράπτη Αδελαϊδα, Τσίρκας Χρήστος, Τσιφλίδου Αρετή, Τσομπανόπουλος Απόστολος, Χαριζάνη Μαρία, αλλά και οι Κούφτα Γεσθημανή, Μίχα Μέλη, Μπουγά Μαρία που «αντί προγράμματος» προλόγισαν στοιχεία της παράστασης.

Θέλουμε επίσης να ευχαριστήσουμε τον Τάσο Κοντόρια και τον Δημήτρη Μαναρά για την βοήθειά τους στο στήσιμο του φωτισμού της παράστασης. Την ζωγράφο Ελένη Τσικρικώνη για τον υπέροχο πίνακα που ζωγράφισε και στόλισε τόσο την αφίσα μας, όσο και την είσοδο του θεάτρου.

Ευχαριστούμε την Ομάδα Έκφρασης Ελληνικού Πολιτισμού «Ιχνηλάτες», το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας και τον Αντιπεριφερειάρχη Καβάλας.

Φωτογραφικό λεύκωμα

Την γενική πρόβα, αλλά και την παράσταση, φωτογράφισαν οι: Μέλη Μίχα, Σταυρούλα Παναγιωτίδου και Μιχάλης Βαρίτης και τους ευχαριστούμε για την συνδρομή τους!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

 

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

O δερβίσης και το ραφτάκι

Ο αφηγητής Ανάργυρος Τσαλόγλου (1915-2003)  κατάγεται από την Κενάταλα Καππαδοκίας και έζησε στην Κομοτηνή.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!

dervisΚάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια ήταν δυο φίλοι έμποροι. Συνεργαζόταν αρμονικά και κέρδιζαν πολλά λεφτά. Κάποια μέρα, ο ένας από τους εμπόρους πέθανε και άφησε πίσω του ένα παιδί ορφανό. Η χήρα γυναίκα του πηγαίνει στο παλιό συναιτέρο του άνδρα της και του λέει:

– Εφτός Μπέη, το παιδί μου μεγάλωσε αρκετά. Βρες του μια καλή δουλειά να μάθει μια τέχνη και να βγάζει το ψωμί του.

– Πολύ ευχαρίστως, απαντάει ο Εφτός μπέης.

Έτσι το ορφανό αγόρι έμαθε κοντά σε έναν πολύ ξακουστό ράφτη, που είχε για πελάτες σπουδαίους και σημαντικούς ανθρώπους. Μια μέρα έρχεται στο ραφτάδικο ένας δερβίσης και λέει στον πρωτοράφτη:

– Μάστορά μου θέλω να μου κάνεις ένα καλπάκι (δηλαδή κάλυμμα κεφαλής-σκούφο) που να μην έχει καμιά ραφή πάνω του. Πουθενά να μην φαίνεται ούτε μια βελονιά ή ραφή.

– Αυτό δεν γίνεται λέει ο πρωτοράφτης. Λάθος πόρτα χτύπησες πατριώτη. Αυτό που ζητάς αλλού να το βρεις! Εδώ είμαστε για να δουλεύουμε και όχι για να λέμε παραμύθια!

Ο Δερβίσης όμως, όπως και ο πρωτοράφτης, επέμενε. Το ραφτάκι πήρε τον λόγο και είπε:

– Μάστορα μην στεναχωριέσαι. Άσε την δουλειά σε μένα!

Ο μάστορας σκέφτηκε λίγο και για να ξεφορτωθεί τον δερβίση, λέει:

– Αφού επιμένεις πολύ, θα το προσπαθήσω.

Το μαστοράκι ήταν έξυπνο. Έκανε ένα καλπάκι ακριβώς στα μέτρα του πελάτη. Το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να δει ούτε ραφή ούτε βελονιά. Μετά από λίγες μέρες έρχεται ο δερβίσης, παρατηρεί προσεχτικά από μέσα και από έξω το καλπάκι και θαύμασε την τέχνη του:

– Μπράβο στον χρυσοχέρη δημιουργό! Έτσι ακριβώς το ήθελα, λέει χαρούμενος.

Πλήρωσε περισσότερα από όσα κόστιζε, φόρεσε το καλπάκι του και έφυγε για την Αραβία.

Στην πόλη που δούλευε ο ράφτης υπήρχε βασιλιάς και κάθε χρόνο την ίδια μέρα γινόταν ένα παράξενο βασιλικό έθιμο. Η βασιλοπούλα χωρίς ρούχα ανέβαινε στο βασιλικό αμάξι και τριγύριζε τους μεγάλους δρόμους της πόλης. Πολλοί οργανοπαίχτες με διάφορα όργανα την συνόδευαν. Όποιος γύριζε να κοιτάξει την βασιλοπούλα σκοτώνονταν αμέσως. Στους δρόμους της πόλης απαγορέυοταν η κυκλοφορία και έπρεπε να είναι κλειστά οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών. Καμιά ψυχή στον δρόμο δεν επιτρεπόταν να αντικρίσει την γυμνή βασιλοπούλα. Την ημέρα εκείνη το ραφτάκι βρέθηκε μέσα στο μαγαζί που ήταν στο δρόμο εκείνο, από το οποίο θα περνούσε το βασιλικό αμάξι. Στην κλειστή πόρτα του μαγαζιού προς τον δρόμο υπήρχε μια μικρή τρύπα, όπου το ραφτάκι έριξε μια ματιά στην βασιλοπούλα και την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα. Μέσα του φώλιασε τόσο δυνατός καημός που άρχιζε να τον βασανίζει.

Μέρα με την μέρα το παιδί αδυνάτιζε, χλώμιαζε, έχανε την δεξιοτεχνία του στην δουλειά, καθώς έγινε αφηρημένος και απρόσεχτος. Το αφεντικό το παρατήρησε και άρχισε να ψάχνει την αιτία. Πηγαίνει κρυφά στην μητέρα του και την ρωτάει τι βασανίζει τον γιο της. Εκείνη δεν γνώριζε την απάντηση, αλλά η υγεία του παιδιού χειροτέρευε μέρα με την μέρα και χρειαζόταν πλέον βοήθεια. Πέρασαν πολλοί γιατροί, εφαρμόστηκαν πολλές ιατρικές συμβουλές και φάρμακα, αλλά κανένα αποτέλεσμα. Πήγαινε σιγά σιγά προς τον τάφο.

Εκείνον τον καιρό γύριζε ο δερβίσης από την Αραβία και πηγαίνει στο ραφτάδικο να πει πόσο μεγάλη εντύπωση προξένησε το καλπάκι στους δερβίσηδες της χώρας εκείνης και να συγχαρεί ακόμα μια φορά τον άξιο τεχνίτη. Ο δερβίσης μαθαίνοντας τα άσχημα νέα για το ραφτάκι, τρέχει στο σπίτι του παιδιού και βλέπει την μάνα του. Λέει κρυφά στο παιδί:

– Εγώ θα σε γιατρέψω, αλλά θέλω αντί για πληρωμή να μου δώσεις την μάνα σου για γυναίκα μου.

Το παιδί φανερώνει την επιθυμία του δερβίση στην μάνα του και εκείνη δέχεται να τον πάρει άντρα της.  Αφού έκλεισε αυτό το ζήτημα, ο δερβίσης βάζει το παιδί να καθίσει κάτω, παίρνει ένα αναμμένο κάρβουνο και το γυροφέρνει τρεις φορές γύρω από το κεφάλι του, λέγοντας μερικά λόγια που δεν τα καταλάβαιναν. Έπειτα λέει στον μικρό:

– Τώρα πήγαινε στο παλάτι και μπες στο δωμάτιο της βασιλοπούλας. Να την φιλήσεις  χωρίς να φοβάσαι.

Ο δερβίσης στην Αραβία είχε γίνει μάγος και έκανε το παιδί αόρατο. Το ραφτάκι έκανε ότι του είπε ο δερβίσης, ενώ η βασιλοπούλα κοιμόταν. Η βασιλοπούλα ένιωθε το φιλί, αλλά δεν έβλεπε τίποτα. Βάζει τις φωνές, έρχονται οι γονείς της και άλλοι παλατιανοί να δούνε τι συμβαίνει και η βασιλοπούλα τους εξήγησε τι ένιωσε. Μετά από λίγες μέρες, ο δερβίσης έκανε πάλι τα μαγικά του και έστειλε το παιδί στο παλάτι. Ο βασιλιάς μετά από αυτό κάλεσε στο παλάτι όλους τους σοφούς του τόπου για να βρούνε μια εξήγηση στο φαινόμενο. Πέρασαν πολλοί και διάφοροι, αναμέσα από τους οποίους και ένας άλλος δερβίσης από την Αραβία που γνώριζε από τέτοιες καταστάσεις. Βάζει στο στο δωμάτιο της κοπέλας ένα μαγκάλι με κάρβουνα και συμβουλεύει την κοπέλα μόλις νιώσει πάλι την ενόχληση να βάλει φωτιά στα κάρβουνα και να φωνάξει βοήθεια.

Πέρασαν λίγες μέρες και ο δερβίσης έστειλε το παιδί για τρίτη φορά. Αυτή η φορά όμως αντιμετωπίστηκε διαφορετικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του άλλου δερβίση. Έτρεξαν όλοι οι παλατιανοί, κι ο βασιλιάς μαζί και βλέπουν ένα παλικάρι να στέκεται μπροστά τους. Το πάραπτωμα ήταν μεγάλο και ο βασιλιάς διατάζει να τιμωρηθεί το παιδί με κρεμάλα. Καθώς οι εκτελεστές οδηγούσαν το παιδί στην κρεμάλα, ο μάγος με την τέχνη του κάνει το παιδί αόρατο και καταφέρνει να το φυγαδεύσει. Στην θέση του έβαλε κάποιον άλλο που δεν είχε ιδέα. Βλέπει αυτός ο άλλος που τον πηγαίνανε και φωνάζει:

– Που με πάτε; Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Δεν έκανα τίποτα κακό, είμαι αθώος.

Οι άνθρωποι του βασιλιά συνειδητοποίησαν πως είχαν στα χέρια τους έναν άλλο άνθρωπο και τον άφησαν να φύγει. Ο βασιλιάς στέλνει τους άντρες του να πάνε στο σπίτι του παιδιού να φέρουνε τον θετό του πατέρα. Ο δερβίσης όμως αρνήθηκε να τους ακολουθήσει στο παλάτι. Τότε τον πιάνουν με την βία από τα χέρια, τα οποία όμως ξεκολλούσαν από το υπόλοιπο σώμα και ο δερβίσης έμενε στον ίδιο τόπο. Τό ίδιο έγινε με τα πόδια του.

– Βρε παιδιά, πέστε μου τι θέλετε από μένα; ρωτάει.

– Σε θέλει ο βασιλιάς να έρθεις μαζί μας στο παλάτι, του απαντάνε.

– Εγώ δεν έρχομαι μαζί σας!

Αμέσως σφυρίζει και παρουσιάζονται τόσο όμορφα κορίτσια, όσοι και οι στρατιώτες του βασιλιά.

– Πάρτε αυτά τα κορίτσια και αφήστε με στην ησυχία μου.

Οι στρατιώτες παίρνουν ο καθένας από ένα κορίτσι, άλλα όσο να φτάσουν στο παλάτι μετατράπηκαν σε σκυλιά και σκύλες. Ο βασιλιάς γνώρισε τους ανθρώπους του από τα διαμάντια που φορούσαν ακόμα στις ζώνες του.

Ο βασιλιάς αποφάσισε να πάει ο ίδιος με τον υπασπιστή του στο σπίτι του δερβίση, το οποίο είχε σε όλο το δάπεδο στρωμένα χαλιά, έμοιαζε με παλάτι. Ο δεβίσης καλοδέχτηκε τους επισκέπτες του και για να τους τιμήσει, ετοίμασε ένα τραπέζι πλούσιο από θαυμάσια φαγητά. Το σπίτι είχε μεγάλη αυλή που ο δερβίσης την μεταμόρφωσε σε λίμνη και μέσα έβαλε ένα μεγάλο χρυσαφένιο καίκι. Μετά το φαγητό προσκάλεσε τους επισκέπτες να κάνουν μια βόλτα με το καίκι μέσα στην λίμνη. Οι επισκέπτες ανέβηκαν, άλλα όσο περνούσε η ώρα η λίμνη γινότανε μεγαλύτερη ώσπου έγινε μια θάλασσα ατέλειωτη και το καίκι έγινε βαπόρι. Το βαπόρι ταξίδεψε αρκετά μερόνυχτα και σταμάτησε σε ένα μικρό λιμάνι. Εκεί οι επισκέπτες κατέβηκαν, αλλά μετατράπηκαν αμέσως σε απλούς άνθρωπους, χωρίς αξιώματα, ωραία φορέματα και χρήματα. Ανάγκαστηκε ο βασιλιάς να δουλέψει σαν εργάτης σε ένα μαγειρείο και ο υπασπιστής σαν γουρουνοβοσκός. Μετά από έναν ολόκληρο χρόνο βρέθηκαν τυχαία στο ίδιο λιμάνι και αντίκρισαν το καράβι που τους είχε φέρει. Το βλέπει ο υπασπιστής και λέει στον βασιλιά:

– Έλα να γυρίσουμε στον τόπο απ’ όπου ξεκινήσαμε.

Το καράβι ξεκίνησε και όσο περνούσε η ώρα γινότανε μικρότερο, όπως και η θάλασσα γινόταν μικρότερη. Όταν έφτασαν το καράβι είχε γίνει καίκι και η θάλασσα η μικρή λίμνη του δερβίση. Οι δυο άντρες είχαν πάρει πίσω τα αξιώματά τους. Τους βλέπει ο δερβίσης και τρέχει να τους προυπαντήσει:

– Μεγαλειώτατε πού είχατε πάει και αργήσατε; Ετοιμάσαμε να σας προσφέρουμε τον απογευματινό καφέ, αλλά κρύωσε.

– Μας τιμώρησες αρκετά, λέει θυμωμένος ο βασιλιάς. Υποφέραμε και πεινάσαμε εκεί που πήγαμε. Βρέθηκα στην ανάγκη να δουλέψω εργάτης και ο υπασπιστής μου γουρουνοβοσκός. Σου αξίζει μεγάλη τιμωρία.

– Αυτά που είδατε και πάθατε μεγαλειότατε δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτά που έχετε να πάθετε ακόμα. Για να γλυτώσετε, αυτή την στιγμή ζητώ να δώσετε το χέρι της κόρη σας στον θετό μου γιο, ο οποίος έχει γίνει ο καλύτερος ράφτης του κόσμου. Αγαπάει πάρα πολύ την βασιλοπούλα και δεν μπορεί να ζήσει μακριά της.

Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να αποφύγει το θέλημα του δερβίση και δέχτηκε να κάνει γαμπρό του το ραφτάκι. Έδωσε διαταγή να ετοιμαστού οι χαρές για τον γάμο που κράτησαν μέρες.

Ήμουν κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό στο γάμο με ένα κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: