Posts Tagged With: Βασιλόπουλο

Το σκλαβί

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης. Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Από την παρουσίαση του παραμυθιού "το σκλαβί" στις 28 Μαϊου 2015

Από την παρουσίαση του παραμυθιού «το σκλαβί» στις 28 Μαϊου 2015

Στα παλιά τα χρόνια, τα χρόνια των βασιλιάδων, ένας βασιλιάς προσπαθούσε με την γυναίκα του να κάνει παιδί μα δεν τα κατάφερναν. Από τον φόβο του μήπως και δεν δει απόγονο, ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει παιδί με μια σκλάβα που είχαν στο παλάτι. Έτσι κι έγινε. Παρόλα αυτά, έμεινε έγκυος κι η γυναίκα του. Έτσι, μετά από μήνες εννέα, δύο αγόρια γεννήθηκαν κι άρχισαν να μεγαλώνουν μαζί. Παίζανε, διαβάζανε, πήγανε και τελειώσανε το σχολείο, πάντα μαζί. Το παιδί που είχε αποκτήσει με την σκλάβα, το σκλαβί, ήταν έξυπνο και φρόνιμο. Όχι όμως και το βασιλόπουλο που ήταν χοντροκέφαλο και κακομαθημένο. Συνέχεια γυρνούσε από ταβέρνες σε καταγώγια και μάταια από πίσω του έτρεχε και το σκλαβί για να τον συμβουλεύει. Μα το βασιλόπουλο, δεν έπαιρνε από λόγια κι όλο τριγύριζε με τους χαμένους και τους χαραμοφάηδες.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο είδε σε έναν πίνακα την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και την ερωτεύτηκε. Από τον έρωτα, αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι. Διάφοροι γιατροί περάσανε από το παλάτι, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τότε, το βασιλόπουλο πήρε μιαν απόφαση. Να πάει και να ψάξει να βρει την όμορφη του κόσμου, αφού αυτή ήταν η αιτία της αρρώστιας του. Είπε την ιδέα του στο σκλαβί. Το σκλαβί από την μεριά του, αγαπούσε πολύ το βασιλόπουλο κι έτσι αποφάσισε να πάει μαζί του για να το προσέχει.

Οι δύο νέοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά και πατέρα τους και του είπαν:

Πατέρα μου και βασιλιά, σοφέ και σεβαστέ μας.

Δώσε μας την ευχή σου εσύ και την καλή ορμήνια.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρουμε, να ζήσουμε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγουμε να πάμε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, αν δώσεις την ευχή σου!

Αυτά είπανε στον βασιλιά, μα για την όμορφη του κόσμου, δεν βγάλανε μιλιά. Ο βασιλιάς σούφρωσε το πρόσωπό του. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Έπειτα, ανασηκώθηκε, στάθηκε ανάμεσά τους, τους έπιασε από τον ώμο και με συμβουλευτική φωνή τους είπε:

Με την ευχή μου γιόκα μου κι εσύ σκλαβόπουλό μου,

με την ευχή μου και οι δυο να πάτε και να ‘ρθείτε.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρετε, να ζήσετε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγετε να πάτε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, την δίνω την ευχή μου!

Μα ο βασιλιάς, δεν έδωσε μονάχα την ευχή του. Έδωσε και κατάρα συνάμα, αν παρακούσουν τις συμβουλές του. Τις τρεις συμβουλές του. Συμβουλή πρώτη:

 Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το παλάτι,

και πριν να συναντήσετε το δάσος με τις λεύκες,

ένα καλύβι ξύλινο θα βρείτε εκεί πέρα.

Καλύβι δίχως κλειδαριά και δίχως νοικοκύρη.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή δεύτερη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το καλύβι

κι αφού επερπατήσετε το δάσος με τις λεύκες,

τεράστιο δέντρο, γέρικο θα υψωθεί μπροστά σας.

Δέντρο με δίχως φύλλωμα, δίχως σκιά στη ρίζα.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Καθίστε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή τρίτη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε αλάργ’ από το δάσος

κι αφού σε κάμπο πράσινο και ανθισμένο μπείτε,

καταμεσής του βρίσκεται πύργος καλοχτισμένος.

Η πύλη του ορθάνοιχτη κι οι σύρτες σκουριασμένοι.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Αυτές τις τρεις συμβουλές τους έδωσε μαζί με την ευχή του και δίχως να χάσουν χρόνο, οι δύο νέοι ξεκίνησαν την άλλη μέρα κιόλας το μακρινό τους ταξίδι.

Περπάτησαν πολύ. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες … παρά μία μέρα, είκοσι, όταν έφτασαν μπροστά σε ένα καλύβι. Ήταν ακριβώς όπως τους το είχε περιγράψει ο βασιλιάς. Μπήκανε μέσα. Γεμάτο μαξιλάρες και παχιά χαλιά. Κάθισαν να ξαποστάσουν και τότες άρχισαν να έρχονται μόνα τους, λογιώ-λογιώ φαγητά και γλυκά, πιοτά και καφέδες, ναργιλέδες και τσιμπούκια. Αφού φάγανε και ήπιανε κι αφού χορτάσανε, το βασιλόπουλο νύσταξε κι έστρωσε να κοιμηθεί. Μα το σκλαβί, θυμήθηκε τη συμβουλή του βασιλιά και είπε στο βασιλόπουλο:

– Μα τι κάνεις; Ξέχασες ότι ο αφέντης μας, μας έδωσε ευχή και κατάρα αν πέσουμε να κοιμηθούμε μέσα στο καλύβι;

– Τι λες βρε; Εδώ βρήκαμε τέτοιες μαξιλάρες και τέτοια στρώματα κι εσύ θες να τα αφήσουμε και να πάμε έξω να κοιμηθούμε;

– Ήταν συμβουλή του βασιλιά μας. Θες να την παρακούσουμε;

– Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά εγώ θα ξαπλώσω εδώ. Δεν βγαίνω έξω στο κρύο ή στον φόβο να με φάνε τα άγρια ζώα.

Το βασιλόπουλο ξάπλωσε κι όπως ήταν κουρασμένο, το πήρε αμέσως ο ύπνος. Το σκλαβί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Να δεις, που κάτι κακό θα γίνει εδώ, σκέφτηκε. Πήγε κι έκατσε στην πόρτα απέναντι. Έβγαλε το τόξο του και το ακούμπησε δεξιά του. Έβγαλε και το σπαθί του και το ακούμπησε αριστερά του. Πήρε και τον ναργιλέ κι άρχισε να καπνίζει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και σεισμός μεγάλος τάραξε το καλύβι κι εμφανίστηκε μπροστά του ένας δράκος, ένα θεριό μεγάλο με τρία κεφάλια. Βλέπει ο δράκος το σκλαβί να καπνίζει και το βασιλόπουλο να κοιμάται:

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε σε τούτο το καλύβι

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά χαλιά μου!

Ο δράκος θυμωμένος πολύ απευθύνθηκε προς το σκλαβί, το οποίο χωρίς να δείχνει και ιδιαίτερα ανήσυχο του απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θύμωσε ακόμα πιο πολύ και είπε στο σκλαβί:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Μα το σκλαβί δεν έδειξε καθόλου φόβο κι ανασηκωμένο πια, ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει και τα τρία κεφάλια του δράκου ο οποίος έπεσε με δύναμη κάτω. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στην στιγμή μέχρι τα γόνατά σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί κόβει με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Κόβει τις γλώσσες του και τις βάζει στο ταγάρι του. Κάνει κομμάτια το σώμα του και το θάβει μακριά από το καλύβι. Γυρνάει, ξεπλένει και καθαρίζει το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια πέφτει να κοιμηθεί. Μα ήδη είχε χαράξει, και μετά από λίγο ξύπνησε και το βασιλόπουλο από τον βαθύ του ύπνο. «Εϊ, ξύπνα…μου αρέσει που ήθελες να φυλάξεις και βάρδια…ξύπνα, ξημέρωσε!» Φώναξε το βασιλόπουλο στο σκλαβί κι εκείνο υποκρίθηκε πως ξύπνησε εκείνη τη στιγμή. «Συγχώρα με αδερφέ μου, αλλά φαίνεται πως με πήρε κι εμένα αμέσως ο ύπνος!»

Κάθισαν για λίγο περιμένοντας να αρχίσουν να έρχονται φαγητά για πρωινό, μα μάταια. «Δεν το έχουν έθιμο εδώ να φέρνουν πρωινό φαίνεται», ακούστηκε το βασιλόπουλο να μονολογεί, μα το σκλαβί κατάλαβε πως με τον θάνατο του δράκου σταμάτησε και το ανεξήγητο αυτό περιστατικό. Έτσι, σηκώθηκαν και πήραν πάλι το δρόμο για το ταξίδι τους. Περπάτησαν μέρες πολλές. Πέντε μέρες, δέκα και φτάσανε στο δάσος με τις λεύκες. Δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι και βρέθηκαν μπροστά σε ένα γέρικο δέντρο, χωρίς φύλλωμα και σκιά στην ρίζα του, όπως ακριβώς τους το είχε περιγράψει κι ο βασιλιάς αφέντης τους. Από κάτω του, μαξιλάρια και κιλίμια στρωμένα υπήρχαν. Κουρασμένοι και οι δυο τους, κάθισαν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μονάχα τους, φαγητά διάφορα και ποτά. Κι αφού φάγανε, συνέχισαν να έρχονται γλυκά, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Όταν τελειώσανε όλα, το βασιλόπουλο έγειρε και πάλι στα κιλίμια και τα μαξιλάρια για να κοιμηθεί μα το σκλαβί του θύμισε τα λόγια του βασιλιά τους. Του ζήτησε να σηκωθεί και να πάνε παραπέρα από το δέντρο να κοιμηθούν. Άδικα μιλούσε όμως. Το βασιλόπουλο είχε ήδη κοιμηθεί. Έτσι, το σκλαβί, κάθισε και πάλι ξύπνιο να φυλάει σκοπιά, φοβούμενο ότι κάτι κακό θα συμβεί ξανά. Τέντωσε το τόξο του και το έβαλε στο πλάι του. Έβγαλε το σπαθί του από την θήκη και το ακούμπησε κι αυτό κατάχαμα και περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα, η γης σείστηκε και εμφανίστηκε ένας δράκος με έξι κεφάλια. Ένα θεριό άγριο και τρομερό. Κοίταξε το σκλαβί που ήταν καθισμένο και το βασιλόπουλο που κοιμότανε του καλού καιρού.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στο γέρικό μου δέντρο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Δίχως φόβο το σκλαβί ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα τέσσερα κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και με δυο κινήσεις γρήγορες, του κόβει και τα άλλα δυο κεφάλια. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο δράκος, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό από κάτω ως την μέση.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Έκοψε και τις γλώσσες του και τις έβαλε στο ταγάρι του. Έκανε κομμάτια το σώμα του και το έθαψε μακριά από το δέντρο. Γύρισε, καθάρισε το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια έπεσε να κοιμηθεί. Μετά από ώρες, πρώτο ξύπνησε το βασιλόπουλο που άρχισε να φωνάζει και να κοροϊδεύει το σκλαβί… «Ξύπνα βρε υπναρά, μεσημέριασε!» Και το σκλαβί σηκώθηκε παριστάνοντας τον νυσταγμένο και πάλι. Κι αφού πήραν δυνάμεις, ξεκίνησαν πάλι το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησαν. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι, ώσπου φτάσανε σε πράσινο και ανθισμένο κάμπο. Καταμεσής του ορθώνονταν καλοχτισμένος πύργος. Οι πύλες του ήταν ορθάνοιχτες κι οι σύρτες σκουριασμένοι από καιρό. Ήταν ακριβώς όπως τους τον είχε περιγράψει κι ο αφέντης τους. Μπήκανε μέσα και μαγεύτηκαν από την ομορφιά. Ολομέταξα χαλιά και μάλλινα κιλίμια. Τεράστιες μαξιλάρες πάνω τους, να ξαπλώνεις και να χάνεσαι μέσα τους. Χρυσοί πολυέλαιοι να φωτίζουν την σάλα με δεκάδες κεριά ο καθένας. Σπάνιοι πίνακες ζωγραφικής μοναδικής αξίας και ομορφιάς στους τοίχους και παντού χρυσάφι και ελαφαντόδοντο.

Δεν πρόλαβαν να κάτσουν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μοναχά τους, λογής-λογής φαγητά και ποτά. Κι ύστερα, αφού φάγανε και ήπιανε, άρχισαν να έρχονται γλυκά και φρούτα, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Σαν τελειώσαν για τα καλά, το βασιλόπουλο έπεσε να κοιμηθεί έτσι που ήταν κουρασμένο.

Το σκλαβί δεν άντεξε βλέποντας πάλι το βασιλόπουλο να παρακούει τη συμβουλή του αφέντη τους και του είπε θυμωμένος.

– Πάλι τα ίδια; Εδώ θα πέσεις να κοιμηθείς;

– Και τι θες να κάμω;

– Να πάμε έξω από τον πύργο να κοιμηθούμε.

– Είσαι τρελός; Έχουμε βρει τέτοιες ανέσεις, τόσο μαλακά μαξιλάρια, τέτοια ζέστη κι εσύ θες να πάμε να κοιμηθούμε έξω στο κρύο με τα άγρια ζώα;

– Έτσι δεν πρόσταξε ο αφέντης μας;

– Ο αφέντης μας δεν είναι εδώ για να μας βλέπει τι κάνουμε και τι όχι.

– Ναι, αλλά σου πάει η καρδιά να παρακούσεις τις εντολές του;

– Δεν βλέπεις κι εσύ ότι ο βασιλιάς μας έχει γεράσει κι έχει ξεκουτιάνει; Πιστεύεις στα λόγια του; Εξάλλου και στα δύο προηγούμενα, τί το κακό μας βρήκε; Τίποτα. Οπότε άσε τις γκρίνιες και ξάπλωσε κι εσύ να κοιμηθείς.

…είπε το βασιλόπουλο κι έκλεισε τα μάτια του πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Όχι όμως και το σκλαβί, που για άλλη μια φορά ετοίμασε το τόξο και το σπαθί του και περίμενε το κακό. Κι όντως, κατά τα μεσάνυχτα, ο πύργος σείστηκε συθέμελα. Οι πολυέλαιοι κουνιόντουσαν πέρα-δώθε. Ένα άγριο μουγκρητό ακούστηκε κι ύστερα εμφανίστηκε από την πόρτα ένας τεράστιος δράκος με εννέα κεφάλια. Από τον θυμό του, έβγαζε καπνούς από την μύτη και το στόμα. Αντίκρισε το βασιλόπουλο που κοιμότανε βαριά και το σκλαβί που ήταν καθισμένο απέναντί του.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στον πέτρινό μου πύργο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Το σκλαβί ούτε και τώρα φοβήθηκε και ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα έξι κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και δίνοντας μάχη άγρια σώμα με σώμα, του κόβει και τα άλλα τρία κεφάλια. Σπαρταρούσε ο δράκος σαν το ψάρι έξω από το νερό και λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό ίσαμε το λαιμό σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε κι αυτόν τον δράκο κομματάκια και τον πέταξε έξω από τον πύργο, αφού πρώτα κράτησε τις γλώσσες του μέσα στο ταγάρι του. Έπλυνε και καθάρισε όλο το χώρο από τα αίματα κι ετοιμάστηκε να πέσει να κοιμηθεί. Μα η ματιά του έπεσε σε μια αρμαθιά κλειδιά που ήταν κρεμασμένη δίπλα στην πόρτα. Την ξεκρέμασε και τα μέτρησε. Σαράντα κλειδιά! Τι να ανοίγανε αυτά; Αναρωτήθηκε το σκλαβί κι άρχισε να ψάχνει τον πύργο. Έψαξε από εδώ…τίποτα. Έψαξε από εκεί…τίποτα. Σε μια στιγμή, σα να πάτησε πάνω σε κάτι κούφιο. Τράβηξε το χαλί που ήταν στρωμένο από πάνω και είδε μια καταπακτή. Την άνοιξε κι αντίκρισε πολλά σκαλοπάτια. Σαν κατέβηκε αρκετά σκαλιά κάτω από τη γη, βγήκε σε έναν μακρύ διάδρομο με πάρα πολλές πόρτες αριστερά και δεξιά. Τις μέτρησε και τις βρήκε σαράντα. Σαράντα κλειδιά για σαράντα πόρτες. Αυτό ήταν. Το σκλαβί, άνοιξε την πρώτη πόρτα και τα μάτια του γούρλωσαν. Ένα δωμάτιο γεμάτο ρουμπίνια. Ανοίγει την δεύτερη πόρτα και κοκάλωσε. Γεμάτο το δωμάτιο με βενέτικα φλουριά. Σμαράγδια στο τρίτο δωμάτιο, χρυσές λίρες στο τέταρτο…κάθε δωμάτιο έκρυβε κι έναν θησαυρό από νομίσματα ή πολύτιμους λίθους. Ανοίγει την τελευταία πόρτα κι είναι γεμάτο το δωμάτιο με διαμαντόπετρες μεγάλες ίσαμε ένα φιρίκι.

Τα έχασε το σκλαβί. Παρόλα αυτά, βάζει λίγα φλουριά στο ταγάρι του και λίγες διαμαντόπετρες και αρκετές λίρες στις τσέπες του. Ασφάλισε στη συνέχεια καλά όλες τις πόρτες και έκρυψε καλά την αρμαθιά τα κλειδιά. Σαν ανέβηκε επάνω, ξάπλωσε κι αυτός καθώς ήταν ξεθεωμένος κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.

Λίγες ώρες πέρασαν και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα. Πρώτο σηκώθηκε το βασιλόπουλο που άρχισε να σπρώχνει και να φωνάζει στο σκλαβί, «ξύπνα βρε υπναρά». Αφού ξύπνησαν καλά κι οι δύο κι αφού είδαν κι απόειδαν ότι ούτε εδώ έρχονται φαγιά και ποτά για πρωινό, σηκώθηκαν να φύγουν. Το σκλαβί μόνο, με το που βγήκαν από την πύλη, την τράβηξε, την κλείδωσε καλά κι έκρυψε τα κλειδιά στο περβάζι του παραθύρου.

Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου το βράδυ της ίδιας μέρας, έφτασαν σε μια πολιτεία! Ψάξαν να βρούνε σπίτι να κοιμηθούν. Χτύπησαν την πόρτα σε κάποιο και τους άνοιξε μια γριά. Καλοσυνάτο το σκλαβί της λέει:

– Καλησπέρα γιαγιάκα. Ερχόμαστε από μακριά και θέλουμε να βρούμε να ξαποστάσουμε κάπου. Σου είναι κόπος να μας αφήσεις να κοιμηθούμε σε σένα;

– Καλώς τα παλικάρια μου. Καθόλου κόπος δεν μου είναι, αλλά δεν έχω που να σας κοιμίσω. Μήτε σεντόνια, μήτε κουβέρτες, μήτε στρώματα και μαξιλάρια έχω.

– Δεν πουλάνε εδώ κοντά στρώματα, σεντόνια και μαξιλάρια;

– Πώς δεν πουλάνε γιόκα μου; Ό,τι λαχταρά η ψυχή σου. Σεντόνια λινά, σεντόνια μεταξωτά, σεντόνια βαμβακερά. Μαξιλάρια πουπουλένια, μαξιλάρια από άχερο. Κουβέρτες λογιώ-λογιώ, το ίδιο και τα στρώματα. Τα εργαστήρια είναι γεμάτα από δαύτα.

Βγάζει το σκλαβί από την τσέπη του κάμποσες λίρες, τις δίνει στη γιαγιά και της λέει να πάει να τους αγοράσει μερικά για να μπορέσουν να κοιμηθούν. Η γιαγιά, με το που έπιασε στα χέρια της τις λίρες, κόντεψε να τρελαθεί. Είχε χρόνια να δει στο χέρι της έστω και μια λίρα, πόσο μάλλον πολλές. Έτρεξε λοιπόν κι αγόρασε από όλα τα καλά, φτηνά και ακριβά. Πήρε για τους δύο νέους, μα πήρε και καινούργια για να έχει του λόγου της. Σα γύρισε στο σπίτι, το σκλαβί της έδωσε κι άλλες λίρες για να πάει να αγοράσει φαγητά, κρασί και καπνό για να φουμάρουν. Η γιαγιά έτρεξε και πάλι μέσα στην καλή χαρά και γύρισε γεμάτη καλούδια…μέχρι και του πουλιού το γάλα είχε φέρει. Στρώσανε γιορτινό τραπέζι και φάγανε όλοι μαζί. Αργά το βράδυ πέσανε να κοιμηθούν κι έτσι χαιρετήσανε άλλη μια μέρα στο ταξίδι τους.

Πρωί-πρωί σηκώθηκε το σκλαβί κι άρχισε να κάνει βόλτες και να ρωτάει για την πολιτεία που βρέθηκαν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε και το βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό τους δρόμους χαζεύοντας μπας και δει την όμορφη του κόσμου, μα τίποτα… γύρισε άπραγο. Το σκλαβί όμως, που ρώτησε πολύ κόσμο, έμαθε τα πάντα για την πολιτεία και το κυριότερο, έμαθε ότι εδώ ζει κι η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού, κόρη του βασιλιά που διαφεντεύει. Έμαθε επίσης και για τον καφενέ που συχνάζει ο βασιλιάς κι έτσι το σκλαβί και το βασιλόπουλο πηγαίνανε κι αυτοί εκεί και σύντομα πιάσανε φιλίες μαζί του κι όποτε θέλανε, πηγαίνανε τον βρίσκανε εκεί και κουβεντιάζανε.

Μια μέρα το σκλαβί έπιασε την γιαγιά και τη ρώτησε…

– Δε μου λες γιαγιά. Πώς μπορεί να δει κανείς την όμορφη του κόσμου; Είναι κρίμα να γυρίσω στην πατρίδα μου, να πω ότι πέρασα από εδώ και δεν την είδα.

– Την όμορφη του κόσμου; Δεν μπορείς να την δεις παλικάρι μου. Την έχουνε κλειδαμπαρωμένη στο παλάτι.

– Και δεν βγαίνει καθόλου έξω;

– Βγαίνει, αλλά αργά τη νύχτα, όταν σταματάει η κίνηση του δρόμου. Τότε μόνο, αλλά και πάλι τη συνοδεύουνε ογδόντα στρατιώτες. Σαράντα πάνε μπροστά και σαράντα πίσω και στη μέση η όμορφη του κόσμου κουκουλωμένη για να μη φαίνεται.

– Και πού πάνε γιαγιά;

– Πάνε στο σπίτι της δασκάλας. Εκεί μπαίνει μέσα μόνο η όμορφη κι οι στρατιώτες περιμένουν από έξω.

– Και τι κάνει στης δασκάλας;

– Μαθαίνει γράμματα παιδάκι μου. Μαθαίνει να γράφει, να πλέκει. Όσα δεν μπορεί να μάθει το πρωί όπως τα άλλα παιδιά, αυτή τα μαθαίνει το βράδυ εκεί.

– Και πόσο κάθεται εκεί;

– Κανά δυο ώρες. Έπειτα την βάζουν και πάλι στη μέση οι στρατιώτες και την γυρίζουν πίσω στο παλάτι.

– Και πού είναι το σπίτι της δασκάλας;

– Τι το θες το σπίτι της δασκάλας; Ακόμα και να πας, δεν μπορείς να μπεις μέσα. Κανένας δεν μπαίνει στο σπίτι της ούτε τη μέρα, πόσο μάλλον τη νύχτα.

Μα το σκλαβί, από εδώ το είχε, από εκεί το είχε, κατάφερε τη γριά και του είπε που είναι το σπίτι της δασκάλας. Σηκώθηκε το λοιπόν και κίνησε για εκεί. Το βρήκε και κοίταξε καλά τα κατατόπια. Έπειτα γύρισε σπίτι αλλά δεν είπε κουβέντα στο βασιλόπουλο.

Το ίδιο βράδυ, το σκλαβί πήρε μια χούφτα διαμάντια από το ταγάρι και τα έβαλε στην τσέπη του. Πήγε στο σπίτι της δασκάλας, σκαρφάλωσε τον φράχτη και τα έριξε στην αυλή της. Μετά από λίγο ήρθε κι η όμορφη του κόσμου με τη συνοδεία της. Χτύπησαν την πόρτα. Η δασκάλα βγήκε να τους ανοίξει μα η ματιά της έπεσε στο σημείο της αυλής που κάτι γυάλιζε. Πλησίασε και τι να δει… διαμάντια! Θάμπωσε! Τα πήρε, τα έκρυψε κι ύστερα υποδέχτηκε την όμορφη του κόσμου κι όταν μετά από δύο ώρες τελείωσε το μάθημα, την πήραν οι στρατιώτες κι έφυγαν για το παλάτι. Το επόμενο βράδυ την ίδια ώρα, το σκλαβί έκανε πάλι το ίδιο. Έριξε άλλη μια χούφτα διαμάντια στην αυλή της. Κι η δασκάλα πονηρεύτηκε. Πρέπει να ανακαλύψω ποιος είναι αυτός που ρίχνει τα διαμάντια στην αυλή μου. Το τρίτο βράδυ, την ώρα που το σκλαβί σκαρφάλωνε στον φράχτη, βγήκε η δασκάλα και τον έπιασε -άλλο που δεν ήθελε κι αυτός.

– Ποιος είσαι του λόγου σου και μου σκορπάς διαμάντια στην αυλή μου και τι θες από μένα;

– Από αυτά έχω πολλά, όσα κι αν μου ζητήσεις. Μονάχα για αντάλλαγμα θέλω να με βάλεις στο σπίτι για να δω την βασιλοπούλα.

– Τρελάθηκες μου φαίνεται. Αυτό δεν γίνεται. Αν το μάθει ο βασιλιάς, το αντάλλαγμα θα είναι τα κεφάλια μας.

Μα το σκλαβί με τον καλό του λόγο και την πονηριά, την κατάφερε και τον έμπασε. Τον έντυσε γυναίκα και του έδωσε ένα πανί, βελόνα και κλωστή για να προσποιείται πως τώρα μαθαίνει να ράβει.

Κατά τα μεσάνυχτα, έφτασε κι η βασιλοπούλα. Της ανοίγει η δασκάλα και την μπάζει στο σπίτι. Σαν είδε το σκλαβί, η βασιλοπούλα ταράχτηκε. Δεν το περίμενε. Πρώτη φορά έβλεπε άλλη γυναίκα στο σπίτι της δασκάλας.

– Γιατί είναι εδώ αυτή κυρά δασκάλα; Αν το μάθει ο πατέρας μου, θα θυμώσει πολύ.

– Μην χολοσκάς καλή μου. Μια ξαδέρφη μου τσοπάνισσα είναι που ήρθε για λίγες μέρες κοντά μου μπας και μάθει να ράβει για να μπαλώνει τα ρούχα στο σπιτικό της.

Με τούτα και με ‘κείνα, η δασκάλα καθησύχασε τη βασιλοπούλα και δέχτηκε το σκλαβί. Καθίσανε κι αρχίσανε το μάθημά τους. Που και που, η δασκάλα κοιτούσε και το σκλαβί και έκανε πως το μάλωνε -δήθεν- επειδή δεν έκανε σωστά τις βελονιές.

Να μην τα πολυλογούμε, η βασιλοπούλα και το σκλαβί -ως γυναίκα όμως- περνούσαν τα βράδια παρέα στο σπίτι της δασκάλας. Γίνανε φίλες, μιλούσαν και παίζανε. Ένα βράδυ όμως, πάνω στο παιχνίδι, η βασιλοπούλα κατάλαβε πως είχε απέναντί της έναν άντρα ντυμένο γυναίκα. Στην αρχή ταράχτηκε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μα η δασκάλα την καθησύχασε και αυτή τη φορά…

Μη χολοσκάς καλή μου κι ο νέος από εδώ, βασιλόπουλο είναι και μάλιστα πολύ καλό. Πλούσιο στο βιος μα και στην καρδιά του.

Η βασιλοπούλα δεν ήθελε και πολύ όπως φάνηκε και δεν άργησε να αγαπήσει το σκλαβί. Ένα βράδυ το σκλαβί, τη ρώτησε:

-Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα φύγουμε από αυτή τη πολιτεία;

– Εμένα με παντρεύουνε σε λίγες μέρες. Εδώ, ο γάμος κρατάει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κι έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας. Με το που θα περάσουν οι σαράντα μέρες κι οι σαράντα νύχτες, η νύφη μαζί με άλλες γυναίκες, πηγαίνουν έξω από την πόλη, στα νεκροταφεία και θυμιάζουν τα μνήματα των πεθαμένων τους. Αυτό που σκέφτομαι, είναι τότε να με κλέψεις. Θα κοιτάξω κι εγώ να ξεστρατίσω κάποια στιγμή από τις άλλες κι εσύ να είσαι έτοιμος με το άλογό σου, να με πάρεις να φύγουμε.

Το σκλαβί συμφώνησε κι αφού χαιρετηθήκανε, τράβηξε αυτός για το σπίτι της γριάς κι η βασιλοπούλα για το παλάτι.

Όλο το διάστημα που γινότανε αυτό, το βασιλόπουλο δεν έβλεπε το σκλαβί και είχε ανησυχήσει. Έτσι, εκείνο το βράδυ που έτυχε να συναντηθούν το ρώτησε για το λόγο της εξαφάνισής του.

– Βρε ‘συ…πού χάθηκες τόσο καιρό; Μήπως ξέχασες τον λόγο που φύγαμε από τα μέρη μας; Ήρθες μαζί μου για να με βοηθήσεις κι όχι για να σταθείς εμπόδιο στο ταξίδι μου.

– Άστα αδερφέ μου κι έμπλεξα άσχημα σε μια ταβέρνα όλο αυτόν τον καιρό. Είδα κι έπαθα για να ξεμπλέξω από εκεί. Μα τώρα είναι όλα καλά.

Δεν πέρασαν δυο-τρεις μέρες και ντελάληδες βγήκαν στους δρόμους της πολιτείας που μηνούσαν για το γάμο της βασιλοπούλας με τον γιο του βεζίρη, καλώντας όλον τον κόσμο να παραστεί. Ακούει τα μαντάτα το βασιλόπουλο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Έτσι, έμαθε πως η βασιλοπούλα είναι η όμορφη του κόσμου κι έτρεξε αμέσως στο σκλαβί.

– Αδερφέ μου, είμαστε τυχεροί. Εδώ μένει η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού. Μα είμαστε κι άτυχοι επειδή μόλις άκουσα από τους ντελάληδες πως την παντρεύουνε με τον γιο του βεζίρη.

– Τι μου λες;

Απάντησε το σκλαβί κάνοντας τον ανήξερο, μα το βασιλόπουλο δεν μπορούσε να το χωνέψει. Πήγε να τρελαθεί.

– Τι θα κάνω τώρα; Την χάνω πριν ακόμα την δω και την γνωρίσω. Δεν αντέχω, θα πνιγώ, θα πεθάνω.

– Μην σκας αδερφέ μου και θα την κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Αυτό θα κάνουμε κι έχε υπομονή.

Με τα λόγια αυτά και την υπόσχεση από το σκλαβί ότι θα την κλέψουν, ηρέμησε κάπως το βασιλόπουλο. Γύρισαν στο σπίτι και πιάσανε κουβέντα με την γριά. Την ρωτάει το σκλαβί…

– Δε μου λες γιαγιά, τι έθιμα έχετε εδώ στον τόπο σας για το γάμο;

– Α, παιδάκια μου. Σα γίνει ο γάμος, η νύφη βγαίνει με χρυσό δίσκο για να κεράσει τον κόσμο κι όλοι της προσφέρουν και κάτι. Φλουριά, κοσμήματα, ό,τι να ‘ναι, φτάνει μόνο να είναι κάποιας αξίας. Έτσι, δείχνει ο καθένας τη δύναμή του.

Να μην τα πολυλογούμε, έφτασε η μέρα του γάμου. Ήταν Κυριακή. Καλεσμένοι στο γάμο ήταν και το βασιλόπουλο και το σκλαβί, μιας και ήταν βασιλόπουλα κι οι δυο τους. Πριν φύγουν από το σπίτι, το σκλαβί έδωσε μια χούφτα διαμάντια στο βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό μερικά. Σαν φτάσανε στον γάμο κι αντίκρισε την βασιλοπούλα, το βασιλόπουλο κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Το σκλαβί από δίπλα όλο και το σκουντούσε λέγοντάς του να ηρεμήσει. Κι ύστερα, βγήκε η βασιλοπούλα με τον χρυσό δίσκο για να κεράσει. Βγάζει ο βασιλιάς και της δίνει μια χούφτα φλουριά. Ύστερα ο βεζίρης, της δίνει κι αυτός λίγα φλουριά. Όταν η βασιλοπούλα έφτασε στο βασιλόπουλο και στο σκλαβί, αυτοί της έδωσαν από μια χούφτα διαμάντια. Ήρθε κι άστραψε ο δίσκος και θαμπώθηκε ο βασιλιάς. Αυτά είναι βασιλόπουλα άξια. Μωρέ χάθηκε να ερχότανε κάποιος τέτοιος για γαμπρός μου; Μόνο που μου έτυχε αυτός ο γιος του βεζίρη!

Κι άρχισαν οι χοροί, τα γλέντια, τα παιχνίδια, τα φαγοπότια κι έτσι περνούσαν οι μέρες. Το πρωί της σαρακοστής μέρας, το σκλαβί ζήτησε από το βασιλόπουλο να ετοιμαστεί.

Ήρθε η ώρα αδερφέ μου. Σήμερα θα κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Ετοιμάσου.

Αφού πλήρωσαν τη γριά για τη φιλοξενία της, μόλις έπεσε ο ήλιος ανέβηκαν στα άλογα και βγήκαν από την πολιτεία. Φτάσανε στα νεκροταφεία και στήσανε καρτέρι παρακεί, πίσω από κάτι δέντρα. Σαν σκοτείνιασε καλά, εμφανίστηκε κι η βασιλοπούλα με την κουνιάδα της κι άλλες γυναίκες. Πριν περάσουν την πόρτα των νεκροταφείων, η βασιλοπούλα τους πήρε χαμπάρι και αθόρυβα μαζί με την κουνιάδα της ξεστράτισαν από τις άλλες και κίνησαν προς τα δέντρα. Αμέσως το σκλαβί αρπάζει τη βασιλοπούλα και την ανεβάζει στο άλογο. Γυρνάει και λέει του βασιλόπουλου.

Τι κοιτάς αδερφέ μου. Άρπαξε την άλλη και πάμε να φύγουμε.

Αρπάζει και το βασιλόπουλο την κουνιάδα της κι έγιναν καπνός. Οι άλλες οι γυναίκες έψαχναν να τις βρούνε μα τίποτα. Πουθενά. Γύρισαν γρήγορα στο παλάτι και είπανε τα κακά μαντάτα στον βασιλιά. Ο βασιλιάς πρόσεξε ότι λείπανε το δύο βασιλόπουλα που είχανε προσφέρει τα διαμάντια και υποψιάστηκε ότι αυτοί τις κλέψανε και δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Όχι όμως και ο γιος του βεζίρη, ο γαμπρός, που κόντεψε να σκάσει από το κακό του σαν τα άκουσε. Έστειλε αμέσως τους καλύτερους άντρες του να τις ψάξουν…κι ακόμα τις ψάχνουν θαρρώ.

Σκλαβί, βασιλόπουλο, βασιλοπούλα και κουνιάδα, ταξιδεύανε μαζί για την επιστροφή και μόνο μία στάση κάνανε στον πύργο για ξεκουραστούνε, αλλά και για να γεμίσει το σκλαβί τις αποσκευές τους με διαμάντια και φλουριά. Όταν φτάσανε στο παλάτι, ο βασιλιάς και πατέρας τους, τους δέχτηκε όλους με χαρά. Σαν μείνανε μόνοι, είπε το σκλαβί στη βασιλοπούλα:

– Το βασιλόπουλο θα παντρευτείς εσύ.

– Εγώ εσένα θέλω. Αν ήταν γι’ αυτόν δεν θα έφευγα από την πατρίδα μου.

– Το ίδιο είμαστε αυτός κι εγώ. Είναι αδερφός μου. Αυτός σε είδε πρώτος κι αυτός είναι η αιτία που ξεκινήσαμε το ταξίδι για να σε βρούμε. Έτσι είναι λοιπόν το σωστό. Να παντρευτείς αυτόν. Εγώ θα παντρευτώ την κουνιάδα σου.

Είχε δεν είχε, την κατάφερε τελικά το σκλαβί και η βασιλοπούλα παντρεύτηκε το βασιλόπουλο και το σκλαβί την κουνιάδα της. Οι γάμοι γίνανε με κάθε τιμή και κόσμος πολύς μαζεύτηκε για να τους τιμήσει. Το βράδυ του γάμου, πήγανε για να κοιμηθούνε, μα το σκλαβί είχε μια διαίσθηση ότι κάτι κακό θα συμβεί και ζήτησε από το βασιλόπουλο να τον αφήσει να κοιμηθεί παράμερα στην κάμαρά τους. Το βασιλόπουλο αντέδρασε στην παράξενη αυτή επιθυμία, μα στο τέλος τον λυπήθηκε και τον δέχτηκε. Πέσανε για να κοιμηθούνε και κοιμήθηκαν βαριά. Όχι όμως και το σκλαβί που έκατσε να φυλάει βάρδια. Ετοίμασε το τόξο του και το σπαθί του και περίμενε. Κατά τα μεσάνυχτα βρόντηξε ο τόπος κι εμφανίστηκε ένας τεράστιος δράκος, θεριό ανήμερο κι όρμηξε να φάει το βασιλόπουλο και την βασιλοπούλα. Το σκλαβί αμέσως τέντωσε το τόξο του και με δύο βέλη σημάδεψε την καρδιά του δράκου. Ο δράκος έπεσε ξερός από τα βέλη και ξεψυχώντας είπε του σκλαβιού:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στη στιγμή και κόκαλο να γίνεις.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις,

ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Έπειτα, κόβει τον δράκο κομμάτια και πάει και τον θάβει έξω από την πόρτα. Γυρνάει στο δωμάτιο και καθαρίζει τα αίματα από το πάτωμα. Μα κάτι μέσα του, του έλεγε πως το κακό δεν είχε περάσει ακόμα. Έτσι, με το σπαθί στο χέρι περιμένει πάνω από το κρεββάτι του ζευγαριού, μην τυχόν κι εμφανιστεί κι άλλος δράκος. Εκείνη τη στιγμή, νάσου και ξυπνάει το βασιλόπουλο. Βλέπει το σκλαβί από πάνω του με το σπαθί στο χέρι και τρόμαξε. Νόμιζε ότι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσει γιατί ήθελε την γυναίκα του. Έβαλε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο.

– Βρε συ, εμένα πας να σκοτώσεις; Τον αδερφό σου;

– Τι λόγια είναι αυτά που μου λες;

– Σαν ήθελες εσύ την όμορφη, τι την προξένευες σε εμένα; Ας την παντρευόσουνα εσύ από την αρχή, όχι να θες τώρα να με σκοτώσεις!

– Μα δεν θέλω να σε σκοτώσω, απλά σε προστατεύω από…

Το σκλαβί σώπασε αμέσως. Θυμήθηκε τα λόγια των δράκων. Δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να καυχηθεί.

– Να με προστατεύσεις από τι; Σε ποιον τα πουλάς αυτά βρε;

Από τις φωνές ξύπνησαν όλοι στο παλάτι και τα μαντάτα έφτασαν γρήγορα στα αφτιά του βασιλιά. Ο βασιλιάς το σκέφτηκε από την μια, το σκέφτηκε από την άλλη και τελικά διέταξε να σκοτώσουν το σκλαβί. Πρωί-πρωί, ήρθε ο δήμιος και το πήρε από το δωμάτιο για να το οδηγήσει στην πλατεία που θα γινότανε το κακό. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί να δει που θα κρεμούσαν το σκλαβί. Ο βασιλιάς, το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλα, μέχρι κι η Δωδεκάδα, οι πιστοί σύμβουλοι του βασιλιά ήταν εκεί. Το σκλαβί τότε, ζήτησε να φέρουν έναν παπά για να εξομολογηθεί. Σε αυτήν του την επιθυμία, δεν μπορούσαν να πουν όχι και η Δωδεκάδα συμφώνησε. Όταν ήρθε ο παπάς, το σκλαβί άρχισε να εξομολογείται δυνατά. «Δεν χρειάζεται να εξομολογείσαι και να σε ακούμε όλοι», του είπανε, μα το σκλαβί δεν έδωσε σημασία και συνέχισε στην ίδια ένταση.

– Εγώ θέλω να τα λέω δυνατά για να με ακούει όλος ο κόσμος. Αφέντη και βασιλιά μου…

– Μην με λες αφέντη βρε μπάσταρδε!

– Μπάσταρδος είμαι και το ξέρουν όλοι αυτό. Όταν φύγαμε για το ταξίδι, θυμάσαι τι μας είπες αφέντη;

– Μην με λες αφέντη σου είπα.

– Όταν ξεκινήσαμε το ταξίδι μας είπες ότι θα συναντήσουμε ένα καλύβι ξύλινο που θα έρχονται τα φαγητά μόνα τους, χωρίς ανθρώπου χέρι. Έπειτα ότι θα φτάσουμε σε ένα γέρικο δέντρο όπου κι εκεί τα φαγητά θα έρχονται μονάχα τους, όπως και στον πύργο που θα βρίσκαμε μέσα στο καταπράσινο κάμπο. Η προσταγή σου αφέντη μου…

– Μην λες αφέντη σου είπα… δεν είμαι αφέντης για σένα πια!

– Καλά το λοιπόν! Η προσταγή σου ήταν να φάμε και να πιούμε, μα σε καμιά περίπτωση να μην πέσουμε εκεί να κοιμηθούμε. Σωστά δεν τα λέω; Εγώ δεν κοιμήθηκα, αλλά ο αδερφός μου από εδώ…

– Μην με λες αδερφό. Δεν είμαι αδερφός σου πλέον… όχι από την ώρα που πήγες να με σκοτώσεις.

– … αλλά ο αδερφός μου από εδώ, παράκουσε τα λόγια σου και κοιμήθηκε πρώτα μέσα στο καλύβι. Εγώ όμως έμεινα ξύπνιος να φυλάω βάρδια και κατά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε δράκος που θυμωμένα μιλούσε, γιατί εκτός του ότι του φάγαμε τα φαγητά, του ήπιαμε τα κρασιά και καπνίσαμε από τους ναργιλέδες του, ξαπλώσαμε και να κοιμηθούμε στο δωμάτιό του. Κι ευθύς όρμηξε καταπάνω μας, μα εγώ κατάφερα να τον νικήσω με το τόξο μου. Πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε λέγοντας πως αν ποτέ μου καυχηθώ ότι τον σκότωσα, να γίνω μάρμαρο ίσαμε τα γόνατα. Αν δεν πιστεύετε, ορίστε και η απόδειξη. Αυτές είναι οι γλώσσες από τα τρία κεφάλια του.

Κι έβγαλε το σκλαβί τις τρεις γλώσσες από το ταγάρι του και τους τις έδειξε. Στη στιγμή όμως έγινε μάρμαρο από τις πατούσες μέχρι τα γόνατα. Ο κόσμος όλος πάγωσε μόλις το είδε κι άλλαξαν αμέσως στάση. Κρίμα στο παιδί, τί κακό το βρήκε. Κι άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν τον βασιλιά που τον ανάγκασε σε κάτι τέτοιο. Μα κι ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο μετάνιωσαν με ό,τι έγινε κι άλλαξαν κι αυτοί στάση απέναντί του. Αμάν βρε αδερφέ μου…. Αμάν βρε παιδί μου!

– Ώστε τώρα είμαι παιδί σου κι εσένα αδερφός σου; Το σκότωσα εκείνο το θεριό και αφού το έκοψα κομματάκια, το έθαψα για να μην το δεις κι ύστερα καθάρισα το μέρος. Κι έπειτα φύγαμε και προχωρήσαμε μέχρι που φτάσαμε στο γέρικο δέντρο…

– Σταμάτα βρε παιδί μου, μην συνεχίζεις και σε πιστεύουμε…

– Όχι, θα τα πω κατά πώς έγιναν και δεν φοβάμαι τίποτα!

– Μην μιλάς αδερφέ μου και δεν πειράζει όπως έγινες. Εμείς θα σε φροντίζουμε από εδώ και στο εξής.

– Όχι, εγώ θα τα πω. Όταν φτάσαμε λοιπόν στο γέρικο δέντρο, πάλι κοιμήθηκες αφού πρώτα φάγαμε του σκασμού. Και το ίδιο βράδυ, πάλι ήρθε δράκος, με έξι κεφάλια αυτή τη φορά κι εγώ με το τόξο και το σπαθί μου τον νίκησα. Μα πριν ξεψυχήσει κι αυτός, με καταράστηκε πως αν καυχηθώ για τη νίκη μου, να μαρμαρώσω μέχρι τη μέση. Ορίστε κι οι γλώσσες του.

Και δείχνοντας τις έξι γλώσσες ευθύς μαρμάρωσε το σκλαβί μέχρι τη μέση του.

Σταμάτα βρε παιδί μου και σε πιστεύουμε. Μην λες άλλα. Εμείς θα σε ζήσουμε από εδώ και στο εξής.

Ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο παρακαλούσαν πλέον για να σωπάσει κι ο κόσμος από κάτω φώναζε και διαμαρτυρόταν, μα το σκλαβί δεν έλεγε να σταματήσει.

Κι ύστερα φτάσαμε στον πύργο όπου κι εκεί πάλι κοιμήθηκες μέσα παρακούγοντας την προσταγή του βασιλιά μας. Εγώ πάλι δεν κοιμήθηκα, παρά μόνο περίμενα κι όταν φάνηκε μεγαλύτερος δράκος ετούτη τη φορά με εννιά κεφάλια, εγώ πάλι τον νίκησα κι αυτός με καταράστηκε πως αν ποτέ μου καυχηθώ να μαρμαρώσω μέχρι το λαιμό.

Και το σκλαβί μαρμάρωσε μέχρι το λαιμό. Τότε όλοι άρχισαν τα κλάματα και παρακάλια προς το σκλαβί να σταματήσει ακόμα και τώρα. Μα ο λόγος του είχε γίνει πλέον χείμαρρος ακράτητος.

Κι όταν φτάσαμε στην πολιτεία, εγώ βρήκα πρώτος την όμορφη του κόσμου. Εγώ έμαθα το πού πηγαίνει, ποιες είναι οι συνήθειες του τόπου κι εγώ ήμουν αυτός που σε παρακίνησε να την κλέψουμε. Αν την ήθελα για του λόγου μου, μπορούσα και τότε να σε σκότωνα και να έφευγα μαζί της για άλλες πολιτείες. Δεν το έκανα όμως. Ήρθαμε εδώ κι εγώ ήμουν αυτός που την κατάφερε να παντρευτεί εσένα. Μα το βράδυ του γάμου σας ένιωσα πως κάτι κακό θα γίνει κι αντί για να πάω να κοιμηθώ κι εγώ με την γυναίκα μου, σου ζήτησα να μου στρώσετε δίπλα σας να κοιμηθώ. Κι όταν σας πήρε βαρύς ύπνος, άλλος δράκος πιο τρομερός εμφανίστηκε κι όρμηξε να σας σκοτώσει, μα τον κατάφερα κι αυτόν με το τόξο και το σπαθί μου. Έξω από την πόρτα έθαψα τα κομμάτια του, μα πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε κι αυτός, πως αν καυχηθώ ποτέ μου, να μαρμαρώσω ολάκερος.

Τι τα θες; Τι να σας πω για την συνέχεια; Το σκλαβί μαρμάρωσε από κάτω, από τις πατούσες του, ίσαμε την τελευταία τρίχα της κεφαλής του. Έσκαψαν έξω από την πόρτα και βρήκαν τα κομμάτια του δράκου. Πείστηκαν όλοι τότε με τα λόγια του μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, εκτός από το να θρηνούνε. Το βασιλόπουλο σήκωσε το μαρμαρωμένο σκλαβί και το πήγε στο δωμάτιό του. Εκεί το είχε συνέχεια και το θυμιάτιζε κάθε πρωί και βράδυ.

Πέρασε ένας χρόνος περίπου κι η βασιλοπούλα γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Ήταν μέρες του Πάσχα κι ένα βράδυ στον ύπνο της η βασιλοπούλα είδε μια λευκοντυμένη γυναίκα. Ήταν η Παναγία και της είπε:

Αν θέλεις να ζωντανέψει ξανά ο κουνιάδος σου, τότε πρέπει να σφάξεις το παιδί σου και με το αίμα του να αλείψεις όλο το μάρμαρο. Έπειτα να βάλεις το παιδί σου στον φούρνο να γίνει στάχτη και με την στάχτη αυτή να πασπαλίσεις όλο το μάρμαρο. Τότε μόνο θα ξαναζωντανέψει.

Η βασιλοπούλα ξύπνησε καταϊδρωμένη. Ήξερε πως κι αυτή ευθύνεται κατά πολύ για ό,τι έπαθε το σκλαβί και λυπότανε πάρα πολύ. Σαν ξημέρωσε η Κυριακή του Πάσχα κι αφού το βασιλόπουλο έφυγε για την εκκλησία, η βασιλοπούλα πήγε στο δωμάτιο του παιδιού της. Το πήρε από την κούνια του και με ένα κοφτερό μαχαίρι το έσφαξε με δάκρυα στα μάτια. Κράτησε το αίμα του κι έπειτα το έβαλε στον φούρνο και το άφησε να καεί να γίνει στάχτη. Έπειτα, άλειψε καθώς της είπε η Παναγία, όλο το μάρμαρο με το αίμα κι από πάνω το πασπάλισε με τη στάχτη του παιδιού της. Τίποτα όμως δεν άλλαζε. Το σκλαβί παρέμενε μαρμαρωμένο κι η βασιλοπούλα φοβήθηκε ότι διαόλου τέχνασμα ήταν όλο αυτό κι όχι της Παναγίας. Μα τότε κατάλαβε πως κάτι δεν είχε κάνει καλά. Δεν είχε αλείψει τις πατούσες του. Ευθύς αμέσως, το έγειρε και τις άλειψε με όσο αίμα είχε απομείνει και τις πασπάλισε και με στάχτη.

Απανωτοί ήχοι έσπασαν τη σιωπή στο δωμάτιο. Ήταν το μάρμαρο που άρχισε να πέφτει κατάχαμα, όπως ο παλιός σοβάς από τους τοίχους όταν τους ξύνεις. Κι από κάτω φάνηκε να ζωντανεύει το σκλαβί, πολύ πιο όμορφο απ’ ότι ήταν παλιά. Χαρήκανε κι οι δυο τους κι αγκαλιάστηκαν. Τότε το σκλαβί, ζήτησε από την βασιλοπούλα να φορέσουν τα καλά τους -μέρα που είναι- και να πάνε στην εκκλησιά. Έτσι κι έγινε.

Όταν το βασιλόπουλο είδε την γυναίκα του να ζυγώνει στην εκκλησιά με ξένο άντρα, τα έχασε και θύμωσε πολύ. Βλέπετε, δεν αναγνώρισε το σκλαβί, επειδή είχε αλλάξει.

Κοίτα την άτιμη, έχει φίλο και δεν ντρέπεται καθόλου. Αντίθετα τον φέρνει στην εκκλησία και κάθονται και δίπλα-δίπλα.

Με το που σχόλασε η εκκλησιά, ούτε αντίδωρο δεν πήρε το βασιλόπουλο. Κίνησε γρήγορα να πάει στο παλάτι για να την τιμωρήσει. Μετά από λίγο, φάνηκαν κι η βασιλοπούλα με το σκλαβί, χαρούμενοι να μπαίνουν στο παλάτι. Αμέσως την άρπαξε το βασιλόπουλο κι άρχισε να της φωνάζει.

– Δεν ντρέπεσαι μωρή να έχεις φίλο και να τον φέρνεις στην εκκλησιά;

– Τι λόγια είναι αυτά; Για ποιον φίλο μιλάς. Δεν αναγνώρισες τον αδερφό σου;

Το βασιλόπουλο σάστισε. Γύρισε να δει το άγαλμα, μα αυτό πουθενά, παρά μόνο κομμάτια στο πάτωμα. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι ύστερα ζήτησε να μάθει πώς έγινε το θαύμα. Η βασιλοπούλα του εξήγησε τα πάντα. Για το όνειρο που είδε με την Παναγία και τι της είπε. Ύστερα, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παιδικό δωμάτιο για να του δείξει την άδεια κούνια… τι τα θες; Τα έχασαν όλοι τους επειδή αντίκρισαν το παιδί να κοιμάται γλυκά κι αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο Μαγεμένος Πύργος

Παραμύθι των αδερφών Γκριμ. Επιμέλεια: Μέλη Μίχα

       Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους. Όταν οι δύο μεγαλύτεροι γιοι του βασιλιά μεγάλωσαν, αποφάσισαν να φύγουν μακριά. Σε μία χώρα όπου θα έκαναν μεγάλα και σπουδαία κατορθώματα και θα γίνονταν μεγάλοι και τρανοί βασιλιάδες σαν τον πατέρα τους. Ταξίδεψαν πολύ καιρό και γνώρισαν πολλές χώρες, αλλά δεν κατάφεραν να κάνουν απολύτως τίποτα. Το μόνο πράγμα που είχε απομείνει ήταν να γυρίσουν ξανά στην πατρίδα τους, αλλά αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελαν με τίποτα να φανταστούν. Ο μικρότερος γιος του βασιλιά, που το όνομά του ήταν Γουίτλινγκ, είχε μείνει πίσω με τον πατέρα του. Ο καιρός περνούσε και τα αδέρφια του Γουίτλινγκ δε γύριζαν. Έτσι αποφάσισε να πάει εκείνος και να τα βρει.

         Μέρες ολόκληρες ταξίδευε με κόπους και περιπέτειες ώσπου κάποια στιγμή τους βρήκε. Όταν τους είπε πως αυτός θα έκανε σπουδαία πράγματα στη ζωή του και θα είχε μεγάλες επιτυχίες, εκείνοι τον θεώρησαν αφελή και γέλασαν μαζί του κοροϊδευτικά. Θεωρούσαν τον εαυτό τους περισσότερο έξυπνο.

       Ωστόσο, οι τρεις αδερφοί ξεκίνησαν μαζί το ταξίδι της επιστροφής.  Στο δρόμο που πορεύονταν, ξαφνικά, βρήκαν πάνω στο δρόμο τους μία μυρμηγκοφωλιά. Η φωλιά ήταν γεμάτη μυρμήγκια που δούλευαν σκληρά, κουβαλώντας αμέτρητους σπόρους. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις σκανταλιές, θέλησαν να χαλάσουν τη μυρμηγκοφωλιά. Θα τρόμαζαν τα μυρμήγκια και θα γελούσαν βλέποντάς τα να τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να σώσουν τα αυγά τους. Όταν το κατάλαβε αυτό ο Γουίτλινγκ και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε:

Αφήστε ήσυχα τα μυρμήγκια. Τι κακό σας έκαναν αυτά τα μικρά πλάσματα του Θεού; Τόσο σκληρόκαρδοι είστε;

         Έτσι συνέχισαν την πορεία τους. Ύστερα από πολύ ώρα ο δρόμος τους έβγαλε σε μία λίμνη. Μέσα στα γαλάζια της νερά κολυμπούσαν πολύχρωμες και καμαρωτές πάπιες. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις κουτοπονηριές, θέλησαν να πιάσουν δύο από αυτές. Θα τις μαγείρευαν και έπειτα θα έκαναν ένα μεγάλο φαγοπότι. Όταν το κατάλαβε ο Γουίτλινγκ και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε ξανά λέγοντας:

Αφήστε ήσυχες τις πάπιες. Κι αυτά μικρά πλάσματα του Θεού είναι. Δεν ντρέπεστε λιγάκι;

      Έτσι, συνέχισαν να περπατούν. Ώρες ολόκληρες περπατούσαν, ώσπου κάποια στιγμή κουράστηκαν και κάθισαν κάτω από τη σκιά ενός μεγάλου δέντρου για να ξαποστάσουν. Για μια στιγμή και καθώς σήκωσαν τα μάτια τους ψηλά, είδαν να κρέμεται πάνω από τα κεφάλια τους μία μεγάλη μελισσοφωλιά. Χιλιάδες μέλισσες ζουζούνιζαν γύρω από το μέλι που ξεχείλιζε και κυλούσε πάνω στον κορμό του δέντρου. Οι δύο μεγαλύτεροι αδερφοί, που αγαπούσαν πολύ τις ζαβολιές, θέλησαν και πάλι να κάνουν κάτι πολύ πονηρό. Θα άναβαν φωτιά στη ρίζα του δέντρου και έτσι θα σκόρπιζαν τις μέλισσες από τη μελισσοφωλιά πνίγοντάς τες με καπνό. Ύστερα θα σκαρφάλωναν ψηλά στο κλαδί και θα άρπαζαν όλο το μέλι δίχως κίνδυνο. Μόλις όμως ο Γουίτλινγκ το κατάλαβε και πριν αυτοί προλάβουν να το κάνουν, τους εμπόδισε για τρίτη φορά λέγοντας αγανακτισμένος:

Αφήστε ήσυχες τις μέλισσες. Τι κακό σας έκαναν τα φτωχά αυτά πλάσματα; Θέλουν κι αυτά να ζήσουν.

      Αφού ανέκτησαν τις δυνάμεις τους, οι τρεις αδερφοί συνέχισαν το δρόμο τους ξεκούραστοι. Εκεί που περπατούσαν, ο δρόμος, τους έβγαλε μπροστά σε ένα μεγάλο πύργο. Στάθηκαν εμπρός του, όμως πρόσεξαν πως κάτι παράξενο είχε συμβεί σε αυτόν.

ο μαγεμένος πύργος

Ο πύργος ήταν μαγεμένος και όλα μέσα του είχαν μετατραπεί σε πέτρα. Ακόμη και οι στάβλοι που υπήρχαν τριγύρω του, είχαν μέσα τους πέτρινα άλογα. Άνοιξαν την πόρτα του πύργου και μπήκαν μέσα. Πέρασαν από πολλά δωμάτια, μα ήταν όλα άδεια. Στο βάθος ενός μεγάλου διαδρόμου υπήρχε μία μυστηριώδης πόρτα που στη μέση της είχε ένα μικρό άνοιγμα. Έκαναν να την ανοίξουν μα η πόρτα ήταν τριπλά κλειδωμένη. Τα τρία αδέρφια έσκυψαν και έβαλαν τα κεφάλια τους στο μικρό άνοιγμα. Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν, καθισμένος σε ένα τραπέζι, ένας γκριζομάλλης ανθρωπάκος.

       Του μίλησαν, όμως εκείνος δεν τους άκουσε. Του ξαναμίλησαν, μα και πάλι δεν έδωσε απάντηση. Την τρίτη φορά σηκώθηκε, πλησίασε την πόρτα, ξεκλείδωσε και βγήκε έξω. Χωρίς να βγάλει λέξη από το στόμα του, πήρε τα τρία αδέρφια και τα οδήγησε σε μία μεγάλη αίθουσα. Μέσα της υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι πλούσια στρωμένο με όλων των ειδών τα φαγητά και τα ποτά. Αφού έφαγαν και ήπιαν, τους οδήγησε στα υπνοδωμάτιά τους.

         Την επόμενη μέρα το πρωί, ο γκριζομάλλης ανθρωπάκος πήρε τον μεγαλύτερο αδερφό και τον οδήγησε κοντά σ’ ένα πέτρινο τραπέζι. Πάνω στο τραπέζι ήταν χαραγμένες τρεις οδηγίες. Αν κάποιος κατάφερνε να πραγματοποιήσει με επιτυχία και τις τρεις αυτές οδηγίες, ο μαγεμένος πύργος θα ελευθερωνόταν από τα μάγια.

       Σύμφωνα με την πρώτη οδηγία, μέσα στο δάσος κάτω από τα αγριόχορτα, βρίσκονταν σκορπισμένα τα χίλια μαργαριτάρια της βασίλισσας. Αυτός που θα αποφάσιζε να τα μαζέψει, θα έπρεπε να τα μαζέψει όλα και πριν ο ήλιος δύσει και πέσει το σκοτάδι. Αν μέχρι τη δύση του ηλίου έλειπε έστω και ένα μαργαριτάρι, τότε τα μάγια θα έπιαναν και θα μεταμορφωνόταν ο ίδιος του σε πέτρα.

        Ο μεγαλύτερος αδερφός πήρε αμέσως την απόφαση να μαζέψει όλα τα μαργαριτάρια. Όλη την ημέρα έψαχνε μέσα στα αγριόχορτα, αλλά μέχρι τη δύση του ήλιου είχε καταφέρει να μαζέψει μόνο εκατό μαργαριτάρια. Στενοχωρημένος γύρισε πίσω στον πύργο και μόλις μπήκε μέσα δίχως όλα τα μαργαριτάρια, μεταμορφώθηκε σε πέτρα.

        Ο δεύτερος αδερφός, όταν το είδε αυτό, θέλησε κι αυτός να προσπαθήσει. Βγήκε την επόμενη μέρα στο δάσος και άρχισε και αυτός να ψάχνει για μαργαριτάρια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ έψαχνε, μα το μόνο που κατάφερε ήταν να μαζέψει μόνο διακόσια μαργαριτάρια. Έτσι η κατάρα τον μεταμόρφωσε κι αυτόν σε πέτρα.

         Ο Γουίτλινγκ βλέποντας όλο αυτό το κακό που συνέβαινε, πήγε αποφασισμένος την επόμενη μέρα να ψάξει στα αγριόχορτα. Όμως δυστυχώς όσο κι αν αυτός προσπαθούσε, η δουλειά του δεν προχωρούσε και γρήγορα απογοητεύθηκε και αποφάσισε να τα παρατήσει. Βαθιά λυπημένος κάθισε πάνω σε μία πέτρα και άρχισε να κλαίει για τη μοίρα που τον περίμενε.

       Καθώς δεν υπήρχε καμία σωτηρία, σαν από θαύμα εμφανίστηκε μπροστά στα πόδια του μια ολόκληρη στρατιά από μυρμήγκια. Δεν άργησε να καταλάβει πως ήταν εκείνα τα μυρμήγκια που κάποτε ο ίδιος του, τους είχε σώσει τη ζωή. Είχαν έρθει για να του ανταποδώσουν το καλό που τους είχε κάνει. Τα μυρμήγκια έπιασαν αμέσως δουλειά και μέσα σε λίγη ώρα κατάφεραν να μαζέψουν και τα χίλια μαργαριτάρια της βασίλισσας. Έτσι, ο Γουίτλινγκ γύρισε πίσω στον πύργο πανευτυχής και έχοντας πραγματοποιήσει την πρώτη οδηγία.

        Η δεύτερη οδηγία που ήταν χαραγμένη στο πέτρινο τραπέζι μιλούσε για ένα κλειδί. Μέσα στη λίμνη, κοντά στον πύργο, υπήρχε το κλειδί που άνοιγε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας που κοιμόταν η μικρότερη βασιλοπούλα. Ο Γουίτλινγκ δεν έχασε ευκαιρία. Πλησίασε στη λίμνη και μόλις τον είδαν οι πάπιες τον αναγνώρισαν. Ήταν οι πάπιες που τους είχε σώσει τη ζωή. Τον χαιρέτησαν και βούτηξαν βαθιά στα γαλάζια νερά και του έφεραν αμέσως το κλειδί που ζητούσε. Έτσι κατάφερε να πραγματοποιήσει και τη δεύτερη οδηγία.

    Η τρίτη και τελευταία οδηγία ήταν και η δυσκολότερη. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα κοιμόντουσαν τρεις βασιλοπούλες. Ο Γουίτλινγκ έπρεπε να βρει ποια από αυτές ήταν η πιο μικρή και πιο όμορφη. Όμως κανείς δε μπορούσε να την αναγνωρίσει. Γιατί και οι τρεις βασιλοπούλες, βυθισμένες σε βαθύ ύπνο, έμοιαζαν καταπληκτικά μεταξύ τους. Μόνο από ένα πράγμα μπορούσε να μαντέψει. Πριν να κοιμηθούν, η μεγαλύτερη βασιλοπούλα είχε φάει ένα κομμάτι ζάχαρη, η μεσαία λίγο σιρόπι και η μικρότερη ένα κουταλάκι μέλι. Έπρεπε λοιπόν να ανακαλύψει ποια από τις τρεις είχε φάει το κουταλάκι με το μέλι.

      Ο Γουίτλινγκ κοίταξε τις τρεις βασιλοπούλες, όμως όσο καλά κι αν τις κοιτούσε, δεν ήξερε ποια από τις τρεις έπρεπε να διαλέξει. Όμως η τύχη του και η καλή του ψυχή δεν τον άφησαν αβοήθητο. Ξαφνικά πέταξε στο δωμάτιο μία μέλισσα. Ήταν η βασίλισσα της μελισσοφωλιάς που ο Γουίτλινγκ είχε σώσει από τις πονηριές των αδερφών του. Η βασίλισσα έκανε μερικούς κύκλους πάνω από τα κεφάλια των τριών κοριτσιών, πλησίασε τα χείλη τους και με μεγάλη σιγουριά προσγειώθηκε στο μέτωπο της μικρότερης βασιλοπούλας. Τότε το βασιλόπουλο κατάλαβε ποια κοπέλα έπρεπε να επιλέξει.

       Πλησίασε τη μικρή βασιλοπούλα, την άγγιξε και τότε ευθύς τα μάγια λύθηκαν! Ο μαγεμένος πύργος άρχισε και πάλι να παίρνει ζωή. Βασιλιάδες και βασίλισσες, υπηρέτες και αυλικοί, όλοι ξύπνησαν από τον πέτρινο ύπνο τους και μεμιάς όλα ξαναζωντάνεψαν.

       Χωρίς να χάσουν χρόνο, ο Γουίτλινγκ παντρεύτηκε τη μικρότερη και πιο όμορφη από τις τρεις βασιλοπούλες και, ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, πήρε ο ίδιος του το θρόνο και έγινε μεγάλος και τρανός βασιλιάς. Όσο για τους δύο μεγαλύτερους αδερφούς του, η μοίρα τους πάντρεψε με τις δύο αδερφές της μικρής βασιλοπούλας και από τότε έζησαν και βασίλεψαν στο παλάτι όλοι τους ειρηνικά και ευτυχισμένοι!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το βασιλόπουλο κυνηγός

Αφηγητής είναι ο Αθανάσιος Παχαταρίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1916 και κατάγεται από την Σκόπη – Αγυρνάς Καισάρειας.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!!

castle in forestΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε έναν γιο. Ο βασιλιάς αρρώστησε και μετά από λίγο πέθανε αφήνοντας πίσω του μια χήρα και ένα ορφανό. Το βασιλόπουλο αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Έβγαινε με το τουφέκι και τα σκυλιά του, χτυπούσε τις περισσότερες  φορές λαγούς, πέρδικες, αγριόχηνες και αγριογούρουνα. Σχεδόν πάντα υπήρχε στο παλάτι φαγητό από τα θηράματά του που μαγείρευε η μητέρα του. 

Μια μέρα που βγήκε για κυνήγι στο βουνό ακούει τα σκυλιά του να γαβγίζουν διαφορετικά από τις άλλες φορές. Από το γάβγισμά τους υπέθεσε ότι δεν κυνηγάνε κάποιο ζώο. Κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο και περίμενε να δει τι συμβαίνει. Ξαφνικά βλέπει έναν καβαλάρη σε άλογο να κρατάει σφιχτά μια κοπέλα στα χέρια του. Το κορίτσι φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεναχωρεμένο και έτσι συμπέρανε ότι την είχε κλέψει. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο, το βασιλόπουλο πυροβολάει στον αέρα. Ο καβαλάρης αφήνει το κορίτσι από τα χέρια του και συνεχίζει με το άλογό του. Πηγαίνει το βασιλόπουλο κοντά στο κορίτσι και το ρωτάει:

– Πες μου κοπέλα μου ποια είσαι και από πού; Πες μου να χαρείς πνεύμα ή ζωντανή ύπαρξη είσαι;

– Ούτε πνεύμα είμαι, ούτε πετούμενο. Είμαι η θυγατέρα του βασιλιά που κυβερνάει στον πέρα κάμπο, απαντάει η κοπέλα.

– Κόρη του άρχοντα και βασιλιά. Περίμενε δέκα λεπτά εδώ που είσαι. Εγώ θα χτυπήσω γρήγορα έναν λαγό και θα σε πάω στον πατέρα σου.

Έφυγε το βασιλόπουλο και πήγε να κυνηγήσει. Το κορίτσι κάθισε κάτω από έναν ίσκιο και περίμενε. Δεν πρόλαβε να πάρει πέντε ανάσες και βλέπει εκείνον που την είχε αρπάξει να έρχεται καταπάνω της. Το κορίτσι φοβήθηκε πολύ και σκεφτόταν με αγωνία τι να κάνει όταν ξαφνικά έπεσε μια αστραπή από τον συννεφιασμένο ουρανό που έριξε κάτω, τυφλωμένο τον άνδρα. Αυτός άρχισε να κλαίει και να τσιρίζει από τον πόνο. Φώναξε τρεις φορές ένα γυναικείο όνομα. Τότε κατεβαίνει ένα σύννεφο από τον ουρανό και φέρνει μαζί μια όμορφη κοπέλα, ντυμένη στα λευκά, που στέκεται κοντά του. Γονατίζει, φιλάει το πληγωμένο παλικάρι μια φορά στο μέτωπο και οοπ… αυτό στάθηκε όρθιο στα πόδια του. Στο μέρος που έπεσε η αστραπή, σχηματίστηκε ένας λάκκος και το χώμα του ήταν κατάμαυρο σαν κάρβουνο. Σκύβει η ασπροντυμένη κοπέλα, παίρνει λίγο χώμα και το τινάζει στα μάτια του παλικαριού. Εκείνος αμέσως ανοίγει τα μάτια του και πήρε βαθιά ανάσα.

– Εγώ σε θέλω για δικό μου, του λέει η κοπέλα που κατέβηκε από τον ουρανό.

– Εσύ γεννήθηκες για μένα, λέει το παλικάρι.

Σιγά σιγά πυκνώνει το σύννεφο, τους παίρνει και τους δυο και μαζί χάθηκαν στον ουρανό. Το κορίτσι που παρατηρούσε την όλη σκηνή, σκύβει, παίρνει λίγο από το καρβουνισμένο χώμα, το βάζει σε ένα μαντήλι και το κρύβει στον κόρφο της. Μετά από λίγο έρχεται το βασιλόπουλο κρατώντας δυο λαγούς, έναν στο ένα χέρι κι έναν στο άλλο. Αντί να είναι χαρούμενος όμως, ήταν σκεπτικός. Η κοπέλα που το πρόσεξε, τον ρώτησε:

– Τι έχεις παλικάρι και είσαι στεναχωρεμένος;

Το βασιλόπουλο κάθισε λίγο πλάι της και έδειξε ότι ήθελε να αποφύγει την απάντηση. Αφήνει απλώς τους δυο λαγούς που κρατούσε στο χώμα. Μόλις οι λαγοί πάτησαν στο χώμα, άρχισαν να παίζουν λαγίσια παιχνίδια κοντά τους, χωρίς να απομακρύνονται.

– Βλέπεις, λέει το παλικάρι. Έτσι έπαιζαν και όταν τους έβαλα στο στόχαστρο με το τουφέκι μου. Έλαμψε μια αστραπή και ακούστηκε ένας κρότος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λαγοί να έρθουν και να σταθούν μπροστά στα πόδια μου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Δεν θα τους σκοτώσω, ας απολαύσουν την ζωή τους!

Το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα παίρνουν τον δρόμο για το παλάτι, όπου βασίλευε ο πατέρας της κοπέλας. Ο βασιλιάς, σαν τους είδε, χάρηκε πολύ και πρότεινε να φιλοξενήσει το γενναίο άνθρωπο που έφερε την κόρη του. Καθώς μιλούσε μαζί του κατάλαβε ότι του αρέσει το κυνήγι και του λέει:

– Όσες μέρες θα μείνεις εδώ σου δίνω την άδεια να πηγαίνεις για κυνήγι στα δασωμένα βουνά της χώρας μου, όπου υπάρχουν πολλά άγρια ζώα.

Την επόμενη μέρα, πρωί – πρωί, το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βουνό. Όμως χάθηκε στα πυκνά δάση και έψαχνε να βρει ένα μονοπάτι να γυρίσει πίσω.  Άλλά όσο περισσότερο έψαχνε, τόσο περισότερο χανόταν. Κάποια στιγμή βλέπει μια μεγάλη πόρτα που φαινόταν να κλείνει κάποια σπηλιά μέσα στο βουνό. Έτσι όπως ήταν κουρασμένος και πεινασμένος δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα και εκείνη σιγά σιγά άνοιξε. Μπαίνει μέσα και βλέπει πως βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο παλάτι που τα παράθυρά του ήταν σαν φεγγίτες. Είχε σαράντα μεγάλα δωμάτια, από τα οποία μόνο το ένα από αυτά ήταν κλειδωμένο. Το παλάτι είχε μέσα όλα τα καλά για να ζήσει ένας άνθρωπος. Έφαγε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

Την άλλη μέρα το πρωί που σηκώθηκε άρχισε πάλι να ψάχνει δρόμο για να γυρίσει στο παλάτι του. Μέσα στην ανησυχία και την αγωνία βλέπει δυο λαγούς να χοροπηδάνε γύρω του. Με τα αυτιά, τα μπροστινά τους πόδια και τα μουστάκια τους, οι λαγοί έκαναν διάφορες κινήσεις σαν κάτι να ήθελαν να πουν. Μετά άρχισαν να πηγαίνουν πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Το παλικάρι ακουλούθησε αρκετές ώρες το μονοπάτι πίσω από τους λαγούς. Όταν άρχισε να βραδιάζει συνάντησε μέρη γνωστά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από τότε που έφυγε, καθώς η μητέρα του έιχε παντρευτεί άλλον άνδρα, ο οποίος εξουσίαζε το παλάτι. Μάλιστα η μητέρα του τον πλησιάζει και του λεει:

-Όπως βλέπεις παιδί μου αυτό το παλάτι δεν μας χωράει και τους δύο τώρα που παντρέυτηκα. Πρέπει ή εσύ να φύγεις ή εγώ, διάλεξε!

Το παλικάρι αποφάσισε να γυρίσει στο παλάτι με τα σαράντα δωμάτια. Παίρνει μαζί του λίγα τρόφιμα και ένα τουφέκι. Ανέβαίνει στο άλογό του και πηγαίνει προς το μεγάλο σπίτι που είχε βρει στο δάσος. Μετά από λίγες μέρες φτάνει στον προορισμό του. Βρίσκει όμως την μεγάλη πόρτα κλειστή. Την χτυπάει δυνατά με το πόδι του και η πόρτα άνοιξε. Μπαίνει μέσα και τακτοποιεί τα πράγματά του. Μετά τακτοποιεί και το άλογό του και ξαπλώνει να κοιμηθεί. Όμως θόρυβος και φωνές από έξω τον ξύπνησαν κάποια στιγμή. Ήταν σαράντα δράκοι που είχαν επιστρέψει για να κοιμηθούν σπίτι τους. Μόλις είδαν την μεγάλη πόρτα ανοιχτή κατάλαβαν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει και τους έπιασε φόβος. Κι αυτό γιατί η πόρτα ήταν τόσο βαριά που για να την ανοίξουν προσπαθούσαν κάθε φορά τρεις δράκοι μαζί. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να ελέγξει τι συμβαίνει και αποφάσισαν να βάλουν κλήρο. Ο κλήρος έπεσε στον κουτσό, πιο δειλό και πιο ηλικιωμένο δράκο. Άρχισε να ψάχνει ο κουτσός δράκος ένα ένα τα δωμάτια. Οι υπόλοιποι δράκοι εντωμεταξύ, επειδή άργησαν να ακούσουν νέα από τον φίλο τους που είχε πάει να ψάξει για τον άνθρωπο φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο και το έβαλαν στα πόδια. Έφυγαν για πάντα σε άλλα μακρινά λημέρια. Ο κουτσός δράκος μόλις αντίκρισε το βασιλόπουλο στο τελευταίο δωμάτιο, έπεσε στα γόνατά του και τον παρακαλούσε:

– Αφέντη λυπήσου τα χρόνια και την αναπηρία μου. Όσο θα βγαίνει ο ήλιος εγώ θα είμαι για σένα δούλος και εργάτης σε όλες τις δουλειές σου.

Το βασιλόπουλο εμπιστεύτηκε τον δράκο και συμφώνησε στην πρότασή του. Πήγαινε για κυνήγι στο βουνό και πάντα όταν επέστρεφε, έφερνε κάτι για φαγητό. Ο κουτσόδρακος έμενε στο δρακόσπιτο, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε και φύλαγε το σπίτι. Υπήρχαν μέρες που το βασιλόπουλο έφερνε τρία και ίσως και πέντε γουρουνόπουλα σκοτωμένα. Ο κουτσοδράκος απορούσε πως το παλικάρι έβρισκε τόση δύναμη να κουβαλήσει τα θηράματά του. Τα έφερνε τραγουδώντας, χωρίς σταγόνα ιδρώτα σαν να ήταν τα γουρούνια πετροπέρδικες. Όταν έπαιρναν το γέυμα τους, το βασιλόπουλο έτρωγε μια μερίδα φαγητό, ενώ ο κουτσοδράκος ένα γουρουνόπουλο ολόκληρο. Μάλιστα κάποια στιγμή που έτρωγαν δείπνο το βασιλόπουλο εκμυστηρεύτηκε στον δράκο που και πότε γεννήθηκε.

Το δρακόσπιτο είχε ένα μυστικό: σε ένα ακρινό δωμάτιο βρισκόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι το οποίο είχαν αιχμαλωτίσει κάποτε οι δράκοι. Επείδη το κορίτσι είχε μείνει για καιρό στην απομόνωση, είχε ξεχάσει τους σωστούς τρόπους συμπεριφοράς και φερόταν σαν αγρίμι. Ο κουτσοδράκος είχε μόνο το κλειδί του δωματίου και όποτε ήθελε της πήγαινε νερό και τροφή. Αυτό όμως που χαιρόταν περισσότερο ήταν να την χτενίζει μια φορά την βδομάδα μετά το μπάνιο. Ο δράκος ετοίμαζε το ζεστό νερό, τα σαπούνια, τα αρώματά της και έβγαινε έξω. Όταν μετά από ώρα το κορίτσι τελείωνε το μπάνιο και ντυνόταν, ξεκλείδωνε ο δράκος και χτενίζε το κορίτσι με μια χρυσή χτένα που είχε πάνω διαμαντόπετρες. Τα μαλλιά που κολλούσαν στην χτένα, τα μάζευε ο δράκος και τα άφηνε στον ήλιο να γίνουν χρυσαφένια. Έπειτα τα έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του. Κάποια στιγμή βλέπει το παλικάρι τα απλωμένα μαλλιά που είχαν μάκρος δυο πήχες και ρωτάει τον δράκο:

– Τι είναι αυτά γεροδράκο;

– Είναι μετάξι που βγαίνει από τις μουριές, στην κοντινή μας ρεματιά.

Μια μέρα που το βασιλόπουλο βρίσκει μια όμορφη γυναικεία φορεσιά απλωμένη στον φράχτη ρωτάει τον δράκο τι είναι κι εκείνος απαντάει:

– Το βρήκα κρυμμένο στο σεντούκι της μάνας μου, το έπλυνα και το άπλωσα για να στεγνώσει.

Κάποιες νύχτες, όπως κοιμόταν το παλικάρι, άκουγε μια γλυκειά γυναικεία φωνή να τραγουδάει με παράπονο. Πηγαίνει στο δράκο να τον ρωτήσει, αλλά ο δράκος του απαντούσε συνεχώς:

– Αααα… παιδί μου! Νεός είσαι και στον ύπνο σου γλυκοτράγουδα θα ακούς.

Κάποια νύχτα που ακούστηκε πάλι το τραγούδι, πηγαίνει ο νέος και λέει στον δράκο:

– Θέλω να μου δώσεις το κλειδί του δωματίου που είναι κλειδωμένο!

Παίρνει ο δράκος τα σαράντα κλειδιά, αλλά ενώ προσπαθούσαν, η πόρτα δήθεν δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Κάποια στιγμή το παλικάρι νύσταξε και πήγε να κοιμηθεί γιατί την άλλη μέρα νωρίς το πρωί θα πήγαινε για κυνήγι σε μακρινό βουνό. Έτσι το βασιλόπουλο όταν ξημέρωσε, ξεκίνησε.

Ο δράκος έλεγε ψέμματα, γιατί φοβόταν την υπερβολική δύναμη του παλικαριού-κυνηγού. Ηθελε να μάθει από που το παλικάρι αντλούσε την δύναμη και το παλικάρι ήθελε να μάθει από που ο δράκος έβρισκε τις γυναικείες τρίχες και τα φορέματα. Ο δράκος εκμεταλεύτηκε την απουσία του παλικαριού στο κυνήγι, ντύθηκε ζητιάνος και ξεκινάει να πάει στον τόπο που γεννήθηκε το βασιλόπουλο. Βρίσκει την μαμή που τον γέννησε, της δίνει δυο χούφτες χρυσές λίρες και μαθαίνει ότι αν κοπούν οι τρεις χρυσαφένιες τρίχες που έχει στο κεφάλι, χάνει την περίσσια δύναμή του.

Ο δράκος γύρισε το βράδυ σπίτι σκεπτόμενος τι να κάνει και του ήρθε η εξής ιδέα: θα έβαζε στο υπνοδωματιό του μια ανθοδέσμη, στην οποία ένα από τα λουλούδια είχε μια οσμή που προκαλούσε υπνηλία για τρεις μέρες. Έτσι και έκανε. Βλέπει την ανθοδέσμη το παλικάρι και ρωτάει:

– Πώς κι έτσι γεροδράκε στόλισες το δωμάτιό μου;

– Να κοιμηθείς ελαφρά λεβέντη μου και να μην βλέπεις εφιάλτες.

Ξάπλωσε το βασιλόπουλο και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ο δράκος ξεκλειδώνει την κοπέλα, της δίνει ένα ψαλίδι και την οδήγει στο δωμάτιο του παλικαριού. Εκεί της ζητάει να του κόψει τις χρυσαφένιες τρίχες. Όταν κόπηκε η τελευταία τρίχα, το παιδί έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό που κουνήθηκε ολόκληρο το δρακόσπιτο. Μετά διέταξε την κοπέλα να τον χτενίσει με την χρυσαφένια χτένα της. Κατά την διάρκεια που τον χτένιζε τον  αναγνώρισε. Ήταν εκείνος που την είχε σώσει από την απαγωγή και την είχε πάει σώα στον πατέρα της. Ο κουτσοδράκος ντυμένος παλικάρι την έκλεψε και την φυλάκισε σπίτι του. Στην συνέχεια, ο δράκος κλειδώνει την κοπέλα στο δωμάτιό της, παίρνει ένα καυτό σίδερο και τυφλώνει τα μάτια του νέου. Δεν πάτησε όμως καλά το σίδερο κι έτσι το ένα μάτι μπορούσε να βλέπει λίγο. Μετά τον φορτώνεται στην πλάτη και τον πηγαίνει σε μακρινά βουνά να τον φάνε οι λύκοι και τα τσακάλια.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το φυλακισμένο κορίτσι δεν ξανάφησε τον δράκο να την χτενίσει. Σταμάτησε να τραγουδάει κι έκλαιγε μερικές φορές. Κάποια στιγμή, εκεί στα άγρια βουνά το αγόρι ξύπνησε με έναν έντονο πόνο στα μάτια. Τα έτριψε και μπόρεσε να δει λίγο από το ένα μάτι. Σηκώθηκε να περπατήσει, αλλά σκόνταψε σε ένα ζώο. Κοιτάζει καλά και διακρίνει έναν ξαπλωμένο λύκο. Δοκιμάζει να περπατήσει από την άλλη πλευρά και διακρίνει έναν άλλο ξαπλωμένο λύκο και παρα πέρα δυο μεγάλες αρκούδες. Τα άγρια ζώα του βουνού πήγαν να τον φάνε, αλλά καθώς τον πλησίαζαν μύριζαν την μυρωδιά που είχε πάρει το παλικάρι από τα λουλούδια του γεροδράκου και κοιμόταν βαριά. Με δυσκολία κατάφερε να προσπεράσει τα άγρια ζώα και προχώρησε λίγο πιο πέρα. Κάποια στιγμή νιώθει κάτι πολύ απαλό στα πόδια του, κοιτάζει και διακρίνει τους δυο λαγούς που παλιότερα τους είχε χαρίσει την ζωή. Μπαίνει μπροστά του ο ένας λαγός και πίσω του ο άλλος και τον έβαλαν σε ένα ανοιχτό μέρος που είχε μια πηγή νερού. Πίνει να ξεδιψάσει, σηκώνεται να περπατήσει αλλά πέφτει από την πείνα και την κούραση. Όταν ξύπνησε είχε δίπλα του μερικά αγριόμηλα και γλυκά σύκα από τους λαγούς. Το παλικάρι έφαγε και πήρε δυνάμεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως που βρίσκεται και που πηγαίνει. Οι λαγοί τον οδηγούν σιγά – σιγά σε μια μικρή σπηλιά στην ρίζα ενός δέντρου. Εκεί μπορούσε να προστατευτεί από το κρύο και την βροχή. Σε μια άκρη της σπηλιάς είχε σωρό λαγίσιο μαλλί που το έκαναν στρώμα να κοιμάται το βασιλόπουλο. Καθε μέρα οι λαγοί του προσέφεραν αγριόμηλα, σύκα και καρύδια του βουνού. Άρχισε να δυναμώνει, αλλά με τα μάτια διέκρινε λίγες σκιές.

Ο λαγός και η λαγουδίνα μπορεί να μην είχαν ανθρώπινη λιαλιά, αλλά ένιωθαν την δυστυχία του νέου. Επειδή ήταν οι βασιλιάδες των λαγών εκείνης της χώρας, αποφασίζουν να στείλουν διάγγελμα στους υπηκόοους τους που έλεγε:

Λαγοί της χώρας μας. Σας παραγγέλνουμε να συγκεντρωθείτε όλοι κοντά στον ξεροπόταμο. Θα πάμε την νύχτα να βοήθησουμε έναν άνθρωπο που έσωσε κάποτε την ζωή μας. Ελάτε όλοι να εργαστούμε για το καλό.

Όλοι οι λαγοί της χώρας που το άκουσαν, υπάκουσαν και μέσα σε μια νύχτα έσκαψαν κάτω από το θεμέλια του δρακόσπιτου ένα λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης από τον δράκο κοπέλας. Ενώ κοιμόταν το κορίτσι, λύνουν προσεχτικά, για να μην την ξυπνήσουν, την ζώνη που φορούσε και παίρνουν το μαντήλι μέσα στο οποίο είχε φυλαγμένο το καρβουνόχωμα της αστραπής. Τρέχουν και το παραδίνουν στην λαγουδίνα που είχε μείνει στο πλάι του παλικαριού. Με την ουρά της άλειψε το καρβουνόχωμα στα μάτια του κοιμισμένου παλικαριού.

Το πρωί που ξύπνησε το βασιλόπουλο, κοίταξε γύρω του και νόμιζε πως βλέπει όνειρο. Τα λαγουδάκια χοροπηδούσαν από την χαρά. Αφού γιατρεύτηκε άρχισε να σκέφτεται πως θα γυρίσει στον τόπο του. Ήθελε αλλά φοβόταν να πάει στο δρακόσπιτο, γιατί είχε χάσει τις δυνάμεις του. Κάποια μέρα οδηγείται από τους λαγούς, αφού περπατούσαν μέρες, εκεί που ήθελαν. Αλλά ήταν νύχτα με φεγγάρι όταν έφτασαν. Ο ένας λαγός φεύγει από κοντά του και μπαίνει στο λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης. Αρπάζει την χτένα και την παραδίδει στο βασιλόπουλο. Μόλις την αγγίζει το παλικάρι αναστενάζει τόσο δυνατά που κουνήθηκε η γη από κάτω. Η διαμαντόχτενα είχε τρεις τρίχες της κοπέλας που έγιναν χρυσαφένιες και φύτρωσαν στο κεφάλι του βασιλόπουλου. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε το γλυκό τραγούδι της κοπέλας που άκουγε τις νύχτες πριν πάθει κακό. Ήτανε η φωνή της φυλακισμένης κόρης. Στάθηκε το παλικάρι λίγο έξω από το δωμάτιό της και είπε:

Μίλα φεγγάρι να χαρείς τόσο καλό που είσαι

ποια πόρτα πρέπει να διαβώ να βρω αυτό που θέλω

να βρω αγάπης πάπλωμα να ζεσταθώ λιγάκι.

Να βρω και την καλίτσα μου με το χρυσό το χτένι

όπου κλεισμένη φυλακή χρόνια με περιμένει.

Πηγαίνει στην μεγάλη πόρτα, δίνει μια κλωτσιά και την ανοίγει. Βρίσκει τον κουτσόδρακο, τον πιάνει από το αυτί και τον διατάζει να ανοίξει την απαγορευμένη πόρτα. Ο δράκος μόλις άνοιξε έπεσε κάτω και πέθανε από τον φόβο. Η κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του παλικαριού χαρούμενη. Πήγαν στο παλάτι του πατέρα της και έκαναν χαρές που κράτησαν σαράντα μερόνυχτα.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό με το κόσκινο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Η Θοδώρα

Κρητικό παραμύθι δοσμένο το 1983 από τη Σκέυω Ν. Παχάκη-Δημογέροντα, ετών 73. Το είχε μάθει στα παιδικά της χρόνια από την γιαγιά της.

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη. Δώσ’ τσ’ ανέμης να γυρίσει, παραμύθι να κινήσει. Καλησπέρα στην αφεδιάς σας!

παλατιΜια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο βασιλιάδες που είχαν γειτονικά βασίλεια. Ο ένας είχε  πλούσιο βασίλειο και πολλούς στρατιώτες. Είχενε κι έναν γιο που το όνομά του ήταν φημισμένο σε όλα τα βασίλεια για την καλοσύνη, την ανδρεία και για πολλά ακόμα χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε μικρότερο βασίλειο, λίγες δυνάμεις και τρεις θυγατέρες.

Κάποτε ο πλούσιος βασιλιάς αποφάσισε να ενώσει τα δύο βασίλεια για να γίνει ακόμη δυνατότερος. Μπορούσε με ευκολία να το καταφέρει. Έτσι κάποια μέρα έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρού βασιλείου και του ζητούσε να του παραδώσει το βασίλειο του με το καλό, χωρίς αντίσταση και έτσι θα γινόταν άρχοντας με πολλές εξουσίες. Αντίθετα αν το αρνιότανε θα του κήρυττε πόλεμο και θα τον κατακτούσε. Ακόμη θα έκανε αυτόν και την οικογένειά του σκλάβους.

Το μήνυμα τάραξε τόσο πολύ τον βασιλιά που σηκώθηκε από τον χρυσό θρόνο που καθότανε και έπεσε σαν κουρέλι στον μπρούτζινο, καθώς αναλογιζόταν το πρόβλημά του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τρεις θρόνους. Έναν χρυσό που σε αυτόν καθότανε όταν ήταν χαρούμενος, έναν ασημένιο που καθότανε όταν ήταν σε ήρεμη κατάσταση και έναν μπρούτζινο που καθότανε όταν είχε δύσκολες υποθέσεις.

Σε λίγη ώρα κατέβηκε η μεγάλη του κόρη να τον καλημερίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα κι αυτή και οι αδερφές της. Μόλις τον είδε καθισμένο στην μπρούτζινη καρέκλα, τον ρώτησε ανήσυχη:

Πατέρα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, τι έχεις και κάθεσαι στην καρέκλα της στεναχώριας;

Αχ κόρη μου, πρωτογονάτη, αγαπημένη. Μεγάλη και δύσκολη στιγμή για το βασίλειο μας τούτη που μας βρήκε. Πολύ σοβαρό μαντάτο πήρα σήμερα από τον γειτονικό μας βασιλιά: ή να του παραδώσουμε το βασίλειό μας και να μας αφήσει να ζήσουμε σαν άρχοντες ή θα μας κηρύξει πόλεμο, να μας κάνει όλους σκλάβους.

Ε για τούτο το πράμα στεναχωριέσαι πατέρα; Θέλει καθόλου σκέψη; Όπως ξέρουμε καλά αυτός είναι πολύ δυνατότερός μας και θα πάρει το βασίλειό μας με τον πόλεμο. Καλύτερα λοιπόν να του το παραδώσεις και δεν πειράζει που δεν θα είσαι βασιλιάς. Θα είσαι ο πρώτος άρχοντας κι εμείς αρχοντοπούλες. Ίσα είναι αυτό από το να γίνουμε σκλάβοι; Δεν χρειάζεται μου φαίνεται σκέψη. Να του μηνύσεις πως θα του παραδώσεις το βασίλειό μας χωρίς πολέμους.

Όχι κόρη μου. Αυτό δεν θα το κάμω ποτέ. Θα πουλήσω όλους τους θησαυρούς μου και του παλατιού, ακόμα και των εκκλησιών. Θα συγκεντρώσω όλα τα χρήματα του βασιλείου μου και θα κάνω δυνατό στρατό και πολεμοφόδια να αντισταθώ στον εχθρό μας. Πρέπει όλοι να πολεμάμε για την πατρίδα μας…

Τι είναι αυτά που λες πατέρα; Εμένα και τις αδερφές μου δεν μας σκέφτεσαι καθόλου; Αντί να φροντίσεις να ετοιμάσεις την καλύτερη προίκα για μας και πρώτα πρώτα για μένα, που είμαι η μεγαλύτερη, να βρεις κάποιο βασιλόπουλο να με παντρέψεις, λογαριάζεις να μας κάνεις όλους σκλάβους του διπλανού βασιλείου;

Αυτά κι άλλα πολλά έλεγε η βασιλοπούλα στον πατέρα της προσπαθώντας να τον πείσει να κάνει το θέλημά της. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη, έφυγε με θυμούς και κλάματα. Σε λίγο κατέβηκε η δεύτερη κόρη, η οποία αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο στο άκουσμα του κακού μαντάτου:

Καλό είναι και το αρχοντιλίκι πατέρα. Έτσι κι αλλιώς το βασίλειό μας δεν πρόκειται να το γλιτώσεις. Απέφυγε λοιπόν αυτό τον πόλεμο που θα καταστρέψει κι εμάς και τον τόπο μας, για να μην γίνουμε φτωχοί και σκλάβοι.

Ο πατέρας της απάντησε με τον τρόπο που απάντησε και νωρίτερα στην μεγάλη του κόρη και η μεσαία έφυγε με κλάματα και μοιρολόγια. Βρήκε την μεγάλη της αδερφή και παρηγορούσαν η μία την άλλη.

Ύστερα από λίγο κατεβαίνει και η μικρή κόρη και όταν τον ρώτησε για την αιτία της λύπης του, της είπε:

Αχ κόρη μου, πως θα σου το πω και σένα, που θα στενοχωρεθείς και θα σε δω να κλαις και να παρακαλείς, σαν τις αδερφές σου  για κάτι που δεν μπορώ, όσο κι αν σας αγαπώ, να σας κάνω το χατίρι.

Τι είναι αυτό πατέρα μου; Πες μου σε παρακαλώ, γιατί με κάνεις να αγωνιώ…

Ο πατέρας της εξήγησε το πρόβλημα και αυτή απευθείας απάντησε:

Φτάνει πατέρα. Δεν πρόκειται να παραδώσουμε ποτέ την πατρίδα.

Και βέβαια παιδί μου, θα πολεμήσουμε, αφού χρησιμοποιήσουμε όλους τους θησαυρούς για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις και θα απαντήσουμε στον κακό μας γείτονα να έρθει, αν μπορεί, να πάρει την χώρα μας με πόλεμο.

Μα γιατί να ανοιχτούμε, πατέρα, σε πόλεμο που τόσα κακά φέρνει στον τόπο και τους ανθρώπους; Να του ζητήσεις να μονομαχήσουμε κι όποιος βγει νικητής παίρνει το βασίλειο του άλλου.

Ναι κόρη μου, καλύτερος τρόπος είναι αυτός, αλλά εγώ δεν έχω γιο να του ζητήσω μονομαχία…

Έχεις εμένα την Θοδώρα σου πατέρα μου. Εγώ θα ντυθώ άντρας και θα μονομαχήσω με τον γιο του βασιλιά. Έχω ελπίδα και πίστη ότι θα τον νικήσω και θα υπερασπιστώ επάξια την τιμή μας. Από τούτη την στιγμή με λένε Θοδωρή.

Αδύνατο, γενναία και αγαπημένη μου βασιλοπούλα. Δεν θα σε αφήσω ποτέ να κινδυνεύσεις τόσο. Θα κάνουμε πόλεμο, δεν μας μένει άλλος δρόμος.

Μετά όμως, από μεγάλη της επιμονή έπεισε τον πατέρα της να την αφήσει. Έστειλε λοιπόν μήνυμα του γειτονικού βασιλιά να προτιμήσει να μονομαχήσουν οι γιοι τους για να μην υποβληθούν στις θυσίες και τα κακά του πολέμου. Ο άλλος βασιλιάς δέχτηκε με μεγάλη χαρά, γιατί πίστευε ότι ο γιος του είναι ασύγκριτα δυνατός.

Η Θοδώρα ντύθηκε ανδρικά και ζήτησε την ευχή του πατέρα της λίγο πριν τον αγώνα. Εκείνος με δάκρυα στα μάτια έδωσε μέσα από την καρδιά του την ευχή στην γενναία βασιλοπούλα. Ο Θοδωρής ετοιμάστηκε μαζί με όλους, τον βασιλιά, την συνοδεία, τις σάλπιγγες  για τον μεγάλο αγώνα. Αμέσως ξεπήδησε μπροστά της ένα σκυλάκι, με ανθρώπινη λαλιά που κανείς άλλος εκτός από αυτήν δεν το έβλεπαν ή το άκουγαν. Το σκυλάκι λοιπόν μονομαχιαανέβηκε μαζί με τον Θοδωρή στο άλογο και μαζί με την συνοδεία φτάσανε στον τόπο της μονομαχίας. Εκεί περίμεναν παραταγμένοι ο άλλος βασιλιάς με τον γιο του και την ακολουθία του. Όλοι πήραν ορισμένη θέση και οι δυο νέοι χαιρετίστηκαν στον χώρο. Κάποια στιγμή δόθηκε το σύνθημα κι άρχισαν την μονομαχία. Και τα δυο βασιλόπουλα ήταν γενναία και πολύ γυμνασμένα και έτσι πότε υπερτερούσε ο ένας και πότε ο άλλος. Όλοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ο Θοδωρής ήταν πιο επιθετικός, γιατί πλάι του, μπροστά του και γύρω του έτρεχε το σκυλάκι και τον ενθάρρυνε. Κάποια στιγμή η Θοδώρα πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, όσο μπορούσε πιο ελαφρά. Το αίμα άρχισε να τρέχει και να ποτίζει τα ιδρωμένα ρούχα του. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά σύντομα λύγισε κι έπεσε κάτω. Πέταξε η Θοδώρα το σπαθί της κι έτρεξε κοντά του. Του μίλησε με λόγια ενθαρρυντικά και περιποιήθηκε την πληγή του. Ωστόσο η μάχη είχε κριθεί.

Απογοητευμένος ο πλούσιος βασιλιάς πήγε με τον πληγωμένο και ταπεινωμένο γιο, και τους ανθρώπους του προς το παλάτι τους. Λίγα μέτρα πιο κάτω ακολουθούσαν η Θοδώρα με την δική της συνοδεία για να παραλάβει το βασίλειο του νικημένου βασιλιά.

Η Θοδώρα επέτρεψε την παραμονή του βασιλόπουλο στο παλάτι του, όσο κι να χρειαστεί, μέχρι να γίνει καλά και παρακολουθούσε με αγωνία την υγεία του. Όλοι αναγνώρισαν στον Θοδωρή την ευγένεια και την γενναιοδωρία του, παρόλο που ήταν εχθρός. Μάλιστα η Θοδώρα και το βασιλόπουλο συνδεθήκαν με μια δυνατή φιλία. Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και ο αποχωρισμός κάθε φορά τους προκαλούσε λύπη. Για την Θοδώρα ήταν προφανές ότι αγαπούσε το βασιλόπουλο, αλλά για εκείνον αποτελούσε μυστήριο που έτρεφε τόσο όμορφα αισθήματα για ένα άτομο που γνώρισε υπό τόσο άσχημες συνθήκες. Κάποια μέρα το υποψιάστηκε και είπε στον πατέρα του:

Πατέρα, το βασιλόπουλο που φιλοξενούμε τόσες μέρες και δεν βιάζεται να παραλάβει αυτό που κέρδισε ή να φύγει δεν είναι άντρας, αλλά γυναίκα. Κάθε μέρα το καταλαβαίνω καλύτερα.

Πάψε βασιλόπουλο. Μην λες ανοησίες. Μεγάλο λάθος έχεις κάνει γιε μου. Μην το ξαναπείς και σε ακούσει η Δωδεκάδα μας και προσβληθούμε περισσότερο.

Κι όμως πατέρα, Θοδωρή θωριά δεν έχει. Κοπελιάς ανάβλεμμα ‘χει.

Τι να σου πω τώρα; Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Τώρα που μπορείς να περπατήσεις, πάνε να του δείξεις τους θησαυρούς του παλατιού μας. Να του πεις ότι είναι ελεύθερος να πάρει όποιον θέλει. Αν διαλέξει κόσμημα και διαμαντικά είναι γυναίκα, όπως υποψιάζεσαι. Αν πάρει όπλα είναι άντρας και τα άλλα είναι της φαντασίας σου.

Το σκυλάκι, η ευχή του πατέρα της Θοδώρας, που τριγύριζε αόρατο κοντά τους, έτρεξε και τα είπε στην Θοδώρα. Έτσι λοιπόν, εκείνη αδιαφόρησε επιδεικτικά για τα χρυσαφικά και τα πολύτιμα πετράδια, αλλά κοίταζε, έπιανε και δοκίμαζε τα όπλα. Ως αναμνηστικό, επομένως, για τις μέρες της φιλίας τους διάλεξε ένα ωραίο σπαθί με χρυσή λαβή. Αφού το βασιλόπουλο διηγήθηκε αυτά στον πατέρα του, εκείνος του είπε:

Είδες που έκανες μεγάλο λάθος και φαντάστηκες ότι είναι γυναίκα; Η ομορφιά και η λεπτότητα, καθώς και η ευγένειά του σε παραπλάνησαν.

Κι όμως πατέρα, εγώ έχω πάλι τις αμφιβολίες μου…

Πάρε τον να κοιμηθείτε ένα βράδυ μαζί στο δωμάτιό σου και τότε πια δεν θα σου μείνει καμιά αμφιβολία.

Καλά λες. Απόψε κιόλας θα του προσφέρω την φιλοξενία μου.

Το σκυλάκι άκουσε πάλι την συζήτηση και έτρεξε να τα πει στην Θοδώρα, η οποία ανησύχησε πολύ. Το σκυλάκι την βοήθησε λέγοντας:

Μην στεναχωριέσαι Θοδώρα. Μπορώ να πάρω την μορφή σου και να ξαπλώσω εγώ για σένα με το βασιλόπουλο.

Έτσι κι έγινε. Το ίδιο βράδυ όμως η Θοδώρα δεν άντεξε να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι, αλλά αποφάσισε να φύγει. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε:

«Θοδώρα μπήκα στη σειρά, Θοδώρα την εβγήκα

και φάσκελα του βασιλιά, μα κερδισμένη βγήκα».

Το πρωί το βασιλόπουλο συναντήθηκε με τον πατέρα του και του είπε ότι είναι άντρας ο Θοδωρής, αλλά πάλι δεν μπορούσε να του ξεκολλήσει η ιδέα από το μυαλό. Σηκώθηκε να βρει τον Θοδωρή, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά και τον ζήτησε στην κάμαρά του. Εκεί μέσα, πάνω στο τραπεζάκι  είδε το γράμμα που άφησε η Θοδώρα και το διάβασε. Το έσφιξε πάνω στην καρδιά του και αμέσως πήδηξε στο άσπρο του άλογο. Έτρεχε σαν αστραπή στους κάμπους και τα λαγκάδια για να φτάσει στο παλάτι του πατέρα της Θοδώρας.

Χάρηκαν όλοι στο παλάτι το αντάμωμα των δύο νέων. Έγιναν γάμοι και γλέντια και στις δύο πολιτείες που διήρκησαν πολλές μέρες. Πήρε το βασιλόπουλο τη Θοδώρα στο βασίλειό του κι έμεινε ο κάθε βασιλιάς στον τόπο του και περάσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Το Λιοντάρι, το Καπλάνι κι ο Aητός

Το παρακάτω παραμύθι είναι περισσότερο για τους ενήλικες. Είναι από τα παραμύθια της προφορικής μας παράδοσης που μπλέκονται τα ζώα με τους ανθρώπους σε έναν κόσμο. Επίσης, έντονη είναι και η ύπαρξη του μαγικού στοιχείου, της μεταμόρφωσης. Είναι από τα παραμύθια που ο παραμυθάς μπορούσε να το τραβήξει για ώρες και να καθηλώσει το ακροατήριό του. Δεν μπορείς να βρεις κάτι διδακτικό, οπότε μόνο ψυχαγωγικό θα το χαρακτήριζες…

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν τρεις γιους και τρεις κόρες. Σαν γέρασε το βασιλικό ζευγάρι κι ο βασιλιάς έπεσε στο κρεβάτι, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του φώναξε τους γιους του και τους είπε:

Εγώ παιδιά μου θα πεθάνω σύντομα. Εσείς, φροντίστε να παντρέψετε τις αδερφές σας πρώτα κι ύστερα να παντρευτείτε κι εσείς.

Γυρνώντας προς τον μικρότερο γιο, του είπε:

Όσο για σένα, σου έχω μια ξωτική στο κρυσταλένιο δωμάτιο. Όμως πρώτα, φρόντισε τις αδερφές σου!

Για τις επόμενες μέρες, ο βασιλιάς, έδινε κι άλλες συμβουλές στους γιους του και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Πάνω στον χρόνο, πέθανε κι η βασίλισσα κι έτσι τα παιδιά έμειναν ορφανά.

Πέρασε κάμποσος καιρός κι ένα πρωί, χτύπησε την πόρτα τους ένας απρόσμενος επισκέπτης.

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν τα βασιλόπουλα…

liontariΕγώ είμαι, το λιοντάρι. Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μεγάλη σας αδερφή.

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι πέντε μέρες μακριά, μα για εσάς είναι πέντε χρόνια!

Πέντε χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε. Πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στο λιοντάρι.

Αυτός είναι η τύχη σου και δεν πρέπει να στην αρνηθούμε.

Κι αφού φιλήθηκαν, αποχαιρέτισαν ο ένας τον άλλον και το λιοντάρι έφυγε με την μεγαλύτερη αδερφή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένας δεύτερος επισκέπτης χτύπησε την πόρτα τους…

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν τα βασιλόπουλα…

Εγώ είμαι, το καπλάνι (τίγρης). Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μεσαία σας αδερφή.tigris

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι δέκα μέρες μακριά, μα για εσάς είναι δέκα χρόνια!

Δέκα χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε και πάλι. Πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στο καπλάνι κι έτσι αποχαιρέτισαν και τη δεύτερη αδερφή τους.

Λίγες μέρες αργότερα, χτύπησε και πάλι η πόρτα τους…

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν για ακόμη μία φορά τα βασιλόπουλα…

Εγώ είμαι, ο αητός. Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μικρή σας αδερφή.

aitos

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι δεκαπέντε μέρες μακριά, μα για εσάς είναι δεκαπέντε χρόνια!

Δεκαπέντε χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα και πάλι, ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε και πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στον αητό. Έτσι, οι τρεις αδερφές παντρεύτηκαν και σειρά πήραν τα αγόρια. Πρώτος παντρεύτηκε ο μεγάλος και στην συνέχεια ο μεσαίος. Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός, ο οποίος έπραξε κατά την επιθυμία του πατέρα του. Κατέβηκε στο κρυσταλένιο δωμάτιο για να πάρει την ξωτική, μα μόλις άνοιξε την πόρτα, αυτή έφυγε μακριά του αφού πρώτα του είπε:

Αν θέλεις να με βρεις και να με παντρευτείς, τότε να φτιάξεις σιδερένιο δεκανίκι και σιδερένια παπούτσια και να έρθεις στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους.

Ο μικρότερος αδερφός δεν τα έχασε και δεν άφησε το χρόνο να περάσει. Έκατσε κι έφτιαξε -όπως του ζήτησε η όμορφη ξωτική κόρη- σιδερένιο δεκανίκι και σιδερένια παπούτσια και ξεκίνησε το ταξίδι για να την βρει. Αφού περπάτησε για πέντε χρόνια, έφτασε στο σπίτι της μεγάλης του αδερφής, αυτής που παντρεύτηκε το λιοντάρι. Έκατσε στο πεζούλι λίγο να ξεκουραστεί κι εκείνη την ώρα, βγήκε η δούλα του σπιτιού που πήγαινε στο πηγάδι να γεμίσει νερό τον μαστραπά (πήλινη κανάτα). Της ζήτησε λίγο νερό για να πιεί μα αυτή αρνήθηκε και τότε την θερμοπαρακάλεσε. Η δούλα λύγισε και τελικά του έδωσε να πιει νερό. Αυτός, στα κρυφά, έριξε στο μαστραπά το δαχτυλίδι του κι ύστερα της τον έδωσε κι αυτή μπήκε μέσα. Όταν αδειάσανε το νερό στα ποτήρια, η μεγάλη αδερφή βρήκε στον πάτο του μαστραπά το δαχτυλίδι και το αναγνώρισε. Γύρισε στην δούλα και της είπε:

Σε ποιον έδωσες να πιει νερό;

Σε κανέναν κυρά μου.

Σε ποιον έδωσες; Πες μου και μην φοβάσαι…

Να, ένας περαστικός κάθισε στο πεζούλι μας να ξαποστάσει και μου ζήτησε νερό. Εγώ στην αρχή αρνήθηκα, αλλά μετά τον λυπήθηκα και του έδωσα.

Πες του να έρθει μέσα…

Η δούλα βγήκε από το σπίτι κι έφερε μέσα τον μικρό αδερφό. Μόλις ειδωθήκανε αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Έπειτα, άρχισε να της λέει όλα όσα έγιναν, μα πριν προλάβει να τελειώσει ακούστηκε από έξω θόρυβος.

Έρχεται ο άντρας μου το λιοβτάρι. Έλα να σε κρύψω γιατί μπορεί να σε κατασπαράξει.

…και δείνοντάς του ένα χτύπημα τον μεταμόρφωσε σε σκούπα. Την πήρε και την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα. Σε λίγο, φάνηκε και το λιοντάρι, που περνώντας την πόρτα είπε:

Χμμμ, βασιλικό αίμα μου μυρίζει.

Λογικό είναι άντρα μου…αφού σε δρόμους που περπατούν βασιλιάδες κυκλοφορείς συνέχεια…τι άλλο να σου μύριζε;

…του απάντησε ψύχραιμα και του ζήτησε να καθίσει στο τραπέζι να φάνε. Εκεί, άνοιξε πρώτη την κουβέντα και είπε του λιονταριού:

Πες μου άντρα…αν ερχότανε να με δει ο μεγάλος μου αδερφός, τί θα του έκανες;

Θα τον κατασπάραζα!

Αν ερχότανε ο μεσαίος μου αδερφός;

Θα τον έκοβα μικρά κοματάκια!

Αν ερχότανε ο μικρός αδερφός μου;

Αυτόν θα τον φιλούσα σταυρωτά!

Η βασιλοπούλα, αφού σιγουρεύτηκε είπε του λιονταριού:

Πρέπει να σου πω ότι ο μικρός μου αδερφός είναι εδώ.

Και γιατί τον κρύβεις τότε;

Έτσι, πήρε την σκούπα και την χτύπησε ξανά, επαναφέροντας τον αδερφό της. Το λιοντάρι τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον ρώτησε γιατί ήρθε. Το βασιλόπουλο του τα εξήγησε όλα και τέλος ρώτησε του λιονταριού αν ξέρει που θα βρει «τις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους». Το λιοντάρι του απάντησε πως δεν γνωρίζει, αλλά το επόμενο πρωί, κάλεσε να παρουσιαστούνε μπροστά του όλα τα ζώα και τα ρώτησε. Κανένα τους όμως δεν γνώριζε κι έτσι το βασιλόπουλο αφού τους χαιρέτισε συνέχισε το ταξίδι του για να βρει τις ίλινες, τις μπίλινες.

Περπάτησε άλλα πέντε χρόνια κι έφτασε στο σπίτι της μεσαίας του αδερφής. Εκεί, έκατσε και πάλι στο πεζούλι του σπιτιού να ξεκουραστεί όταν μετά από λίγο βγήκε η δούλα με τον μαστραπά για να τον γεμίσει νερό από το πηγάδι. Το βασιλόπουλο της ζήτησε να πιει λίγο νερό κι αυτή του έδωσε. Αφού ήπιε, έριξε το δαχτυλίδι του στο μαστραπά κι όταν το είδε μετά η αδερφή του, το αναγνώρισε και τον φώναξαν μέσα στο σπίτι. Εκεί που μιλούσαν, ακούστηκε από έξω να πλησιάζει το καπλάνι κι η αδεφή του που φοβήθηκε τον χτύπησε και τον μεταμόρφωσε σε φαράσι. Σαν πέρασε την πόρτα το καπλάνι, είπε της βασιλοπούλας:

Χμμμ, βασιλικό αίμα μου μυρίζει.

Λογικό είναι άντρα μου…αφού σε δρόμους που περπατούν βασιλιάδες κυκλοφορείς συνέχεια…τι άλλο να σου μύριζε;

Του έστρωσε τραπέζι και την ώρα που τρώγανε τον ρώτησε:

Πες μου άντρα…αν ερχότανε να με δει ο μεγάλος μου αδερφός, τί θα του έκανες;

Θα τον κατασπάραζα!

Αν ερχότανε ο μεσαίος μου αδερφός;

Θα τον έκοβα μικρά κοματάκια!

Αν ερχότανε ο μικρός αδερφός μου;

Αυτόν θα τον έκανα αδερφό μου!

Ήρθε, αλλά τον έκρυψα γιατί φοβήθηκα μην τον φας.

Η βασιλοπούλα, αφού σιγουρεύτηκε για τα αισθήματα του άντρα της προς τον αδερφό της, χτύπησε το φαράσι και τον επανέφερε στην αρχική του μορφή. Το καπλάνι και το βασιλόπουλο αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι έπειτα ο μικρός αδερφός εξήγησε στο καπλάνι τα καθέκαστα.

Ξέρεις που θα βρω τις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους;

Δεν ξέρω, αλλά αύριο το πρωί θα φωνάξω όλα τα ζώα και θα τα ρωτήσω. Κάποιο θα ξέρει!

Μα για κακή του τύχη, κανένα από τα ζώα δεν τις γνώριζε κι έτσι, το βασιλόπουλο, αφού τους χαιρέτισε όλους, ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του. Περπάτησε για άλλα πέντε χρόνια μέχρι που έφτασε στην τρίτη του αδερφή. Έκατσε πάλι στο πεζούλι να ξαποστάσει κι όταν βγήκε η δούλα, της ζήτησε νερό να πιει. Αυτή του έδωσε κι αυτός έριξε μετά το δαχτυλίδι του στον μαστραπά. Η αδερφή του το αναγνώρισε και τον φώναξαν μέσα. Πάνω που μιλούσαν, εμφανίστηκε κι ο αητός που τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Όταν έμαθε για το λόγο του ερχομού του, είπε πως δεν γνωρίζει που βρίσκονται οι ίλινες οι μπίλινες, αλλά το επόμενο πρωί, θα καλούσε όλα τα πουλιά για να τα ρωτήσει. Έτσι κι έγινε. Το άλλο πρωί, όλα τα πουλιά παρουσιάστηκαν μπροστά στον αητό, αλλά κανένα δεν γνώριζε την απάντηση. Από την συγκέντρωση, έλειπε μόνο μια κουτσή γερακίνα που ήρθε καθυστερημένη.

Εγώ ξέρω που θα βρείτε τις ίλινες, τις μπίλινες!

Τότε, φρόντισε να μεταφέρεις τον ανταδερφό μου εκεί.

Όντως, η γερακίνα πήρε το βασιλόπουλο και πετάξανε μαζί και μετά από μέρες ενώ πλησιάζανε στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, στα μαρμαρένια τα βουνά, στους κρουσταλλένιους κάμπους, σπάσανε τα σιδερένια παπούτσια του. Εκεί είδε το βασιλόπουλο την καλή του μαζί με άλλες ξωτικές. Την πήρε μαζί του στο βασίλειο και την παντρεύτηκε. Ζήσανε όμορφα κι ευτυχισμένα….

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η Μυρσίνη

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδερφές, που ήταν ορφανές. Δεν είχαν ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η καλύτερη. Κι όταν κοντοζύγωνε να βασιλέψει ο ήλιος, στάθηκαν και οι τρεις στη σειρά και είπαν στον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι μεγαλύτερες αδερφές δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι φαρμακωμένες. Την άλλη μέρα οι δυο οι μεγαλύτερες έβαλαν τα καλά τους, στολίστηκαν και την καημένη τη μικρή, που την έλεγαν Μυρσίνη, την έντυσαν με τα χειρότερα και πιο λερωμένα ρούχα και πήγαν πάλι να ρωτήσουν τον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε πάλι:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι αδερφές της Μυρσίνης, δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι πολύ καταφρονημένες. Την τρίτη μέρα ξαναρώτησαν τον ήλιο κι αυτός τους έδωσε την ίδια απάντηση. Τότε πια φούντωσαν και οι δυο από τη ζήλια τους και αποφάσισαν να διώξουν την καημένη τη Μυρσίνη.

– Η μάνα μας έχει τόσα χρόνια που πέθανε και θα σηκωθούμε αύριο πολύ πρωί να πάμε να την ξαναχώσουμε. Μόνο θέλει να τα ετοιμάσουμε όλα αποβραδίς, γιατί η μάνα μας είναι πολύ μακριά θαμμένη πάνω στο βουνό και πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί.

Κι η δόλια η Μυρσίνη το πίστεψε και την άλλη μέρα πήρε ένα πρόσφορο και ένα πιάτο κόλλυβα και ξεκίνησαν να πάνε να ξαναχώσουν τη μάνα τους. Περπάτησαν, περπάτησαν κι έφτασαν μέσα σε ένα δάσος και πήγαν και καθίσαν κάτω από μια οξιά. Τότε είπε η μεγάλη:

– Να, εδώ είναι το μνήμα της μάνας μας. Φέρτε το φτυάρι να σκάψω.

– Αχ! Κοίτα να δεις τι πάθαμε, οι ξεχασιάρες! Με τι θα σκάψουμε; Ξεχάσαμε να πάρουμε το φτυάρι! Τώρα τι θα κάνουμε;

Τότε είπε η μεγάλη:

– Μια από μας θα πάει να το πάρει!

– Εγώ φοβάμαι!

…λέει η μεσαία.

– Γιατί εγώ; Πουλί που πετάει ξαφνικά να δω, θα μαρμαρώσω!

είπε η Μυρσίνη. Και τότε λέει η μεγάλη:

– Τότε εσύ Μυρσίνη θα καθίσεις εδώ κι εμείς θα πάμε να πάρουμε το φτυάρι, γιατί καμιά μας δε πηγαίνει μόνη της. Εσύ κάθισε εδώ και πρόσεχε τα κόλλυβα μέχρι να γυρίσουμε.

– Καλά, μόνο να γυρίσετε γρήγορα, γιατί κι εγώ φοβάμαι μόνη μου.

…τους είπε η Μυρσίνη και οι δυο αδερφές έφυγαν χαρούμενες. Η καημένη η Μυρσίνη περίμενε και περίμενε, μέχρι που βασίλεψε ο ήλιος. Σαν άρχισε να νυχτώνει, άρχισε να κλαίει. Από το πολύ κλάμα της, τη λυπήθηκαν μέχρι και τα δέντρα. Και μια οξιά της είπε:

– Μην κλαις κορίτσι μου. Ρίξε αυτή την κουλούρα που έχεις, κι όπου σταθεί, εκεί να πας να μείνεις. Και μη φοβάσαι τίποτα.

Έριξε λοιπόν η Μυρσίνη την κουλούρα κι άρχισε να τρέχει από πίσω της. Στάθηκε εδώ, στάθηκε εκεί και χωρίς να το καταλάβει η Μυρσίνη, κατέβηκε σε ένα λάκκο. Βλέπει μπροστά της ένα σπίτι και μπαίνει μέσα. Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν δώδεκα αδέρφια, οι μήνες, που όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και μόνο αργά το το βράδυ γύριζαν στο σπίτι. Έτσι, όταν έφτασε η Μυρσίνη, δεν ήταν κανείς εκεί. Η Μυρσίνη ανασκουμπώθηκε, πήρε τη σκούπα, καθάρισε όλο το σπίτι και κάθισε μετά και μαγείρεψε ένα όμορφο φαγητό. Έστρωσε το τραπέζι, έφαγε κι αυτή λίγο και κρύφτηκε στη σοφίτα του σπιτιού. Ύστερα από λίγο έφτασαν κι οι μήνες. Μπαίνουν μέσα και τι να δουν! Όλο το σπίτι σκουπισμένο, το τραπέζι στρωμένο, όλα έτοιμα! Οι μήνες ξαφνιάστηκαν κι αναρωτιόντουσαν:

– Ποιος είναι αυτός που μας έκανε αυτό το καλό; Να μη φοβάται τίποτα! Ας βγει, κι αν είναι αγόρι θα τον κάνουμε αδερφό μας, κι αν είναι κορίτσι θα την κάνουμε αδερφή μας.

Κανένας όμως δεν απάντησε. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, φάγανε το φαγητό κι έπεσαν στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν. Το πρωί σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε η Μυρσίνη κατέβηκε από τη σοφίτα, σκούπισε πάλι όλο το σπίτι και κάθισε κι έφτιαξε μια πίτα, μα τι πίτα! Πίτα που να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλα σου. Σαν βράδιασε έστρωσε το τραπέζι και ετοίμασε τα πάντα. Έκοψε κι αυτή ένα κομματάκι πίτα, έφαγε και πήγε και κρύφτηκε πάλι στη σοφίτα. Σε λίγο ήρθαν κι οι μήνες και όταν τα βρήκαν πάλι όλα έτοιμα, δεν ήξεραν τι να πουν. Κι έλεγαν:

– Μα ποιος μας κάνει αυτό το καλό; Ας βγει, κι ας μη φοβάται! 

Κι είπαν πολλά καλά λόγια, μα η Μυρσίνη δεν έβγαινε. Κάθισαν λοιπόν πάλι στο τραπέζι να φάνε και έπειτα πήγαν για ύπνο. Τότε λέει ο μικρότερος:

– Εγώ δε θα έρθω αύριο μαζί σας. Θα κάτσω εδώ και θα κρυφτώ, να δω ποιος είναι αυτός που έρχεται και μας τα κάνει όλα αυτά.

Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκαν όλοι κι έφυγαν και μόνο ο μικρός έμεινε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Τότε να σου κι εμφανίζεται η Μυρσίνη και την αρπάζει ο μικρός από το φουστάνι και της λέει:

– Εσύ είσαι κυρά που μας κάνεις αυτό το καλό και δε μας το λες, παρά μόνο κρύβεσαι; Μη φοβάσαι. Εμείς θα σε έχουμε σαν αδερφή μας. Αυτό εμείς στον ουρανό το ζητούσαμε και στη γη το βρήκαμε.

Τότε η Μυρσίνη ξεθάρρεψε και άρχισε να του διηγείται πως την άφησαν οι αδερφές της και πως βρέθηκε στο σπίτι τους. Το βράδυ όταν ήρθαν οι μήνες και είδαν τη Μυρσίνη πολύ χάρηκαν. Τόσο πολύ, που δεν ήξεραν τι να κάνουν από τη χαρά τους. Έπειτα κάθισαν κι έφαγαν όλοι μαζί σαν αδέρφια. Το επόμενο πρωί όταν σηκώθηκαν, είπαν στη Μυρσίνη πριν φύγουν:

– Αδερφούλα κάνε τις δουλειές σου όπως ξέρεις και το βράδυ θα δεις τι αδέρφια είμαστε.

Η Μυρσίνη έκανε όλες τις δουλειές και όταν άρχισε να βραδιάζει, βγήκε έξω από το σπίτι και περίμενε τα αδέρφια της. Και δεν περίμενε πολύ, αφού σε λίγο ήρθαν οι μήνες και είπαν χαρούμενοι:

– Γεια σου αδερφούλα!

– Καλώς τους!

– Πως πέρασες σήμερα;

– Καλά, εσείς;

– Μη ρωτάς για μας! Αν πέρασες εσύ καλά, είμαστε κι εμείς καλά.

– Ελάτε τώρα, μη στέκεστε. Είστε κουρασμένοι και το τραπέζι είναι στρωμένο.

– Καλά λες Μυρσίνη, να φάμε, γιατί πολύ πεινάσαμε σήμερα.

Μπήκαν λοιπόν μέσα και κάθισαν στο τραπέζι. Και αφού έφαγαν, ο ένας έδωσε στη Μυρσίνη μαλαματένια σκουλαρίκια, ο άλλος ολόχρυσο φόρεμα που είχε μέσα κεντημένο τον ουρανό με τ΄άστρα. Άλλοι της έφεραν φουστάνια που είχαν μέσα κεντημένα τη γη με τα χορτάρια και τη θάλασσα με τα ψάρια. Πράγματα που να τ΄ακούσει κανείς, θαρρείς πως είναι παραμύθι. Κι έτσι η Μυρσίνη περνούσε με τους μήνες πολύ όμορφα! Οι αδερφές της, όταν έμαθαν πως η Μυρσίνη ζει και είναι καλά, έσκασαν από τη ζήλια και βάλθηκαν να την φαρμακώσουν. Έφτιαξαν λοιπόν μια τούρτα κι έβαλαν μέσα δηλητήριο και πήγαν στη Μυρσίνη. Μόλις είχαν φύγει οι μήνες και η Μυρσίνη ήταν μόνη της στο σπίτι χτύπησαν την πόρτα.

– Ποιος είναι;

…ρώτησε από μέσα η Μυρσίνη.

Μυρσίνη, τόσο γρήγορα μας ξέχασες! Άνοιξε, οι αδερφές σου είμαστε. Φάγαμε τον τόπο να σε ψάχνουμε στο βουνό!

Η Μυρσίνη άνοιξε την πόρτα, έπεσε στην αγκαλιά τους κι άρχισε να κλαίει. Κι εκείνες τη ρώτησαν:

– Που χάθηκες; Εμείς γρήγορα γρήγορα πήγαμε στο σπίτι, πήραμε το φτυάρι και γυρίσαμε να σε βρούμε. Ψάξαμε από εδώ, ψάξαμε από εκεί, μα δε σε βρίσκαμε πουθενά. Και σκεφτήκαμε πως θα φοβήθηκες και πως θα πέρασε κανένας άνθρωπος και θα πήγες μαζί του σε κανένα χωριό. Έπειτα μάθαμε πως είσαι εδώ και ήρθαμε να σε δούμε. Και όπως βλέπουμε είσαι μια χαρά.

– Είμαι πάρα πολύ καλά! 

– Το βλέπουμε. Μόνο κοίτα να μη το κουνήσεις από εδώ, αφού σ΄αγαπούν τόσο πολύ. Εμείς τώρα φεύγουμε.

– Γιατί δε κάθεστε;

– Είμαστε βιαστικές. Άλλη φόρα. Έχε γεια Μυρσίνη!

– Στο καλό.

– Θα ερχόμαστε συχνά να σε βλέπουμε. Α, παραλίγο να το ξεχάσουμε. Σου φτιάξαμε κι αυτή τη τούρτα. Είναι από εκείνες που κάναμε για την ψυχή της μάνας μας. Πάρ΄την να την φας.

Κι η Μυρσίνη την πήρε κι όταν έφυγαν οι αδερφές της, έκοψε ένα κομμάτι και το έδωσε στο σκυλάκι που είχε και το καημένο ψόφησε. Τότε η Μυρσίνη κατάλαβε πως η τούρτα ήταν δηλητηριασμένη και πως οι αδερφές της ήθελαν να την φαρμακώσουν και δεν την έφαγε. Την έριξε στον φούρνο και κάηκε. Αφού πέρασαν λίγες μέρες οι αδερφές της Μυρσίνης έμαθαν πως δεν φαρμακώθηκε. Πήραν τότε ένα φαρμακωμένο δαχτυλίδι και πήγαν πάλι να την επισκεφτούν. Χτύπησαν την πόρτα και η Μυρσίνη δεν άνοιξε. Τότε αυτές είπαν:

– Άνοιξε Μυρσίνη, έχουμε να σου πούμε κάτι. Σου φέραμε ένα δαχτυλίδι της μάνας μας, γιατί εσύ όταν πέθανε ήσουν πολύ μικρή και δεν το ήξερες. Μας είχε δώσει εντολή να σου το δώσουμε όταν θα μεγάλωνες. 

Τότε η Μυρσίνη άνοιξε το παράθυρο και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόλις το έβαλε, έπεσε κάτω αναίσθητη. Το βράδυ που γύρισαν οι μήνες, μόλις την βρήκαν στο πάτωμα, άρχισαν να κλαίνε. Ύστερα από τρεις μέρες την έντυσαν στα χρυσά και την έβαλαν μέσα σε ένα μαλαματένιο σεντούκι και την είχαν μέσα στο σπίτι.

Μετά από λίγο καιρό πέρασε από εκεί ένα βασιλόπουλο. Όταν είδε το σεντούκι, του άρεσε πολύ και το ζήτησε από τους μήνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να του το δώσουν, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του το έδωσαν. Μα είπαν στο βασιλόπουλο να μην το ανοίξει ποτέ. Το βασιλόπουλο πήρε το σεντούκι και το πήγε στο παλάτι. Μια μέρα αρρώστησε βαριά που κόντευε να πεθάνει. Φώναξε λοιπόν τη μάνα του και της είπε:

– Μάνα θα πεθάνω και δε θα μάθω ποτέ τι έχει μέσα αυτό το σεντούκι. Φέρε το να το ανοίξω. Μόνο θέλω να είμαι μόνος μου.

Βγήκαν λοιπόν όλοι έξω και άνοιξε το σεντούκι. Και είδε τη Μυρσίνη στα ολόχρυσα ντυμένη και τόσο όμορφη που ήταν, σαν άγγελος. Το βασιλόπουλο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μετά από λίγο που συνήλθε, πρόσεξε το δαχτυλίδι της Μυρσίνης και το έβγαλε να δει αν έγραφε το όνομα της μέσα. Μόλις το έβγαλε από το χέρι της, η Μυρσίνη άνοιξε τα μάτια της και πετάχτηκε από το σεντούκι. Και είπε:

– Που είμαι; Ποιος με έφερε εδώ; Εδώ δεν είναι το σπίτι μου. Που είναι τα αδέρφια μου;

– Εγώ τώρα είμαι αδερφός σου και είσαι στο παλάτι του βασιλιά.

…της απάντησε το βασιλόπουλο και της διηγήθηκε όλη την ιστορία με το σεντούκι. Τότε η Μυρσίνη θυμήθηκε τις αδερφές της και είπε:

– Βασιλιά μου, αυτό το δαχτυλίδι ριξ΄το μέσα στη θάλασσα, γιατί είναι φαρμακωμένο και μαγεμένο. Μου το έδωσαν οι αδερφές μου και μόλις το φόρεσα έμεινα όπως με βρήκες. 

Η Μυρσίνη είπε στο βασιλόπουλο όλη την ιστορία της κι αυτό θύμωσε πάρα πολύ και της είπε:

– Αυτές τις αδερφές σου θα τις βρω όπου κι αν είναι και θα τις τιμωρήσω.

– Όχι βασιλιά μου, να χαρείς, μην κάνεις τίποτα. Θα το βρουν από αλλού.

…του είπε η Μυρσίνη. Όταν έγινε καλά το βασιλόπουλο, παντρεύτηκε τη Μυρσίνη και ζούσαν πολύ καλά. Σαν έμαθαν οι αδερφές της πως η Μυρσίνη ζει και μάλιστα πως παντρεύτηκε το βασιλόπουλο, δε τις χωρούσε ο τόπος από τη ζήλια τους. Και πήγαν στο παλάτι. Βρήκαν έναν αυλικό και τον ρώτησαν:

Που είναι η βασίλισσα Μυρσίνη; Είμαστε οι αδερφές της και ήρθαμε να τη δούμε.

– Χωρίς την άδεια του βασιλιά, κανείς δε μπορεί να δει τη Μυρσίνη. 

…τους απάντησε ο αυλικός και πήγε να βρει τον βασιλιά. Και του είπε:

– Βασιλιά μου, ήρθαν δυο κορίτσια και λένε πως είναι αδερφές της βασίλισσας Μυρσίνης. Θέλουν να την δουν. Έχω την άδεια σας να τις αφήσω να περάσουν;

– Γρήγορα αυτά τα κορίτσια να τα πάρετε και να τα εξαφανίσετε, γιατί ήρθαν να φαρμακώσουν τη βασίλισσα.

Και πήραν τις αδερφές, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν. Ούτε φάνηκαν, ούτε ακούστηκαν πουθενά. Κι έτσι ζούσαν και βασίλευαν η Μυρσίνη και το βασιλόπουλο, κι όλος ο κόσμος μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για αυτήν και τα καλά που έκανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: