Posts Tagged With: γάτα

Οι μουζικάντες (Μια άλλη απόδοση)

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια ιστορία θέλω να σας πω για τέσσερα ζώα… τέσσερα ξεχωριστά ζώα που κατάφεραν να κάνουν το αδύνατο, δυνατό.
Πριν πολλά – πολλά χρόνια, ζούσε ένας γεωργός, με την οικογένεια του. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα τότε και όλες τις δουλειές του τις έκανε με ένα γάιδαρο που είχε. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, ο γάιδαρος γέρασε και δεν είχε τις ίδιες δυνάμεις. Έτσι, αδυνατούσε να κάνει τις δουλειές που απαιτούσε ο γεωργός. Ένα πρωινό, ο γεωργός πήρε το γάιδαρο και περπάτησαν αρκετά μέσα στο δάσος. Όταν ήταν πολύ μακριά από το σπίτι, τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί χωρίς νερό και φαί για να πεθάνει. Και θα πέθαινε, αν…..
…ώρες αργότερα, λίγα μέτρα πιο μακριά βρέθηκε ένας κυνηγός με τον σκύλο του. Από το πρωί γυρνούσαν στο δάσος και κυνηγούσαν χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Ο κυνηγός είχε το ίδιο πρόβλημα με τον γεωργό. Το ζώο του είχε γεράσει και δε μπορούσε να τον ακολουθήσει στο κυνήγι. Η όραση και η όσφρηση του σκύλου είχαν μειωθεί σε βαθμό που δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα σκοτωμένο πουλί. Έτσι κι ο κυνηγός παράτησε τον σκύλο του εκεί κοντά και γύρισε μόνος του σπίτι. Ο σκύλος ήταν πολύ λυπημένος γιατί όλα αυτά τα χρόνια ήταν καλός φίλος για τον κυνηγό και φύλακας του σπιτιού του και ήταν άδικο που τον παράτησε τώρα που γέρασε. Κι ενώ σκεφτόταν όλα αυτά, άκουσε το γκάρισμα του γαιδάρου από δίπλα. Τον πλησίασε και απορημένος τον ρώτησε…

Σκύλος: Τι κάνεις καημένε μου γάιδαρε εδώ μονάχος σου;

Γάιδαρος: Το αφεντικό μου με άφησε δεμένο εδώ για να ψοφήσω επειδή γέρασα και δεν μπορώ να του κάνω πλέον τις δουλειές.

Σκύλος: Τι σύμπτωση… κι εμένα το αφεντικό μου με παράτησε γιατί δεν μπορώ πλέον να δω καλά και να μυρίσω με αποτέλεσμα να μην τον βοηθάω στο κυνήγι.

Τα δύο ζώα κοιτάχτηκαν σιωπηλά για λίγα λεπτά και ήταν έτοιμα να δακρύσουν, όταν μια ιδέα πέρασε από το μυαλό του γαιδάρου.

Γάιδαρος: Έχω μια ιδέα. Θέλεις να πάμε στην πόλη και να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες;

Αυτό ήταν το όνειρο του γαϊδάρου για πολλά χρόνια τώρα. Ήθελε να γίνει ένας τρανός μουσικός μα οι υποχρεώσεις του στο χωράφι με τον γεωργό, του είχαν σταθεί εμπόδιο. Ο σκύλος, αφού το σκέφτηκε για λίγο, του απάντησε….

Σκύλος: Εντάξει λοιπόν. Πάμε.

Αφού τον βοήθησε λύνοντας το σκοινί, πήραν το δρόμο για την πόλη. Δεν περπάτησαν πολύ, όταν αντίκρισαν μια γάτα, να κάθεται στην άκρη του δρόμου λυπημένη. Με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα της ενώ έκλαιγε ασταμάτητα. Τότε ο γάιδαρος την πλησίασε και την ρώτησε :

Γάιδαρος: Γιατί κλαις καλή μου;

Γάτα: Εσύ γιατί λες; Δεν βλέπεις ότι έχω γεράσει; Η κυρά μου με έδιωξε από το σπίτι γιατί δεν βλέπω καλά και δεν μπορώ να πιάσω τα ποντίκια που πλέον αλωνίζουν σε όλο το σπίτι.

Γάιδαρος: Κι εμένα με παράτησε το αφεντικό μου, όπως και το φίλο μου τον σκύλο. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε στην πόλη και να γίνουμε τρανοί μουζικάντες. Θες να έρθεις μαζί μας;

Η γάτα δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί και πολύ…

Γάτα: Έρχομαι!

…απάντησε και μπήκε στην παρέα του συνεχίζοντας το δρόμο τους. Εκεί που περπατούσαν ο σκύλος κουράστηκε.

Σκύλος: Φίλοι μου, σας πειράζει να σταματήσουμε για λίγο γιατί δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου;

Συμφωνώ με τον σκύλο. Κι εγώ κουράστηκα.

Ας μην κάνουμε στάση για ξεκούραση. Καλό είναι να φτάσουμε στην πόλη πριν βραδιάσει. Εγώ δεν έχω κουραστεί. Αν θέλετε ανεβείτε στην πλάτη μου. Θα σας μεταφέρω εγώ.

Έτσι κι έγινε. Ο σκύλος κι η γάτα, ανέβηκαν στην πλάτη του γαϊδάρου και συνέχισαν τον δρόμο τους. Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Εκεί είδαν τον κόκορα να στέκεται πάνω στον φράχτη και να λαλεί λυπημένος. Ο γάιδαρος τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Γάιδαρος: Γιατί είσαι στεναχωρημένος πετεινέ;

Πετεινός: Που να στα λέω. Έχουν έρθει μουσαφίρηδες στο σπίτι και άκουσα τ’ αφεντικό μου να λέει στην γυναίκα του ότι θα με σφάξουν για να με κάνουν κρασάτο.

Σκύλος: Θα σε σφάξουν; Και γιατί κάθεσαι τότε ακόμα εδώ;

Πετεινός: Και τι να κάνω; Που να πάω. Έχω γεράσει πια.

Γάτα: Έλα μαζί μας. Πάμε στην πόλη να γίνουμε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες.

Πετεινός: Θα με πάρετε κι εμένα; Δε θα σας είμαι βάρος;

Γάιδαρος: Όχι βέβαια, καθόλου βάρος. Έλα μην το σκέφτεσαι.

Ο κόκορας, χωρίς δισταγμό, πήδηξε στην πλάτη του γαιδάρου κι η παρέα πλέον μεγάλωσε. Περπατούσαν και περπατούσαν, πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, κάμπους και λιβάδια ώσπου το βράδυ τους βρήκε και πάλι σε ένα δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Γάιδαρος: Ανέβα βρε γάτα, σε κάποιο ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις μήπως φαίνεται κάποιο φως. Πρέπει κάπου να περάσουμε το βράδυ μας με ασφάλεια.

Η γάτα σκαρφάλωσε στην κορφή ενός δέντρου και άρχισε να κοιτάει γύρω-γύρω μέχρι που το βλέμμα της καρφώθηκε κάπου…

Γάτα: Βλέπω φως στο βάθος. Πρέπει να είναι μια καλύβα.

Όντως ήταν μια καλύβα. Αυτό που δεν ήξεραν όμως τα τέσσερα ζώα ήταν ότι στην καλύβα μένανε μια συμμορία κλεφτών. Όταν πλησίασαν και κοίταξαν από το παράθυρο, ήταν τη στιγμή που κατέβαζαν από το τσουκάλι ένα καζάνι με φαγητό. Δίπλα από ο τραπέζι ήταν ακουμπισμένα τα όπλα τους, ενώ παραδίπλα υπήρχαν και τσάντες με κλεμμένα χρυσαφικά και χρήματα. Τότε του γαϊδάρου του ήρθε πάλι μια ιδέα. Να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια και καλή από το καλύβι. Τα υπόλοιπα ζώα συμφώνησαν και κατέστρωσαν αμέσως το σχέδιο. Την ώρα που οι κλέφτες κάθισαν στο τραπέζι να φάνε, ο σκύλος με τον γάιδαρο κι η γάτα με τον κόκορα, χώσανε τα κεφάλια τους μέσα από τα δύο παράθυρα του σπιτιού κι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά και ταυτόχρονα. Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα έχασαν. Νόμισαν ότι κακοί δαίμονες και ξωτικά τους ανακάλυψαν και θα τους έπιαναν. Έτσι το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν εξαφανιστεί χιλιόμετρα μακριά.
Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα κι ο κόκορας, δεν έχασαν καθόλου χρόνο. Μπήκαν αμέσως στο καλύβι και στρώθηκαν στο τραπέζι. Κι έτσι που ήταν πεινασμένοι, άδειασαν αμέσως όλο το καζάνι. Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, ενώ η γάτα κούρνιασε δίπλα στο αναμμένο τζάκι κι ο κόκορας ανέβηκε στο κλαδί ενός δέντρου που βρισκόταν μπροστά από το καλύβι.
Δεν άργησαν να κοιμηθούν ήσυχοι και χορτασμένοι. Λίγο πιο μακριά, οι κλέφτες άναψαν μια φωτιά ενώ προσπαθούσαν να καταλάβουν το τι είχε συμβεί. Ο αρχηγός τους τότε είπε:

Αρχηγός: Ποιος από εσάς είναι αρκετά γενναίος ώστε να γυρίσει στο καλύβι και να δει τι συμβαίνει;

«Εγώ», απάντησε ένας και πετάχτηκε αμέσως παίρνοντας το δρόμο για πίσω. Όταν έφτασε στην καλύβα η φωτιά είχε σβήσει στο τζάκι και δεν υπήρχε κανένα φως. Ο κλέφτης μπήκε ήσυχος και περπατώντας στις μύτες των ποδιών έψαχνε να βρει κάτι για να φωτίσει το χώρο. Τότε, είδε στο τζάκι κάτι να λαμπυρίζει και νόμισε ότι ήταν τα τελευταία κάρβουνα που είχαν απομείνει. Αποφάσισε με αυτά να ανάψει το λυχνάρι του και να φωτίσει το δωμάτιο. Για κακή του τύχη όμως δεν ήταν κάρβουνα, αλλά τα μάτια της γάτας που όταν πήγε να τα πιάσει, αυτή από την τρομάρα της, άρχισε να του γρατζουνάει το πρόσωπο και τα χέρια με τα μυτερά της νύχια. Κατατρομαγμένος ο κλέφτης γύρισε να φύγει αλλά πάτησε κατά λάθος τον σκύλο ο οποίος αμέσως τον άρπαξε από τα πόδια. Βγαίνοντας από το καλύβι τρέχοντας έπεσε επάνω στον γάιδαρο ο οποίος και τον άρχισε στις κλωτσιές. Με όλη την φασαρία ξύπνησε κι ο κόκορας που άρχισε να φωνάζει πάνω από το κλαδί…..

κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον… κι-κι-ρί-κου πιάστε τον…

Ο κλέφτης πανικόβλητος άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν γύρισε στους άλλους, τον ρώτησαν τι είδε κι αυτός τους απάντησε:

Κλέφτης: Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Μόλις πήγα στο τζάκι για ν’ ανάψω φωτιά, μια στρίγγλα μ’ άρπαξε απ’ τα μάτια! Πάω να βγω από το καλύβι και μια άλλη με άρπαξε από τα ποδιά. Με το που βγήκα έξω, μια τρίτη άρχισε να με χτυπάει με ένα ξύλο ενώ όλες μαζί φωνάζανε «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες δεν ξαναγύρισαν ποτέ στο καλύβι, ενώ φήμες λένε ότι σταμάτησαν να κλέβουν.
Κι όσο για τα τέσσερα ζώα της ιστορίας μας, μια μέρα τελικά κατάφεραν κι έφτασαν στην πόλη και πολύ σύντομα γίνανε μεγάλοι και τρανοί μουζικάντες. Που και που γυρνούσαν στην καλύβα όπου γάιδαρος, σκύλος, γάτα και κόκορας τρώγανε και πίνανε και σε μας δε δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

 

Ακούστε το παραμύθι στο ακόλουθο αρχείο…

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Το μουλάρι που μιλούσε

Μύθευμα από την Αμερική και συγκεκριμένα από τη Νότια Καρολίνα – (Πηγή: «Παραμύθια από την άγρια δύση» των εκδόσεων «Απόπειρα») –

Ένας αγρότης είχε μια φάρμα λίγο έξω από το χωριό του κάπου στη Νότια Καρολίνα. Είχε ένα μουλάρι που το φόρτωνε κι έκανε όλες τις δουλειές. Ο αγρότης όμως ήταν θρήσκος άνθρωπος και την Κυριακή δεν δούλευε. Έμενε με την οικογένειά του και τιμούσαν τον Θεό για τα αγαθά που τους πρόσφερε. Μια Κυριακή όμως χρειάστηκε να πάει σε μια κηδεία κι ο αγρότης ζήτησε από τον γιο του να πάει να σελώσει το μουλάρι.

Το μουλάρι με το που είδε τον γιο να πιάνει το σαμάρι, γύρισε και του είπε:

Τί, θα δουλέψω κυριακάτικα;

Ο γιος του αγρότη τρόμαξε μόλις άκουσε το μουλάρι να μιλάει, πέταξε το σαμάρι καταγής και έτρεξε στον πατέρα του.

Μπαμπά, δεν θα το πιστέψεις, αλλά το μουλάρι μου μίλησε!

Ο αγρότης θύμωσε με τον γιο του γιατί θεώρησε ότι βαριότανε να τον βοηθήσει και τον έστειλε στο δωμάτιο του. Έπειτα, πήγε ο ίδιος να σελώσει το μουλάρι το οποίο μόλις τον είδε του είπε:

Το φαγητό μου; Που είναι το φαγητό μου;

Ο αγρότης τα έχασε. Τρόμαξε και πέταξε κι αυτός το σαμάρι καταγής.

Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει…

είπε με τρεμάμενη φωνή κι ο σκύλος που βρισκότανε από πίσω του, του απάντησε…

Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!

Ο αγρότης τα έχασε και έτρεξε στην κουζίνα που βρισκότανε η γυναίκα του.

Γυναίκα, δεν θα το πιστέψεις αλλά πριν λίγο μου μίλησε το μουλάρι.

Τί; Μα πως είναι δυνατόν;

Κι όταν απόρησα λέγοντας «Μπα σε καλό μου! Πρώτη φορά ακούω μουλάρι να μιλάει», άκουσα τον σκύλο να μου λέει «Κι εγώ το ίδιο…δεν έχω ακούσει ξανά μουλάρι!»

Αυτό είναι πρωτάκουστο!

Απάντησε η γυναίκα του μα τότε ακούστηκε η γάτα που καθότανε ήρεμη δίπλα στην πόρτα…

Μα καλά, γιατί είναι πρωτάκουστο; Πρωτή φορά ακούτε σκύλο να μιλάει;

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γάτα και Αφροδίτη

Μύθος του Αισώπου!

Έργο του Arthur Rackham (1867-1939) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γάτα και Αφροδίτη"

Έργο του Arthur Rackham (1867-1939) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γάτα και Αφροδίτη»

Μια γάτα ερωτεύτηκε κάποτε έναν νέο και όμορφο άνδρα. Μη ξέροντας τί να κάνει, προσευχήθηκε στη Θεά Αφροδίτη και της ζήτησε να την μεταμορφώσει σε γυναίκα για να μπορεί να είναι μαζί του. Η Θεά Αφροδίτη την λυπήθηκε και τελικά την μεταμόρφωσε σε μια όμορφη κοπέλα. Δεν άργησε η στιγμή που οι δύο νέοι συναντήθηκαν, γνωρίστηκαν και αποφάσισαν να μείνουν μαζί. Πήγαν λοιπόν στο σπίτι του άνδρα.

Η Θεά Αφροδίτη, θέλησε να δοκιμάσει την γάτα. Θέλησε να δει αν αλλάζοντας το σώμα της, άλλαξε και η συμπεριφορά της. Έτσι, εκεί που κάθονταν νέος και νέα στο δωμάτιο του σπιτιού, η Αφροδίτη έριξε ένα ποντίκι στην μέση του δωματίου. Η νέα μόλις είδε το ποντίκι, ξέχασε τα πάντα -ότι δηλαδή πλέον είναι άνθρωπος κι ότι έχει αλλάξει η ζωή της – και άρχισε να κυνηγάει το ποντίκι με σκοπό να το πιάσει και να το φάει.

Η Αφροδίτη εξοργίστηκε με την συμπεριφορά αυτή και την έκανε και πάλι γάτα.

Έτσι και οι άνθρωποι. Αυτός που είναι κακός, ό,τι κι αν αλλάξει επάνω του, πάλι κακός θα παραμείνει! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γάτα και ποντίκια

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γάτα και ποντίκια" που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σχέδιο του 1501 εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γάτα και ποντίκια» που φιλοξενείται στο πανεπιστήμιο του Mannheim

Σε ένα σπίτι κάποτε, ζούσαν πολλά ποντίκια. Όταν το έμαθε η γάτα αποφάσισε να εγκατασταθεί κι αυτή εκεί και να αρχίσει να τα τρώει. Έτσι κι έγινε. Η γάτα άρχισε να εξολοθρεύει τα ποντίκια το ένα μετά το άλλο. Με τη σειρά τους τα ποντίκια, άρχισαν να γίνονται πιο επιφυλακτικά και να κρύβονται σε τρύπες του σπιτιού ή να ανεβαίνουν στα ψηλά δοκάρια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, η γάτα να μην μπορεί να πιάσει εύκολα άλλα ποντίκια. Τότε σκαρφίστηκε κάτι. Ανέβηκε σε ένα δοκάρι και κρεμάστηκε προσποιούμενη την ψόφια. Κάποια στιγμή, ένα ποντίκι βγήκε δειλά από την κρυψώνα τους την είδε και της είπε:

Μωρέ και σακί να γίνεις, δεν πρόκειται να σε πλησιάσουμε!

Με την διήγηση αυτή, ο Αίσωπος ήθελε να μας πει ότι οι λογικοί άνθρωποι όταν έχουν υποστεί δεινά από τις κακές προθέσεις των άλλων, δεν ξεγελιούνται με τις υποκριτικές ικανότητές τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Γιατί η γάτα κοιμάται μέσα στο σπίτι;

Μια ιστορία από την Ιρλανδία, που λέγεται «Ο σκύλος και η γάτα», μας εξηγεί πώς οι γάτες κέρδισαν το δικαίωμα να κοιμούνται μέσα στα σπίτια.

Κάποτε, μας λέει το παραμύθι, ένας σκύλος και μια γάτα μάλωναν συνέχεια, επειδή η γάτα κοιμόταν το βράδυ δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι, ό,τι καιρό κι αν είχε. Ο αγρότης που τους είχε στο σπίτι του, επειδή είχε βαρεθεί τους καυγάδες τους και τη γκρίνια του σκύλου, τους είπε μια μέρα:

Λοιπόν, θα το ρυθμίσουμε αυτό το θέμα τώρα και για πάντα. Ανεβείτε και οι δύο στο κάρο.

Όταν ανέβηκαν και οι δύο, τους οδήγησε σε ένα μέρος, κάμποσα χιλιόμετρα έξω από το χωριό, τους κατέβασε κάτω και τους είπε ότι όποιος από τους δύο έβρισκε πρώτος το σπίτι του και έμπαινε μέσα, αυτός θα κοιμόταν δίπλα στο τζάκι και ο άλλος θα κοιμόταν έξω και θα σταματούσε να παραπονιέται για πάντα. Συμφώνησαν και τα δύο ζώα και ο αγρότης έφυγε με το κάρο.

Ο σκύλος, που ήταν πιο μεγαλόσωμος από τη γάτα, άρχισε αμέσως να τρέχει στο δρόμο προς το σπίτι, κυνήγησε κι ένα λαγό που είδε κοντά σε ένα γεφυράκι, αλλά κουράστηκε και σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο. Αφού κοίταξε πίσω του και δεν είδε να έρχεται η γάτα, ξύθηκε και ξάπλωσε να πάρει ένα υπνάκο να ξεκουραστεί. Όταν ξύπνησε μετά από ώρα, η γάτα δε φαινόταν πουθενά. Ήταν όμως ακόμη αρκετά μακριά από το σπίτι του αγρότη και φοβούμενος ότι η γάτα μπορεί να τον είχε προσπεράσει, άρχισε και πάλι να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Ήταν όμως μία πολύ ζεστή μέρα, πράγμα παράξενο για την Ιρλανδία, και είχαν αρχίσει να δημιουργούνται φουσκάλες από τον ιδρώτα, αριστερά και δεξιά στα χείλια του. Έφτανε σε ένα σταυροδρόμι, όταν τον είδε ένας άνθρωπος που, όταν είδε να έρχεται κατά πάνω του ένας μεγαλόσωμος σκύλος που έβγαζε αφρούς από το στόμα του, νόμισε ότι είναι λυσσασμένος, φοβήθηκε και άρχισε να τον χτυπάει με το μπαστούνι του. Ο σκύλος για να προστατευθεί, άρπαξε την άκρη του μπαστουνιού με τα δόντια του. Από τη μία ο άνθρωπος, που φοβόταν, τραβούσε το μπαστούνι και από την άλλη ο σκύλος που το είχε δαγκώσει, άρχισαν να γυρνούν γύρω γύρω και να σηκώνουν σκόνη στη μέση του δρόμου.

Η γάτα στο τζάκι

Η γάτα στο τζάκι – ζωγραφιά του Πέτρου

Καθώς μάλωναν, ο σκύλος πρόσεξε με την άκρη του ματιού του ένα κάρο που περνούσε από εκεί και είδε στο πίσω μέρος του να κάθεται η γάτα. Μέχρι όμως να ξεφύγει από τον καυγά και να τρέξει προς το σπίτι του αγρότη, η γάτα είχε προλάβει και είχε στρογγυλοκαθίσει μπροστά στην είσοδο και, από τότε, η γάτα τα βράδια κοιμάται δίπλα στο τζάκι, ενώ ο σκύλος έξω από το σπίτι — και δε μπορεί ούτε να παραπονεθεί πια.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

music-gaidarosΜια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γεωργός και είχε ένα γάιδαρο. Τα χρόνια πέρασαν όμως και ο γάιδαρος γέρασε. Ο γεωργός δεν τον ήθελε πια. Τον πήρε λοιπόν μία μέρα και πήγε και τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί δίχως νερό και φαγητό για να ψοφήσει. Για καλή του τύχη, έτυχε να περνάει από εκεί ένας κυνηγός. Ο κυνηγός αυτός είχε μαζί του ένα σκύλο τον οποίο και ήθελε να ξεφορτωθεί. Βλέπετε ο σκύλος είχε κι αυτός γεράσει και δεν έβλεπε καλά. Ήταν τόσο γέρος που κάθε φορά που πήγαινε με το αφεντικό του για κυνήγι δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα λαγό! Ο σκύλος παραξενεύτηκε που είδε τον γάιδαρο εκεί. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Τι κάνεις καημένε γάιδαρε εδώ;

Δε βλέπεις πως γέρασα; Με έδεσε εδώ το αφεντικό μου για να ψοφήσω.

Και μένα μ’ έδιωξε ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πια τους λαγούς στο κυνήγι.music-skylos

Ο γάιδαρος προβληματίστηκε… έδειξε να σκέφτεται πολύ… όταν μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό!

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του γαϊδάρου. Ήθελε μία μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός.

Έρχομαι!

…απάντησε ο σκύλος και βοήθησε τον γάιδαρο να κόψει το σχοινί που ήταν δεμένος και φύγαν.

Έξω από ένα χωριό και καθώς περπατούσαν, συνάντησαν στο δρόμο τους μια γάτα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι και ήταν πολύ λυπημένη. Έκλαιγε και με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τη γάτα:

music-gataΓιατί κλαις συντέκνισσα;

Γιατί κλαίω; Δε βλέπεις πως γέρασα; Δε βλέπω να πιάσω ούτε ένα ποντικό και γι’ αυτό η κυρά μου με έδιωξε από το σπιτικό της.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε η γάτα και μπήκε στη συντροφιά των δύο ζώων.

Εκεί που περπατούσαν, κάποια στιγμή ο σκύλος κουράστηκε και είπε στο γάιδαρο:

Δε μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.

Ανέβα στη ράχη μου και θα σε κουβαλήσω εγώ.

…απάντησε ο γάιδαρος. Ο γάιδαρος ανέβασε στη ράχη του πρώτα το σκύλο και έπειτα ανέβασε τη γάτα και συνέχισαν καβάλα στο γάιδαρο το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησα, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Πάνω σε μια κολόνα καθόταν ένας πετεινός και λαλούσε. Φαινόταν ανήσυχος και λυπημένος. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τον πετεινό:

Τι έχεις καημένε πετεινέ και λαλείς έτσι;music-kokoras

Που να στα λέω. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου στο σπίτι και θα με σφάξει.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε ο πετεινός και πήδηξε κι αυτός πάνω στο γάιδαρο.

Η συντροφιά των ζώων είχε πια μεγαλώσει και τα τέσσερα ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, ανέβηκαν βουνά και περπάτησαν πεδιάδες, ώσπου κάποια στιγμή νύχτωσε και το σκοτάδι τους βρήκε μέσα σ’ ένα μεγάλο δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά, ώστε να περάσουμε το βράδυ μας εκεί.

Έτσι κι έγινε. Με τη βοήθεια των ζώων, η γάτα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και αφού κοίταξε καλά μέσα στο δάσος, είδε ένα φως. Εκεί βρισκόταν μία καλύβα και μέσα στην καλύβα καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Μόλις τα ζώα πλησίασαν την καλύβα, κοίταξαν μέσα από το παράθυρο. Ήταν η στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν ένα μεγάλο καζάνι με φαΐ από τη φωτιά. Του γαϊδάρου του ήρθε τότε μια ιδέα! Σκέφτηκε να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια για πάντα από το καλύβι.

Έβαλαν λοιπόν σιγά σιγά τα κεφάλια τους μέσα από το παράθυρο και, εκεί που δεν το περίμεναν οι κλέφτες, τα τέσσερα ζώα άρχισαν να φωνάζουν δυνατά! Ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει: γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος να γαβγίζει: γάου-γάου-γάου, η γάτα να νιαουρίζει: νιάου-νιάου-νιάου και ο πετεινός να λαλεί: κι-κι-ρί-κου! Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα ‘χασαν. Νόμισαν πως κακοί δαίμονες και ξωτικά τους είχαν ανακαλύψει και το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν όλοι εξαφανιστεί!

Ο γάιδαρος με την παρέα του δεν έχασαν χρόνο. Μπήκαν μέσα στο καλύβι, κάθισαν στο τραπέζι και έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι! Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε ολόκληρος στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, η γάτα κούρνιασε στο τζάκι και ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί που βρισκόταν μπροστά στο καλύβι.

Όταν νύχτωσε και ενώ οι ήρωες της ιστορίας μας κοιμήθηκαν του καλού καιρού, σε μία άκρη του δάσους ο αρχηγός των κλεφτών τους μάζεψε και τους είπε:

Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

Εγώ!

…απάντησε ένας.

Άντε λοιπόν, γρήγορα, να πας να δεις.

Έτσι κι έγινε. Ο κλέφτης έτρεξε αμέσως προς την καλύβα, πλησίασε και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Κανένα από τα τρία ζώα δεν τον άκουσε. Μπήκε λοιπόν μέσα και κρατώντας στα χέρια του ένα λυχνάρι, άρχισε να ψάχνει για φωτιά. Κοίταξε δεξιά… κοίταξε αριστερά… και τι να δει; Κάτι γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Γυάλιζε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τη σπίθα της φωτιάς που σιγοκαίει.

Ακόμα να σβήσει η φωτιά…

…σκέφτηκε ο κλέφτης και πλησίασε να ανάψει τη λάμπα του. Αλλά αντί για φωτιά έπιασε… τα μάτια της γάτας! Μέσα στην τρομάρα της η γάτα ξύπνησε και τον άρπαξε από τα μούτρα! Πήγε να βγει έξω και πάτησε… τον σκύλο. Πετάχτηκε ο σκύλος και τον άρπαξε από τα ποδάρια! Βγήκε έξω και για κακή του τύχη έπεσε… πάνω στο γάιδαρο, ο οποίος τον άρχισε στις κλωτσιές! Ο πετεινός, που ξύπνησε κι αυτός, άρχισε να φωνάζει επάνω στο κλαρί κι-κι-ρί-κου πιάστε τον, κι-κι-ρί-κου πιάστε τον! Κι έτσι ο κλέφτης έφυγε άρον άρον τρομαγμένος και γύρισε πίσω στην υπόλοιπη συμμορία. Όταν γύρισε πίσω, οι κλέφτες τον ρώτησαν τι έκανε.

Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Πάω να δω στο τζάκι ν’ ανάψω φωτιά και μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια! Πάω να βγω έξω και μ’ αρπάζει μια άλλη απ’ τα ποδάρια! Βγαίνω έξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω! Άρχισαν τότε να φωνάζουν όλες μαζί δυνατά: «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μη πατήσουν ποτέ ξανά στο καλύβι. Να φανταστείτε πως σταμάτησαν ακόμα και να κλέβουν! Όσο για την ιστορία των ζώων μας… μία μέρα κατάφεραν να φτάσουν στην πόλη και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί μουσικοί!

Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα και ο πετεινός, τρώγανε και πίνανε και μας δε μας δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Γιατί οι γάτες κυνηγούν τα ποντίκια;

Ελεύθερη μετάφραση από τα Φλαμάνικα (Ολλανδικά): Δήμητρα Μπουρουτζόγλου –

Πηγή: Θησαυρός Φλαμανδικής διήγησης, μέρος 4°, Victor de Meyere, Αμβέρσα/Santpoort, 1933, σελ. 16. (Το παραμύθι αυτό έχει διηγηθεί 70χρονη κυρία το 1905, από την περιοχή Wuustwezel.)

Μια φορά κι έναν καιρό, αποφάσισαν η γάτα και ο ποντικός να συγκατοικήσουν. Βρήκαν κάποιο σπίτι, αγόρασαν έπιπλα και έστησαν το νοικοκυριό τους. Τα χρόνια εκείνα, τα ζώα ήταν προνοητικά και συλλέγαν την τροφή τους για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Ακόμη και η γάτα με τον ποντικό κάνανε την οικονομία τους και αποταμιεύανε τροφή όσο μπορούσανε, για να περάσουν ένα καλό χειμώνα. Μετά από λίγες εβδομάδες, κατάφεραν να εξοικονομίσουν ένα κουτί λίπος, αλλά δεν ήξεραν πού ακριβώς έπρεπε να το φυλάξουν. Τελικά, ο ποντικός πρότεινε να το κρύψουν μέσα στην εκκλησία.

Αφού πέρασε λίγος καιρός, ένα πρωινό, σηκώθηκε η γάτα από το κρεβάτι και είπε του ποντικού ότι επρόκειτο να πάει στην πόλη για να επισκεφτεί την αδελφή της, που γέννησε ένα γατάκι. Όταν γύρισε πίσω στο σπίτι, ο ποντικός της έκανε τις εξής ερωτήσεις:

Γεια σου φίλη μου, τι κάνει η μάνα με το παιδί;

Πολύ καλά!

Τι όνομα έχει το νεογέννητο;

Μόλις άρχισε!

Τι παράξενο όνομα ! Δεν το’χω ξανακούσει..!!

Αυτό το όνομα συνηθίζεται να δίνεται στις γάτες!

… αποκρίθηκε το πονηρό τετράποδο και λίγες βδομάδες αργότερα, ξαναπήγε στην πόλη. Αυτή τη φορά ήθελε να δει την άλλη αδελφή της που γέννησε κι αυτή. Το βράδυ επέστρεψε σπίτι και όταν ο ποντικός τη ρώτησε πώς ονομάζεται το νεογέννητο γατάκι, αυτή απάντησε: «Μισοφαγωμένο».

 Τι όμορφο όνομα!

… ψέλλισε ο ποντικός χωρίς να σκεφτεί κάτι παραπάνω…

Οι μέρες περνούσαν, η μια πίσω από την άλλη, ώσπου ήρθε πάλι η στιγμή που η γάτα ξανάφυγε στην πόλη, λέγοντας πάντα την ίδια δικαιολογία, πως μια από τις αδελφές της γέννησε.

Ο ποντικός ήταν ήδη ξαπλωμένος στο κρεβάτι, όταν η γάτα γύρισε σπίτι και του διηγήθηκε πως το νέο γατάκι ονομάστηκε «Αποτελειωμένο». Το ποντίκι κούνησε το κεφάλι του για το παράξενο όνομα που άκουσε πάλι και σώπασε. Είχε πια συνηθίσει στο άκουσμα τέτοιων περίεργων, γατίσιων ονομάτων.

Τους επόμενους μήνες, η γάτα δεν ξανακατέβηκε στην πόλη. Δεν προέκυψε πραγματικά καμία νέα γέννα! Ο χειμώνας ήρθε. Παχύ χιόνι σκέπαζε τη φύση και η αναζήτηση τροφής γινόταν όλο και πιο δύσκολη. Η γάτα δε μιλούσε καθόλου, το ποντίκι όμως άρχισε ν’ανησυχεί για την κατάσταση. Έκανε τότε λόγο για το κουτί λίπος που είχανε αποταμιεύσει για τις κρύες μέρες του χειμώνα και είπε πως ήρθε η στιγμή να το χρησιμοποιήσουνε.

Πώς σου φαίνεται γάτα ν’ανοίξουμε το κουτί με το λίπος που αποταμιεύσαμε και να το μοιραστούμε;

Ποιο κουτί;

… ρώτησε η γάτα.

Εκείνο που κρύψαμε στην εκκλησία.

Α,ναι…έλα μαζί μου να το πάρουμε

cat-mouse

… απάντησε η γάτα. Όταν έφτασαν στην εκκλησία, το ποντίκι βρήκε το κουτί άδειο και ένιωσε ότι η γάτα το ξεγέλασε. Τώρα κατάλαβε το νόημα των ονομάτων «Μόλις άρχισε», «Μισοφαγωμένο» και « Αποτελειωμένο». Το ποντίκι θύμωσε και κατηγόρησε τη γάτα για κλοπή. Εξάλλου το μισό κουτί λίπος ανήκε σ’ αυτό. Η γάτα όμως δε σήκωσε την προσβολή. Άρπαξε το ποντίκι και το δάγκωσε από το κεφάλι. Για να αποκρύψει δε, το εκδικητικό φονικό, έφαγε το ποντίκι ολόκληρο, όπως ήταν, με πέτσα και μουστάκια.  Όμως το κρέας του ποντικού της άρεσε τόσο πολύ, που από τότε και μέχρι σήμερα κυνηγά τους ποντικούς ασταμάτητα και χωρίς έλεος!!

Waarom de katten op muizen jagen

Op een dag besloten de kat en de muis te gaan samenwonen. Ze zochten een huisje, kochten meubels en trokken er in. In die tijd waren de dieren nogal vooruitziend. Ook de kat en de muis spaarden wat ze sparen konden, met het oog op de komende winter. Na een paar weken hadden ze al een pot vet achter de hand. Waar zouden ze die opbergen? De muis stelde voor de pot vet in de kerk te verstoppen. Dat gebeurde.

Een poosje daarna zei de kat bij het opstaan dat hij naar de stad moest om zijn zuster op te zoeken die een kindje had gekregen. Toen hij ‘s avonds terugkwam, stond de muis in de deur en zei: «Dag vriend, alles goed met moeder en kind?» – «Het kon niet beter.» – «En hoe heet het kleintje?» – «Pas-begonnen,» antwoordde de kat. «Wat een vreemde naam, die heb ik nog nooit gehoord.» – «Maar onder het kattenvolk is die naam toch in gebruik,» besloot de kat.

Een paar weken later moest de kat opnieuw naar de stad. Nu had een van zijn andere zusters een kleintje gebaard. Tegen de avond was de kat weer terug en op de vraag van de muis antwoordde hij dat de kleine ‘Half-op’ heette. «Wat een leuke namen,» mompelde de muis, zonder er verder over na te denken.

Dagen gingen voorbij, tot de kat opnieuw een dag naar de stad moest. Weer was een van zijn zusters bevallen. De muis lag al in bed toen de kat thuiskwam en vertelde dat het kind ‘Heel-op’ heette. De muis knikte bij het horen van die naam, maar zweeg. Ze was gewend geraakt aan vreemde namen.

In de maanden die volgden, hoefde de kat niet meer naar de stad. Er waren ook geen blijde gebeurtenissen meer in zijn familie. De winter kwam. Er viel een dik pak sneeuw en het vroor dat het kraakte. Eten werd met de dag schaarser en de nood kwam aan de man. Omdat de kat erover bleef zwijgen, bracht de muis het gesprek op de pot vet die zij hadden gespaard. «Wat vind je, zullen we onze spaarpot aanspreken?» – «Spaarpot?» herhaalde de kat kortaf. «Je weet wel, de pot vet die we in de kerk hebben verstopt.» – «O ja,» antwoordde de kat onverschillig. «Kom op, we gaan hem halen.»

De muis stond raar te kijken toen ze de pot leeg vond. Nu begreep ze ook de namen van de kindertjes waarvoor de kat steeds naar de stad moest: Pas-begonnen, Half-op en Heel-op. De muis werd kwaad en verweet de kat zijn hebberigheid en diefachtigheid. Want de pot vet was voor de helft toch ook van haar!

De kat liet zich niet de les lezen. Hij ontstak in drift, greep de muis en beet het arme beest de kop af. Om die wrede dood uit te wissen, at hij de muis met huid en haar op. Het muizevlees smaakte hem zo goed dat hij sindsdien op de muizenjacht ging. En dat doen de katten tot op de dag van vandaag.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: