Posts Tagged With: γέροντας

Ο γέροντας των Φώτων!

Διασκευή-Απόδοση: Αδελαϊς Ράπτη

Μια φορά, σε ένα φτωχό χωριό, ζούσανε δυο φίλοι, ο Γιωργής κι ο Κωσταντής. Εκεί δεν υπήρχαν μεγάλα χωράφια και τα ζώα ήταν λίγα. Έτσι οι οικογένειες τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.
Όμως οι άνθρωποι ήταν πολύ χαρούμενοι. Κάθε πρωί καλημερίζονταν. Για τις δουλειές του καθενός μαζευόταν όλο το χωριό και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Τα βράδυα κανένας δεν κλείδωνε την πόρτα του γιατί δεν φοβόταν.
Μόνο οι δυο φίλοι ήταν πάντα σκυθρωποί. Όλα τους φαινόταν λίγα. Δεν χόρταιναν, δεν γέλαγαν, όλα τους ενοχλούσαν! Αποφάσισαν λοιπόν να φύγουν από το χωριό. Κι ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Όλοι οι χωριανοί κατέβηκαν στην άκρη του χωριού και τους έδωσαν από κάτι να βάλουν στο ταγάρι τους, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τελευταίος έμεινε ο γέρος σοφός του χωριού τους.

Εγώ δεν έχω σπουδαία πράγματα να σας δώσω. Πάρτε από ένα κουτί που όμως θα το ανοίξετε όταν θα έχετε ανάγκη μεγάλη. Και θα σας πω και μια συμβουλή…
Μια σαύρα, ένας κύκλος και δυο κλειδιά θα σας σώσουν!

…είπε ο γέροντας και τους αποχαιρέτισε.

Έντεκα μέρες περπάταγαν ώσπου βρέθηκαν σε ένα φαλακρό βουνό. Μήτε δέντρο, μήτε νερό δεν έβρισκες εκεί. Παντού βράχια. Μόνο ψηλά στην κορυφή φαινόταν δέντρα πολλά και στην μέση τους ένα έλατο τόσο ψηλό και μεγάλο που λες και ακούμπαγε τον ουρανό.
Ξεκίνησαν λοιπόν τον ανήφορο να φτάσουν εκεί, να ξεκουραστούν. Μα όσο αυτοί ανέβαιναν τόσο η κορυφή ξεμάκραινε. Οι δυο φίλοι σταμάτησαν απελπισμένοι και κάθησαν σε έναν βράχο να βρουν μια λύση. Τότε πετάχτηκε ο Γιωργής και είπε στον φίλο του:

Μια σαύρα! Πρέπει να βρούμε μια σαύρα, όπως μας συμβούλεψε ο γερο-σοφός! Ας χωριστούμε και όποιος την βρει, την ακολουθεί. Μόλις νυχτώσει θα γυρίσουμε εδώ και θα μοιραστούμε ό,τι βρήκαμε.

Ο Κωσταντής όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε τίποτε. Ο Γιωργής όμως βρήκε μια σαύρα ανάμεσα στις πέτρες και την ακολούθησε με προσοχή. Εκείνη πήγε και χώθηκε στην τρύπα ενός βράχου. Σκύβει ο Γιωργής να δει και βλέπει έναν μικρό λάκκο με λίγο νεράκι και δίπλα δύο χούφτες βρασμένους σπόρους. Άπλωσε το χέρι να βάλει τους σπόρους στο μαντήλι και το νερό στο παγούρι. Όμως, από την πολλή πείνα και δίψα, δεν άντεξε. Έπεσε με τα μούτρα και ήπιε κι έφαγε χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον καημένο τον Κωνσταντή. Γύρισε λοιπόν, πίσω με άδεια τα χέρια και βρήκε τον φίλο του μισοπεθαμένο. Ο Γιωργής, γεμάτος λύπη κι ενοχή, τον άφησε εκεί και συνέχισε τον δρόμο για τη κορυφή μήπως και βρει τίποτε να φέρει. Μέχρι να φτάσει επάνω η πείνα και η δίψα είχαν και πάλι θεριέψει.

Όταν πια ανέβηκε, βρέθηκε σε έναν πανέμορφο κήπο, γεμάτο δέντρα με όμορφους καρπούς. Στην μέση, υψωνόταν το τεράστιο έλατο που το έβλεπαν από τους πρόποδες του βουνού. Δίπλα του υπήρχε μια λίμνη με καθάρια νερά. Τρέχει ο Γιωργής να πιει νερό, μα μόλις ακούμπησε τα χείλια του στην άκρη της, η λίμνη… ξεράθηκε! Άπλωσε το χέρι του να κόψει ένα μήλο από το διπλανό δέντρο μα η μηλιά ξεράθηκε κι αυτή! Ο Γιωργής τραβήχτηκε απογοητευμένος πίσω και τότε η λίμνη ξαναγέμισε νερό και η μηλιά έβγαλε ξανά ζουμερά μήλα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει μα κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο. Είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, όταν ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του ένας ψηλός γέροντας, με κάτασπρα μαλλιά και λαμπερά λευκά ρούχα.

%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86%cf%8e%cf%84%cf%89%ce%bdΕίμαι ο Γέροντας των Φώτων. Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα δέντρα και η λίμνη είναι φίλοι μου και έχουν εχθρό τους όποιον προδίδει την φιλία. Και ξέρουμε ότι, πριν λίγο, εσύ πρόδωσες τον καλύτερό σου φίλο. Όμως σήμερα, είναι παραμονή των Φώτων και σε λυπήθηκα. Αποφάσισα να σου δώσω μια ευκαιρία να σώσεις την ζωή σου αν σώσεις κι εσύ την μοίρα της γης!

…είπε ο γέρος; κι έδειξε το μεγάλο έλατο στον Γιωργή, που είχε χάσει την μιλιά του από τον φόβο του. Ύστερα είπε πάλι:

Σε αυτό το δέντρο κατοικεί η μοίρα της γης. Κάθε Χριστούγεννα βγαίνουν παράξενοι καλικάντζαροι, που δεν μοιάζουν με τους άλλους, και προσπαθούν να ρίξουν κάτω το δέντρο. Κρύψου καλά και μόλις τους δεις σκέψου έναν τρόπο να σώσεις το δέντρο και την μοίρα της γης. Απόψε είναι η τελευταία τους ευκαιρία.

Αυτά είπε κι εξαφανίστηκε! Κρύφτηκε ο Γιωργής και περίμενε. Σε λίγο, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι, άγριοι, βρώμικοι και αντί για χέρια είχαν κάτι μακριές κουτάλες που έφταναν μέχρι το χώμα. Άναψαν μεγάλη φωτιά, έβαλαν επάνω ένα καζάνι με νερό κι έριξαν μέσα βατράχια, φίδια και σκουλήκια να τα μαγειρέψουν. Όταν όμως το σιχαμερό φαγητό τους ετοιμάστηκε δεν μπορούσαν να βάλουν στο στόμα τους ούτε μια μπουκιά γιατί τα κουταλόχερά τους ήταν τόσο μακριά που κανένας δεν μπορούσε να ακουμπήσει το φαγητό στα χείλη του. Θυμωμένοι τότε και αγριεμένοι από την πείνα, ορμούσαν με δύναμη επάνω στο δέντρο που ίσα ίσα κρατιόταν από μια άκρη και ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να χαθεί έτσι η μοίρα της Γης.

Ο Γιωργής προσπαθούσε με αγωνία να βρει έναν τρόπο να μην γίνει το κακό. Θυμήθηκε τότε την δεύτερη συμβουλή του γερο-σοφού συγχωριανού του. Ένας κύκλος σκέφτηκε και πετάχτηκε από την κρυψώνα του. Οι καλικάντζαροι, μόλις τον είδαν, σταμάτησαν να χτυπούν το δέντρο και όρμησαν να σκοτώσουν εκείνον. Μα ο Γιωργής τους φώναξε:

Περιμένετε! Μπορώ να σας βοηθήσω να φάτε και να χορτάσετε.

Εκείνοι τον αγριοκοίταξαν αλλά σταμάτησαν και περίμεναν τα λόγια του με δυσπιστία και ανησυχία. Πεινούσαν χρόνια τώρα και θέλανε να ακούσουν τι είχε να τους πει αυτός ο ανθρωπάκος.

Ακούστε τι θα κάνετε! Σχηματίστε όλοι έναν κύκλο γύρω από το καζάνι με το φαγητό. Θα βουτάτε τις κουτάλες σας, θα γεμίζετε με φαγητό και θα ταϊζετε αυτόν που είναι απέναντί σας. Έτσι, χωρίς να κουραστείτε και βοηθώντας ο ένας τον άλλον, θα χορτάσετε όλοι!

Οι καλικάντζαροι με τα κουταλόχερα, κοιτάχτηκαν απορημένοι, έκαναν έναν κύκλο γύρω από το καζάνι και, δειλά-δειλά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά, άρχισαν να ταϊζουν ο ένας τον άλλον. Και όσο χόρταιναν τόσο ηρεμούσαν και άρχισαν να γελάνε σαν τα παιδιά και μερικοί έκαναν και τούμπες από την χαρά τους!
Τότε, εμφανίστηκε πάλι δίπλα στον Γιωργή ο λευκός γέροντας και σηκώνοντας το χέρι του, του έδειξε το δέντρο της Γης που, όση ώρα οι καλικάντζαροι έτρωγαν και γέλαγαν, εκείνο είχε δέσει και ήταν πάλι ολόκληρο. Κοίταξε χαμογελώντας τον Γιωργή και του είπε:

Εύγε! Τα κατάφερες!

Ο Γιωργής όμως έσκυψε το κεφάλι και απάντησε:

Kαι τι να το κάνω; Τι με νοιάζει; Εγώ έχασα τον καλύτερό μου φίλο!

Μην απελπίζεσαι, Γιωργή! Ο δρόμος σου τώρα αρχίζει!

…και με αυτά τα λόγια ο γέροντας των Φώτων χάθηκε πάλι.

Όμως, κι ο Γιωργής, πριν προλάβει να τον φωνάξει, βρέθηκε ξανά μπροστά στον βράχο που τον είχε οδηγήσει η σαύρα. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα από την τρύπα του βράχου, είδε έκπληκτος ότι ο λάκκος είχε πάλι νεράκι και δίπλα του υπήρχαν ακόμη οι βρασμένοι σπόροι. Χωρίς να χάσει λεπτό γέμισε το παγούρι του, έβαλε και τους σπόρους στο μαντήλι του και έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο. Όταν έφτασε στο σημείο που είχαν χωριστεί με τον φίλο του, βρήκε τον Κωνσταντή να τον περιμένει σαν να μην είχαν χωριστεί την προηγούμενη μέρα. Μα τι είχε συμβεί; Ήταν όνειρο; Ήταν θαύμα;

Τίποτε δεν βρήκα, Γιωργή.

…του είπε λυπημένος ο φίλος του.

Μην στεναχωριέσαι Κωνσταντή. Κάτι βρήκα εγώ και για τους δυο μας.

Ήταν λιγοστό αυτό που έφαγαν και ήπιαν μα πήρανε λίγο δύναμη και άρχισαν να κουβεντιάζουν τι θα κάνουν. Έβαλε ο Κωσταντής το χέρι στο δισάκι του μήπως βρει τίποτε χρειαζούμενο και έπιασε το κουτί που τους είχε δώσει ο γέρο-σοφός την μέρα που άφηναν το χωριό τους. Έβγαλε κι ο Γιωργής το δικό του. Για μεγάλη τους έκπληξη μόλις άνοιξαν τα δυο κουτιά, είδανε ότι τα κλειδιά που υπήρχαν μέσα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού τους.
Κατάλαβαν λοιπόν, ποιο ήταν το μήνυμα. Ότι δηλαδή, το ομορφότερο μέρος του κόσμου ήταν ο δικός τους τόπος, οι δικοί τους άνθρωποι που τους αγαπούσαν. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής και όταν έφτασαν στο χωριό όλοι έτρεχαν και τους αγκάλιαζαν.

Από τότε τριγυρνούσαν πάντα μαζί και ήταν πάντα χαμογελαστοί και ευγενικοί με όλους και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,, | Σχολιάστε

Με Χριστουγεννιάτικα παραμύθια στον Γέροντα

20141220-Gerontas-5Στο χωριό Γέροντας βρεθήκαμε χθες το απόγευμα, καλεσμένοι του πολιτιστικού συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων»  για την Χριστουγεννιάτικη γιορτή τους. Στον υπέροχο καινούργιο χώρο τους – το παλιό σχολείο που πήρε και πάλι ζωή – παρέα με τα παιδιά, ταξιδέψαμε στον μαγικό κόσμο των παραμυθιών. Ξωτικά, βασιλιάδες, ακροβάτες, παιδιά, καλικάντζαροι και βέβαια ο Άγιος Βασίλης, κάποιοι από τους ήρωες που ξεπήδησαν μέσα από τα παραμύθια και μας συντρόφευσαν.

Λίγο πριν τελειώσουμε, αντί αναμνηστικού, κατασκευάσαμε όλοι μαζί γιορταστικά φαναράκια με την ελπίδα να ανάψουν και να φωτίσουν με την λάμψη τους τα δωμάτιά μας, αλλά και τις ψυχές μας για πολύχρωμες μέρες.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Συμμετείχαν οι παραμυθάδες: Θεοδώρα Βαβαλέσκου, Αδελαϊδα Ράπτη, Χρήστος Τσίρκας, Αρετή Τσιφλίδου, Απόστολος Τσομπανόπουλος και Μαρία Χαριζάνη. Με έκτακτη συμμετοχή και ο Κρέων Κρυωνάς όπου πολύτιμη ήταν η συμμετοχή του στις κατασκευές μας.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Σε παιδιά του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων»

Νωρίς σήμερα το απόγευμα, ο Πολιτιστικός Σύλλογος «Διδυμαίος Απόλλων» πραγματοποίησε τον ετήσιο αγιασμό στην αίθουσά του που βρίσκεται στο χωριό Γέροντας του νομού Καβάλας. Εκεί παραβρέθηκε το μέλος των Παραμυθάδων Χρήστος Τσίρκας, καλεσμένος του συλλόγου για μια πρώτη επαφή των παιδιών με τον κόσμο του παραμυθιού.

Αρχικά, έγινε μια αναφορά στην ιστορία των παραμυθιών και τον μέγα μυθοποιό και μυθοπλάστη όλων των εποχών, Αίσωπο. Ακολούθησαν οι μύθοι του «Ο ποντικός του αγρού και ο ποντικός της πόλης» και «ο ψεύτης βοσκός». Στην συνέχεια ακούστηκε το παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», για να ολοκληρώσουμε το σύντομο ταξίδι με ένα ινδιάνικο παραμύθι και συγκεκριμένα την «νυχτερίδα».

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με την δραματοποίηση αρχικά του παραμυθιού «Ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι», και στη συνέχεια του «ψεύτη βοσκού» που παρουσιάστηκε εξ’ ολοκλήρου από τα παιδιά (προετοιμασία, συντονισμός και εκτέλεση).

Καλή σχολική χρονιά στα παιδιά αλλά και καλή επιτυχία στις δράσεις του συλλόγου «Διδυμαίος Απόλλων».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το πιο γλυκό ψωμί

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας….

 Σε μια μακρινή χώρα υπήρχε ένας πολύ πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός είχε ό, τι επιθυμούσε η καρδιά του και όλοι έλεγαν ότι ήταν ευτυχισμένος, ώσπου εντελώς ξαφνικά αρρώστησε! Δεν είχε όρεξη να φάει τίποτα κι όλο αδυνάτιζε! Συνεχώς γκρίνιαζε και γινόταν ολοένα και πιο παράξενος. Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον εξέταζαν, μα δεν κατάφερναν να τον θεραπεύσουν.

Κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας φτωχός γέροντας, με μεγάλη άσπρη γενειάδα, που ήταν όμως σοφός και  ήξερε από γιατρικά. Έμαθε για την αρρώστια του βασιλιά και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε κι εκείνος τον ρώτησε:

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί"

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί»

Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;

Τι λες, γιατρέ μου! Όλη τη μέρα κάθομαι  στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ.

Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;

Όχι, βέβαια! Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και δε με ενδιαφέρει κανένας!

Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;

Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό, τι γυρέψω, το αποκτώ αμέσως!

  Ο γέροντας σκέφτηκε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στο βασιλιά :

Άκουσε, βασιλιά μου: Απ’ ό, τι βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Ο βασιλιάς αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του γέροντα κι έτσι από την επόμενη κιόλας μέρα έδωσε διαταγή  σ’ όλους τους φουρνάρηδες του βασιλείου του, να ζυμώσουν και να του ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Έτσι λοιπόν οι ψωμάδες όλου του βασιλείου έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά προκειμένου να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί και να ευχαριστήσουν το βασιλιά τους! Ζύμωσαν με ζάχαρη και ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά. Κανένα απ’ αυτά όμως δεν άρεσε στο βασιλιά, ο οποίος συνέχιζε να γκρινιάζει και να απορρίπτει τον ένα φούρναρη μετά τον άλλο. Αφού πέρασαν πάρα πολλές μέρες και κανένας δεν μπόρεσε να τον ικανοποιήσει, ο βασιλιάς έξω φρενών, αποφάσισε να στείλει ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!

…του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.

Γιατί, βασιλιά μου;

…τον ρώτησε ο γέροντας.

Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!

Δε σου έκαμε ε;

…είπε ο γέροντας και συνέχισε…

Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!

Ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να αγριέψει πάλι, μα είδε τον γέροντα που σκεφτόταν κάτι και περίμενε. Πράγματι, ο γέροντας ύστερα από λίγο συνέχισε λέγοντας:

Άκουσε, βασιλιά μου, αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό, τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, μπορείς να μου πάρεις το κεφάλι!

Ο βασιλιάς αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο γέροντας, αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Καθώς νύχτωσε φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα και παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που έμενε ο γέροντας, σε μια καλύβα. Μόλις ξημέρωσε, ο γέροντας έδωσε στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του είπε:

Έλα να θερίσουμε!

Ο βασιλιάς απόρησε αλλά δεν του έφερε αντίρρηση, μιας και είχε συμφωνήσει να κάνει ότι του λέει ο γέροντας για να φάει το πιο γλυκό ψωμί και να γιατρευτεί. Έτσι λοιπόν θέριζε μέσα στο λιοπύρι όλη τη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχια! Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί κι οι δυο να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του είπε:

Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!

Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερα  από τα μισά κι όλη τη μέρα τα κοπανούσε, ώσπου έκανε το στάρι σωρό κι αφού ήταν έτοιμο το βάλανε στο σακί. Και πάλι ολόκληρη τη μέρα δεν έφαγαν τίποτα, μόνο νερό ήπιαν από τη στέρνα που ήταν κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε. Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά:

Ξύπνα! Τώρα θα πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος.

Ο βασιλιάς παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος, και άμαθος σε τέτοιες ταλαιπωρίες, πήρε το σακί στην πλάτη του και ακολούθησε τον γέροντα ως την κορφή. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στο μύλο ο βασιλιάς άρχισε να πεινάει, αλλά δεν είπε τίποτα ακόμα στο γέροντα. Αλέσανε το στάρι τους και κατά το μεσημέρι ο βασιλιάς φορτώθηκε πάλι το σακί με το αλεύρι αυτή τη φορά, και γυρίσανε στην καλύβα.

Τώρα, ήρθε η ώρα να ζυμώσουμε

…του είπε ο γέροντας. Αφού τον έβαλε να ζυμώσει το αλεύρι, τον έστειλε στο δάσος να κόψει ξύλα κι αργά κατά το βράδυ βάλανε και κάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε τρία- τέσσερα καρβέλια. Ο βασιλιάς πεινούσε πλέον πάρα πολύ και περίμενε πως και πως για να ψηθούν! Όταν άρχισε όμως να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους, δεν άντεξε και είπε στο γέροντα:

Πεινάω πολύ!

Περίμενε και θα φας!

…του απάντησε εκείνος. Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Τότε ο βασιλιάς έπεσε με τα μούτρα στο φαί. Με το που κατάπιε την πρώτη μπουκιά, το πρόσωπο του φωτίστηκε από τη χαρά και φώναξε:

Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!

Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε:

Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσαι ελεύθερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις από δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη, δε θα σου λείψει.

O βασιλιάς ακολούθησε τη συμβουλή του σοφού γέροντα κι όταν επέστρεψε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του. Άρχισε μάλιστα να πηγαίνει στον κήπο και να τον περιποιείται. Έπαψε να περιμένει τα πάντα από τους άλλους. Από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξία κι έτρωγε καλά.

                                                                                                                                                                                                       Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: