Posts Tagged With: γάιδαρος

Ο ψεύτης και ο κλέφτης, τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

Πηγή: «Παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα από τις εκδόσεις «Κέδρος». Το παραμύθι καταγράφηκε από τον κύριο Ευαγγέλου Ηλία.

Στα παλιά χρόνια ζούσε στον κάμπο ένας γεωργός, που αγαπούσε πολύ τη γη του και την περιποιόταν λες και ήταν μοναχοπαίδι του. Κάθε πρωί λοιπόν έπαιρνε το γάιδαρο του, τον φόρτωνε με το αλέτρι, τα λουριά και τα υνιά, έβαζε κι ένα ντορβά με το κολατσιό του και πήγαινε στο χωράφι του για να δουλέψει. Εκεί όργωνε όλη μέρα και όταν σουρούπωνε, φόρτωνε πάλι το γάιδαρο του και επέστρεφε στο χωριό.

Μια μέρα που εκεί που ετοιμάζονταν να επιστρέψουν γυρνάει ο γάιδαρος και λέει στον γεωργό.

Βρε αφεντικό γιατί με φορτώνεις πρωί και βράδυ και με παιδεύεις; Και δεν παιδεύεις μόνο εμένα αλλά κι εσένα σου βγαίνει η πίστη να με φορτώνεις και να με ξεφορτώνεις.

Τι να κάνω βρε γαϊδαράκο μου! Το χωράφι χρειάζεται φροντίδα. Αν δεν το φροντίσουμε εγώ κι εσύ ποιος θα το κάνει;

Είπα εγώ να μην το φροντίσουμε; Άλλο λέω εγώ. Αντί να κουβαλάς πέρα δώθε όλα αυτά τα μαραφέτια, να τα αφήνεις στο χωράφι και να με καβαλάς. Κι εσύ κι εγώ κερδισμένοι θα βγούμε.

Σαν τ’ άκουγε αυτά ο γεωργός έξυνε το κούτελο του. Ξαφνικά λέει:

Σαν καλά να το σκέφτηκες γάιδαρε μου. Μα εμένα άλλο με προβληματίζει. Αν μου κλέψουν τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πώς θα οργώνω εγώ μετά;

Άντε καλέ αφεντικό, που να βρεθούν τώρα κλέφτες … πάει ξεπαστρεύτηκαν αυτοί.

Ο γεωργός το σκεφτόταν όλη νύχτα και αποφάσισε ότι η πρόταση του γαιδάρου του ήταν σωστή και λογική. Έτσι το απόβραδο, σαν έφτασε η ώρα να επιστρέψουν στο χωριό, άφησε σε μια άκρη του χωραφιού τα υνιά, τα λουριά και το αλέτρι, πήδησε στη ράχη του ζώου του και γύρισαν και οι δύο πιο ξεκούραστα στο χωριό.

Πέρασαν δύο μέρες κι όλα πήγαιναν ρολόι. Την τρίτη μέρα όμως πάει ο γεωργός στο χωράφι, μα τί να δει! Άφαντα τα λουριά, οπότε δε μπορούσε να ζέψει το γάιδαρο του στο αλέτρι.

Απαπαπαπα! Κακό που έπαθα…

…είπε ο γεωργός που τώρα άρχισε να τα βάζει με το γάιδαρο του.

Μην σκας αφεντικό, εγώ θα σε ξεκαμπίσω. Ξέρω τον κλέφτη.

…είπε ο γάιδαρος και μετά του ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Ο γεωργός κάθισε τότε στην σκιά ενός δέντρου να ξαποστάσει δήθεν, κι ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει σαν βουρλισμένος. Ανήσυχος τάχα ο γεωργός σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να χουγιάζει.

Βρε κακό που με βρήκε!!! Χάνω το γάιδαρο μου. Βρε κακό που με βρήκε!…

Αφού ο γάιδαρος ξεσήκωσε όλο το χωριό με τις αγριοφωνάρες του και τις ζουρλαμάρες του, πέφτει χάμω σα να ήταν ψόφιος.

Πάει ο γάιδαρος, μου έμεινε μόνο το σαμάρι.

…θρηνούσε απαρηγόρητος και τράβαγε τα μαλλιά του ο γεωργός. Τον παρατάει λοιπόν εκεί και τρέχει στο χωριό να ζητήσει βοήθεια.

Σε λίγη ώρα, να σου και φαίνονται ένα τσούρμο από αλεπούδες στην άκρη της ρεματιάς.

Ψόφησε ο γάιδαρος;

Ρώτησε η πιο μεγάλη που δεν έβλεπε καλά.

Ουουου! Τώρα… να ήταν κι άλλος!

…είπε η πιο μικρή που ήταν μπροστά μπροστά. Αμέσως δόθηκε το σύνθημα.

Άιντε τι κάθεστε! Πάμε να τον φάμε.

Μαζεύτηκαν όλες οι αλεπούδες ολόγυρα από το γάιδαρο και άρχισαν να τον τραβολογάν. Η μια τον άρπαξε από το ένα ποδάρι, η άλλη από την ουρά και η τρίτη, η πιο μικρή τον τράβαγε από τα αυτιά. Ο γάιδαρος ούτε που κουνιόταν.

Μωρέ καλοταϊσμένο που τον έχει ο γεωργός και είναι τόσο βαρύς!

Αναστέναξε η πιο μεγάλη.

Ας κάτσουμε να τον φάμε εδώ.

…είπε η πιο μικρή που πεινούσε πολύ. Η πιο λογική από τις αλεπούδες της απάντησε τότε:

Και τι θα κάνουμε αν μας προλάβουν ο γεωργός και οι χωριανοί; Τι λες καλέ;

Ε! τότε μια λύση υπάρχει! Να τον τραβήξουμε κατά τη φωλιά μας, στη ρεματιά, και να τον φάμε με την ησυχία μας.

…είπε η μεγάλη που ήταν και αρχηγίνα τους. Τότε η πιο μικρή θυμήθηκε τα λουριά που ‘χανε κλέψει τις προάλλες -γιατί, αν δεν το καταλάβατε, οι αλεπούδες ήταν οι κλέφτρες.

Τρέχα και φέρτα.

…πρόσταξε η αρχηγίνα. Τρέχει η αλεπουδίτσα και φέρνει τα λουριά. Τα παίρνουν οι αλεπούδες, δένονται αυτές από τη μια μεριά, δένουν και το γάιδαρο από την άλλη και αρχίζουν να τον σέρνουν. Τότε ο πονηρός ο γάιδαρος που έκανε τον ψόφιο κοριό, πετάγεται επάνω, βγάζει ένα δυνατό γκάρισμα και το βάζει στα πόδια. Έτσι όμως όπως τον είχαν δέσει οι αλεπούδες με τα σκοινιά και ήταν κι αυτές δεμένες από την άλλη άκρη, ήταν πια του χεριού του. Τις έσυρε ως το χωριό και τις παρέδωσε στο αφεντικό του.

μια του κλέφτηΟρίστε αφεντικό, οι κλέφτρες. Πάρτες και δως τες να καταλάβουν πως ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται!

…είπε ο γάιδαρος και τράβηξε ευχαριστημένος για το παχνί του.

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο γεωπόνος, η γαϊδούρα και το βόδι

Μύθος του Αισώπου!

Ένας γεωπόνος είχε ένα μικρό χωράφι και μια μέρα θέλοντας να τελειώνει πιο γρήγορα, μαζί με το βόδι έζεψε και τη γαϊδούρα του για να το οργώσουν. Ζορίστηκαν τα ζώα, περισσότερο από άλλες φορές, αν και για την γαϊδούρα ήταν η πρώτη της. Αφού τελείωσαν, γύρισε και είπε στο βόδι.

Τώρα ποιος θα κουβαλήσει τα σύνεργα του γεωπόνου πίσω στο σπίτι;

Και το βόδι της απάντησε…γεωπόνος, γάιδαρος, βόδι

Αυτός που τα κουβαλάει πάντα…δηλαδή εσύ!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο κεραμοποιός, ο γάιδαρος κι ο γαϊδουρολάτης

Μύθος του Αισώπου!

Ένας κεραμοποιός είχε το εργαστήριό του μέσα στην αγορά. Είχε λατρεία με τα πουλιά και γι’ αυτό τα περισσότερα έργα του ήταν πήλινα πουλιά. Μια μέρα έτυχε να περνάει από τον δρόμο εκείνο, ένα γαϊδούρι με τον γαϊδουρολάτη του. Ο γαϊδουρολάτης είχε πιάσει κουβέντα με κάποιον κι έχασε τον έλεγχο του γαϊδουριού του, το οποίο έσκυψε το κεφάλι του μέσα από την πόρτα του εργαστηρίου και με μία άχαρη κίνηση έριξε τον πάγκο με τα πήλινα εκθέματα, σπάζοντάς τα. γάιδαρος

Ο κεραμοποιός, οδήγησε τον γαϊδουρολάτη στα δικαστήρια για να βρει το δίκιο του. Την ημέρα της δίκης, περιμένοντας να εκδικαστεί η υπόθεση, διάφοροι περαστικοί που γνώριζαν τον γαϊδουρολάτη, τον ρωτούσαν για ποιό λόγο δικάζεται κι εκείνος απαντούσε:

Για σκύψιμο γαϊδάρου!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η κατσίκα και το γαϊδούρι

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε, μια κατσίκα κι ένα γαϊδούρι ζούσαν μαζί σε μια φάρμα. Η κατσίκα ζήλευε πολύ το γαϊδούρι γιατί ο ιδιοκτήτης τους, το τάιζε περισσότερο. Μια μέρα η κατσίκα είπε στο γάιδαρο:

γάιδαροςΜπορεί να σε ταϊζει περισσότερο, αλλά το κάνει γιατί σε τιμωρεί. Σε έχει όλη μέρα σε δουλειές του χωραφιού και μετά σε βάζει να κουβαλάς φορτία. Νομίζω πως πρέπει να ξεκουραστείς κι εσύ κάποια στιγμή. Προσποιήσου ότι πέφτεις σε κάποια λακούβα κι ότι χτύπησες. Είναι ο μόνος τρόπος για να μην κάνεις κάτι.

Ο γάιδαρος την πίστεψε και την επόμενη μέρα έπεσε σε μια λακούβα και έκανε τον χτυπημένο. Το αφεντικό τους, φώναξε τον γιατρό ο οποίος αφού εξέτασε το γαϊδούρι, είπε ότι πρέπει να του δώσουν να πιει ζωμό από πνευμόνι κατσίκας για να γιατρευτεί. Έτσι κι έγινε. Έσφαξαν την κατσίκα κι άρχισαν να γιατρεύουν τον γάιδαρο.

Με την διήγηση αυτή ο Αίσωπος θέλει να μας πει ότι όποιος προσπαθεί με ύπουλος τρόπους να καταφέρει κάτι, γίνεται αυτός θύμα στο τέλος. «Όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου, πέφτει ο ίδιος μέσα».

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι μουζικάντες

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

music-gaidarosΜια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας γεωργός και είχε ένα γάιδαρο. Τα χρόνια πέρασαν όμως και ο γάιδαρος γέρασε. Ο γεωργός δεν τον ήθελε πια. Τον πήρε λοιπόν μία μέρα και πήγε και τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον άφησε εκεί δίχως νερό και φαγητό για να ψοφήσει. Για καλή του τύχη, έτυχε να περνάει από εκεί ένας κυνηγός. Ο κυνηγός αυτός είχε μαζί του ένα σκύλο τον οποίο και ήθελε να ξεφορτωθεί. Βλέπετε ο σκύλος είχε κι αυτός γεράσει και δεν έβλεπε καλά. Ήταν τόσο γέρος που κάθε φορά που πήγαινε με το αφεντικό του για κυνήγι δε μπορούσε να πιάσει ούτε ένα λαγό! Ο σκύλος παραξενεύτηκε που είδε τον γάιδαρο εκεί. Τον πλησίασε και τον ρώτησε:

Τι κάνεις καημένε γάιδαρε εδώ;

Δε βλέπεις πως γέρασα; Με έδεσε εδώ το αφεντικό μου για να ψοφήσω.

Και μένα μ’ έδιωξε ο δικός μου, γιατί δε βλέπω πια τους λαγούς στο κυνήγι.music-skylos

Ο γάιδαρος προβληματίστηκε… έδειξε να σκέφτεται πολύ… όταν μια ιδέα του ήρθε στο μυαλό!

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου να πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Αυτό ήταν το μεγάλο όνειρο του γαϊδάρου. Ήθελε μία μέρα να γίνει μεγάλος και τρανός μουσικός.

Έρχομαι!

…απάντησε ο σκύλος και βοήθησε τον γάιδαρο να κόψει το σχοινί που ήταν δεμένος και φύγαν.

Έξω από ένα χωριό και καθώς περπατούσαν, συνάντησαν στο δρόμο τους μια γάτα. Καθόταν σ’ ένα πεζούλι και ήταν πολύ λυπημένη. Έκλαιγε και με ένα λευκό μαντήλι σκούπιζε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τη γάτα:

music-gataΓιατί κλαις συντέκνισσα;

Γιατί κλαίω; Δε βλέπεις πως γέρασα; Δε βλέπω να πιάσω ούτε ένα ποντικό και γι’ αυτό η κυρά μου με έδιωξε από το σπιτικό της.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε η γάτα και μπήκε στη συντροφιά των δύο ζώων.

Εκεί που περπατούσαν, κάποια στιγμή ο σκύλος κουράστηκε και είπε στο γάιδαρο:

Δε μπορώ, καημένε γάιδαρε, να περπατήσω.

Ανέβα στη ράχη μου και θα σε κουβαλήσω εγώ.

…απάντησε ο γάιδαρος. Ο γάιδαρος ανέβασε στη ράχη του πρώτα το σκύλο και έπειτα ανέβασε τη γάτα και συνέχισαν καβάλα στο γάιδαρο το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησα, ώσπου κάποια στιγμή έφτασαν σ’ ένα εξοχικό σπίτι. Πάνω σε μια κολόνα καθόταν ένας πετεινός και λαλούσε. Φαινόταν ανήσυχος και λυπημένος. Ο γάιδαρος πλησίασε και ρώτησε τον πετεινό:

Τι έχεις καημένε πετεινέ και λαλείς έτσι;music-kokoras

Που να στα λέω. Έχει μουσαφιρέους τ’ αφεντικό μου στο σπίτι και θα με σφάξει.

Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας, που πάμε να γίνουμε μουζικάντες;

Έρχομαι!

…απάντησε ο πετεινός και πήδηξε κι αυτός πάνω στο γάιδαρο.

Η συντροφιά των ζώων είχε πια μεγαλώσει και τα τέσσερα ζώα ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι. Πέρασαν γέφυρες και ποτάμια, ανέβηκαν βουνά και περπάτησαν πεδιάδες, ώσπου κάποια στιγμή νύχτωσε και το σκοτάδι τους βρήκε μέσα σ’ ένα μεγάλο δάσος. Γύρισε τότε ο γάιδαρος και είπε στη γάτα:

Ανέβα, γάτα, σ’ ένα ψηλό δέντρο και προσπάθησε να δεις αν φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά, ώστε να περάσουμε το βράδυ μας εκεί.

Έτσι κι έγινε. Με τη βοήθεια των ζώων, η γάτα ανέβηκε πάνω σ’ ένα δέντρο και αφού κοίταξε καλά μέσα στο δάσος, είδε ένα φως. Εκεί βρισκόταν μία καλύβα και μέσα στην καλύβα καθόταν μια συντροφιά από κλέφτες. Μόλις τα ζώα πλησίασαν την καλύβα, κοίταξαν μέσα από το παράθυρο. Ήταν η στιγμή που οι κλέφτες κατέβαζαν ένα μεγάλο καζάνι με φαΐ από τη φωτιά. Του γαϊδάρου του ήρθε τότε μια ιδέα! Σκέφτηκε να τρομάξουν τους κλέφτες και να τους διώξουν μια για πάντα από το καλύβι.

Έβαλαν λοιπόν σιγά σιγά τα κεφάλια τους μέσα από το παράθυρο και, εκεί που δεν το περίμεναν οι κλέφτες, τα τέσσερα ζώα άρχισαν να φωνάζουν δυνατά! Ο γάιδαρος άρχισε να γκαρίζει: γκα-γκα-γκάου, ο σκύλος να γαβγίζει: γάου-γάου-γάου, η γάτα να νιαουρίζει: νιάου-νιάου-νιάου και ο πετεινός να λαλεί: κι-κι-ρί-κου! Φώναζαν τόσο δυνατά που οι κλέφτες τα ‘χασαν. Νόμισαν πως κακοί δαίμονες και ξωτικά τους είχαν ανακαλύψει και το έβαλαν στα πόδια. Μέχρι να πεις κύμινο είχαν όλοι εξαφανιστεί!

Ο γάιδαρος με την παρέα του δεν έχασαν χρόνο. Μπήκαν μέσα στο καλύβι, κάθισαν στο τραπέζι και έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι! Σαν έφαγαν, όμως, νύσταξαν. Ο γάιδαρος βγήκε έξω και κυλίστηκε ολόκληρος στο γρασίδι. Ο σκύλος κάθισε στην πόρτα, η γάτα κούρνιασε στο τζάκι και ο πετεινός ανέβηκε σ’ ένα κλαρί που βρισκόταν μπροστά στο καλύβι.

Όταν νύχτωσε και ενώ οι ήρωες της ιστορίας μας κοιμήθηκαν του καλού καιρού, σε μία άκρη του δάσους ο αρχηγός των κλεφτών τους μάζεψε και τους είπε:

Ποιος είναι παλικάρι να πάει να δει τι γίνεται στο καλύβι;

Εγώ!

…απάντησε ένας.

Άντε λοιπόν, γρήγορα, να πας να δεις.

Έτσι κι έγινε. Ο κλέφτης έτρεξε αμέσως προς την καλύβα, πλησίασε και μπήκε μέσα περπατώντας στις μύτες των ποδιών του. Κανένα από τα τρία ζώα δεν τον άκουσε. Μπήκε λοιπόν μέσα και κρατώντας στα χέρια του ένα λυχνάρι, άρχισε να ψάχνει για φωτιά. Κοίταξε δεξιά… κοίταξε αριστερά… και τι να δει; Κάτι γυάλιζε μέσα στο σκοτάδι. Γυάλιζε τόσο πολύ, που έμοιαζε σαν τη σπίθα της φωτιάς που σιγοκαίει.

Ακόμα να σβήσει η φωτιά…

…σκέφτηκε ο κλέφτης και πλησίασε να ανάψει τη λάμπα του. Αλλά αντί για φωτιά έπιασε… τα μάτια της γάτας! Μέσα στην τρομάρα της η γάτα ξύπνησε και τον άρπαξε από τα μούτρα! Πήγε να βγει έξω και πάτησε… τον σκύλο. Πετάχτηκε ο σκύλος και τον άρπαξε από τα ποδάρια! Βγήκε έξω και για κακή του τύχη έπεσε… πάνω στο γάιδαρο, ο οποίος τον άρχισε στις κλωτσιές! Ο πετεινός, που ξύπνησε κι αυτός, άρχισε να φωνάζει επάνω στο κλαρί κι-κι-ρί-κου πιάστε τον, κι-κι-ρί-κου πιάστε τον! Κι έτσι ο κλέφτης έφυγε άρον άρον τρομαγμένος και γύρισε πίσω στην υπόλοιπη συμμορία. Όταν γύρισε πίσω, οι κλέφτες τον ρώτησαν τι έκανε.

Που να σας τα λέω… Η καλύβα μας είναι στοιχειωμένη! Πάω να δω στο τζάκι ν’ ανάψω φωτιά και μ’ αρπάζει μια στρίγγλα απ’ τα μάτια! Πάω να βγω έξω και μ’ αρπάζει μια άλλη απ’ τα ποδάρια! Βγαίνω έξω και μου δίνει μια μεγάλη στρίγγλα μ’ ένα ξύλο μια και μ’ έριξε κάτω! Άρχισαν τότε να φωνάζουν όλες μαζί δυνατά: «πιάστε τον, πιάστε τον»!

Από εκείνη την ημέρα, οι κλέφτες τρόμαξαν τόσο πολύ που αποφάσισαν να μη πατήσουν ποτέ ξανά στο καλύβι. Να φανταστείτε πως σταμάτησαν ακόμα και να κλέβουν! Όσο για την ιστορία των ζώων μας… μία μέρα κατάφεραν να φτάσουν στην πόλη και να γίνουν μεγάλοι και τρανοί μουσικοί!

Ο γάιδαρος, ο σκύλος, η γάτα και ο πετεινός, τρώγανε και πίνανε και μας δε μας δίνανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Αγοραστής Γαϊδάρου

Donkey– Μύθος του Αισώπου –

Ένας χωρικός θέλησε να αγοράσει έναν γάϊδαρο. Μα επειδή ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα τον βοηθάει στις δουλειές, ζήτησε πρώτα να τον δοκιμάσει. Τον πήρε λοιπόν και τον έβαλε μαζί με τα άλλα γαιδούρια, δίπλα στο παχνί.  Ο γάϊδαρος όμως, προσπερνώντας όλους τους υπόλοιπους, πήγε και στάθηκε δίπλα στον πιο τεμπέλη και καλοφαγά. Βλέποντας με τον καιρό ότι δεν κάνει τίποτα χρήσιμο, τον επιστρέφει στο αφεντικό του. Το αφεντικό του τον ρώτησε πως πήγε η δοκιμή, κι αν αποφάσισε αν θα τον κρατήσει ή όχι. Κι ο αγοραστής του απάντησε:

Δεν μου χρειάζεται άλλη δοκιμή. Κατάλαβα πως μοιάζει με εκείνον που ανάμεσα σε άλλους γαϊδάρους επέλεξε για φίλο.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Ο λύκος, η αλεπού κι ο γάιδαρος

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

donkeyΖούσε μια φορά σε ένα λιβάδι ένας γάιδαρος παχύς και καλοθρεμμένος. Εκεί που έβοσκε μια μέρα τον είδε μια αλεπού και τον ορέχτηκε τόσο πολύ που όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτόταν πώς θα γίνει να τον φάει. Πονηρή καθώς ήταν δεν άργησε να βρει μια λύση και πάει το λοιπόν γρήγορα-γρήγορα στο λύκο:

Που ‘σαι, λύκο; Έλα να δεις πράμα που σου έχω για φάγωμα! Έλα να δεις ένα γάιδαρο!

Όντως ο λύκος ακολουθεί την αλεπού, που τον πάει στο λιβάδι που έβοσκε ο γάιδαρος. Μόλις τον αντίκρισε ο λύκος άρχισαν να του τρέχουν τα σάλια έτσι πεινασμένος που ήταν. Τότε η αλεπού δεν χάνει ευκαιρία και του λέει:

Ξέρεις τι νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε, λύκο;

Τι; Εσύ είσαι έξυπνη όλο και κάτι θα σκέφτηκες.

Να αγοράσουμε μια βάρκα και να τη φορτώσουμε με ελιές. Τότε θα πάρουμε το γάιδαρο τάχα μου για ναύτη, μα μόλις ανοιχτούμε στο πέλαγος θα τον φάμε! Λοιπόν, λύκο, τράβα εσύ να βρεις μια βάρκα και άσε πάνω μου το γάιδαρο. Πάω να του πω την ιδέα μας και θα συμφωνήσει σίγουρα.

Παίρνει δρόμο ο λύκος λοιπόν, και μέχρι να βραδιάσει βρήκε βάρκα, βρήκε κι ελιές και τη φόρτωσε όπως ακριβώς τον πρόσταξε η αλεπού να κάνει. Στο μεταξύ εκείνη, είχε πάει κι είχε πάρει τον γάιδαρο και κατέβαιναν παρέα στο γιαλό να συναντήσουν το λύκο. Μόλις βρέθηκαν όλοι μαζί, ανέβηκαν στη βάρκα και ξεκίνησαν. Κατά μεσής του πελάγους λέει η αλεπού:

Εμείς τώρα ταξιδεύουμε, μα ποιος ξέρει αν θα φτάσουμε ζωντανοί … Θάλασσα είναι αυτή κι έχει πνίξει πολλούς. Για καλό και για κακό εγώ λέω να εξομολογηθούμε μεταξύ μας.

Γίνεται λοιπόν πρώτα ο λύκος παπάς και πιάνει να εξομολογήσει την αλεπού:

Τι αμαρτίες έκανες κυρά- αλεπού;

Έκλεψα κάμποσες κότες, άλλες μοναχά τις έπνιξα και τις παράτησα. Κι έφαγα και κάτι αγριμέλια, λαγούς μα και κουνέλια. Αυτές είναι οι αμαρτίες μου, τέτοια πράγματα έπνιξα και έφαγα.

Μα αυτά δεν είναι τίποτα, κυρά αλεπού! Σκουλήκια της γης είναι! Κάνε τώρα τη δουλειά σου εσύ, έλα κι εξομολόγησε κι εμένα.

Λοιπόν, τι αμαρτίες έχεις κάνει, λύκο μου;

Έφαγα μερικά προβατάκια… Τι μερικά δηλαδή, κάμποσα.. Κοπάδια ολόκληρα για να λέμε την αλήθεια! Και κάμποσα κατσίκια, μα και γελάδες!

Ε αυτά είναι μικρά πράγματα! Σκουλήκια της γης! Σχωρεμένος!

Και μόλις τελειώσαν μεταξύ τους, γυρνάει ο λύκος και λέει στον γάιδαρο:

Έλα κι εσύ κυρ-γάιδαρε να μας πεις τις αμαρτίες σου να σε εξομολογήσουμε.

Εγώ μια φορά, θυμάμαι με είχανε φορτώσει με κάτι τελάρα μαρούλια. Έτσι όπως ήμουν κουρασμένος και πεινασμένος, λιμπίστηκα ένα μαρουλόφυλλο και το ‘κοψα και το έφαγα.

Ααααα! κυρ γάιδαρε!

είπανε κι οι δυο μαζί!

Έφαγες το μαρουλόφυλλο έτσι;  Χωρίς λάδι, χωρίς ξύδι; Μα πώς και δεν πνιγήκαμε σε τούτο το ταξίδι;

Η αμαρτία σου είναι μεγάλη και πρέπει να σε φάμε!

Βρε αμάν!!!

Όχι πρέπει να σε φάμε!

Ο γάιδαρος τα έχασε για λίγο μα μετά αποκρίθηκε:

Καλά… Μόνο κάντε μου μια χάρη τελευταία. Ο πατέρας μου σαν πέθανε πριν χρόνια μ’ άφηκε μια γραφή και την έχω εδώ, στο πέταλο του ποδαριού μου. Έλα κυρ – λύκε διάβασέ τη μου, να μάθω τι γράφει και μετά μπορείτε να με φάτε.

Σηκώνει ο γάιδαρος τότε το πισινό του το ποδάρι, σκύβει ο λύκος για να δει, μα του πατάει ο γάιδαρος μια κλωτσιά που τον έστειλε με μιας στον πάτο της θάλασσας. Σαν το είδε αυτό η αλεπού τρόμαξε τόσο που πήδηξε από τη βάρκα για να γλυτώσει μα πνίγηκε κι αυτή. Έτσι λοιπόν, ο γάιδαρος γλύτωσε και του έμεινε και η βάρκα με τις ελιές!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λέν’ στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Κατά φωνή και ο γάιδαρος!

donkeyΗ φράση που αναζητούμε για την εβδομάδα που ακολουθεί, είναι η «Κατά φωνή και ο γάιδαρος!». Γράψτε μας τα σχόλιά σας, τι πιστεύετε για την προέλευση της φράσης και μοιραστείτε μαζί μας την χαρά της αναζήτησης…

Τα λέμε σε μια εβδομάδα!

Προέλευση (τελευταία ενημέρωση 15/09/2013):

Οι πληροφορίες μας για την προέλευση της φράσης, συμφωνούν με το σχόλιο που έχει αναρτηθεί. Δηλαδή ότι «τον γάιδαρο στην αρχαία Ελλάδα τον είχαν για ιερό ζώο. Όταν ένας γάιδαρος μούγκριζε πριν από κάποια μάχη, έλεγαν ότι είναι σημάδι των θεών και σίγουρα θα κέρδιζαν τον αντίπαλο.
Οι Μακεδόνες τον 4ο αιώνα π.Χ. με βασιλιά το Φίλιππο κινήθηκαν εναντίων της Αθήνας. Ο αρχηγός του αθηναϊκού στόλου ο Φωκίωνας, επειδή οι Μακεδόνες ήταν περισσότεροι. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα καταφέρουν να νικήσουν. Σκέφτηκε λοιπόν να ξεκινήσει αργότερα τη μάχη, ώσπου να φτάσει η βοήθεια από την Αθήνα όπως του υποσχέθηκαν. Πριν να προλάβει να δώσει εντολή για υποχώρηση άκουσε από τα στρατόπεδο του ένα μουγκρητό από γάιδαρο. Τότε γεμάτος ενθουσιασμό είπε..

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος.

Αντί για υποχώρηση ξεκίνησε τη μάχη και νίκησε τους Μακεδόνες όπου και υποχώρησαν.»

Categories: Παροιμίες - Γνωμικά | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Ο γάιδαρος και το αλάτι

Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό ένας χωρικός που είχε ένα γάιδαρο και τον χρησιμοποιούσε για να κάνει τις διάφορες δουλειές του.

Επειδή ο γάιδαρος, του ήταν πολύ χρήσιμος, τον αγαπούσε και τον περιποιόταν και πολλές φορές του συγχωρούσε και τα γαϊδουρινά του πείσματα.

Μια μέρα, ο χωρικός φόρτωσε κοφίνια με αλάτι το γάιδαρο, και κίνησε να τα πάει στο διπλανό χωριό όπου θα μπορούσε να τα πουλήσει. Όμως για να φτάσουν σ’ αυτό το χωριό, έπρεπε να περάσουν ένα ποτάμ

Καθώς λοιπόν το περνούσαν, ο γάιδαρος παραπάτησε και βούλιαξε μέσα στο νερό.

Το αλάτι όμως, μόλις βρέθηκε μέσα στο νερό, έλιωσε κι έτσι ο γάιδαρος σηκώθηκε ανάλαφρος από μέσα.

Ο χωρικός στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε το αλάτι, αλλά ο γάιδαρος ήταν πολύ ευχαριστημένος.

Μια άλλη μέρα, ο χωρικός φόρτωνε ξανά κοφίνια το γάιδαρο, αλλά αυτή τη φορά τα κοφίνια είχαν μέσα σφουγγάρια. Ο γάιδαρος νόμιζε πως θα μπορούσε να γλιτώσει και τώρα από το φορτίο του και έτσι, την ώρα που περνούσαν ξανά από το ποτάμι έκανε πως γλίστρησε και βούλιαξε ξανά μες το νερό.

Όμως τα σφουγγάρια απορρόφησαν νερό και βάρυναν κι έτσι ο γάιδαρος δεν μπόρεσε να βγει στην επιφάνεια και πνίγηκε.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: