Posts Tagged With: Βραζιλία

Ο μύθος της μπλε καρακάξας

Τον παρακάτω μύθο μας έστειλε και αναρτούμε στην σελίδα μας για λογαριασμό του, ο φίλος και μέλος της ομάδας μας, Τάσος Καμπουράκης από το Σάο Πάολο της Βραζιλίας.

Στη νότια Βραζιλία ο μύθος της μπλε καρακάξας είναι χαρακτηριστικός ειδικά στην πολιτεία του Παρανά. Η μπλε καρακάξα είναι το πουλί που εξαιτίας του φυτρώνει το δέντρο Ακουάρια που θεωρείται δέντρο σύμβολο στην πολιτεία του Παρανά.

Μπλε καρακάξα

Η μπλε καρακάξα

Σύμφωνα με τον μύθο για πολλά χρόνια η μπλε καρακάξα ήταν απλά ένα καφέ πουλί όπως και όλα τα υπόλοιπα του είδους της. Μια μέρα όμως η μπλε καρακάξα σκέφτηκε να ζητήσει από τον Θεό να της δώσει μια αποστολή που θα ήταν πολύ χρήσιμη και σημαντική. Τότε ο Θεός της έδωσε ένα φυτό. Η καρακάξα το πήρε με το σκληρό ράμφος της, άνοιξε το εσωτερικό του φυτού και έφαγε το πιο λεπτό μέρος. Το μεγαλύτερο, το πιο παχύ που περιείχε την ρίζα του φυτού την κράτησε για να την φάει αργότερα και την έθαψε στο έδαφος για να μην την βρει κανένας. Μετά από λίγες μέρες όμως ακόμα και η ίδια ξέχασε που την είχε θάψει.

Η μπλε καρακάξα προσπάθησε πολύ. Έψαχνε για μέρες ολόκληρες αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Δεν κατάφερε να βρει το άλλο μέρος του καρπού που είχε περισσέψει. Παρ’ όλα αυτά συνειδητοποίησε οτι στο μέρος που είχε θάψει τον καρπό φύτρωσε το δέντρο Ακουάρια. Όταν το δέντρο μεγάλωσε και άρχισε να δίνει καρπούς η μπλε καρακάξα έτρωγε το πιο λεπτό μέρος του καρπού και έθαβε τους σπόρους της ρίζας με αποτέλεσμα να φυτρώνουν νέα δέντρα. Έτσι μετά από χρόνια κάλυψε ένα μεγάλο μέρος της πολιτείας του Παρανά με χιλιάδες δέντρα δημιουργώντας δάση από Ακουάρια. Όταν ο Θεός είδε το έργο της μπλε καρακάξας αποφάσισε να της δώσει για βραβείο το χρώμα του ουρανού έτσι ώστε οι άνθρωποι να την αναγνωρίζουν και να εκτιμάνε την προσπάθεια και την αφοσίωσή της. Έτσι από σκούρο πουλί έγινε μπλε.

Υ.Γ. Η μπλε καρακάξα είναι η μασκότ της ομάδας Paraná Clube, Curitiba σημαντική ομάδα ποδοσφαίρου.

Advertisements
Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η μαϊμού και η κούκλα από πίσσα

Λαϊκό παραμύθι της Βραζιλίας, μεταφρασμένο από το μέλος των Παραμυθάδων και κάτοικο του Sao Paulo (Σάο Πάολο), Αναστάσιο Καμπουράκη!

monkeyΉταν κάποτε μια μαϊμού που πουλούσε χυλό. Για τον λόγο αυτό, κάθε μέρα κατέβαινε στην πόλη και  φώναζε:

Ποιος θέλει χυλό; Έχω καλό χυλό, ωραίο και ζεστό!

Εκεί ζούσε κι ένα κορίτσι το οποίο κάθε μέρα, αγόραζε από την μαϊμού μια κούπα χυλό. Η μαϊμού, πάντα την πείραζε και της έκανε αστεία και χαζομάρες, όμως στο κορίτσι δεν του άρεσε αυτή η συμπεριφορά και δεν δεχότανε τα πειράγματά της.

Φύγε…εσύ είσαι χρήσιμη μόνο για να πουλάς χυλό…

… της είπε μια μέρα κι η μαϊμού θύμωσε με το κορίτσι και σκέφτηκε: Θα μου το πληρώσει αυτό…θα της δείξω εγώ.

Την επόμενη μέρα, η μαϊμού γέμισε μια κατσαρόλα με βρωμερά σκουπίδια κι αποφάγια. Την σκέπασε καλά με μια λευκή πετσέτα και πήγε στο σπίτι της κοπέλας για να της προσφέρει δήθεν χυλό. Το κορίτσι της άνοιξε την πόρτα και έφερε μια κούπα για να την γεμίσει με χυλό. Αντί αυτού όμως, είδε να γεμίζει με σκουπίδια, ενώ ότι δεν χώρεσε στην κούπα, η μαϊμού της το έριξε στο κεφάλι της. Της φάνηκε τόσο αστείο και έξυπνο αυτό που έκανε, που άρχισε να χοροπηδάει γύρω της και να γελάει δυνατά, ενώ φεύγωντας της φώναξε:

Δεν ήθελες να παίξεις μαζί μου ε; Τώρα μείνε με τα σκουπίδια και την βρωμιά.

Το κορίτσι έγινε έξαλλο και πήγε να πλυθεί για να καθαριστεί. Αυτή η μαϊμού θα μου το πληρώσει, σκέφτηκε, τώρα θα την εκδικηθώ.

Χωρίς να χάσει χρόνο, το κορίτσι ζήτησε από έναν κουκλοποιό να κάνει μια κούκλα με πίσσα που όμως εξωτερικά να είναι λαμπερή και όμορφη σαν ένα πραγματικό κορίτσι. Μετά από λίγες ημέρες η μαϊμού περνούσε μπροστά από το σπίτι του κοριτσιού. Έξω στην πόρτα είδε την κούκλα που στεκότανε και νόμισε ότι ήταν ένα αληθινό κορίτσι και άρχισε να της μιλάει κάνοντας κομπιλεμέντα  και φιλοφρονήσεις. Φυσικά η κούκλα δεν της απάντησε. Αυτό, εξόργισε την μαϊμού η οποία έξαλλη της φώναξε:

Να μην είσαι τόσο περήφανη κοπέλα και να μιλάς όταν σου μιλάνε, αλλιώς θα σου δώσω ένα χαστούκι!

Φυσικά, η κούκλα έμενε ακίνητη κι αυτό φούντωσε τη μαϊμού, που της επιτέθηκε και την χαστούκισε. Μα το χέρι της κόλησε πάνω στην κούκλα.

Αν δεν αφήσεις το χέρι μου θα σου δώσω κι άλλο χαστούκι!

Φώναξε ξανά η μαϊμού προς την κούκλα κι επειδή αυτή δεν αντέδρασε, την χτύπησε και με το άλλο της χέρι το οποίο κόλησε κι αυτό. Ακόμα πιο θυμωμένη φώναξε και πάλι:

Αν δεν αφήσεις τα χέρια μου θα σου δώσω δύο κλωτσιές!

Κι επειδή η κούκλα έμεινε ακίνητη, την κλότσησε και με τα δυο της πόδια τα οποία έμειναν κι αυτά κολημένα πάνω της. Τέλος κόλησε και το κεφάλι της αφού και με αυτό προσπάθησε να την χτυπήσει. Τότε το κορίτσι φώναξε τους φίλους της για να πιάσουν τη μαϊμού και να της δώσουν ένα γερό μάθημα για να μην κάνει τέτοιες ανοησίες.

Τί τα θες όμως; Η μαϊμού δεν πήρε το μάθημά της, διότι μετά από μερικές ημέρες ήταν και πάλι πίσω στους δρόμους πουλώντας χυλό και κάνοντας τα ίδια και χειρότερα από πριν. Εξάλλου, αυτός είναι ο ρόλος της μαϊμούς. Να κάνει γελοιότητες!

Ψέματα η Αλήθεια έτσι λεν τα Παραμύθια!!!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο θρύλος της Υάρας – Μητέρας των υδάτων του Αμαζονίου

Ο παρακάτω μύθος μεταφράστηκε από τα βραζιλιάνικα από το μέλος των Παραμυθάδων Αναστάσιο Καμπουράκη, κάτοικο της πόλης Σάο Πάολο.

amazonΞαπλωμένη στη λευκή άμμο των ρευμάτων του Αμαζονίου, με τα νερά να καλύπτουν το σώμα της Υάρα, μια ινδιάνα της φυλής των Ταπούια, τραγουδούσε ενώ το ελαφρό αεράκι ανέμιζε τα μαλλιά της. Τα μακριά της μαύρα μαλλιά ήταν τόσο σκοτεινά όσο και τα μάτια της. Λουλούδια του δάσους είχαν πέσει στο κεφάλι της και έμοιαζαν σαν ένα στέμμα . Tα κόκκινα χείλη της σχημάτιζαν ένα γλυκό χαμόγελο. Ποτέ δεν υπήρξε πιο όμορφο κορίτσι σε όλη την περιοχή του Αμαζονίου. Ακόμα πιο όμορφη όμως ήταν η φωνή της. Όταν τραγουδούσε, η μελωδία διέσχιζε το τροπικό δάσος του Αμαζονίου και έφτανε στα κανό των αλιέων και των Ινδιάνων πολεμιστών που κυνηγούσαν στο δάσος.

Μια έναστρη νύχτα, ένας πολεμιστής της φυλής την άκουσε να τραγουδά και ανατρίχιασε. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά. Χρειάστηκε να βάλει όλη τη ψυχική του δύναμη για να ξεφύγει από τη γοητεία της φωνής της Υάρας. Κάθε νύχτα άκουγε την ίδια μελωδία. Κάθε νύχτα ζούσε με τον κίνδυνο να μαγευτεί. Μέχρι που μια νύχτα δεν άντεξε και άκουσε την φωνή της καρδιάς του.

Πρέπει να τη δώ από κοντά, σκέφτηκε, ακόμα κι αν είναι μόνο για μια φορά.

Δεν πέρασαν πολλές μέρες, κι ο πολεμιστής ταξίδευε στο ποτάμι με το κανό του. Νύχτωσε κι έφθασε το βράδυ χωρίς να το καταλάβει. Ξαφνικά η μελωδία της Υάρας άρχισε να ακούγεται πολύ κοντά στο σημείο όπου ήταν ο πολεμιστής. Το κεφάλι μιας γυναίκας πρόβαλε έξω από το νερό. Ήταν το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Η Υάρα του χαμογέλασε και αυτός την κοίταξε και ξέχασε πια που ήταν. Προσπάθησε να αντισταθεί και θυμήθηκε τις συμβουλές της μητέρας του: Μην παρασυρθείς ποτέ από την γοητεία της Υάρας.

Όμως ήταν πολύ αργά. Η καρδιά του, σχεδόν του βγήκε από το στόμα. Το κανό έχασε το δρόμο του και ακολούθησε το ρεύμα, ενόσω αυτός ήταν οδηγημένος από τη φωνή και την μελωδία της Υάρας. Όταν το κατάλαβε ήταν ήδη στα μέσα του Αμαζονίου με τα καταρρακτώδη νερά του, σχεδόν αδύνατον για κάποιον να αντέξει την δύναμή τους. Τότε λοιπόν αυτός γύρισε το πρόσωπό του για να μην την βλέπει και έκανε μια μεγάλη προσπάθεια για να μην βουλιάξει το κανό και κατόρθωσε να φθάσει στην όχθη του ποταμού.

Τις επόμενες ημέρες απομακρύνθηκε από τους φίλους του. Δεν ήθελε ούτε να κυνηγήσει ούτε να ψαρέψει. Ο πολεμιστής της φυλής των Ταπούια έχανε της ώρες του κοιτώντας τα νερά του ποταμού επιθυμώντας να ξαναδεί την Υάρα. Ένα βράδυ δεν μπόρεσε να αντισταθεί, μπήκε στο κανό και κατέπλευσε από τα ρεύματα του ποταμού Αμαζονίου. Δεν άργησε η στιγμή που ακούστηκε και πάλι η μελωδία της Υάρας. Δίχως να χάσει χρόνο κατευθύνθηκε προς το μέρος της. Αλλά όσο περισσότερο πλησίαζε, τόσο περισσότερο η φωνή ακουγότανε πιο μακρινή, μέχρι που σε μια στιγμή το κεφάλι της όμορφης Υάρας ξεπρόβαλλε και πάλι από τα νερά. Χαμογέλασε και άρχισε να τραγουδά μια νέα μελωδία, πιο όμορφη από την άλλη.

Ο πολεμιστής βούτηξε προς το μέρος της. Η Υάρα με τα μακριά της χέρια τον αγκάλιασε. Τον τράβηξε κοντά της και τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα υπέροχο φιλί αγάπης. Ο πολεμιστής Ταπούια τα ξέχασε όλα, γιατί για εκείνον αυτή η στιγμή άξιζε για όλη του την ζωή. Η Υάρα στη συνέχεια βυθίστηκε στα νερά του Αμαζονίου παρασύροντας μαζί της και τον πολεμιστή. Τα χείλη τους δεν είχαν ξεκολήσει ακόμα και το φιλί της αγάπης δεν άργησε να γίνει φιλί του θανάτου.

Αρκετές ημέρες αργότερα το σώμα του βρέθηκε στις όχθες του ποταμού. Στα χείλια του, καταβροχθισμένα από τα δόντια πιράνχας, βρισκόταν ακόμα τα σημάδια των φιλιών της Υάρας.

Αυτός είναι o ινδιάνικος θρύλος της Υάρας, που θεωρείται από τον πληθυσμό των γηγενών της Βραζιλίας ως Μητέρα των νερών του ποταμού Αμαζονίου. Όποιοι γοητεύονται και πέφτουν στην αγκαλιά της, το πεπρωμένο τους είναι ο θάνατος.

Categories: Μύθοι, Ξένα παραμύθια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι άνθρωποι των βυθών

Μύθος από τη Βραζιλία – 

Πολύ κοντά στη θάλασσα, ο Μιγκέλ ζούσε φτωχικά γιατί δεν ήταν ψαράς και το μόνο που είχε ήταν μερικά μέτρα γης όπου καλλιεργούσε κουκιά. Κουραζόταν πολύ με το άγονο έδαφος κι η συγκομιδή του δεν ήταν ποτέ αρκετή. Ωστόσο ρίχνοντας μπόλικη κοπριά που μάζευε από το δρόμο, κατάφερε να πλουτίσει τη γη τόσο, που μια βροχερή χρονιά, η συγκομιδή δε θα ήταν πολύ πλούσια. Κάθε μέρα παρακολουθούσε την ωριμότητα τους και περίμενε ανυπόμονα την εποχή της συγκομιδής.

Κι η εποχή αυτή είχε φτάσει, όταν κάποιο πρωί ανακάλυψε πως τα μισά κουκιά του είχαν εξαφανιστεί τη νύχτα. Έξαλλος, όταν βράδιασε, πήρε ένα ρόπαλο και κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο.

Το φεγγάρι ήταν ολόγιομο και σκόρπιζε στη γη τόσο φως, που νόμιζες πως ήταν μέρα. Ο καιρός ήταν καλός και ο μόνος θόρυβος που ακουγόταν ήταν το μούγκρισμα των κυμάτων στη γειτονική ακτή. Παλεύοντας με τον ύπνο, ο Μιγκέλ περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα είδε μια γυναίκα με ένα μακρύ άσπρο φόρεμα να μπαίνει στο χωράφι του και να μαζεύει τα κουκιά. Ο χωρικός έτρεξε να την προλάβει. Μόλις όμως τον είδε η γυναίκα, άρχισε να τρέχει προς την ακτή, αλλά το μακρύ της φόρεμα την εμπόδιζε και έπεσε στην άμμο. Εκεί τη σταμάτησε ο Μιγκέλ. Έγινε μια σύντομη πάλη, αλλά ο άντρας ήταν τόσο δυνατός κι η γυναίκα νικήθηκε γρήγορα.

Ο Μιγκέλ είδε τότε πως ήταν νέα και όμορφη.

– Ποια είσαι;

…την ρώτησε.

– Δε θα το μάθεις.

…του απάντησε σκληρά εκείνη.

– Δεν είσαι από εδώ. Δε σ’ έχω ξαναδεί.

Η γυναίκα δεν του απάτησε κι ο Μιγκέλ, κοιτάζοντας το κοφίνι της, είδε πως ήταν πλεγμένο από λεπτά φύκια.

– Από που είσαι λοιπόν κι έχεις κοφίνι από φύκια;

Η κοπέλα δίστασε λίγο και βλέποντας πως ο χωρικός δε θα την άφηνε, του είπε:

– Με λένε Κοντσίτα και ανήκω στο λαό, που ζει στα βάθη των θαλασσών.

Ο Μιγκέλ είχε ακούσει για αυτό το μυστηριώδη λαό, αλλά ποτέ δεν είχε πιστέψει πως υπήρχε. Αναστατωμένος, θυμήθηκε τα λόγια που του είχε πει κάποτε η μητέρα του.

«Οι κοπέλες του βυθού έχουν μάτια σαν τα φύκια και τα χείλη τους έχουν τη γεύση της αλμύρας.»

Αναγκάζοντας την κοπέλα να στρέψει το βλέμμα της προς τη σελήνη, είδε πως τα μάτια της ήταν καταπράσινα. Τη φίλησε. Τα χείλη της ήταν αλμυρά. Ο Μιγκέλ της ζήτησε να γίνει γυναίκα του κι η Κοντσίτα δέχτηκε να τον παντρευτεί, αφού εκείνος της υποσχέθηκε πως δε θα καταριόταν ποτέ τους ανθρώπους του βυθού.

Η κοπέλα του χάρισε τρία όμορφα παιδιά κι ο χωρικός ήταν ευτυχισμένος. Ωστόσο η ευτυχία του Μιγκέλ δεν ήταν τέλεια, γιατί η γυναίκα του σκεφτόταν περισσότερο τον εαυτό της από τα παιδιά της. Δεν ήξερε να μαγειρεύει κι ούτε έπλενε και συγύριζε το σπίτι. Ο φτωχός χωρικός έπρεπε να ασχολείται με το σπίτι και να δουλεύει και στο χωράφι του.

Ζούσαν μαζί πέντε χρόνια, όταν κάποια μέρα ο Μιγκέλ, που ήταν πολύ κουρασμένος, άφησε το θυμό του να ξεσπάσει και φώναξε:

– Δεν είσαι ούτε καλή μητέρα, ούτε καλή σύζυγος. Δεν ξέρω πως ανατράφηκες, μα δεν είδα καμιά κοπέλα του τόπου μου να είναι τόσο αμελής και τεμπέλα σαν εσένα.

– Δε μ’ ενδιαφέρουν οι κοπέλες του τόπου σου. Για μένα οι μόνοι άνθρωποι που αξίζουν είναι εκείνοι που ζουν στο βυθό.

…του απάντησε η Κοντσίτα.

Τυφλωμένος από το θυμό του, ο Μιγκέλ την πλησίασε λέγοντας:

– Και εγώ αδιαφορώ για τους ανθρώπους του βυθού! Καταραμένοι να’ ναι!

Η Κοντσίτα, ακούγοντας τα λόγια του Μιγκέλ, έφυγε από το σπίτι. Ο Μιγκέλ νόμισε για μια στιγμή, πως θα πήγαινε να κρυφτεί σε καμιά γωνιά. Όταν όμως είδε τα παιδιά του να την ακολουθούν, άρχισε να ανησυχεί. Κι η ανησυχία του έγινε έκπληξη, όταν το τραπέζι, ο μπουφές, τα κρεβάτια και όλα τα έπιπλα του σπιτιού άρχισαν να πηγαίνουν πίσω από την Κοντσίτα.

Ο καημένος προσπάθησε να κρατήσει τουλάχιστον τον γάιδαρο του, που έφευγε κι αυτός, και τότε το ίδιο το σπίτι τραντάχτηκε και άρχισε να κατηφορίζει προς τη θάλασσα.

Ο Μιγκέλ ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν και αναγκάστηκε να στηριχτεί σε ένα δέντρο για να μην πέσει. Και από εκεί έβλεπε την οικογένεια του κι όλο του το βιος να χάνονται στα κύματα.

Έμεινε μόνος, χωρίς τίποτα. Ακόμη και τα εργαλεία του χάθηκαν κι ένας γείτονας του χάρισε τον κασμά του για να σκάψει το χωράφι του. Γιατί ήταν άξιος και ξανάρχισε πάλι τη δουλειά του. Κουραζόταν πολύ κι η συγκομιδή δεν ήταν πάντα ικανοποιητική, αλλά ποτέ πια κανείς δε βγήκε από τον ωκεανό να κλέψει τα κουκιά του.

Ο μύθος «Οι άνθρωποι των βυθών» μας έρχεται από την Βραζιλία

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: