Posts Tagged With: βασιλιάς

Βιβλία: «Κοιλέσης – Παραμύθι λαϊκής παράδοσης»

Μια ιδιαίτερη ιδιωτική έκδοση έπεσε στα χέρια μας. Πρόκειται για ένα βιβλίο, 28 μόλις σελίδων που φιλοξενεί ένα παραμύθι με έντονο το μαγικό στοιχείο που έφτασε στο σήμερα μετά από αφηγήσεις γιαγιάδων.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου γράφει:

Κυνηγημένος από την κακιά μητριά του, ο Κοιλέσης εγκαταλείπει το σπίτι του και πιάνει δουλειά στο παλάτι του βασιλιά της πολιτείας. Η μικρή βασιλοπούλα τον διαλέγει για άντρα της, κάτι που δε δέχεται ο βασιλιάς και τη διώχνει από το παλάτι. Μέσα από πολλές δοκιμασίες, με τη βοήθεια του αλόγου του και πολλή «μαγεία», ο Κοιλέσης θα αποδείξει ότι αξίζει να είναι ο αγαπημένος γαμπρός του βασιλιά!

Συνέχεια

Categories: Βιβλία με παραμύθια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Το κάστρο της αθανασίας!

Κάποτε ζούσε και βασίλευε σε μια μακρινή και πλούσια χώρα ένας άρχοντας που τον έλεγαν Μπουχάρ. Αυτός ο άρχοντας ήταν πολύ τυχερός, είχε όλα τα καλά του Θεού και των ανθρώπων: υγεία, πλούτη, δόξες, τιμές και ό,τι άλλο βάζει ο νους σας! Όμως περνούσε μια πολύ δυστυχισμένη ζωή γιατί φοβόταν τον Χάρο που θα έρχονταν κάποτε να πάρει την ψυχή του.
Ο άρχοντας Μπουχάρ ήταν πολύ εγωιστής. Δεν ήθελε να πεθάνει και ν’ ανέβει στο θρόνο του ένας οποιοσδήποτε άλλος βασιλιάς. Κάθε σκέψη του τριγύριζε στο Χάρο. Κι ο καημός αυτός τον μαράζωνε, σιγά σιγά, κάνοντάς τον να μην απολαμβάνει καμμιά χαρά κι ευχαρίστηση στη ζωή του.

Γιατί Θεέ μου να πεθάνω; Γιατί να μην ζω αιώνια και να βασιλεύω στη χώρα μου;

Έλεγε κάθε βράδυ στην προσευχή του και όλη την ώρα έπινε γιατρικά και δυναμωτικά για να παρατείνει όσο μπορούσε την άχαρη ζωή του.

Κάποτε κάλεσε στο παλάτι του μια ομάδα σοφών, από τους καλύτερους του κόσμου και τους είπε:

Εγώ είμαι βασιλιάς κι έχω υποχρέωση να ζήσω παντοτινά για να μην μείνει ακυβέρνητη η χώρα μου. Θέλω να με συμβουλέψετε τι πρέπει να κάνω για να αποφύγω τον θάνατο. Όποιος από σας μου χαρίσει την αθανασία θα τον ανταμείψω πλουσιοπάροχα.

Μίλησε ένας νεαρός σοφός τότε:

Λυπάμαι βασιλιά μου αυτό που ζητάς είναι αδύνατο να γίνει. Ο Θεός θα θυμώσει που θέλεις να παραβείς τον αιώνιο νόμο του. Όπως γεννιούνται οι άνθρωποι έτσι και πρέπει μια μέρα να πεθάνουν. Αν δεν υπήρχε ο θάνατος, θα έλειπε από τον κόσμο και η ζωή. Άφησε λοιπόν τον χάρο να κάνει το θέλημα του Θεού, γιατί ούτε εσύ, ούτε κανένας άλλος ποτέ θα μπορέσει να τον εμποδίσει.

Εξοργισμένος ο βασιλιάς πρόσταξε να τον πετάξουν με τις κλωτσιές έξω από το παλάτι του. ‘Άκουσε κι άλλους σοφούς που του είπαν παρόμοια λόγια, ώσπου ένας γεροντότερος σοφός του είπε:

Με λένε Ζαράμ άρχοντα μου και μονάχα εγώ μπορώ να σε κάνω να μην φοβάσαι τον χάρο. Για να το καταφέρω όμως αυτό πρέπει απ’ εδώ και πέρα να κάνεις ό,τι σε προστάζω.

Ο βασιλιάς συμφώνησε χωρίς δεύτερη σκέψη ελπίζοντας πως το όνειρο του να μείνει αθάνατος θα γινόταν πραγματικότητα.

Ο σοφός ζήτησε πολλούς μαστόρους, υλικά και χρήματα για να χτίσει έναν πύργο με πολύ χοντρά ντουβάρια, χωρίς να αφήσει ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Μονάχα μια μικρή τρύπα είχε ανοιχτή και άχτιστη στο κάτω μέρος του πύργου. Ίσα ίσα για να περάσει στενάχωρα ένας άνθρωπος. Μετά από τρεις μήνες ο πύργος ήταν έτοιμος και ο Ζαράμ πρόσταξε να τον γεμίσουν με αμέτρητες τροφές και άπειρα δοχεία νερό. Είπε ακόμη να κουβαλήσουν στις αποθήκες του όλους τους θησαυρούς του άρχοντα.

Βασιλιά μου, έμπα τώρα μέσα σ’ αυτόν τον γερό πύργο κι εμείς απ’ έξω θα χτίσουμε αμέσως το στενό άνοιγμα που αφήσαμε για να περάσεις. Ποτέ ο χάρος δε θα καταφέρει να μπει μέσα για να πάρει την ψυχή σου. Έτσι θα μείνεις αθάνατος.

Τρελός από την χαρά του ο άρχοντας μπήκε μέσα στον πύργο, ενώ οι μάστοροι έχτισαν πίσω του το άνοιγμα του χοντρού τοίχου. Χαμογελώντας ο σοφός Ζαράμ γύρισε στο παλάτι κι ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας όπως είχαν συμφωνήσει με το βασιλιά.

Με τα φτερά της φαντασίας μας τώρα ας μπούμε μέσα στον θεόκλειστο πύργο κι ας δούμε τι απέγινε ο άρχοντας Μπουχάρ. Βαθύ σκοτάδι ήταν μέσα. Τόσο που ο βασιλιάς έβλεπε το ίδιο με κλειστά και με ανοιχτά τα μάτια του. Μα η στεναχώρια αυτή δεν ήταν τίποτε μπροστά στη χαρά που δοκίμαζε βέβαιος μέσα σ’ αυτή την φυλακή. Πως ήταν δηλαδή, εξασφαλισμένος από το χάρο και το θάνατο. Άναψε πολλά κεριά για να βλέπει και για πρώτη φορά στη ζωή του έφαγε με τόση όρεξη. Τέλος έπεσε να κοιμηθεί. Όμως ο αέρας μέσα στον θεόκλειστο πύργο άρχισε να γίνεται αποπνικτικός και αναπνοή του γρήγορη και βαριά. Μα ποιος να τον ακούσει; Τα ντουβάρια του πύργου είχαν τέσσερα μέτρα φάρδος κι ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο, ούτε χαραμάδα υπήρχε πουθενά.

Βοήθεια! Πνίγομαι, θα σκάσω.

φώναζε ο άρχοντας κλαίγοντας και χτυπώντας το κεφάλι του του στα ντουβάρια. Τέλος βρήκε κάπου ένα χαρτί κι έγραψε πάνω σ’ αυτό κάτι με το μολύβι του. ‘Υστέρα μη βρίσκοντας οξυγόνο ν’ ανασάνει, σωριάστηκε κάτω και ξεψύχησε μέσα στο μεγάλο άγχος και αγωνία. Την άλλη μέρα ο σοφός Ζαράμ πρόσταξε να γκρεμίσουν ένα από τα ντουβάρια του πύργου.

Δε χρειάζεται… Ο χάρος έχει κάνει πια τη δουλειά του.

…μουρμούρισε με βεβαιότητα. Ύστερα μπήκε μέσα ο ίδιος κι αντίκρυσε κάτω το νεκρό βασιλιά. Στο χαρτάκι που κρατούσε σφιχτά στο χέρι, να τι είχε γράψει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του:

«Ήμουν πολύ κουτός να πιστέψω πως μπορεί ο άνθρωπος ν’ αποφύγει το θάνατο! Όσο ζητάς να γλιτώσεις απ’ αυτόν, τόσο σε κυνηγάει και σε βρίσκει όπου κι αν κρυφτείς. Ο Θεός ας με συγχωρέσει»!

Ο Ζαράμ πρόσταξε να θάψουν τον εγωιστή άρχοντα. Ύστερα έβαλε το λαό να διαλέξει μοναχός του το νέο βασιλιά που θα τον κυβερνούσε. Χωρίς ο ίδιος να βάλει υποψηφιότητα. Οι άνθρωποι της χώρας θρόνιασαν έναν καλό, έξυπνο και άξιο βασιλιά με χαρές και γλέντια. Ο σοφός τότε φώναξε τον λαό που ήταν συγκεντρωμένος έξω από το παλάτι.

Με τον πύργο που έχτισα έδωσα ένα καλό μάθημα στο βασιλιά σας. Και πιστεύω πως δεν είχα καθόλου άδικο.

Τέλος γυρίζοντας στον καινούριο βασιλιά πρόσθεσε:

Κι εσύ άρχοντα μου, ποτέ να μην ξεχάσεις πως είσαι άνθρωπος. Και πως κάποτε θα πεθάνεις σαν όλους μας. Εκείνος που θα μείνει αθάνατος είναι σα να ζητάει να γίνει Θεός.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ρούμπελ, το πονηρό ξωτικό (Ρουμπελστίλτσχεν) – Θεατρική απόδοση

(Για να ακούσεις το παραμύθι, πάνε στο τέλος της σελίδας)

Η φίλη μας Κρήτη Ισαακίδου πήρε το παραμύθι «Ρουμπελστίλτσχεν» και το διασκεύασε θέλοντας να μας δώσει μια ραδιοφωνική θεατρική απόδοση του παραμυθιού η οποία και θα αναρτηθεί σύντομα. Γα την ώρα, απολαύστε το κείμενο…

Αφηγητής:  Μια φορά κι έναν καιρό, πριν πολλά-πολλά χρόνια, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας φτωχός μυλωνάς  με την όμορφη κόρη του. Ο μυλωνάς ήταν καλός άνθρωπος μα ήταν λιγάκι καυχησιάρης! Όπου στεκόταν κι όπου βρισκόταν, όλο καυχιόταν και φούσκωνε σαν παγώνι γεμάτος περηφάνια!

Mυλωνάς:  Φτιάχνω το καλύτερο αλεύρι στο βασίλειο! Έχω την πιο όμορφη και ικανή κόρη στον κόσμο! Ναι….ναι…σίγουρα σας λέω. Ο μύλος μου αλέθει πιο γρήγορα απ’ όλους τους μύλους της γης!

Αφηγητής:  Μια μέρα έτυχε λοιπόν, να συναντήσει τον βασιλιά. Θέλοντας να τον εντυπωσιάσει και να παινέψει την κόρη του, φώναξε:

Μυλωνάς:  Εεει βασιλιά! Η κόρη μου μπορεί να γνέσει το άχυρο σε χρυσό!

Βασιλιάς:  Αυτό θα μου άρεσε πολύ! Λοιπόν μυλωνά, αν η κόρη σου είναι τόσο ικανή όπως λες, να την φέρεις αύριο στο παλάτι. Θα την βάλω να περάσει μια δοκιμασία κι αν μου λες αλήθεια θα σε ανταμείψω!

Αφηγητής:  Έτσι κι έγινε! Την επόμενη μέρα ο μυλωνάς πήγε την κόρη του στο παλάτι. Ο βασιλιάς οδήγησε την κοπέλα σ’ ένα δωμάτιο που ήταν γεμάτο μ’ άχυρο! Της έδωσε έναν τροχό που γυρνούσε κι έναν κύλινδρο και της είπε:

Βασιλιάς:  Ορίστε. Μια ανέμη και μία σβίγα! Ο πατέρας σου μου είπε ότι μπορείς να γνέθεις από άχυρο, χρυσό! Σε διατάζω λοιπόν να κάνεις το άχυρο, χρυσάφι! Αν δεν τα καταφέρεις μέχρι αύριο το πρωί, τότε θα πρέπει να πεθανείς και θα ήταν κρίμα! Βάλε  τα δυνατά σου!

Αφηγητής:  Αυτά είπε και την κλείδωσε στο δωμάτιο. Η καημένη η κοπέλα άρχισε να κλαίει γιατί φυσικά δεν ήξερε πως να κάνει το άχυρο, χρυσάφι!

Κορίτσι:  Τι θα κάνω τώρα; Πως έμπλεξα έτσι;

Αφηγητής:  Πέρασε αρκετή ώρα κι η κοπέλα έκλαιγε συνεχώς ωσπού ξαφνικά ακούστηκε ένας ήχος. Μαγικός θα έλεγα… και  ΦΑΑΑΑΠ, παρουσιάστηκε μπροστά της ένα ξώτικο! Ένα κοντούλι ξωτικό με τεράστια πράσινα μάτια, κοντή μύτουλα, κόκκινα μαλλιά και ροζ αφτιά! Τα δάχτυλα των χεριών του ήταν κι αυτά κοντά! Μα τι παράξενος μικρούλης; Φορούσε περίεργα πράσινα ρούχα και τα παπούτσια του ήταν χρυσά, μυτερά κι αστεία! Πλήσιασε την κοπέλα και της είπε:

Ξωτικό:  Άκουσα το κλάμα σου κι ήρθα ως εδώ. – Πες μου το πρόβλημά σου, λύση θα βρούμε στο λεπτό!

Κορίτσι:  Ο βασιλιάς με διέταξε να κάνω το άχυρο, χρυσό αλλά εγώ δεν ξέρω πως γίνεται αυτό!  Θα με σκοτώσει όταν καταλάβει πως ο πατέρας μου απλά καυχιόταν. Το άχυρο, χρυσάφι να γνέσω, δε μπορώ! Κανένας δε μπορεί να με βοηθήσει πια!

Ξωτικό:  Εγώ μπορώ! Τι μου δίνεις να στο φτιάξω μ’ έναν τρόπο μαγικό; Μπλε διαμάντια ή ασήμι; Κάτι σε χρυσαφικό;

Κορίτσι:  Σου δίνωω… Το κολιέ μου!

Ξωτικό:  Δέχτηκα δωράκι φίνο και τη συμφωνία κλείνω!

Αφηγητής:  Το ξωτικό πήρε το κολιέ, κάθησε μπροστά στην ανέμη και φρρρρρ….φρρρρρ….φρρρρ…. την τράβηξε 1, 2, 3 φορές ώσπου γέμισε το πρώτο κουβάρι στο λεπτό! Έφτιαξε δεύτερο και τρίτο κουβάρι κι έτσι συνέχισε ως το πρωί! Όταν ξημέρωσε η επόμενη μέρα έλαμπε όλο το δώματιο πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο που φώτιζε έξω γιατί όλο το άχυρο είχε πια γίνει χρυσό! Ξαφνικά άκουσαν τα βιαστικά βήματα του βασιλιά που δεν έβλεπε την ώρα να αποκτήσει κι άλλο χρυσάφι!

Ο βασιλιάς μπήκε γρήγορα στο δωμάτιο και το ξωτικό αμέσως εξαφανίστηκε!

Βασιλιάς:  Τα κατάφερες βλέπω! Μπράβο…μπράβο! Για να δούμε, τι άλλο μπορείς να κάνεις;

Αφηγητής:  Είπε κι οδήγησε την κοπέλα σε ένα πολύ μεγαλύτερο δωμάτιο που ήταν κι αυτό γεμάτο μ’ άχυρο!

Βασιλιάς:  Αν αγαπάς την ζωή σου, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις! Φεύγω τώρα! Ραντεβού στο ίδιο μέρος το πρωί! Μπουαχαχα… μήπως και να’ θελες που θα μπορούσες να πας;

Αφηγητής:  Έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε κι έφυγε χαρούμενος! Η κοπέλα έμεινε μόνη κι απελπισμένη.

Κορίτσι:  Αυτό το μαρτύριο δεν θα τελειώσει ποτέ! Τι θα κάνω πάλι; Μακάρι να ήταν εδώ το ξωτιιι….!

Αφηγητής:  Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση της κι ακούστηκε ο μαγικός ήχος….Φααπ και να το και το ξωτικο! Εμφανίστηκε αμέσως!

Ξωτικό:  Άκουσα να με φωνάζουν! Χαχαχαχαχαχα. –  Άραγε ποιος με καλεί; Λες να κλείσω συμφωνία; Αχ μ’ αρέσει αυτό πολύ!

Κορίτσι:  Εγώ σε καλώ καλό μου ξωτικό! Χρειάζομαι πάλι τα μαγικά σου αλλιώς δεν γλιτώνω σίγουρα! Θα με βοηθήσεις;

Ξωτικό:  Μόνο εγώ μπορώ να κάνω τη δουλειά σου στο λεπτό! Τι δωράκι θα μου δώσεις; Πέρλες; Λίρες; Παγωτό;

Κορίτσι:  Να, αυτό το δαχτυλίδι που φοράω!

Ξωτικό:  Μικρούλι το δωράκι σου,  δουλειά όμως δεν αφήνω! – Το δαχτυλίδι δέχομαι, την συμφωνία κλείνω!

Αφηγητής:  Έγνεθε το ξωτικό μ’ έναν τρόπο μαγικό. Γυρνούσε την ανέμη και φρρρ…φρρρ…φρρρ, γέμισε η αίθουσα χρυσάφι! Η νύχτα έδωσε την θέση της στη μέρα και να σου πάλι ο βασιλιάς με τα βιαστικά του βήματα! Καπ…καπ…καπ…! Τέντωσε τα αφτιά του το ξωτικό κι εξαφανίστηκε στη στιγμή!

Ο βασιλιάς ξεκλείδωσε μπήκε στο δωμάτιο και γούρλωσε τα μάτια του!

Βασιλιάς:  Εντυπωσιακό! Όχι…όχι πρέπει να το παραδεχτώ. Μ’ έκανες πολύ χαρούμενο! Μπράβο!

Αφηγητής:  Η απληστία του όμως όλο και μεγάλωνε και φαινόταν πως δεν έχει ικανοποιηθεί ακόμα! Oδήγησε ξανά την κοπέλα σε ένα άλλο δώματιο τεράστιο με άχυρο που έφτανε ως το ταβάνι και είπε:

Βασιλιάς:  Μη φοβάσαι! Είναι η τελευταία δοκιμασία που περνάς! Αν όμως τα καταφέρεις και πάλι, θα σε παντρευτώ και θα γίνεις βασίλισσα!

Αφηγητής:  Άφησε την κοπέλα μόνη ο βασιλιάς και σκέφτηκε: Δεν πειράζει που είναι  κόρη μυλωνά! Θα την παντρευτώ! Άλλωστε είναι πανέμορφη και πιο πλούσια γυναίκα δεν πρόκειται ποτέ να βρω σ’ ολόκληρο το βασίλειο!

Το κορίτσι αναρωτιόταν, πως θα τα καταφέρει πάλι! Που να είναι άραγε το καλό μου ξωτικό;

Είπε κι αμέσως ήρθε ο πονηρός μικρούλης!

Ξωτικό:  Η τρίτη και φαρμακερή φορά που με φωνάζεις! Θα έχεις λόγο σοβαρό! Πες μου τι διατάζεις;

Κορίτσι:  Το άχυρο αν γνέσεις καλό μου ξωτικό, βασίλισσα θα γίνω και θα σου δώσω ότι ποθεί η καρδιά σου! Αλλά τώρα δεν μου έχει απομείνει τίποτα! Δεν έχω άλλο δαχτυλίδι, ούτε κολιέ!

Ξωτικό:  Θα βρούμε κάτι! Συμφωνία σίγουρα θα γίνει! Βασίλισσα θα γίνεις κι υπόσχεση μου δίνεις! Θα περάσει ένας χρόνος. θα ξανάρθω να μου δώσεις, το πρωτότοκο παιδί σου, τη δουλειά μου να πληρώσεις!

Αφηγητής: Ποιος ξέρει τι θα συμβεί σ’ έναν χρόνο, σκέφτηκε το κορίτσι!

Κορίτσι:  Δέχομαι τη συμφωνία!

Ξωτικό:  Η συμφωνία έκλεισε. Θυμήσου ένα μόνο. – Τα ξαναλέμε σύντομα, περίπου σ’ έναν χρόνο!

Αφηγητής:  Το ξωτικό σήκωσε τα μανίκια του και στρώθηκε στη δουλειά και στα μαγικά του! Ήρθε η ανατολή του ηλίου και να τος πάλι ο βασιλιάς βιαστικός και χαρούμενος. Ξεκλείδωσε την πόρτα κι έμεινε έκπληκτος γιατί τόσο χρυσάφι δεν είχε ξαναδεί σ’ ολόκληρη τη ζωή του! Ήταν ικανοποιημένος αυτήν τη φορά! Κράτησε την υπόσχεση του. Παντρεύτηκε την κόρη του μυλωνά και την έκανε βασίλισσα!

Η ζωή τους κυλούσε όμορφα κι ήταν ευτυχισμένοι! Πέρασε έτσι ένας χρόνος κι είχαν μόλις αποκτήσει το πρώτο τους παιδάκι κι η βασίλισσα ούτε που θυμόταν το ξωτικό και την συμφωνία τους! Ένα σκοτεινό βράδυ χωρίς φεγγάρι, καθώς έβαζε το μωρό στην κούνια του, η βασίλισσα άκουσε τον μαγικό ήχο κι είδε μια λάμψη μαγική! Ήταν το ξωτικό που είχε έρθει για να πληρωθεί για την συμφωνία τους.

Ξωτικό:  Ήρθα για να πληρωθώ. Χρέος έχεις, δεν ξεχνώ!

Βασίλισσα:  Θα σου δώσω ότι θες, ότι ζητάς! Θα σου δώσω όλα μου τα πλούτη. Όλα τα πλούτη του βασιλείου, αλλά σε παρακαλώ μην πάρεις το παιδί μου! Δε μπορούμε να αλλάξουμε τη συμφωνία;

Αφηγητής:  Στην σκέψη ότι θα έχανε το παιδί της η βασιλισσα έκλαιγε με μαύρο δάκρυ! Η καρδιά του ξωτικού μαλάκωσε κάπως και λυπήθηκε την βασίλισσα!

Ξωτικό:  Η συμφωνία αλλάζει, αυτό η καρδιά προστάζει. – Τρεις μέρες έχεις για να βρεις, το πως με λεν να ψάξεις. –  Αλλιώς θα πάρω το παιδί, για πάντα θα το χάσεις.

Αφηγητής:  Όλη νύχτα η βασίλισσα στριφογύριζε στο κρεβάτι της. Σκεφτόταν κι έγραφε όλα τα περίεργα ονόματα που είχε ακούσει στη ζωή της. Έστειλε αμέσως όλους του ιππότες και τους αγγελιοφόρους του βασιλιά στα πέρατα του βασιλείου να μάθουν τα πιο σπάνια και παράξενα ονόματα που υπήρχαν.

Το πρωί της επόμενης μέρας την περίμενε το ξωτικό!

Ξωτικό:  Πως με λέν άμα θα βρεις, απ΄το χρέος θ’ απαλλαγείς!

Βασίλισσα:   Μήπως σε λένε Χρόντγκερ;

Ξωτικό :  Δεν με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Ούρλιχ; Γιον; Μελχιόρ;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι! (τραγουδιστά) Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή!

Αφηγητής:  Διέταξε τούτη τη φορά η βασίλισσα να μάθουν όλα τα ονόματα των ανθρώπων που βρίσκονταν στη γειτονιά! Έτρεχαν οι ιππότες σαν τρελοί χτυπούσαν όλες τις πόρτες των σπιτιών της γειτονιάς, ρωτούσαν κι έγραφαν. Ώσπου ήρθε η γλυκιά αυγή και μαζί της ήρθε και το πονηρό ξωτικό μας!

Βασίλισσα:  Να δεις… θα το βρω σήμερα! Μήπως σε λένε Χάινζ; Μπάλζερ; Μούτονκαλφ;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι! Δε με λένε έτσι! – Άυριο έρχομαι πρωί. Να με προσμένεις την αυγή. Αν όνομα σωστό δεν δώσεις, τότε θα πρέπει να πληρώσεις!

Αφηγητής:  Σαν ήρθε η νύχτα η σκοτεινή, όλοι έτρεχαν πανικόβλητοι! Ιππότες, αγγελιοφόροι, υπηρέτες, ρωτούσαν παντού! Στις γειτονιές, σ’ όλα τα χωριά, σε κοντινά και μακρινά βασίλεια! Παντού! Η βασίλισσα ήταν απελπισμένη ωσπού λίγο πριν χαράξει, ένας ιππότης επέστρεψε και της είπε:

Ιππότης:  Βασίλισσα μου, πήγα στο απέναντι βασίλειο μα δε μπόρεσα να βρω άλλα ονόματα. Καθώς επέστρεφα και περιπλανιόμουν στο δάσος είδα μια μικρή φωτιά έξω απο ένα μικρό σπίτακι. Πλησίασα κι είδα κάτι πολύ περίεργο! Ένα ξωτικό χοροπηδούσε γύρω απ’ την φωτιά και τραγουδούσε:

Όλη η γη αναρωτιέται…

Πως το λεν το ξωτικό…

Ρούμπελ…Ρούμπελ…

Πως μ’ αρέσει!

Τ’ όνομα μου μαγικό!

Αφηγητής:  Καινούργια μέρα χάραξε. Το πονηρό ξωτικό μας ήρθε ξανά κι η βασίλισσα τον ρώτησε:

Βασίλισσα:  Σε λένε Γκλέν;

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Τότε, σε λένε Κλάους!

Ξωτικό:  Δε με λένε έτσι!

Βασίλισσα:  Μήπως σε λένε… Ρούμπελ;

Ξωτικό:  Ο διάβολος ήρθε και στο είπε! Ο διάβολος ήρθε και στο είπε!

Αφηγητής:  Φώναξε ο Ρούμπελ. Έσκασε απ’ το κακό του. Έκανε ΠΑΤ….  κι εξαφανίστηκε! Δεν τον ξανάδε ποτέ κανείς από τότε! Εξαφανίστηκε τόσο περίεργα, όσο περίεργα εμφανίστηκε στην αρχή. ΜΑΓΙΚΑ! 

Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν’ τα παραμύθια!

 

Άκουσε το παραμύθι πατώντας αναπαραγωγή στο ακόλουθο αρχείο

Categories: Θεατρικές αποδόσεις παραμυθιών | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!

– Λαϊκό παραμύθι της Ιταλίας – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – 

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πίνακας του γάλλου ζωγράφου Adolphe Alexandre Lesrel (1839-1929)

Φερατσάνο! Αυτό είναι το όνομα του θαλαμηπόλου του βασιλιά μιας μικρής πολιτείας κάπου στην νότια Ιταλία. Ο Φερατσάνο ήταν μεγάλος πλακατζής και ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να κοροϊδέψει κάποιον με μοναδικό σκοπό να γελάσει. Προσέξτε λοιπόν να δείτε, τί έκανε στην βασίλισσα…

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η βασίλισσα συνάντησε στους διαδρόμους του παλατιού τον Φερατσάνο. Αφού καλημερίστηκαν του είπε:

Καλέ μου Φερατσάνο, έμαθα πως η γυναίκα σου είναι πολύ χαριτωμένη και έξυπνη. Γιατί μέχρι τώρα δεν μας την έχεις συστήσει;

Ο Φερατσάνο ετοιμάστηκε να απαντήσει λογικά στο ερώτημα της βασίλισσάς του, αλλά το δαιμόνιο μπήκε μέσα του και τον προκάλεσε για άλλη μια φάρσα. Έτσι, της απάντησε:

Μεγαλιότατη. Έχετε δίκιο. Η γυναίκα μου είναι ό,τι είπατε κι ακόμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να την γνωρίσετε μα φοβάμαι ένα της κουσούρι. Είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζετε πολύ δυνατά για να σας ακούσει.

Η βασίλισσα στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της γυναίκας του Φερατσάνου, αλλά παρόλα αυτά ζήτησε να κανονιστεί μια συνάντηση μεταξύ των δύο γυναικών για να γνωριστούνε.

Ο Φερατσάνο, το μεσημέρι που πήγε σπίτι του, δεν έχασε καιρό. Έπιασε την γυναίκα του -η οποία δεν ήταν καθόλου κουφή- και της είπε:

Γυναίκα, είσαι πολύ τυχερή. Η βασίλισσά μας ζήτησε να σε γνωρίσει. Αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι για να την δεις. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζεις πολύ δυνατά για να σε ακούσει.

Η γυναίκα του Φερατσάνο χάρηκε για την πρόσκληση αν και στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της βασίλισσας. Έτσι το άλλο πρωί ξεκίνησαν μαζί για το παλάτι.

Σε λίγο, βρισκόντουσαν στα ιδιαίτερα δωμάτια της βασίλισσας η οποία με το που αντίκρισε την γυναίκα του Φερατσάνο φώναξε πολύ δυνατά προς αυτήν:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ!!!

Η γυναίκα του Φερατσάνο τρόμαξε προς στιγμή, μα σκέφτηκε ότι η κακομοίρα φωνάζει τόσο δυνατά επειδή η ίδια της δεν ακούει. Το ίδιο δυνατά απάντησε κι αυτή με τη σειρά της:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΣΑΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΗ. Η ΧΑΡΑ ΚΙ Η ΤΙΜΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΑΣ!

Τώρα τρόμαξε κι η βασίλισσα αλλά σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο πράγμα με την γυναίκα του Φερατσάνο. Έτσι, συνέχισαν την συνομιλία τους στην ίδια ένταση για αρκετή ώρα ενώ ο πλακατζής θαλαμηπόλος που βρισκότανε ακριβώς έξω από το δωμάτιο και τις άκουγε, είχε λυθεί στα γέλια.

Τις φωνές των δύο γυναικών που ακούγονταν σχεδόν σε όλο το παλάτι, άκουσε κι ο βασιλιάς κι έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο της βασίλισσας για να δει τί συμβαίνει.

Μα γιατί φωνάζετε έτσι;

Φωνάζω γιατί η γυναίκα του Φερατσάνο είναι κουφή η καημένη και δεν ακούει διαφορετικά.

Απάντησε η βασίλισσα στον άντρα της με κανονική φωνή πλέον. Η γυναίκα του Φερατσάνο τα έχασε μόλις άκουσε την βασίλισσα να την αποκαλεί κουφή και απάντησε σε κανονική ένταση κι αυτή:

Μα δεν είμαι κουφή. Εσείς είστε κουφή βασίλισσά μου.

Τότε όλοι καταλάβανε πως ήταν άλλη μια φάρσα του Φερατσάνου. Ο βασιλιάς έσκασε στα γέλια, όχι όμως κι η βασίλισσα που θεώρησε ότι την κορόιδεψε και ζήτησε από τον άντρα της να τιμωρήσει τον αγενή θαλαμηπόλο του. Ο βασιλιάς δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Έγραψε λοιπόν ένα γράμμα προς τον αρχιφύλακα της πόλης το οποίο έλεγε:

«Ο άντρας που θα σου παραδώσει αυτό το γράμμα να τιμωρηθεί με εκατό βουρδουλιές στην πλάτη».

Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο και το έκλεισε με βουλοκέρι και την επίσημη σφραγίδα του από το δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού. Το έδωσε στον Φερατσάνο και του ζήτησε να το πάει στον αρχιφύλακα της πόλης. Ο Φερατσάνο που ήταν και παμπόνηρος, κατάλαβε ότι θα έχει άσχημη εξέλιξη και είπε στον βασιλιά:

Δεν μπορώ να το πάω αυτό το γράμμα μεγαλιότατε…

Και γιατί δεν μπορείς να το πας Φερατσάνο;

Γιατί μυρίζομαι ότι κακό τέλος θα έχω!

Ο βασιλιάς γέλασε μα η βασίλισσα που θέλησε να είναι σίγουρη ότι ο Φερατσάνο θα πάει και θα παραδώσει το γράμμα στον αρχιφύλακα, φώναξε έναν δικό της θαλαμηπόλο να τον συνοδεύσει.

Οι δύο θαλαμηπόλοι πήραν το δρόμο για το φυλάκιο και σε κάποια στιγμή ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας ρώτησε τον Φερατσάνο:

Μα γιατί πάμε στο φυλάκιο;

Ο Φερατσάνο δεν έχασε την ευκαιρία και του απάντησε:

Ο Βασιλιάς ζητάει από τον αρχιφύλακα να παραδώσει μια γερή αμοιβή σε αυτόν που θα του δώσει αυτό το γράμμα!

Είπε και του έδειξε το γράμμα που είχε στον κόρφο του με την βασιλική σφραγίδα. Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας εντυπωσιασμένος αλλά και δυσαρεστημένος του απάντησε:

Μα τί ατυχία είναι αυτή; Εμένα ποτέ δεν μου τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν με έχουν προσφέρει μια ανταμοιβή και τους υπηρετώ πιστά από πολύ μικρός!

Τώρα ήταν η ώρα που Φερατσάνο έπρεπε να «χτυπήσει» και το έκανε…

Μην στεναχωριέσαι καλέ μου φίλε. Για να δεις πόσο καλός είμαι, σου προσφέρω εγώ αυτό το γράμμα αν μου δώσεις μια χρυσή λίρα!

Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε με θαυμασμό…

Θα το κάνεις αυτό για μένα;

Χωρίς να αφήσει τον Φερατσάνο να μιλήσει, έβγαλε από το πουγκί του μια χρυσή λίρα και του την έδωσε. Ο Φερατσάνο γύρισε χαρούμενος και σφυρίζοντας στο παλάτι, αφήνωντας τον άλλο θαλαμηπόλο να συνεχίσει μόνος του τον δρόμο για το φυλάκιο.

Στο παλάτι ο βασιλιάς και η βασίλισσα, τα έχασαν όταν είδαν τον Φερατσάνο να μπαίνει στην αίθουσα χαρούμενος και σκάσανε στα γέλια -ακόμα και η βασίλισσα- όταν τους διηγήθηκε το τί είχε συμβεί!

Η βασίλισσα τον συγχώρεσε τελικά για την εξυπνάδα και το χιούμορ του, όχι όμως και ο θαλαμηπόλος της ο οποίος γύρισε στο παλάτι με αβάσταχτους πόνους από τις βουρδουλιές στην πλάτη!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι  «Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

 

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια Gianni Rodari των εκδόσεων GUTENBERG

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Οι έξι φίλοι

Απόδοση: Ζωή Τσαπανίδου

%ce%bf%ce%b9-%ce%ad%ce%be%ce%b9-%cf%86%ce%af%ce%bb%ce%bf%ce%b9Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γενναίος στρατιώτης. Ο βασιλιάς για να τον ξεκουράσει από τις σκληρές μάχες όπου συμμετείχε τον έβαλε να φυλάει τις όχθες ενός ποταμού, έτσι ώστε να μην περνάνε εχθροί στο βασίλειό του. Όμως φαίνεται πως τον ξέχασε εκεί γιατί δεν έστειλε ποτέ κάποιον αντικαταστάτη. Έτσι πέρασαν βδομάδες, μήνες, έγινε χρόνος και κανένα μήνυμα!

Τότε ο στρατιώτης αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη του. Έπρεπε όμως να περάσει το ποτάμι. Το ποτάμι ήταν πολύ βαθύ. Γέφυρες δεν υπήρχαν και έψαχνε τρόπο να λύσει το πρόβλημά του. Έτσι λοιπόν όπως πηγαινοερχόταν στην όχθη, τον πλησίασε ένας πολύ ψηλός άντρας με τεράστια χέρια.

Γεια σου φίλε μου. Θέλεις να περάσεις απέναντι;

…του λέει!

Ναι… όμως το ποτάμι είναι πολύ βαθύ και δεν μπορώ.

Μη στεναχωριέσαι θα σε βοηθήσω εγώ.

Και αμέσως αρπάζει ένα πολύ μεγάλο ψηλό δέντρο με χοντρό κορμό, το ξεριζώνει σαν να ήταν θάμνος και το τοποθετεί στις δυο όχθες του ποταμού.

Να η γέφυρά σου για να περάσεις!

…του είπε κι ο στρατιώτης εντυπωσιασμένος του απάντησε:

Σ’ ευχαριστώ πολύ φίλε μου, έχεις φοβερή δύναμη. Μήπως θέλεις να έρθεις μαζί μου; Εμείς οι δυο θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Ο μεγαλόσωμος άντρας δέχτηκε κι έτσι πέρασαν και οι δυο τους το ποτάμι και συνέχισαν την πορεία τους για την πόλη. Αφού βάδισαν αρκετά συνάντησαν κάποιον κυνηγό που ετοιμαζόταν να πυροβολήσει!

Γεια σου φίλε μου τι κάνεις;

Θα σκοτώσω την αράχνη που είναι πάνω στο δέντρο χωρίς να σκίσω το δίχτυ της.

…και πριν ολοκληρώσει την φράση του, πυροβολεί και σκοτώνει την αράχνη χωρίς να σκιστεί ο ιστός της! Ενθουσιάστηκε ο στρατιώτης και του λέει:

Είσαι σπουδαίος κυνηγός θέλεις να έρθεις μαζί μας;

«Βεβαίως» απάντησε κι ο κυνηγός και έτσι ξεκίνησαν και οι τρεις για την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έξι ανεμόμυλους. Παρατήρησαν ότι αν και δεν φυσούσε καθόλου αέρας, τα φτερά τους γυρνούσαν πολύ γρήγορα. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά και κάπου σε ένα δέντρο επάνω είδαν έναν άνδρα να φυσάει με δύναμη.

Τι κάνεις φίλε εδώ;

Φυσάω για να γυρίζουν τα φτερά των ανεμόμυλων.

Μα έχεις τόση δύναμη;

Βεβαίως και έχω. Που να δείτε όταν φτερνιστώ τι γίνεται! Μπορώ να γκρεμίσω ολόκληρο σπίτι!

Θα σου προτείνω κάτι…

…του λέει ο στρατιώτης…

Θέλεις να έρθεις μαζί μας; Θα κάνουμε μεγάλα πράγματα μαζί.

Με τα χαράς!

απάντησε ο άνδρας και μπήκε κι αυτός στην παρέα. Έτσι και οι τέσσερις συνέχισαν να βαδίζουν προς την πόλη. Αφού περπάτησαν αρκετά χιλιόμετρα συνάντησαν έναν άνδρα με δεμένα πόδια.

Φίλε μου τι έπαθες; Ποιος σου έδεσε τα πόδια;

Κανείς φίλοι μου μόνος μου τα έδεσα.

Μα γιατί;

Γιατί όταν τα έχω λυμένα τρέχω σαν τον άνεμο και δεν μπορώ να απολαύσω τις ομορφιές της φύσης.

Θέλεις φίλε μου να μας ακολουθήσεις; Έχεις κι εσύ, μαγικές ικανότητες!

Τιμή μου μεγάλη!

Απάντησε κι αυτός και ξεκίνησε μαζί με τους άλλους τέσσερις για την πόλη. Φθάνοντας λίγο έξω από τα τείχη της πόλης συναντούν έναν άνδρα που φορούσε πολύ στραβά το καπέλο του. Παραξενεύτηκε ο στρατιώτης και τον ρώτησε:

Φίλε μήπως έχεις μαγικές ικανότητες κι εσύ;

Αν έχω λέει;

Και τι μπορείς να κάνεις;

Λοιπόν φίλε, αν κατεβάσω το καπέλο προς το δεξί αυτί μου, θα παγώσουν όλα γύρω μου.

Έλα φίλε μου μαζί μας και θα κάνουμε μεγάλα πράγματα!

Πολύ ευχαρίστως!

…είπε κι αυτός και ακολούθησε τους άλλους πέντε. Έτσι οι έξι φίλοι έφθασαν στην είσοδο της πόλης. Μόλις μπήκαν μέσα τι να δουν… μια τεράστια ανακοίνωση από τον βασιλιά που έλεγε:

«Όποιος τρέξει με την βασιλοπούλα και την νικήσει θα την παντρευτεί!»

Παρουσιάζεται λοιπόν ο στρατιώτης στον βασιλιά και τον ρωτά:

Μπορεί να πάρει μέρος στον διαγωνισμό κάποιος από τους φίλους μου;

Βεβαίως γιατί όχι;

Τότε ο στρατιώτης έβαλε να τρέξει ο φίλος του που έτρεχε σαν τον άνεμο. Την άλλη μέρα το πρωί θα ξεκινούσε ο διαγωνισμός. Η διαδικασία ήταν η εξής: Η αφετηρία ήταν έξω από τα τείχη. Θα ξεκινούσαν από εκεί και θα έτρεχαν μέχρι σε μια απομακρυσμένη πηγή. Εκεί, θα γέμιζαν ένα κανάτι νερό και θα επέστρεφαν στην αφετηρία. Ετοιμάστηκαν λοιπόν και μόλις έδωσαν το σύνθημα ξεκίνησαν. Ο άνδρας που έτρεχε σαν τον άνεμο έφθασε στην πηγή γέμισε το κανάτι του και έφθασε στα μισά του γυρισμού ενώ η βασιλοπούλα ακόμα πήγαινε, γι’ αυτό κάθισε να ξεκουραστεί, εκεί όμως τον πήρε ο ύπνος. Η βασιλοπούλα όταν τον συνάντησε στον γυρισμό της και τον είδε να κοιμάται έδωσε μια κλοτσιά στο κανάτι του και έχυσε το νερό.

Ο φίλος του όμως ο κυνηγός που έβλεπε την σκηνή θέλησε να βοηθήσει τον φίλο του και ευθύς αμέσως πυροβολεί και η σφαίρα περνά ξυστά από τον φίλο του και τον ξυπνά. Σηκώνεται, βλέπει άδειο το κανάτι του το αρπάζει τρέχει σαν τον άνεμο, το γεμίζει και φθάνει στην αφετηρία και περιμένει να έρθει η βασιλοπούλα. Σε λίγο φθάνει η βασιλοπούλα καταϊδρωμένη και χαιρετά τον νικητή που τώρα έπρεπε να παντρευτεί.

Έλα όμως που ο βασιλιάς δεν ήθελε καθόλου τον άνδρα αυτόν για γαμπρό του! Σκεφτόταν λοιπόν με ποιο τρόπο να ακυρώσει τον γάμο. Έτσι σκέφτηκε το εξής: Φώναξε τους έξι φίλους του για να τους κάνει δήθεν τραπέζ. Τους έκλεισε μέσα σε ένα δωμάτιο με ποτά φαγητά και μουσική και τους κλείδωσε. Μετά άναψε φούρνους γύρω από το δωμάτιο έτσι ώστε να ανάψουν οι τοίχοι και να σκάσουν από την ζέστη οι έξι φίλοι. Πραγματικά κάποια στιγμή άρχισαν να ιδρώνουν και ύστερα να καίγονται από την ζέστη. Τότε ο φίλος με το καπέλο, τους λέει:

Μην στεναχωριέστε φίλοι μου!

…και αμέσως κατεβάζει το καπέλο του προς το δεξί αυτί και η ατμόσφαιρα έγινε δροσερή και άρχισαν οι φίλοι να τρώνε, να πίνουν και να χορεύουν. Λίγες ώρες μετά έρχεται ο βασιλιάς ανοίγει την πόρτα και αντί να δει νεκρούς τους φίλους, τους είδε να διασκεδάζουν. Τον έπιασε πανικός. Γυρίζει στον μέλλοντα γαμπρό του και του λέει:

Αν σου δώσω ένα σακί χρυσάφι θα ακυρώσεις τον γάμο;

Ναι αλλά με έναν όρο. Το σακί για το χρυσάφι θα το διαλέξω εγώ.

Του απάντησε ο άντρας κι ο βασιλιάς συμφώνησε μαζί του. Έτσι ο φίλος διάλεξε το μεγαλύτερο σακί και γέμιζε, γέμιζε, γέμιζε μέχρι που έγινε ασήκωτο. Τότε ο στρατιώτης λέει στον δυνατότερο της παρέας, αυτόν που είχε ξεριζώσει το δέντρο, να σηκώσει το σακί και να φύγουν. Κι αυτός το σήκωσε σαν να σηκώνει μια πετρούλα από τη γη. Έτσι ξεκίνησαν για την πόλη.

Ο βασιλιάς τρελάθηκε κι άρχισε να χτυπιέται και να φωνάζει:

Εγώ ήμουν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο και τώρα είμαι ο πιο φτωχός!

Φωνάζει τους αξιωματικούς του και τους διατάζει να πάνε να βρουν τους έξι φίλους να τους σκοτώσουν και να πάρουν πίσω το χρυσάφι του. Οι αξιωματικοί με τα πιο γρήγορα άλογά τους, προλαβαίνουν πράγματι τους φίλους και τους φωνάζουν:

Σταματήστε! Δώστε μας πίσω το χρυσάφι αλλιώς θα πεθάνετε!

Τότε ο φίλος που φυσούσε δυνατά γύρισε προς τους άλλους πέντε και τους είπε:

Μη φοβάστε παιδιά τώρα θα δείτε!

Παίρνει μια βαθιά αναπνοή και φυσάει! Και άλογα και αναβάτες έγιναν φτερά στον άνεμο και χάθηκαν. Έτσι οι έξι φίλοι μπήκαν στην πόλη τους χαρούμενοι, μοιράστηκαν το χρυσάφι και έζησαν ευτυχισμένοι και αγαπημένοι μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Η ευτυχία του ψαρά.

-Λαϊκό παραμύθι από την Αρμενία –

Μετάφραση από τα αγγλικά και απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Ένας βασιλιάς περπατούσε στις όχθες μιας λίμνης. Κοίταξε προς τη λίμνη και είδε έναν άντρα. Έναν ψαρά με μακριά γκρι μαλλιά και μακριά γκρι γενειάδα. Ο ψαράς αυτός έριχνε τα δίχτυα του στο νερό, τα τραβούσε και ό,τι ψάρια έπιανε τα ξανάριχνε πίσω. Μετά ξανάριχνε τα δίχτυα του, τα ξανατραβούσε και ξανάριχνε πίσω στο νερό ο,τι ψάρια έπιανε. Γυρνάει τότε ο βασιλιάς στον σύμβουλό του και του λέει:

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Πίνακας του Hendrick Avercamp (1585-1634)

Αυτός εκεί, δεν ψαρεύει! Τι κάνει; Θέλω να μιλήσω σ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Έτσι ο σύμβουλος πλησίασε και φώναξε:

Ε, Εσύ! Ναι εσύ! Ο βασιλιάς θέλει να σου μιλήσει.

Ο ψαράς μάζεψε τα δίχτυα του, τα έριξε μέσα στη βάρκα κι έκανε κουπί για να βγει έξω στην στεριά. Πλησίασε και υποκλίθηκε μπροστά στο βασιλιά.

Μεγαλειότατε μου! Στις διαταγές σας!

Τι κάνεις; Πετάς τα ψάρια πίσω στο νερό και δεν ψαρεύεις.

Α! Μεγαλειότατε έχω μια ιστορία να σας διηγηθώ αν θέλετε να ακούσετε.

Λέγε… μου αρέσουν οι ιστορίες!

…απάντησε ο βασιλιάς. Έκατσε λοιπόν με το σύμβουλό του και ο γέρος άρχισε την ιστορία του…

Μεγαλειότατε! Ήμουν νέος, δυνατός, γεμάτος ζωή και ψάρευα σ΄αυτήν εδώ τη λίμνη. Κάθε μέρα έριχνα τα δίχτυα μου και πουλούσα τα ψάρια μου στην αγορά και πήγαινα ψάρια και στη μητέρα μου να τα μαγειρέψει. Κάθε βράδυ μου έλεγε: «Θα πεθάνω και δεν θα δω εγγόνια! Δε θα παντρευτείς;» Μα εγώ, δεν ήμουν έτοιμος να παντρευτώ!
Μου άρεσε η ζωή μου. Μου άρεσε να παίζω τάβλι στο καφενείο με τους φίλους μου, να πίνω ζεστό γλυκό καφέ, να πίνω κρασί από ρόδι και να βλέπω τις γυναίκες να περπατούν στο παζάρι. Μου άρεσαν όλα αυτά!
Όμως μια μέρα, έριξα τα δίχτυα μου και τραβώντας τα νόμισα ότι ήταν ό,τι μεγαλύτερο είχα πιάσει στη ζωή μου. Αλλά δεν ήταν! Ήταν ένα κουτί. Ένα ξύλινο κουτί, από το οποίο κρεμόταν μια χρυσή αλυσίδα με ένα χρυσό κλειδί. Πήρα το κλειδί, το έβαλα στην κλειδαριά και άνοιξα το κουτί μεγαλειότατε!

Και τί είχε μέσα;

ρώτησε με περιέργεια ο βασιλιάς διακόπτοντας την ιστορία. Κι ο γέρος συνέχισε…

Μέσα σ’ αυτό το κουτί ήταν μια γυναίκα, τόσο όμορφη, που μου κόπηκε η ανάσα. Χάθηκα! Με κοίταξε στα μάτια και ήμουν δικός της για πάντα! Άνοιξε το στόμα της και με χαιρέτησε. Την χαιρέτησα κι εγώ και χαμογέλασε, έλαμψε ο τόπος! Τα μαλλιά της, μαύρα σαν τον νυχτερινό ουρανό, το δέρμα της απαλό σαν πανσέληνος! Τη ρώτησα, «Ποια είσαι;» και μου απάντησε «Είμαι η γυναίκα σου αν με θες». Δεν χρειάστηκε να μου το πει δεύτερη φορά Μεγαλειότατε. Την έβγαλα από το κουτί και την έβαλα να κάτσει δίπλα μου στη βάρκα και βγήκα στην στεριά. Έσερνα το κουτί από το ένα χέρι και από το άλλο την κρατούσα και την οδήγησα στο σπίτι που έμενα με την μητέρα μου. Στάθηκα στην πόρτα. Η μητέρα μου την κοίταξε και με ρώτησε: «Αυτή είναι; Αυτή που θα παντρευτείς και θα με κάνει γιαγιά;». «Ναι» της απάντησα.
Τότε η μητέρα μου βγήκε στους δρόμους μες στην χαρά και προσκάλεσε όλον τον κόσμο στον γάμο μας και ήταν θαυμάσια! Η γυναίκα μου ήταν τόσο όμορφη!
Ένιωθα όμως ότι δεν της ταίριαζε ένας ψαράς κι έτσι έμαθα μια νέα τέχνη. Έγινα χρυσοχόος. Ένας εξαιρετικός χρυσοχόος και σύντομα έπαιρνα παραγγελίες από πλουσίους, μεγάλους και τρανούς. Γρήγορα έφτιαξα ένα εργαστήριο. Έφτιαχνα κοσμήματα και κάθε πέτρα που έβαζα, την αφιέρωνα στην όμορφη γυναίκα μου. Κάθε δαχτυλίδι, κάθε περιδέραιο, κάθε ζευγάρι σκουλαρίκια, κάθε βραχιόλι, όλα ήταν προς τιμήν της γυναίκας μου. Κι έπειτα, πήγαινα σπίτι κι έβρισκα τη γυναίκα μου να κάθεται με την μητέρα μου και να γελάνε, να τραγουδάνε, να μιλάνε. Η μητέρα μου ύφαινε και η γυναίκα μου καμιά φορά μαγείρευε. Δεν είχαμε ακόμη παιδιά, αλλά ήμουν ευτυχισμένος,

Ο βασιλιάς αλλά κι ο σύμβουλός του, είχαν αφοσιωθεί στην αφήγηση του γέρου…

Μια μέρα ήμουν στο εργαστήρι μου κι έφτιαχνα ένα πολύ δύσκολο περιδέραιο κι ο αέρας έφερε ένα άρωμα κάτω από την πόρτα, τόσο δυνατό, τόσο έντονο! Και η πόρτα άνοιξε και τρεις γυναίκες με πέπλο στο πρόσωπο μπήκαν μέσα. Κάνανε ένα βήμα από την πόρτα και μίλησαν με μια φωνή: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Τι ερώτηση είναι αυτή! Φυσικά και είμαι ευτυχισμένος! Είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, τις απάντησα, μα αυτές πίσω από το πέπλο τους, μου είπαν γελώντας: «Είσαι ευτυχισμένος;»
Και μ’ ένα βήμα γύρισαν και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο κι έφυγαν. Έκλεισαν την πόρτα αφήνοντας στην ατμόσφαιρα το άρωμα τους και την ερώτηση να αιωρείται. Ήμουν μπερδεμένος.

…είπε ο γέρος στο βασιλιά και συνέχισε…

Γιατί διάλεξαν εμένα; Γιατί μου έκαναν αυτή την ερώτηση; Επέστρεψα στην εργασία μου, όμως δε μπορούσα να τη τελειώσω. Η ερώτηση μου τρυπούσε το μυαλό. Έτσι αποφάσισα να παρατήσω το περιδέραιο, να κλείσω το μαγαζί και να επιστρέψω στο σπίτι για να επιβεβαιώσω την ευτυχία μου. Πήγα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να υφαίνει, τη γυναίκα μου να μαγειρεύει και να τραγουδάνε. Φυσικά! Αυτή ήταν μια εικόνα ευτυχίας. Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η καρδιά! Το σπίτι βρίσκεται όπου είναι και η αγάπη! Κι εγώ ήμουν ευτυχισμένος. Και πήρα τη γυναίκα μου από το χέρι, την ανέβασα από το πέτρινα σκαλάκια στην κρεβατοκάμαρα μας να επιβεβαιώσουμε την ευτυχία μας.
Την επόμενη μέρα πήγα ξανά στο εργαστήριο μου και με το μισό μυαλό δούλευα ενώ το άλλο μισό τις περίμενε να έρθουν. Και ήρθαν! Η πόρτα άνοιξε. Μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο, έκαναν ένα βήμα και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;»
Αυτή την φορά ήμουν λίγο απογοητευμένος από την ερώτηση. Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Είμαι ευτυχισμένος! Είμαι πολύ ευτυχισμένος! Η γυναίκα μου είναι ευτυχισμένη, η μητέρα μου είναι ευτυχισμένη … κι εκείνες γέλασαν! «Είσαι ευτυχισμένος;» μου είπαν ξανά και γύρισαν κι έφυγαν αφήνοντας την ερώτηση και το άρωμα πίσω τους.
Κι εγώ δε μπορούσα να συνεχίσω τη δουλειά μου, έφυγα από το μαγαζί και περπατούσα, περπατούσα σε δρόμους που δε γνώριζα τόσο καλά. Έφτασα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Περπάτησα μέχρι που έπρεπε να επιστρέψω στο σπίτι. Απέφευγα να επιστρέψω στο σπίτι μου, αλλά έπρεπε. Όταν στάθηκα στο άνοιγμα της πόρτας, η μητέρα μου με κοίταξε με δυσαρεστημένο βλέμμα. Τη ρώτησα: «Που είναι;». «Είναι πάνω στο κρεβάτι και κλαίει μ αναφιλητά γιατί δεν ήρθες για φαγητό.» μου απάντησε. Ζήτησα συγνώμη και πήγα πάνω. Την είδα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και το ήξερα…»

Ο βασιλιάς κεντρισμένος από την ιστορία πετάχτηκε και ρώτησε τον γέρο…

Τί ήξερες;

Ο γέρος πικραμένος συνέχισε την αφήγηση…

Το ήξερα ότι έπρεπε να είχα έρθει. Ήξερα ότι έπρεπε να χωθώ στο κρεβάτι, να την πάρω αγκαλιά και την παρηγορήσω, αλλά δε μπορούσα. Γιατί η ερώτηση μου τρυπούσε το πίσω μέρος του μυαλού μου. Ξάπλωσα δίπλα της, την άκουγα να κλαίει σιγανά, γύρισα την πλάτη μου και προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά αυτές ήταν εκεί, μέσα στο μυαλό μου, οι τρεις γυναίκες με το βέλο. Το πρωί καθώς ο κόκορας λαλούσε, αντί να αντικρύσω τη γυναίκα μου, πήδησα από το κρεβάτι, έριξα κρύο νερό στο πρόσωπο μου, είπα την προσευχή μου κι έφυγα για το εργαστήρι μου και περίμενα. Δεν πήρα τα εργαλεία μου, περίμενα. Έκατσα και περίμενα, γιατί ήξερα ότι θα ερχόντουσαν. Όντως, σε λίγο, αυτό το άρωμα γέμισε και πάλι τον χώρο. Μετά η πόρτα άνοιξε και μπήκαν οι τρεις γυναίκες με το πέπλο. Στάθηκαν και με ρώτησαν: «Χρυσοχόε! Είσαι ευτυχισμένος;» Δεν άντεξα άλλο και με φωνή της απάντησα, «Όχι δεν είμαι! Δεν είμαι ευτυχισμένος! Τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου πείτε σας παρακαλώ τι είναι ευτυχία; Μπορείτε να μου δείξετε την ευτυχία;»
Τότε αυτές μου ζήτησαν να τις ακολουθήσω προκειμένου να μου δείξουνε την ευτυχία!

Και; Τις ακολούθησες;

Πετάχτηκε γεμάτος περιέργεια ο βασιλιάς!

Τις ακολούθησα. Τις ακολούθησα από το μαγαζί μου σε δρόμους που ήξερα όλη μου τη ζωή, μέχρι που έφτασα σε δρόμους που δεν είχα ξαναντικρύσει στη ζωή μου. Με πήγανε σε μια πόρτα, σε μια δρύινη πόρτα με ένα δρύινο ρόπτρο όπου το σχήμα του ήταν μια γυναίκα με πέπλο. Μια απ΄αυτές πήρε το κλειδί, ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε κι εκεί αντίκρισα μια αυλή πλημμυρισμένη φως και τραπέζια στρωμένα με νόστιμα φαγητά και κρασιά. Μια απ’ αυτές έφερε νερό να πλύνει το πρόσωπο μου, τα χέρια μου, τα πόδια μου. Η άλλη μου έφερε κρασί από ρόδι και η άλλη μου έφερε μια πιατέλα με φαγητά και με τάιζαν. Αυτή που μου είχε πλύνει το πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια, έφερε ένα μουσικό όργανο και άρχισε να παίζει μια μεθυστική μουσική. Τότε οι άλλες δύο σταμάτησαν να με ταΐζουν κι άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν, χόρευαν, χόρευαν και όταν τελείωσε η μουσική και ο χορός τους, σηκώθηκαν και έριξαν τα πέπλα τους.
Μεγαλειότατε!!! Νόμιζα ότι η γυναίκα μου ήταν όμορφη, όμως αυτές οι τρεις γυναίκες… Αχ! Και μίλησαν με μια φωνή και είπαν. «Μπορείς να μ’ έχεις, διάλεξε.» Τότε σκέφτηκα ποια να διαλέξω; Αφού και οι τρεις είναι εξίσου όμορφες και τότε η μία απ’ αυτές έβγαλε το ένα πόδι μπροστά για να διαλέξω αυτήν.
«Εσένα! Διαλέγω εσένα!» φώναξα και τότε ξαναέβαλαν το πέπλο τους και απάντησαν με μια φωνή: «Μπορείς να μ’ έχεις! Εάν πας σπίτι, βάλεις τη γυναίκα σου στο κουτί και τη ρίξεις πίσω στη λίμνη».

Ο βασιλιάς έβγαλε έναν ήχο δυσάρεστης έκπληξης μα δεν είπε τίποτα άλλο…

Μεγαλειότατε! Δεν χρειάστηκε να μου το πουν δεύτερη φορά. Σηκώθηκα, έσπρωξα την πόρτα κι έτρεξα στους δρόμους που δεν ήξερα μέχρι που έφτασα στο σπίτι μου. Ανέβηκα τρία-τρία τα πέτρινα σκαλιά, όρμησα μέσα και η μητέρα μου με ρώτησε τρομαγμένη τι συνέβη. Δεν της απάντησα παρά μόνο ρώτησα να μάθω που ήταν η γυναίκα μου. «Είναι στην ταράτσα γιατί;» Δεν της έδωσα καμιά εξήγηση. Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι την ταράτσα. Η γυναίκα μου πατούσε κάτι ελιές κι έβγαζε λάδι. Με κοίταξε και ρώτησε τι συμβαίνει.
«Σταμάτα ό,τι κάνεις. Σταμάτα ό,τι κάνεις κι έλα μαζί μου.» Ήταν τόσο όμορφη! Σηκώθηκε και με ακολούθησε κάτω στην κρεβατοκάμαρα μας. Είχαμε φτιάξει ένα τραπέζι από το κουτί που είχα βρει. Έριξα στο πάτωμα ό,τι είχε πάνω το τραπέζι και πήρα από το ένα χέρι το κουτί και από το άλλο τη γυναίκα μου.
«Πάμε!» της είπα. «Πού πάμε;» μου απάντησε αυτή κι εγώ απότομα της ζήτησα να μην ρωτάει τίποτα.
Την οδήγησα κάτω με το κουτί στο ένα χέρι κάνοντας θόρυβο στα πέτρινα σκαλιά και τότε η μητέρα μου με ρώτησε, «Πού πάτε; Πού πας τη νύφη μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;». Το ίδιο είπα και στην μάνα μου: «Μη ρωτάς τίποτε.» και οδήγησα τη γυναίκα μου στον δρόμο σέρνοντας πίσω το κουτί. Κι αυτή με παρακαλούσε: «Μην το κάνεις αυτό! Είναι επειδή δεν έχουμε παιδιά; Κάνε υπομονή, θα κάνουμε παιδιά». «Αυτό δεν έχει σχέση με τα παιδιά» της απάντησα κι αυτή επέμενε να ρίχνει τα λόγια της σαν σαϊτες στην καρδιά μου… «Τι έκανα; Σε δυσαρέστησα;».
Μα δεν μπορούσα να μιλήσω, ούτε καν να την κοιτάξω στα μάτια. Περάσαμε δρόμους, μέχρι που φτάσαμε σ’ αυτήν εδώ τη λίμνη και βρήκα την παλιά μου ψαρόβαρκα. Άνοιξα το σεντούκι και της είπα να μπει μέσα. Έπεσε στα γόνατα και παρακαλούσε να μην το κάνω. Με παρακαλούσε, μα εγώ τη διέταξα να μπει μέσα! Υποτάχτηκε και μπήκε στο κουτί! Έκλεισα το καπάκι, πήρα το κλειδί από τη χρυσή αλυσίδα, το έβαλα στην κλειδαριά και … κλικ, την κλείδωσα! Ξαναέβαλα το χρυσό κλειδί στην χρυσή κλειδαριά, σήκωσα το κουτί και το έβαλα στη βάρκα. Πήδησα μέσα κι έκανα κουπί μέχρι τη μέση αυτής εδώ της λίμνης κι έσπρωξα το κουτί έξω από τη βάρκα. Και καθώς το έβλεπα να βυθίζεται, ένιωσα όλη την ευθύνη της ερώτησης να φεύγει από τους ώμους μου. Όλη η ευθύνη για ευτυχία έφυγε από τους ώμους μου και μετά επέστρεψα στην ακτή κι έτρεξα να βρω το σπίτι. Το σπίτι με τη δρύινη πόρτα και το δρύινο ρόπτρο με το πρόσωπο της γυναίκας με το πέπλο στην είσοδο. Μα δε μπορούσα να το βρω.

Κι ο βασιλιάς πάλι έκπληκτος τον διέκοψε λέγοντας…

Μήπως δεν έψαξες καλά;

Έψαξα. Έψαξα, καλά. Ρώτησα τους ανθρώπους, αλλά κανένας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο σπίτι! Έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα ώσπου τελικά τα πόδια μου με οδήγησαν στο μόνο μέρος που θα μπορούσα να μείνω…το σπίτι μου. Η μητέρα μου περίμενε στο κατώφλι και μου είπε: «Λοιπόν, πού είναι η νύφη μου; Τι της έκανες;». Της τα είπα όλα. Με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου της τα είπα όλα.
«Είσαι ένας ανόητος, ανόητος είσαι! Μα δε χάθηκαν όλα. Πάνε πίσω, ρίξε τα δίχτυα σου και φέρε πίσω τη νύφη μου. Θέλω να γίνω γιαγιά. Θέλω να σε βλέπω να χαμογελάς, να βλέπω την αγάπη σας. Θέλω να την ακούω να τραγουδάει. Φέρε τη νύφη μου στο σπίτι!»
Έτσι μεγαλειότατε έτρεξα πίσω στη λίμνη, πήδησα στη βάρκα μου, έκανα κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, έριξα τα δίχτυα μου, μα μόνο ψάρια έβγαλα. Τα ξαναέριξα, και ξανά μόνο ψάρια έπιανα και ξανά και ξανά και ξανά. Μα έβγαζα μόνο ψάρια, εκείνη τη μέρα. Ήρθα όμως και την επόμενη μέρα, και την μεθεπόμενη και την μεθεπόμενη… Κι ερχόμουν κάθε μέρα και προσπαθούσα και προσπαθούσα μέχρι να βρω τη γυναίκα μου. Θα τη βρω…!
Μα τώρα…

…είπε ο γέρος κάνοντας υπόκλιση στο βασιλιά..

Ακούσατε την ιστορία μου μεγαλειότατε. Τώρα όμως επιτρέψτε μου να επιστρέψω στο έργο μου. Πρέπει να βρω τη γυναίκα μου. Μπορεί να τα καταφέρω σήμερα!

Και ο γέρος υποκλίθηκε άλλη μια φορά στο βασιλιά, προχώρησε στη βάρκα του, μπήκε μέσα, έκανε κουπί μέχρι τη μέση της λίμνης, ξεδίπλωσε τα δίχτυα του, τα έριξε στο νερό, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό. Έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε και πέταξε τα ψάρια πίσω στο νερό, έριξε τα δίχτυα του, τα τράβηξε…

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Ο Γιάννης ο Αλήθειας!

Λαϊκό παραμύθι από την Ιταλία

Σε μια πόλη κάπου στη νότια Ιταλία που δεν έχει και πολύ σημασία το όνομά της, ζούσε ένας φτωχός νέος. Αν και μετά βίας τα έφερνε βόλτα, ο Γιάννης ήταν πολύ τίμιος άνθρωπος και ποτέ στην ζωή του δεν είχε πει ψέματα. Ούτε καν από αυτά, τα μικρούλια που συνήθως λέμε στην καθημερινή μας ζωή, όπως : «δεν διάβασα γιατί πονούσε το κεφάλι μου» ή «αρρώστησα ξαφνικά και δεν μπόρεσα να έρθω» και άλλα τέτοια. Ο Γιάννης λοιπόν, έλεγε πάντα την αλήθεια και γι’ αυτό του βγάλανε το παρατσούκλι, «ο Αλήθειας».

Χωρίς να το θέλει, η φήμη του ταξίδεψε έξω από την πόλη και την πολιτεία που ζούσε κι έφτασε μέχρι την πρωτεύουσα. Επόμενο ήταν να τον καλέσει ο βασιλιάς στο παλάτι. Βλέπετε, ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια, τον πιο ειλικρινή πολίτη του βασιλείου του.

Ο Γιάννης ο Αλήθειας παρουσιάστηκε μπροστά του παρουσία και όλων των συμβούλων του βασιλιά. Άρχισαν να τον ρωτάνε διάφορα προκειμένου να επιβεβαιώσουν την φήμη του. Μετά από ώρες είχαν βγάλει την απόφασή τους. Όντως, ο Γιάννης ήταν ο πιο ειλικρινής πολίτης του βασιλείου και μπορεί κι όλου του κόσμου. Ο βασιλιάς τον συμπάθησε πάρα πολύ και του πρότεινε να μπει στην δούλεψή του. Του ανέθεσε το καλύτερο κοπάδι του και αρμοδιότητα του Γιάννη θα ήταν η φροντίδα του.

«The Shepherd». Πίνακας του Julien Dupré (1851-1910)

«The Shepherd». Πίνακας του Julien Dupré (1851-1910)

Έτσι, κάθε μέρα ο Γιάννης πήγαινε το κοπάδι για βοσκή κι όταν γυρνούσε παρουσιάζονταν πάντα μπροστά στον βασιλιά, του χάριζε μια βαθιά υπόκλιση με σεβασμό και ακολουθούσε πάντα ο ίδιος διάλογος:

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Ομορφότερος όσο ποτέ άλλοτε!

Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός κι όλα κυλούσαν όμορφα. Ο βασιλιάς δεν έχανε στιγμή χωρίς να παινέψει τον Γιάννη για την συμπεριφορά, την εργατικότητα, την τιμιότητα και την ειλικρίνειά του. Επόμενο ήταν, οι υπόλοιποι αυλικοί να αρχίσουν να ζηλεύουν τον Γιάννη και να τον φθονούν. Μαζεύτηκαν λοιπόν κρυφά και σκέφτηκαν να βρούνε τρόπο ώστε να τον οδηγήσουνε στο να πει κάποιο ψέμα και να χάσει έτσι την εύνοια του βασιλιά.

Την άλλη μέρα ο πρωθυπουργός επισκέφτηκε τον βασιλιά και του είπε:

 Μεγαλειότατε, παρακολουθώ την πρόοδο του Γιάννη Αλήθεια και με έχει γοητεύσει. Πολύ φοβάμαι όμως, ότι κάποια από αυτές τις μέρες, θα αρχίσει κι αυτός να λέει ψέματα.

Αγαπητέ μου πρωθυπουργέ, πολύ φοβάμαι ότι η διαίσθηση σου δεν λειτουργεί καλά. Αποκλείεται ο Γιάννης να πει κάποιο ψέμα.

Μα μεγαλειότατε, όλοι ψεύδονται. Αποκλείεται να μείνει ο Γιάννης έτσι.

Μην επιμένεις. Ο Γιάννης διαφέρει από τους υπόλοιπους.

Αφήστε με να σας αποδείξω ότι κι ο Γιάννης λέει ψέματα. Θα τον δοκιμάσω και θα δούμε.

Πολύ καλά. Δοκίμασέ τον. Αν ο Γιάννης πει ψέμα, θα διωχθεί από το παλάτι και την δούλεψή μου. Αν όμως δεν το καταφέρεις, τότε θα διώξω εσένα.

Ο πρωθυπουργός γύρισε στο σπίτι του ανήσυχος γιατί δεν περίμενε αυτήν την απάντηση από τον βασιλιά. Η γυναίκα του, μόλις τον είδε ρώτησε να μάθει τί έχει και είναι στεναχωρημένος μα αυτός δεν της απάντησε. Μετά από πιέσεις όμως της τα είπε με το νι και με το σίγμα.

Γι’ αυτό στεναχωριέσαι άντρα μου. Άστο σε μένα!

Ήταν η απάντηση της γυναίκας του με την οποία και τον καθησύχασε. Την άλλη μέρα κιόλας ανέβηκε στο βουνό ψάχνοντας να βρει τον Γιάννη. Όταν τον αντάμωσε, του ζήτησε να αγοράσει τον μικρό ταύρο του βασιλιά μα ο Γιάννης αρνήθηκε. Του έταξε περισσότερα χρήματα μα και πάλι αρνήθηκε. Του υποσχέθηκε και δόξα μα ο Γιάννης δεν άλλαζε γνώμη. Τότε η γυναίκα άρχισε να κλαίει και να παρακαλάει τον Γιάννη λέγοντάς του ότι είναι μεγάλη ανάγκη. Του είπε ότι ο άντρας της είναι βαριά άρρωστος και χρειάζεται την καρδιά του ταύρου για να τον γιατρέψει. Μόνο τότε ο Γιάννης λύγισε, κι άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο να δώσει τον ταυρό στην γυναίκα.

Καλά, μα τι θα πω στον βασιλιά μόλις τον αντικρίσω;

Πες του πως σου ξέφυγε από το κοπάδι και τρέχοντας έπεσε στον γκρεμό ή μπορείς ακόμα να του πεις ότι μια αγέλη λύκων όρμησε και τον κατασπάραξε.

Ο Γιάννης ο Αλήθειας συμφώνησε τελικά αν και βαθιά μέσα του δεν το ήθελε. Έσφαξε τον ταύρο και πρόσφερε έναντι αμοιβής την καρδιά του στην γυναίκα η οποία έφυγε τρέχοντας προσπαθώντας να μην δείξει την ικανοποίησή της ότι τον ξεγέλασε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα κι ο Γιάννης άρχισε να σκέφτεται, τί θα πει στον βασιλιά.

Πήρε ένα ξύλο από παραδίπλα και το έμπηξε στο χώμα. Κρέμασε την κάπα του πάνω σε αυτό, έβαλε και στην κορυφή του το καπέλο του. Φαντάστηκε πως ήταν ο βασιλιάς. Έσκυψε μπροστά του κι άρχισε να κάνει πρόβες το τί θα έλεγε μόλις τον συναντούσε…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Δεν γνωρίζω άρχοντά μου. Το έσκασε από το κοπάδι χθες το απόγευμα.

Μα όχι. Δεν έμεινε ικανοποιημένος από την τελευταία του απάντηση και ξεκίνησε ξανά από την αρχή…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Άσχημα τα νέα μεγαλειότατε. Χθες το μεσημέρι, κάτι τον τσίμπησε κι άρχισε να τρέχει μανιασμένος κι έπεσε στον γκρεμό και σκοτώθηκε.

Μα ούτε και τώρα ο Γιάννης ικανοποιήθηκε και δοκίμασε ξανά και ξανά και ξανά. Μόνο προς το απόγευμα του ήρθε μια ιδέα κι όταν την δοκίμασε έμεινε ευχαριστημένος. Έτσι, γύρισε στο παλάτι και αφού άφησε το κοπάδι πήγε και κοιμήθηκε ήσυχος. Την άλλη μέρα το πρωί, έκανε άλλη μια πρόβα τα λόγια που θα έλεγε και μετά κίνησε για να συναντήσει τον βασιλιά. Εκεί βρισκότανε κι ο πρωθυπουργός που είχε ενημερώσει ήδη τον βασιλιά για την προηγούμενη μέρα. Ο Γιάννης υποκλίθηκε μπροστά στον βασιλιά…

Καλημέρα άρχοντά μου!

Καλημέρα και σε σένα καλέ μου Γιάννη Αλήθεια. Πώς είναι σήμερα τα πρόβατά μου;

Ομορφότερα όσο ποτέ άλλοτε!

Και οι αγελάδες μου;

Ομορφότερες όσο ποτέ άλλοτε!

Κι ο μικρός μου ο ταύρος;

Όλοι περίμεναν με περιέργεια να ακούσουν το ψέμα που θα έλεγε ο Γιάννης, ο οποίος απάντησε χωρίς δισταγμό!

Τον μικρό σας ταύρο, τον έσφαξα εχθές το πρωί και την καρδιά του την έδωσα σε μια γυναίκα που την χρειαζότανε για τον άντρα της. Με πλήρωσε καλά. Είμαι έτοιμος να δεχτώ όποια τιμωρία διατάξεται, αλλά ψέματα δεν μπορώ να πω!

Τα χαμόγελα όλων που περίμεναν ότι ο Γιάννης θα έλεγε ψέματα, πάγωσαν. Ο βασιλιάς σηκώθηκε από τον θρόνο του και πλησίασε τον Γιάννη.

Όχι, δεν θα σε τιμωρήσω Γιάννη γιατί μου είπες την αλήθεια. Αντίθετα, θα τιμωρήσω αυτούς που προσπάθησαν να σε κάνουν να πεις ψέματα.

…και με τα λόγια αυτά, ο βασιλιάς έδιωξε από το παλάτι τον πρωθυπουργό του και διόρισε τον Γιάννη στην θέση του. Από τότε, μόνο αλήθειες ακούγονταν σε αυτό το βασίλειο!

Πηγή: Από το βιβλίο «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» των εκδόσεων Gutenberg

Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Αναζητώντας έναν τίμιο άνθρωπο!

– Λαϊκό παραμύθι της Κίνας –

Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Στην φυλακήΗ ιστορία μας, θα μας ταξιδέψει σε ένα βασίλειο βαθιά στην ανατολή. Ένας φτωχός άνθρωπος βρέθηκε στην ανάγκη και η κακιά στιγμή τον οδήγησε σε μια άσχημη απόφαση. Να κλέψει. Μπήκε σε ένα μαγαζί και την ώρα που προσπαθούσε να κρύψει μια ξύλινη πίπα μέσα στα ρούχα του, τον πιάσανε. Τον κλείσανε φυλακή και έμεινε εκεί για αρκετό καιρό χωρίς όμως να γίνει δικαστήριο. Ο φτωχός άνθρωπος άρχισε να φοβάται για την τύχη του βλέποντας να μην γίνεται τίποτα. Άρχισε να σκέφτεται τρόπους για το πως θα βγει από την φυλακή. Σκέφτηκε να δραπετεύσει, μα η ασφάλεια των φυλακών ήταν πολύ αυστηρή και δεν είχε ελπίδες. Έτσι, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει την πονηριά. Ένα πρωί, φώναξε τον φύλακα και ζήτησε να δει τον βασιλιά για τον οποίο είχε ένα πολύτιμο δώρο.

Ο φύλακας τον οδήγησε στον βασιλιά ο οποίος απόρησε με την επιθυμία του φυλακισμένου.

Λοιπόν; Τι είναι αυτό το πολύτιμο δώρο που έχεις να μου προσφέρεις;

Ο φτωχός άνθρωπος στεκόταν ταπεινά μπροστά στον βασιλιά. Δίχως να σηκώσει το κεφάλι του, έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα κομμάτι τσαλακωμένο χαρτί. Το έδωσε στον βασιλιά κι αυτός το ξετύλιξε γεμάτος περιέργεια. Όταν αντίκρισε ένα κουκούτσι από αχλάδι, δεν ήξερε αν πρέπει να γελάσει ή να διατάξει να του πάρουνε το κεφάλι αμέσως. Προσπαθώντας να συγκρατήσει τον θυμό του, ρώτησε στον φτωχό άνθρωπο…

Αν δεν κάνω λάθος, αυτό εδώ είναι ένα απλό κουκούτσι από αχλάδι.

Όχι μεγαλειότατε, δεν κάνετε λάθος. Ένα κουκούτσι από αχλάδι είναι. Αλλά είναι πολύ σπάνιο. Αν το φυτέψετε θα γίνει ένα τεράστιο δέντρο, μα τα αχλάδια του δεν θα είναι συνηθισμένα, αλλά χρυσά.

Ο βασιλιάς σάστισε μόλις άκουσε τα λόγια αυτά, αλλά δεν τον πίστεψε και του απάντησε…

Κι αφού είναι έτσι, γιατί δεν το σπέρνεις εσύ;

Δεν είναι απλό μεγαλειότατε. Για να βγάλει χρυσά αχλάδια, θα πρέπει να φυτευτεί από κάποιον που δεν έχει κλέψει ποτέ του και δεν έχει κοροϊδέψει κανέναν. Αλλιώς τα αχλάδια του θα είναι τα συνηθισμένα που βλέπουμε και στην αγορά. Γι αυτό κι εγώ το προσφέρω σε εσάς. Είμαι σίγουρος πως εσείς δεν έχετε κλέψει ποτέ σας και δεν έχετε εξαπατήσει κανέναν.

Αυτά είναι ανοησίες…

…απάντησε ο βασιλιάς αν και βαθιά μέσα του πίστεψε στα λόγια του φτωχού. Θυμήθηκε όμως ότι όταν ήταν μικρός, είχε κλέψει από την μητέρα του ένα δαχτυλίδι που είχε στην κοσμηματοθήκη της και τότε κατηγορήθηκε μια υπηρέτρια. Έτσι φοβήθηκε ότι αν φύτευε αυτός το κουκούτσι, η αχλαδιά θα έβγαζε συνηθισμένα αχλάδια.

Ο φτωχός άνθρωπος γύρισε τότε προς τον υπουργό του βασιλιά και πρότεινε να το φυτέψει αυτός. Μα κι ο υπουργός αρνήθηκε θεωρώντας τα ανοησίες, αλλά στην αλήθεια φοβότανε για τον εαυτό του που εύκολα ο κόσμος τον δωροδοκούσε.

Στην συνέχεια πρότεινε τον στρατηγό του βασιλικού στρατού μα κι αυτός δεν δέχτηκε μιας και εξαπατούσε τους στρατιώτες του στην πληρωμή τους. Έπειτα στον ανώτατο δικαστή μα κι αυτός δεν ήταν καλύτερος. Πολλές φορές οι αποφάσεις τους ευνοούσαν τους πιο ισχυρούς κι έτσι αρνήθηκε να το πάρει και να το φυτέψει. Το ίδιο κι ο διευθυντής των φυλακών που ανάλογα με τα δώρα που λάμβανε από τους φυλακισμένους, ήταν λιγότερο ή και καθόλου αυστηρός απέναντί τους.

Αυτό συνεχίστηκε λίγο ακόμα και με άλλους άρχοντες και σύμβουλους του βασιλιά και κανείς δεν δεχότανε να πάρει να φυτέψει το κουκούτσι γιατί πολύ απλά κανείς τους δεν ήταν απολύτως καθαρός. Έτσι ο φτωχός άνθρωπος, γύρισε με νεύρο προς όλους αυτούς και τους είπε με θάρρος.

Είστε όλοι απαράδεκτοι γιατί είστε κλέφτες, ψεύτες και απατεώνες και δεν εξαιρώ κανέναν σας. Κι όμως κανείς σας δεν είναι στην φυλακή. Εγώ το μόνο που έκανα σε μια δύσκολη στιγμή, ήταν να κλέψω μια φτηνή ξύλινη πίπα και γι’ αυτό με έχουν βάλει στην φυλακή.

Σιωπή επικράτησε αρχικά στην αίθουσα, μα σύντομα ο βασιλιάς ξέσπασε σε γέλια. Παραδέχτηκε τον φτωχό άνθρωπο και διέταξε να τον αφήσουν ελεύθερο.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο Συμιγδαλένιος

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα της αφεντιάς σας.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δύο βασίλεια. Στο ένα ζούσε ένας βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του και την καλόκαρδη κόρη τους. Και στο άλλο ένας άλλος βασιλιάς που επίσης ζούσε με την γυναίκα του και την κόρη του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα του πρώτου βασιλείου ήθελαν να παντρέψουν την μονάκριβή τους. Μια μέρα λοιπόν λέει ο βασιλιάς στην κόρη του:

Άκου κόρη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς και να κάνεις κι εσύ την δική σου οικογένεια.

Να παντρευτώ πατέρα μου αλλά ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα.

…απάντησε η κόρη του.

Ο βασιλιάς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την απάντηση της κόρης του κι έτσι άρχισε να τις φέρνει διάφορους γαμπρούς για να επιλέξει τον καλύτερο.

Όχι πατέρα μου. Δεν θέλω κανέναν από αυτούς. Κάτι άλλο θέλω. Μπορείς να μου το κάνεις;

Πες το κόρη μου και αμέσως θα φροντίσω να το έχεις.

Να, θέλω να μου φέρεις ένα τσουβάλι αμύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.

Να σου τα φέρω κόρη μου αλλά τι θα τα κάνεις όλα αυτά;

Φέρτα εσύ και μη σε νοιάζει.

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι 2

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Ο βασιλιάς λοιπόν δεν έχασε καιρό. Πήγε πήρε ο,τι του ζήτησε η μονάκριβή του και περίμενε να δει τι θα τα έκανε. Τότε η βασιλοπούλα του είπε:

Ευχαριστώ πατέρα μου. Τώρα θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και δεν θέλω να με αναζητήσει κανείς.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αν και ανησύχησαν σεβάστηκαν την επιθυμία της κόρης τους. Για σαράντα ολόκληρες ημέρες δεν την ενόχλησαν καθόλου.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, έσπασε τα αμύγδαλα, τα καθάρισε όλα, ζύμωσε το σιμιγδάλι μαζί με την ζάχαρη και έφτιαξε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε καθόταν από πάνω του, τον λιβάνιζε και του έλεγε:

Δεν μου μιλείς μάτια μου, δε μου μιλείς φως μου;

Αυτό το έκανε για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και έκλαιγε και λυπότανε πολύ. Το τελευταίο βράδυ ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούστηκε μια φωνή:

Αχ! Τι γλυκά που κοιμόμουνα κι εσύ με ξύπνησες. Ποια είσαι;

Ήταν ο σιμιγδαλένιος. Η βασιλοπούλα σαστισμένη γεμάτο χαρά όμως απάντησε:

Εγώ είμαι αυτή που σε έπλασα και που θα σε παντρευτώ.

Βγαίνει από το δωμάτιο η βασιλοπούλα πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει τα ευχάριστα νέα.

Πατέρα και μητέρα μου, αυτός είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο Σιμιγδαλένιος μου. Τον έπλασα εγώ η ίδια. Έβαλα όλη μου την αγάπη. Τον έκανα από αμύγδαλο που συμβολίζει την γονιμότητα για να κάνουμε πολλά παιδιά, και από ζάχαρη για να είναι η ζωή μας γλυκιά και τέλος από σιμιγδάλι για να είμαστε πάντα ευτυχισμένοι.

Στο παλάτι όλοι ήταν χαρούμενοι. Κάλεσαν όλον τον κόσμο στον γάμο. Και ξεκίνησαν τα τραγούδια, οι φωνές, τα γέλια…

Τώρα μεταφερόμαστε στο δεύτερο βασίλειο, που σε αυτό ζούσε όπως είπαμε ένας άλλος βασιλιάς με την γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη όμως αυτού του βασιλιά ήταν κακιά, εγωίστρια και κακομαθημένη και τα ήθελε όλα δικά της. Έτσι λοιπόν μόλις έμαθε για τον σιμιγδαλένιο τον ήθελε για δικό της άντρα. Ο πατέρας της, της έλεγε:

Βρε κόρη μου, που να τον βρούμε; Αφού τον έχει άλλη.

Δε με νοιάζει. Εγώ τον θέλω για μένα. Αν δεν μου τον φέρεις θα αρρωστήσω.

Πράγματι, αρρώστησε η κόρη του από τον καημό. Τι να κάνει ο βασιλιάς. Δεν μπορούσε να βλέπει την κόρη του σε αυτήν την κατάσταση. Έτσι συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν:

Λοιπόν γυναίκα θα φτιάξουμε ένα πλοίο και θα το φορτώσουμε με χρυσαφικά, γυαλικά, ρούχα… ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Θα πάει το πλοίο στο διπλανό βασίλειο για να πουλήσει την πραμάτεια του και μόλις ανέβει ο σιμιγδαλένιος στο πλοίο για να αγοράσει αυτό που θέλει θα τον κλέψουμε.

Η βασίλισσα μην έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και διέταξαν αμέσως τους εργάτες να ετοιμάσουν το πλοίο. Αφού το έφτιαξαν ο βασιλιάς είπε στο πλήρωμα:

Θα πάτε κάτω από το σπίτι που βρίσκεται ο Σιμιγδαλένιος και μόλις τον δείτε να ανεβαίνει στο πλοίο θα σηκώσετε τα πανιά και θα φύγετε αμέσως. Προσέξτε όμως να μη σας δει κανείς.

Φόρτωσαν το πλοίο και ξεκίνησαν. Σύντομα, έφτασε κάτω από το σπίτι του Σιμιγδαλένιου. Μόλις ξύπνησαν οι δούλες και είδαν το πλοίο γεμάτο χρυσαφικά, ασημικά, γυαλικά και ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς πήγαν αμέσως στην βασιλοπούλα να της το πουν. Τότε η αθώα βασιλοπούλα χωρίς να σκεφτεί το κακό που ήθελε να της κάνει η βασιλοπούλα του δεύτερου βασιλείου είπε στον Σιμιγδαλένιο να πάει στο πλοίο και να πάρει ό,τι θέλει.

Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά; Δε τα χρειαζόμαστε.

Σιμιγδαλένιε μου από αυτά τα γυαλικά δεν έχουμε. Από αυτά θέλω να πας να πάρεις.

Όχι βρε γυναίκα. Δεν τα χρειαζόμαστε. Τόσα γυαλικά έχουμε.

Να πας Σιμιγδαλένιε μου, να πας. Αυτά που έχουμε έχουν παλιώσει.

Καλά λοιπόν, πηγαίνω.

Τι να κάνει λοιπόν ο Σιμιγδαλένιος, πήγε. Το πλήρωμα αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβαλε στο πλοίο και όση ώρα του έδειχναν ό,τι καλό είχαν, σήκωσαν τα πανιά και εξαφανίστηκαν. Τον πήρανε τον Σιμιγδαλένιο και τον πήγαν στο παλάτι του άλλου του βασιλιά. Εκεί η βασιλοπούλα τον περίμενε πως και πως. Μόλις τον είδε τον πλησίασε και του έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Καλωσόρισες ξένε στο παλάτι μας. Ορίστε! Πάρε να πιεις αυτό να δροσιστείς.

Ο Σιμιγδαλένιος χωρίς να το σκεφτεί πίνει το νερό και στη στιγμή ξέχασε την γυναίκα του. Ξέχασε όλη την μέχρι τότε ζωή του. Η βασιλοπούλα είχε βάλει στο νερό ένα μαγικό φίλτρο για να μην θυμάται τίποτα. Έτσι αφού τον ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο τον πήρε για άντρα της.

Ας αφήσουμε τώρα τον Σιμιγδαλένιο με τη δεύτερη γυναίκα του και ας πάμε στην πρώτη.
Η πρώτη γυναίκα του μόλις ήρθε το μεσημέρι και δεν φάνηκε ο Σιμιγδαλένιος άρχισε να αναρωτιέται και να ανησυχεί.

Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Γιατί δεν επέστρεψε; Έφυγε; Και αν έφυγε που πήγε; Και γιατί να φύγει; Σιμιγδαλένιε μου; Σιμιγδαλένιε μου που είσαι;

Άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ο βασιλιάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η βασιλοπούλα είπε στον πατέρα της.

Πατέρα μου θα φύγω.

Μα που θα πας παιδάκι μου;

Θα φύγω πατέρα. Θα πάω να βρω τον σιμιγδαλένιο μου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Χωρίς να χάσει καιρό βγήκε στους δρόμους η βασιλοπούλα και άρχισε να τον ψάχνει. Γύριζε μέρες, νύχτες… Έγινε αγνώριστη. Μια μέρα εκεί που περπατούσε συνάντησε μια γυναίκα. Με το στήθος της πάνιζε, με το στήθος της φούρνιζε. Την πλησίασε και της είπε.

Θεία, τι κάνεις εδώ; Κάτσε να σε βοηθήσω.

Της φτιάχνει ένα πανόξυλο και της λέει:

Να θεία, έτσι πανίζουν και φουρνίζουν.

Τότε η θεία της απαντάει:

Αχ παιδάκι μου! Ο Θεός να στο ξεπληρώσει το καλό που μου έκανες.

Θεία, θέλω να με γιατρέψεις.

Και τι γιατρειά θέλεις να σου κάνω;

Ποια είσαι εσύ;

Εγώ παιδάκι μου είμαι μάνα, κι έχω τον ήλιο γιο.

Αχ θεία. Να καθίσω να του πω για τον Σιμιγδαλένιο μου.

Ου… Παιδάκι μου… Τρελάθηκες; Αν καθίσεις θα σε φάει.

Κρύψε με εσύ θεία να του πω κι εγώ τον καημό μου. Σε παρακαλώ.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα, την λυπήθηκε η μάνα του ήλιου και την έκρυψε κάτω από το τραπέζι. Μόλις βασίλεψε ο ήλιος πήγε στην μάνα του.

Καλησπέρα σταυρομάνα.

Καλησπέρα γιε μου.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να την βρω εγώ την ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Απαπα.. Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Κατέβασε η μάνα του το καζάνι με το φαγητό, του έβγαλε ψωμί, νερό και αφού ο ήλιος έφαγε όλο το φαγητό του λέει:

Πεινάς άλλο παιδάκι μου;

Όχι μάνα.

Σαν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτήν;

Όχι μάνα, όχι, δεν πεινάω άλλο.

Σαν δεν πεινάς να βγει μια κοπελιά να σου πει τον καημό της. Βγες παιδάκι μου.

Της λέει η θεία και η βασιλοπούλα βγήκε και λέει στον ήλιο:

Ήλιε μου λαμπρέ, λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω καλή μου εγώ; Εγώ το πρωί βγαίνω και το βράδυ είμαι πίσω. Στο φεγγάρι να πας που γυρίζει όλη νύχτα. Άντε μάνα, δώς της και ένα καρύδι.

Έδωσε η μάνα το καρύδι, τους ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, τους χαιρέτησε και ξεκίνησε να πάει να βρει το φεγγάρι. Μόλις έφτασε στην μάνα του φεγγαριού, αυτή μαγείρευε και ετοίμαζε για να έρθει το φεγγάρι να φάει. Η βασιλοπούλα άρχισε να την παρακαλάει για να πει τον καημό της στον γιο της. Μετά από λίγο λέει η φεγγαρομάνα:

Άντε, φύγε τώρα γιατί θα έρθει το φεγγάρι και θα σε φάει αν σε δει.

Αχ θεία κρύψε με κάπου να πω τον πόνο μου στον γιο σου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου;

Σε παρακαλώ θεία, κρύψε με σε παρακαλώ.

Καλά λοιπόν. Έλα εδώ.

Ανοίγει ένα ντουλάπι και την βάζει μέσα. Έφεξε ο Θεός και έφτασε το φεγγάρι σπίτι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει μάνα.

Που να βρεθεί εδώ ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα. Έχει τίποτα να φάω;

Όλα τα καλά σου έφτιαξα παιδάκι μου.

Του ετοίμασε το τραπέζι, έβγαλε φαγητά, ψωμιά, όλα τα καλά, κάθισε το φεγγάρι και έφαγε. Αφού τέλειωσε το φαγητό του, του λέει η μάνα του:

Παιδάκι μου έφαγες;

Έφαγα μάνα.

Αν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτή;

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Άντε βγες κορίτσι μου να πεις τον πόνο σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και του λέει:

Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπρογεμισμένο, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω εγώ κορίτσι μου; Εγώ βγαίνω από βράδυ σε πρωί. Στα αστέρια να πας. Που είναι πολλά. Αν δεν τον έχει δει το ένα θα τον έχει δει το άλλο. Άντε μάνα, φίλεψέ την ένα αμύγδαλο.

Παίρνει το αμύγδαλο η βασιλοπούλα, τους χαιρετάει και φεύγει με δάκρυα στα μάτια και ραγισμένη την καρδιά. Έφυγε απογοητευμένη και πήγε να βρει τα αστέρια μήπως κάποιο είδε τον καλό της. Όταν έφτασε στο σπίτι τους, την καλοδέχτηκε η μάνα τους όπου κι αυτή ετοίμαζε φαγητό για τα παιδιά της. Αφού την βοήθησε η βασιλοπούλα να ετοιμάσει το φαγητό γιατί τα αστέρια ήταν πολλά και δεν θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα μόνη της, πλησίαζε η ώρα που θα έφταναν τα αστέρια. Τότε γυρίζει η μάνα τους και λέει στην βασιλοπούλα:

Άντε φύγε τώρα. Θα έρθουνε τα αστέρια να φάνε και θα σε φάνε αν σε βρουν εδώ.

Αχ θεία, δεν με κρύβεις κάπου για να τους πω τον πόνο μου; Αυτά πολλά είναι. Όλο και κάποιο αστέρι θα είδε τον Σιμιγδαλένιο μου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου; Αν γλιτώσεις από τον έναν δεν γλιτώνεις από τον άλλον.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα και δεν έλεγε να φύγει. Τι να κάνει και η μάνα τον αστεριών, την λυπήθηκε και την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα αστέρια.

Καλημέρα μάνα.

Λέει το μεγαλύτερο αστέρι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να βρεθεί ανθρώπινη ψυχή εδώ παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας, φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Στην στιγμή εμφανίστηκαν και τα άλλα αστέρια.

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα…

Κάθισαν όλα στο τραπέζι, τους έβγαλε η μάνα τους να φάνε και αφού φάγανε και ήπιανε τους ρωτάει:

Αν είχατε μια ανθρώπινη ψυχή την τρώγατε κι αυτή;

Ο Θεός να μη το δώσει μάνα.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, άντε κορίτσι μου βγες τώρα και πες τον καημό σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και τους λέει:

Αστέρια μου λαμπρά, λαμπρά και λαμπρογεμισμένα, ψηλά όπου διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε, μην είδατε τον άντρα μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δούμε εμείς κορίτσι μου; Εμείς βγαίνουμε το βράδυ και γυρίζουμε το πρωί.

Είπε το μεγαλύτερο αστέρι.

Εγώ κοπέλα μου νομίζω πως τον είδα.

Πετάχτηκε το μικρότερο αστέρι.

Τον είδες; Πού; Πού βρίσκεται; Πες μου σε παρακαλώ.

Δεν είμαι σίγουρος κορίτσι μου. Αλλά, για μια στιγμή. Είπες σιμιγδαλένιος είναι;

Ναι αστεράκι μου. Εγώ τον έφτιαξα, μόνη μου. Από αμύγδαλο, ζάχαρη και σιμιγδάλι. Δεν μπορεί να μην τον είδατε κάπου. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Ναι, ναι. Αυτός ήταν. Σίγουρα. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Λοιπόν, πού τον είδες;

Σε ένα παλάτι, εφτά μερόνυχτα δρόμο από εδώ.

Αστεράκι μου, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να με πας εκεί;

Το μεγαλύτερο αστέρι θύμωσε και δεν ήθελε να βοηθήσει την βασιλοπούλα. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν κακός ο αδερφός του με το να προδώσει που ακριβώς είναι ο Σιμιγδαλένιος. Μα η βασιλοπούλα τον καθησύχασε λέγοντάς του πως δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Έτσι το μεγαλύτερο αστέρι συμφώνησε .

Καλά λοιπόν. Αν δεν το μάθει κανείς εντάξει. Άντε αδερφέ μου βοήθησε το κορίτσι να βρει τον αγαπημένο της. Να προσέχετε. Μάνα δως της κι ένα φουντούκι.

Η βασιλοπούλα πήρε το φουντούκι, τους ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά της κι έφυγε με το μικρό αστέρι για την Κρήτη. Μόλις έφτασε στο παλάτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε μια δούλα και της λέει:

Καλημέρα! Έρχομαι από ένα μακρινό χωριό και χάθηκα. Μπορείς να πεις στην κυρά σου να με αφήσει να κοιμηθώ σε ένα δωμάτιο; Είμαι φτωχιά και ορφανή.

Πήγε η δούλα το είπε στην κυρά της και αυτή συμφώνησε. Την έβαλαν λοιπόν σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκείνη την στιγμή να και ο Σιμιγδαλένιος. Κλειδώνεται η βασιλοπούλα στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα που δεν την θυμήθηκε ο άντρας της. Μόλις ξημέρωσε έσπασε το καρύδι που της είχε δώσει η μάνα του ήλιου και βγήκε από μέσα ένα χρυσό μαγκάνι.
Όταν οι δούλες πήγαν να δουν αν είναι όλα εντάξει με την ξένη είδαν να λαμπυρίζει από μακριά το μαγκάνι. Πήγαν αμέσως να το πουν στην κυρά τους. Τότε τους λέει αυτή:

Άντε, πάτε και ρωτήστε την τί θέλει να της δώσουμε για να το αγοράσουμε.

Πάνε οι δούλες την ρωτάνε και απαντάει η βασιλοπούλα:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ με λεφτά. Τον Σιμιγδαλένιο μόνο να μου δώσει η κυρά σας μια βραδιά.

Πήγαν οι δούλες, το είπαν στην κυρά τους. Έξαλλη αυτή απαντάει:

Τι; Για τα μούτρα της τον έχω τον Σιμιγδαλένιο;

Οι δούλες όμως την έπεισαν. Του έδωσαν πάλι το νερό με το μαγικό φίλτρο για να κοιμηθεί και να μην θυμάται τίποτα και της τον πήγαν. Μόλις της τον έφεραν η βασιλοπούλα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει κλαίγοντας.

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ δεν είμαι αυτή που σε έπλασε;

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε μα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δε σταμάτησε να κλαίει. Το επόμενο πρωί οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στην κυρά τους.

Μετά από κανα δυο μέρες, σπάζει το αμύγδαλο που της είχε δώσει η μάνα του φεγγαριού. Μόλις το έσπασε βγήκε από μέσα μια χρυσή ανέμη. Την ώρα εκείνη μπαίνουν στο δωμάτιο οι δούλες και βλέπουν την ανέμη. Αμέσως πήγαν να το πουν στην κυρά τους:

Αχ κυρά για σένα είναι αυτή η ανέμη.

Άντε, πάντε να την ρωτήσετε τι θέλει για να την αγοράσουμε κι αυτήν.

Πήγανε στην βασιλοπούλα και την ρώτησαν, μα αυτή τους απάντησε:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε λεφτά, τον Σιμιγδαλένιο θέλω μόνο για μια βραδιά ακόμα.

Η δεύτερη βασιλοπούλα πάλι αντέδρασε στην επιθυμία αυτή αλλά οι δούλες της πάλι την κατάφεραν. Του έδωσαν πάλι το μαγικό φίλτρο και της τον πήγαν. Η βασιλοπούλα έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου.

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε αλλά πάλι δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δεν σταμάτησε να κλαίει από τον καημό της. Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν πάλι οι δούλες και τον πήραν.
Μετά από κανα δυο μέρες σπάζει και το φουντούκι, που της είχε δώσει η μάνα των αστεριών. Μέσα από το φουντούκι βγήκε αυτήν την φορά μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλάκια της. Εκείνη την στιγμή νασου πάλι οι δούλες. Κατεβαίνουν γρήγορα στην κυρά τους, της το λένε και ήθελε να τα αγοράσει και αυτά. Η βασιλοπούλα για αντάλλαγμα ζήτησε για άλλο ένα βράδυ τον Σιμιγδαλένιο. Πάλι θύμωσε η δεύτερη βασιλοπούλα αλλά την κατάφεραν και αυτήν την φορά ο δούλες.

Ετοίμασαν πάλι το μαγικό φίλτρο, αλλά αυτήν την φορά ο Σιμιγδαλένιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και έκανε πως το ήπιε ενώ το έχυσε όταν δεν τον έβλεπε κανείς και έκανε τον κοιμισμένο. Τον πήγανε στη βασιλοπούλα, αυτή έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;

Όταν ξαφνικά ο Σιμιγδαλένιος αντέδρασε:

εεε.. σταμάτα να κλαις. Ποια είσαι;

Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου. Η γυναίκα σου. Αυτή που σε έπλασε. Μα δεν θυμάσαι τίποτα;

Μα τι λες; Και πως έγινες έτσι; Γιατί έγινες έτσι;

Έτσι έγινα γιατί σε έχασα και σε έψαχνα για μέρες ολόκληρες. Αλλά τώρα σε βρήκα. Και δεν θα φύγω από εδώ αν δεν φύγουμε μαζί.

Αργά το βράδυ ο Σιμιγδαλένιος με την βασιλοπούλα φύγανε μαζί χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γυρίσανε στο παλάτι τους και ζήσανε ξανά μαζί. Κάνανε πολλά παιδιά και ήταν ευτυχισμένοι.
Όσο για την δεύτερη βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό της και δεν βγήκε ποτέ ξανά από το παλάτι.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: