Posts Tagged With: βασίλισσα

Ένας άλυτος γρίφος!

Κάποτε σε ένα παλάτι ζούσε μια βασίλισσα η οποία ήθελε να παντρευτεί. Ήθελε όμως να πάρει τον πιο έξυπνο άνδρα του κόσμου. Δεν την ενδιέφερε αν ήταν όμορφος ή άσχημος, πλούσιος ή φτωχός, γέρος ή νέος. Την ενδιέφερε μόνο να είναι ο πιο έξυπνος απ’ όλους. Πώς θα το καταλάβαινε όμως αυτό; Έβγαλε λοιπόν διαταγή στο παλάτι, πως όποιος άνδρας πάει και της πει έναν γρίφο που δεν θα καταφέρει να βρει την λύση του, αυτός θα ήταν και ο πιο έξυπνος. Αν όμως έβρισκε τη λύση τότε θα τους αποκεφάλιζε και με τα κεφάλια τους θα έφτιαχνε έναν πύργο.

Το νέο αυτό ακούστηκε παντού. Και άνδρες απ’ όλο τον κόσμο πήγαν στο παλάτι. Κανένας όμως δεν τα κατάφερε. Η βασίλισσα βρήκε τη λύση απ’ όλους τους γρίφους που άκουσε. Έτσι ο πύργος από τα κεφάλια των ανδρών είχε φτάσει ήδη πολύ ψηλά.

Μια μέρα το ακούει ένας νέος και αποφασίζει να πάει και αυτός. Το ακούει η μάνα του και απαρηγόρητη του λέει:

Βρε παιδί μου πού θα πας; Αυτή θα σου κόψει το κεφάλι. Σε παρακαλώ, μείνε εδώ και θα σου βρούμε εμείς γυναίκα.

Αλλά ο γιος σαν νέος που ήταν δεν έδωσε σημασία στη συμβουλή της μάνας του και το επόμενο πρωί ξεκίνησε το δρόμο για το παλάτι.

Η μάνα του, του έφτιαξε μια πίτα να πάρει μαζί του να φάει όταν πεινάσει αλλά έβαλε μέσα δηλητήριο. Την άλλη μέρα το πρωί ο νέος με συντροφιά τη σκυλίτσα του την Μορφούλα ξεκίνησαν για το παλάτι.

Περπάτησαν περπάτησαν ώσπου κάποια στιγμή ο νέος πείνασε. Την ώρα που πάει να δαγκώσει την πίτα, ακούει την σκυλίτσα του να γαβγίζει. Την λυπήθηκε και έδωσε το κομμάτι του σε αυτήν. Και όπως ήταν φυσικό μετά από λίγα λεπτά η σκυλίτσα του ψόφησε. Τότε ο νέος κατάλαβε πως η μάνα του είχε βάλει δηλητήριο στην πίτα.

Συνεχίζει τον δρόμο του πλέον μόνος του. Μετά από ώρα δεν άντεχε άλλο από την πείνα. Βλέπει στο βάθος μια ελαφίνα που ήταν έγκυος. Τη σκοτώνει αλλά δεν τρώει την ίδια αλλά το μωρό που είχε μέσα της. Αφού χόρτασε ξεκίνησε πάλι για το παλάτι. Περπατούσε περπατούσε ώσπου δίψασε. Για καλή του τύχη βλέπει εκεί κοντά μια εκκλησία. Μπαίνει μέσα και πίνει το νερό που είχε το καντήλι.

Αφού έφαγε, χόρτασε και ξεδίψασε συνεχίζει τον δρόμο του για το παλάτι. Μετά από λίγες ώρες έφτασε. Παρουσιάζεται μπροστά στην βασίλισσα και της λεει:

Η Μορφούλα έφαγε την πιτούλα και η πιτούλα την Μορφούλα. Εγώ σκότωσα εκείνο που έβλεπα αλλά έφαγα εκείνο που δεν έβλεπα. Και ήπια νερό που δεν ακουμπούσε ούτε στη γη ούτε στον ουρανό. Τί είναι;

Τότε γυρίζει στον νέο και του λέει:

Νομίζω πως εσύ είσαι ο πιο έξυπνος άνδρας του κόσμου. Γι’ αυτό κι εγώ θα σε παντρευτώ και θα σε κάνω άνδρα μου όπως το υποσχέθηκα.

Και μετά από λίγες μέρες έγινε  ο γάμος.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια! 

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!

– Λαϊκό παραμύθι της Ιταλίας – Απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας – 

(Για να ακούσετε το παραμύθι, μεταβείτε στο κάτω μέρος της σελίδας)

Πίνακας του γάλλου ζωγράφου Adolphe Alexandre Lesrel (1839-1929)

Φερατσάνο! Αυτό είναι το όνομα του θαλαμηπόλου του βασιλιά μιας μικρής πολιτείας κάπου στην νότια Ιταλία. Ο Φερατσάνο ήταν μεγάλος πλακατζής και ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να κοροϊδέψει κάποιον με μοναδικό σκοπό να γελάσει. Προσέξτε λοιπόν να δείτε, τί έκανε στην βασίλισσα…

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό η βασίλισσα συνάντησε στους διαδρόμους του παλατιού τον Φερατσάνο. Αφού καλημερίστηκαν του είπε:

Καλέ μου Φερατσάνο, έμαθα πως η γυναίκα σου είναι πολύ χαριτωμένη και έξυπνη. Γιατί μέχρι τώρα δεν μας την έχεις συστήσει;

Ο Φερατσάνο ετοιμάστηκε να απαντήσει λογικά στο ερώτημα της βασίλισσάς του, αλλά το δαιμόνιο μπήκε μέσα του και τον προκάλεσε για άλλη μια φάρσα. Έτσι, της απάντησε:

Μεγαλιότατη. Έχετε δίκιο. Η γυναίκα μου είναι ό,τι είπατε κι ακόμα περισσότερο. Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να την γνωρίσετε μα φοβάμαι ένα της κουσούρι. Είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζετε πολύ δυνατά για να σας ακούσει.

Η βασίλισσα στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της γυναίκας του Φερατσάνου, αλλά παρόλα αυτά ζήτησε να κανονιστεί μια συνάντηση μεταξύ των δύο γυναικών για να γνωριστούνε.

Ο Φερατσάνο, το μεσημέρι που πήγε σπίτι του, δεν έχασε καιρό. Έπιασε την γυναίκα του -η οποία δεν ήταν καθόλου κουφή- και της είπε:

Γυναίκα, είσαι πολύ τυχερή. Η βασίλισσά μας ζήτησε να σε γνωρίσει. Αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι για να την δεις. Πρέπει να ξέρεις όμως ότι είναι σχεδόν κουφή και θα πρέπει να φωνάζεις πολύ δυνατά για να σε ακούσει.

Η γυναίκα του Φερατσάνο χάρηκε για την πρόσκληση αν και στεναχωρέθηκε για το πρόβλημα της βασίλισσας. Έτσι το άλλο πρωί ξεκίνησαν μαζί για το παλάτι.

Σε λίγο, βρισκόντουσαν στα ιδιαίτερα δωμάτια της βασίλισσας η οποία με το που αντίκρισε την γυναίκα του Φερατσάνο φώναξε πολύ δυνατά προς αυτήν:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ. ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΛΥ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΖΩ!!!

Η γυναίκα του Φερατσάνο τρόμαξε προς στιγμή, μα σκέφτηκε ότι η κακομοίρα φωνάζει τόσο δυνατά επειδή η ίδια της δεν ακούει. Το ίδιο δυνατά απάντησε κι αυτή με τη σειρά της:

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΕΣΑΣ ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΗ. Η ΧΑΡΑ ΚΙ Η ΤΙΜΗ ΕΙΝΑΙ ΟΛΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΑΣ!

Τώρα τρόμαξε κι η βασίλισσα αλλά σκέφτηκε ακριβώς το ίδιο πράγμα με την γυναίκα του Φερατσάνο. Έτσι, συνέχισαν την συνομιλία τους στην ίδια ένταση για αρκετή ώρα ενώ ο πλακατζής θαλαμηπόλος που βρισκότανε ακριβώς έξω από το δωμάτιο και τις άκουγε, είχε λυθεί στα γέλια.

Τις φωνές των δύο γυναικών που ακούγονταν σχεδόν σε όλο το παλάτι, άκουσε κι ο βασιλιάς κι έτρεξε αμέσως στο δωμάτιο της βασίλισσας για να δει τί συμβαίνει.

Μα γιατί φωνάζετε έτσι;

Φωνάζω γιατί η γυναίκα του Φερατσάνο είναι κουφή η καημένη και δεν ακούει διαφορετικά.

Απάντησε η βασίλισσα στον άντρα της με κανονική φωνή πλέον. Η γυναίκα του Φερατσάνο τα έχασε μόλις άκουσε την βασίλισσα να την αποκαλεί κουφή και απάντησε σε κανονική ένταση κι αυτή:

Μα δεν είμαι κουφή. Εσείς είστε κουφή βασίλισσά μου.

Τότε όλοι καταλάβανε πως ήταν άλλη μια φάρσα του Φερατσάνου. Ο βασιλιάς έσκασε στα γέλια, όχι όμως κι η βασίλισσα που θεώρησε ότι την κορόιδεψε και ζήτησε από τον άντρα της να τιμωρήσει τον αγενή θαλαμηπόλο του. Ο βασιλιάς δεν ήθελε αλλά δεν μπορούσε να το αποφύγει. Έγραψε λοιπόν ένα γράμμα προς τον αρχιφύλακα της πόλης το οποίο έλεγε:

«Ο άντρας που θα σου παραδώσει αυτό το γράμμα να τιμωρηθεί με εκατό βουρδουλιές στην πλάτη».

Το δίπλωσε και το έβαλε σε φάκελο και το έκλεισε με βουλοκέρι και την επίσημη σφραγίδα του από το δαχτυλίδι που φορούσε στο δάχτυλο του δεξιού του χεριού. Το έδωσε στον Φερατσάνο και του ζήτησε να το πάει στον αρχιφύλακα της πόλης. Ο Φερατσάνο που ήταν και παμπόνηρος, κατάλαβε ότι θα έχει άσχημη εξέλιξη και είπε στον βασιλιά:

Δεν μπορώ να το πάω αυτό το γράμμα μεγαλιότατε…

Και γιατί δεν μπορείς να το πας Φερατσάνο;

Γιατί μυρίζομαι ότι κακό τέλος θα έχω!

Ο βασιλιάς γέλασε μα η βασίλισσα που θέλησε να είναι σίγουρη ότι ο Φερατσάνο θα πάει και θα παραδώσει το γράμμα στον αρχιφύλακα, φώναξε έναν δικό της θαλαμηπόλο να τον συνοδεύσει.

Οι δύο θαλαμηπόλοι πήραν το δρόμο για το φυλάκιο και σε κάποια στιγμή ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας ρώτησε τον Φερατσάνο:

Μα γιατί πάμε στο φυλάκιο;

Ο Φερατσάνο δεν έχασε την ευκαιρία και του απάντησε:

Ο Βασιλιάς ζητάει από τον αρχιφύλακα να παραδώσει μια γερή αμοιβή σε αυτόν που θα του δώσει αυτό το γράμμα!

Είπε και του έδειξε το γράμμα που είχε στον κόρφο του με την βασιλική σφραγίδα. Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας εντυπωσιασμένος αλλά και δυσαρεστημένος του απάντησε:

Μα τί ατυχία είναι αυτή; Εμένα ποτέ δεν μου τυχαίνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν με έχουν προσφέρει μια ανταμοιβή και τους υπηρετώ πιστά από πολύ μικρός!

Τώρα ήταν η ώρα που Φερατσάνο έπρεπε να «χτυπήσει» και το έκανε…

Μην στεναχωριέσαι καλέ μου φίλε. Για να δεις πόσο καλός είμαι, σου προσφέρω εγώ αυτό το γράμμα αν μου δώσεις μια χρυσή λίρα!

Ο θαλαμηπόλος της βασίλισσας σταμάτησε απότομα και τον κοίταξε με θαυμασμό…

Θα το κάνεις αυτό για μένα;

Χωρίς να αφήσει τον Φερατσάνο να μιλήσει, έβγαλε από το πουγκί του μια χρυσή λίρα και του την έδωσε. Ο Φερατσάνο γύρισε χαρούμενος και σφυρίζοντας στο παλάτι, αφήνωντας τον άλλο θαλαμηπόλο να συνεχίσει μόνος του τον δρόμο για το φυλάκιο.

Στο παλάτι ο βασιλιάς και η βασίλισσα, τα έχασαν όταν είδαν τον Φερατσάνο να μπαίνει στην αίθουσα χαρούμενος και σκάσανε στα γέλια -ακόμα και η βασίλισσα- όταν τους διηγήθηκε το τί είχε συμβεί!

Η βασίλισσα τον συγχώρεσε τελικά για την εξυπνάδα και το χιούμορ του, όχι όμως και ο θαλαμηπόλος της ο οποίος γύρισε στο παλάτι με αβάσταχτους πόνους από τις βουρδουλιές στην πλάτη!

 

Ακούστε το παραμύθι…

Το παραμύθι αφηγείται η Καλλιόπη Σωτηρέλη. Η Καλλιόπη Σωτηρέλη είναι καθηγήτρια αγγλικών στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 2018, ηχογράφησε και οπτικοποίησε μόνη της το παραμύθι  «Τι φάρσα έκανε στη βασίλισσα ο κατεργάρης Φερατσάνο!» και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

 

Πηγή: «Παραμύθια απ’ όλο τον κόσμο» σε επιμέλεια Gianni Rodari των εκδόσεων GUTENBERG

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η καλή μοίρα της βασιλοπούλας

Απόδοση: Αρετή Τσιφλίδου

Πριν πολλά χρόνια ζούσε ένας βασιλιάς μεγάλος και τρανός που είχε στο βασίλειο του τόσες πολιτείες όσες κανένας άλλος βασιλιάς. Αυτός όμως και η βασίλισσα είχαν έναν καημό! Ο Θεός δεν τους είχε χαρίσει ένα παιδάκι τόσα χρόνια. Κάθε μέρα τον παρακαλούσαν να τους δώσει ένα παιδάκι.

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Πίνακας του Jozef Israëls (1824-1911)

Ένα απόγευμα η βασίλισσα καθόταν τον κήπο και κεντούσε όταν είδε μια γριούλα να περνάει από μπροστά. Ήταν πολύ αδύναμη, με κουρελιασμένα ρούχα και ίσα που στηρίζονταν σε μια μαγκούρα που βαστούσε. Η βασίλισσα παράτησε κατευθείαν το κέντημα της και έτρεξε κοντά της.

Έλα μέσα κυρούλα να ξεκουραστείς!

…της είπε.

Η γριούλα δέχτηκε γιατί περπατούσε πολλές ώρες και ήταν πολύ κουρασμένη. Η βασίλισσα την έβαλε να κάτσει στην πολυθρόνα της και αμέσως διέταξε τη βάγια να φέρουνε στην κυρούλα να φάει και να πιει και να ετοιμάσουν μια κάμαρα για να μείνει τη νύχτα. Σε λίγο έφεραν ένα τραπέζι με όλα τα καλά επάνω. Mόνο του πουλιού το γάλα έλειπε. Η γριά έφαγε και στυλώθηκε. Μετά πήγε να ξεκουραστεί στην κάμαρα που της είχαν ετοιμάσει. Το πρωί πριν φύγει της έβαλαν στο ταγάρι της φαΐ και κρασάκι και η γριούλα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα και της είπε:

Να’ σαι πολύxρονη κι ευτυχισμένη βασίλισσα μου.

Ευχαριστώ, κυρούλα μου, αλλά να ξέρεις πως ευτυχισμένη δεν είμαι.

Και γιατί;

Γιατί θα ήθελα να έχω ένα παιδάκι και δεν έχω.

Μην στεναχωριέσαι βασίλισσα μου και του χρόνου τέτοιο καιρό θα κρατάς στην αγκαλιά σου ένα πανέμορφο κοριτσάκι.

Πριν καλά καλά η βασίλισσα προφτάσει να την ευχαριστήσει η γριά εξαφανίστηκε από μπροστά της.

Λοιπόν, αυτή η γριά ήταν η καλή μοίρα των ανθρώπων και γύριζε από τόπο σε τόπο, άκουγε τους ανθρώπους και τους βοηθούσε. Πότε βρισκόταν σε μέρη σκοτεινά, παγωμένα και πότε σε μέρη ζεστά που τα έψηνε ο ήλιος. Κι ό,τι έλεγε γινόταν. Έτσι λοιπόν σαν πέρασε ένας χρόνος η βασίλισσα απέκτησε ένα πεντάμορφο κοριτσάκι και κόντευε να της φύγει το μυαλό από την πολλή χαρά της. Αλλά και ο βασιλιάς δεν πήγαινε πίσω! Από την πολλή χαρά τους όμως ξέχασαν να καλέσουν τις μοίρες και αυτές θύμωσαν και δεν ευχήθηκαν κανένα καλό χάρισμα στη βασιλοπούλα. Έτσι λοιπόν εκτός από την ομορφιά της δεν είχε κανένα άλλο καλό. Κι όσο μεγάλωνε γινόταν άκαρδη, εγωίστρια, τεμπέλα, σκληρή και νοιαζόταν μόνο για τον εαυτό της. Οι γονείς της την πήραν με το καλό, την πήραν με το άγριο αλλά εκείνη τίποτε. Της έφεραν σοφούς δασκάλους να την συμβουλέψουν μα αυτή τους κορόιδευε.

Πώς θα αφήσω το βασίλειο μου να το διοικήσει αυτή;

…έλεγε ο πατέρας της, αλλά η μητέρα της τον παρηγορούσε…

Που ξέρεις, μπορεί να διορθωθεί.

Ο βασιλιάς όμως δυσκολευότανε να το πιστέψει κι απλά κουνούσε το κεφάλι του πικραμένος.

Έξω από την πολιτεία, ήταν ένα μεγάλο και άγριο δάσος. Ούτε ξυλοκόποι, ούτε κυνηγοί πατούσαν εκεί. Τα κλαδιά του ήταν τόσο πυκνά που δεν μπορούσαν να τα διαπεράσουν. Το δάσος αυτό κατέληγε σ’ ένα βουνό όπου σταματούσαν τα δέντρα και μετά είχε ένα θεόρατο βράχο, ψηλό και γλιστερό, που όχι άνθρωπος αλλά ούτε κατσίκι δε μπορούσε ν΄ ανέβει.
Σ’ αυτό το βουνό είχε τη φωλιά του ένας αϊτός, που μια μέρα πέταξε στην άκρη του δάσους κι εκεί τον χτύπησαν κυνηγοί κι είδαν πως τα φτερά του ήτανε ολόχρυσα. Τον πήγαν κατευθείαν τότε στο βασιλιά και αυτός θαύμασε γιατί δεν ήξερε πως υπήρχε τέτοιο πουλί στο βασίλειο του. Μόλις τον είδε όμως η βασιλοπούλα φώναξε:

Αυτός ο χρυσός αϊτός θα έχει κι ένα χρυσό αετόπουλο. Θέλω να μου το φέρουν εδώ.

Πώς να σου το φέρουν κόρη μου, αφού στην κορυφή του βουνού όπου έχει τη φωλιά του ο αϊτός, δε μπορεί να πατήσει άνθρωπος!

Δε με νοιάζει! Εγώ θέλω το χρυσό αετόπουλο! Ή θα μου το φέρετε, ή θα κλειστώ στην καμάρα μου και δε θα βάλω μπουκιά στο στόμα μου, ώσπου να πεθάνω.

…είπε με πείσμα η βασιλοπούλα. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα την παρακαλούσαν να συνετιστεί, ο βεζίρης τη συμβούλευε, μα αυτή τίποτε. Το είπε και το έκανε. Κλείστηκε στην κάμαρα της χωρίς φαΐ και χωρίς νερό κι έμεινε εκεί για τρία μερόνυχτα. Είδε κι απόειδε τότε ο βασιλιάς κι έστειλε τους ντελάληδες να διαλαλήσουν πως όποιος έφερνε το χρυσό αετόπουλο στη βασιλοπούλα θα του έδινε το μισό του βασίλειο. Μόλις το άκουσε αυτό η βασιλοπούλα βγήκε από την κάμαρα της, έφαγε, ήπιε και χαμογέλασε. Όμως κανένας δεν εμφανίστηκε. Όσο και να αγαπούσαν οι υπήκοοι το βασιλιά τους, δεν έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους για ένα καπρίτσιο της κόρης του. Κάποιοι μάλιστα σχολίαζαν κιόλας:

Τι τα θέλει τα χρυσά αετόπουλα; Ας περάσει και χωρίς αυτά!

Ένα πρωί η βασιλοπούλα καθόταν και κεντούσε στον κήπο του παλατιού ώσπου κάποια στιγμή βλέπει να περνάει μια γριά κουρελιασμένη, που στηριζόταν σε μια μαγκούρα κι έτρεμε σε κάθε της βήμα. Όταν πέρασε από μπροστά της, η γριά της είπε:

Γεια σου πεντάμορφο κι ευτυχισμένο κορίτσι.

Πεντάμορφη είμαι, αλλά αν θες να ξέρεις δεν είμαι ευτυχισμένη.

Γιατί; Τι σου λείπει;

Αχ δε μου λείπει τίποτε εκτός από το χρυσό αετόπουλο και κανένας δεν πάει να μου το φέρει. Μα καλά δεν άκουσες τίποτε;

Η γριά την κοίταξε και της είπε:

Το πράγμα είναι πολύ πιο εύκολο απ΄ όσο νομίζεις. Αν έρθεις μαζί μου, μπορώ να σ’ ανεβάσω στο βουνό.

Αλήθεια; Τότε έρχομαι.

…απάντησε η βασιλοπούλα και παράτησε το κέντημα της και ακολούθησε τη γριά. Περπάτησαν μέσα από στενά σοκάκια για να μην τις δει κανείς και βγήκαν από την πολιτεία. Πέρασαν από λιβάδια και χωράφια, ώσπου έφτασαν στο δάσος. Η βασιλοπούλα είχε κουραστεί και είπε:

Ας κάτσουμε λιγάκι να ξαποστάσουμε! Δε μπορώ να περπατήσω άλλο!

Έκατσαν λοιπόν σε μια πέτρα και η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι δεν έμοιαζε καθόλου με την αναπαυτική πολυθρόνα της. Θυμήθηκε όμως το χρυσό αετόπουλο και παρηγορήθηκε. Μετά από λίγο συνέχισαν το δρόμο τους. Όσο προχωρούσαν τόσο τα αγκαθερά κλαδιά τους χτυπούσαν κι η βασιλοπούλα έτρεχε και τα χρυσά της γοβάκια σκίστηκαν και τα πόδια της μάτωσαν και πρήστηκαν ώσπου κάποια στιγμή λέει στη γριά:

Αχ, κυρά μου πεινώ, από την ώρα που ξεκινήσαμε δεν έβαλα τίποτε στο στόμα μου, δεν αντέχω!

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες νηστική στην κάμαρα σου , θ’ αντέξεις και τώρα! Περπάτα!

Και περπάτησαν, πέρασαν από μέρη που δεν είχε πατήσει πόδι ανθρώπου και το όμορφο πρόσωπο της βασιλοπούλας γρατζουνίστηκε και τα χρυσά της μαλλιά σκάλωναν στα κλαδιά και έμεναν τούφες – τούφες ώσπου ταλαιπωρημένη η βασιλοπούλα είπε στη γριά:

Αχ κυρά μου δε βαστώ άλλο! Να είχα λίγο νεράκι τουλάχιστον να πιω.

Άντεξες τρεις μέρες και τρεις νύχτες στην κάμαρα σου δίχως νερό, θ’ αντέξεις και τώρα. Περπάτα!

Και περπάτησαν, περπάτησαν ώσπου έφτασαν στους πρόποδες του ψηλού βουνού. Η γριά την πήρε από το χέρι και ανέβαιναν το γλιστερό βουνό σα να είχε σκαλοπάτια. Κάθε τόσο όμως η βασιλοπούλα κοίταζε πίσω, έβλεπε κάτω και τρόμαζε. Παρακαλούσε τη γριά να μην την αφήσει γιατί θα τσακιζότανε. Έφτασαν κάποτε στην κορυφή του βουνού κι εκεί είδαν έναν μεγάλο πύργο μ’ εφτά πατώματα που κατέληγε σε μια ταράτσα. Η γριά άνοιξε την πόρτα και μπήκαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη αράχνες, σκόνες και σκουπίδια. Είχε όμως όλα τα χρειαζούμενα, τραπέζι, καρέκλες κι ένα κρεβάτι στην άκρη. Περίμενε εδώ να σου φέρω φαΐ και νερό και ρούχα για να αλλάξεις. Η βασιλοπούλα φόρεσε ένα αλλατζένιο φόρεμα που της έφερε, έφαγε, ήπιε και ξεκουράστηκε ώσπου την άλλη μέρα η γριά της είπε να συγυρίσει και να καθαρίσει την κάμαρα.

Ξεχνάς ποια είμαι μου φαίνεται. Εδώ μ’ έφερες για να μου δώσεις το χρυσό αετόπουλο και όχι για να συγυρίσω τον πύργο!

Αν δεν συγυρίσεις, αετόπουλο δε βλέπεις

…είπε η γριά κλείνοντας την πόρτα. «Αν δε συγυρίσω αυτή η παλιόγρια μπορεί να με αφήσει για όλη μου τη ζωή εδώ». Σκέφτηκε η βασιλοπούλα και άρχισε να σκουπίζει βαριεστημένα. Μετά από λίγο όμως δεν είχε τι να κάνει και ξαναπήρε την σκούπα και καθάρισε πιο καλά, ξεσκόνισε και σε μια γωνιά είδε δύο πιθάρια. Το ένα είχε μέσα ασβέστη και το άλλο νερό. Έπλυνε τα τζάμια, ασβέστωσε και τους τοίχους και πότισε και μια τριανταφυλλίτσα που ήταν στο παράθυρο έτοιμη να ξεραθεί. Κατευθείαν πρασίνισε ξανά και ευωδίασε ο τόπος από τα τριανταφυλλάκια της. Πρωί-πρωί την άλλη μέρα μπήκε η γριά μέσα και όταν είδε την αίθουσα να αστράφτει από καθαριότητα, γέλασε και πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την ανέβασε στο δεύτερο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα γεμάτη σωρούς μαλλιά.

Κάτσε και γνέστα

…της είπε και η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ.

Ποια είσαι εσύ που διατάζεις τη θυγατέρα του βασιλιά να γνέσει;

Είμαι η καλή σου μοίρα.

Εσύ είσαι η καλή μου μοίρα; Η μαύρη μου είσαι και είμαι άτυχη που σε απάντησα!

Η γριά έκλεισε πάλι την πόρτα κι έφυγε. Η βασιλοπούλα θυμήθηκε κάποια στιγμή τη βάγια της που την είχε δει να γνέφει και δοκίμασε κι αυτή. Στην αρχή της κοβόταν η κλωστή, τα λεπτά δάχτυλα της τρυπήθηκαν και δεν τα κατάφερε, σιγά σίγα όμως συνήθισε και της άρεσε κιόλας. Μόλις τέλειωσε το μαλλί ήρθε και η γριά και την ανέβασε στο τρίτο πάτωμα, που ήταν μια κάμαρα με έναν αργαλειό σε μια γωνιά.

Κάτσε τώρα να υφάνεις ένα πανί.

…της είπε και αμέσως η βασιλοπούλα θύμωσε και τα μάτια της έβγαλαν φωτιές.

Μ’ έφερες εδώ με πονηριά για να σου κάνω τις δουλειές σα να ήμουνα σκλάβα σου;

Η γριά δεν της απάντησε κι έκλεισε πίσω της την πόρτα. Η βασιλοπούλα άρχισε να υφαίνει με κλάματα στα μάτια. Στην αρχή δεν της άρεσε καθόλου, στη συνέχεια όμως της φαινόταν παιχνιδάκι και σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν η βασίλισσα σα θα γύριζε στο παλάτι και θα ήξερε να γνέφει και να υφαίνει. Μόλις τέλειωσε το πανί η γριά την ανέβασε στο τέταρτο πάτωμα. Μια κάμαρα γεμάτη πανιά, άσπρα και μαύρα.

Όλα αυτά τα πανιά θα τα κόψεις και θα ράψεις τα άσπρα, πουκάμισα και μισοφόρια και τα μαύρα φουστάνια.

Καλά κυρούλα.

…απάντησε η βασιλοπούλα και δε θύμωσε αυτή τη φορά, γιατί είχε συνηθίσει να κάνει δουλειές. Έκατσε λοιπόν τα έκοψε, τα έραψε και μόλις τα τελείωσε η γριά την ανέβασε στο πέμπτο πάτωμα και την έβαλε σε ένα δωμάτιο γεμάτο άπλυτα παλιόρουχα.

Πλύνε τα κόρη μου και μπάλωσε τα. Ύστερα να τα σιδερώσεις και να τα ταχτοποιήσεις στις κασέλες.

Η βασιλοπούλα τα έκανε πολύ καλά και τακτικά όλα και έτσι ανέβηκαν με τη γριά στο έκτο πάτωμα που ήταν μια αίθουσα πλούσια στολισμένη με ένα μεγάλο τραπέζι με δέκα πιάτα με φαγητά μοσχοβολιστά. Η βασιλοπούλα έκατσε να φάει και συλλογιζόταν ότι τέλειωσαν τα βάσανα της. Εκεί που έτρωγε ακούει κάτι νιαουρίσματα δίπλα της. Τρία γατάκια πετσί και κόκκαλο, πεινασμένα είχαν καρφώσει τα ματάκια τους επάνω της και ζητιάνευαν λίγο φαγητό.

Ξουτ από δω!

…τα έδιωξε χτυπώντας το πόδι στο πάτωμα κι εκείνα έφυγαν τρομαγμένα. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε τρία πιάτα με φαγητά και όταν άρχισε να τρώει η βασιλοπούλα, άκουσε πάλι τα νιαουρίσματα από τα γατάκια. Η καρδιά της ένιωσε λύπηση για πρώτη φορά. Τους έδωσε το ένα πιάτο με φαγητό και καθώς τα έβλεπε που έτρωγαν, η καρδιά της χτύπησε δυνατά και ένιωσε μια γλυκιά και ζεστή χαρά από τα νύχια ως την κορφή. Την άλλη μέρα η γριά της έφερε ένα μόνο πιάτο φαγητό. Και η βασιλοπούλα το έδωσε στα πεινασμένα γατάκια κι αυτή έμεινε νηστική.

Πρωί-πρωί την επόμενη μέρα η γριά την ανέβασε στο έβδομο πάτωμα που ήταν μια μεγάλη κάμαρα γεμάτη από λογής-λογής φορεσιές, μεταξωτές, βελούδινες, στολισμένες με διαμάντια και μαργαριτάρια και πέπλα αέρινα, σα να τα είχαν υφάνει νεράιδες.

Διάλεξε ό,τι θες κόρη μου για να ντυθείς και να στολιστείς και θα έρθω να σε πάρω.

Η βασιλοπούλα θαύμασε όλες τις στολές μία προς μία, μα σε μια άκρη της κάμαρης, είδε ένα φουστάνι από αλατζένιο πανί κι ένα ζευγάρι χοντρά παπούτσια. Όταν την είδε η γριά απόρησε:

Τόσες φορεσιές, την αλατζένια διάλεξες βρε κόρη μου;

Μ’ αυτή κάνω άνετα όλες μου τις δουλειές κυρούλα μου

…απάντησε η βασιλοπούλα και ανέβηκαν στην ταράτσα, όπου ήταν ένα κλουβί και μέσα στο κλουβί το χρυσό αετόπουλο.

Πάρτο και φύγε.

…της είπε…

Πώς θα φύγω; Το βουνό είναι γλιστερό! Το δάσος γεμάτο βάτους και αγκάθια!

Κάνε όπως σου λέω και δε θα το μετανιώσεις.

…της είπε η γριά και η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί, ευχαρίστησε τη γριά και ξεκίνησε. Όπου πατούσε το πόδι της γινόταν σκαλάκι και κατέβαινε το βουνό και οι βάτοι παραμέριζαν τα αγκάθια τους για να μην την πληγώσουν. Τέλος έφτασε στην πολιτεία και πήγε κατευθείαν στο παλάτι με το κλουβί. Στην αρχή δεν τη γνώρισαν και την πέρασαν για καμιά γυναίκα που ζητάει δουλειά. Εκείνη χωρίς να σταματήσει έτρεξε κατευθείαν στο βασιλιά και στη βασίλισσα. Σαν την είδαν μπροστά τους τρελάθηκαν από τη χαρά τους! Όταν όμως είδαν το αλατζένιο φόρεμα τα έχασαν.

Πού το βρήκες αυτό το φουστάνι; Τι έγινες τόσο καιρό;

…τη ρώτησε η βασίλισσα. Η βασιλοπούλα τους τα εξιστόρησε όλα και στο τέλος η μητέρα της θυμήθηκε τη κουρελιασμένη γριά που είχε βοηθήσει και συγκινήθηκε. Η βασιλοπούλα πήρε το κλουβί και το έβαλε σε μια γωνιά στην κάμαρα της. Μετά από λίγες μέρες λέει του αετόπουλου:

Ύφανα ένα μάλλινο σκέπασμα. Πάρτο καλό μου αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον φτωχό που κρυώνει.

Το αετόπουλο το πήρε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγη ώρα γύρισε στο κλουβί του. Την άλλη μέρα λέει ξανά η βασιλοπούλα:

Ετοίμασα αυτό το σακούλι που έχει φαγητό και κρασί. Πάρτο αετόπουλο και πήγαινε το σε κάποιον που πεινάει.

Το αετόπουλο πήγε το δέμα και σε λίγη ώρα επέστρεψε πάλι στο κλουβί του. Πέρασαν χίλιες μέρες και το χρυσό αετόπουλο κάθε μέρα έκανε κι από ένα καλό. Σαν ήρθε το επόμενο πρωί, πάει η βασιλοπούλα να το καλημερίσει μα βρήκε το κλουβί άδειο.

Αχ δυστυχία μου! Που είσαι καλό μου αετόπουλο! Τι έγινες;

Άνθρωπος έγινα…

ακούει μια φωνή πίσω της. Γυρνάει και τι να δει! Ένα ωραίο βασιλόπουλο την κοίταζε χαμογελαστό.

Πάμε να σου τα εξηγήσω όλα μπροστά στο βασιλιά και τη βασίλισσα.

Εξήγησε λοιπόν το βασιλόπουλο ότι μια κακή μοίρα τον είχε μεταμορφώσει σε χρυσό αετόπουλο και η γριά, η καλή μοίρα επειδή τον λυπήθηκε, ευχήθηκε να ξαναγίνει άνθρωπος όταν θα είχε κάνει χίλιες ευεργεσίες.

Αφού τέλειωσα τις χίλιες ευεργεσίες χάρη στην καλόκαρδη βασιλοπούλα θα ήθελα να σας τη ζητήσω για γυναίκα μου και σας ορκίζομαι πως δε θα περάσει μέρα που να μην κάνουμε κι από ένα καλό.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα δέχτηκαν με μεγάλη χαρά και έγιναν οι γάμοι με χαρές και πανηγύρια και η πρώτη που κάλεσαν στην χαρά ήταν η γριούλα, η καλή τους μοίρα.

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Ο Συμιγδαλένιος

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα της αφεντιάς σας.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δύο βασίλεια. Στο ένα ζούσε ένας βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του και την καλόκαρδη κόρη τους. Και στο άλλο ένας άλλος βασιλιάς που επίσης ζούσε με την γυναίκα του και την κόρη του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα του πρώτου βασιλείου ήθελαν να παντρέψουν την μονάκριβή τους. Μια μέρα λοιπόν λέει ο βασιλιάς στην κόρη του:

Άκου κόρη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς και να κάνεις κι εσύ την δική σου οικογένεια.

Να παντρευτώ πατέρα μου αλλά ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα.

…απάντησε η κόρη του.

Ο βασιλιάς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την απάντηση της κόρης του κι έτσι άρχισε να τις φέρνει διάφορους γαμπρούς για να επιλέξει τον καλύτερο.

Όχι πατέρα μου. Δεν θέλω κανέναν από αυτούς. Κάτι άλλο θέλω. Μπορείς να μου το κάνεις;

Πες το κόρη μου και αμέσως θα φροντίσω να το έχεις.

Να, θέλω να μου φέρεις ένα τσουβάλι αμύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.

Να σου τα φέρω κόρη μου αλλά τι θα τα κάνεις όλα αυτά;

Φέρτα εσύ και μη σε νοιάζει.

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι 2

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Ο βασιλιάς λοιπόν δεν έχασε καιρό. Πήγε πήρε ο,τι του ζήτησε η μονάκριβή του και περίμενε να δει τι θα τα έκανε. Τότε η βασιλοπούλα του είπε:

Ευχαριστώ πατέρα μου. Τώρα θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και δεν θέλω να με αναζητήσει κανείς.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αν και ανησύχησαν σεβάστηκαν την επιθυμία της κόρης τους. Για σαράντα ολόκληρες ημέρες δεν την ενόχλησαν καθόλου.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, έσπασε τα αμύγδαλα, τα καθάρισε όλα, ζύμωσε το σιμιγδάλι μαζί με την ζάχαρη και έφτιαξε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε καθόταν από πάνω του, τον λιβάνιζε και του έλεγε:

Δεν μου μιλείς μάτια μου, δε μου μιλείς φως μου;

Αυτό το έκανε για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και έκλαιγε και λυπότανε πολύ. Το τελευταίο βράδυ ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούστηκε μια φωνή:

Αχ! Τι γλυκά που κοιμόμουνα κι εσύ με ξύπνησες. Ποια είσαι;

Ήταν ο σιμιγδαλένιος. Η βασιλοπούλα σαστισμένη γεμάτο χαρά όμως απάντησε:

Εγώ είμαι αυτή που σε έπλασα και που θα σε παντρευτώ.

Βγαίνει από το δωμάτιο η βασιλοπούλα πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει τα ευχάριστα νέα.

Πατέρα και μητέρα μου, αυτός είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο Σιμιγδαλένιος μου. Τον έπλασα εγώ η ίδια. Έβαλα όλη μου την αγάπη. Τον έκανα από αμύγδαλο που συμβολίζει την γονιμότητα για να κάνουμε πολλά παιδιά, και από ζάχαρη για να είναι η ζωή μας γλυκιά και τέλος από σιμιγδάλι για να είμαστε πάντα ευτυχισμένοι.

Στο παλάτι όλοι ήταν χαρούμενοι. Κάλεσαν όλον τον κόσμο στον γάμο. Και ξεκίνησαν τα τραγούδια, οι φωνές, τα γέλια…

Τώρα μεταφερόμαστε στο δεύτερο βασίλειο, που σε αυτό ζούσε όπως είπαμε ένας άλλος βασιλιάς με την γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη όμως αυτού του βασιλιά ήταν κακιά, εγωίστρια και κακομαθημένη και τα ήθελε όλα δικά της. Έτσι λοιπόν μόλις έμαθε για τον σιμιγδαλένιο τον ήθελε για δικό της άντρα. Ο πατέρας της, της έλεγε:

Βρε κόρη μου, που να τον βρούμε; Αφού τον έχει άλλη.

Δε με νοιάζει. Εγώ τον θέλω για μένα. Αν δεν μου τον φέρεις θα αρρωστήσω.

Πράγματι, αρρώστησε η κόρη του από τον καημό. Τι να κάνει ο βασιλιάς. Δεν μπορούσε να βλέπει την κόρη του σε αυτήν την κατάσταση. Έτσι συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν:

Λοιπόν γυναίκα θα φτιάξουμε ένα πλοίο και θα το φορτώσουμε με χρυσαφικά, γυαλικά, ρούχα… ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Θα πάει το πλοίο στο διπλανό βασίλειο για να πουλήσει την πραμάτεια του και μόλις ανέβει ο σιμιγδαλένιος στο πλοίο για να αγοράσει αυτό που θέλει θα τον κλέψουμε.

Η βασίλισσα μην έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και διέταξαν αμέσως τους εργάτες να ετοιμάσουν το πλοίο. Αφού το έφτιαξαν ο βασιλιάς είπε στο πλήρωμα:

Θα πάτε κάτω από το σπίτι που βρίσκεται ο Σιμιγδαλένιος και μόλις τον δείτε να ανεβαίνει στο πλοίο θα σηκώσετε τα πανιά και θα φύγετε αμέσως. Προσέξτε όμως να μη σας δει κανείς.

Φόρτωσαν το πλοίο και ξεκίνησαν. Σύντομα, έφτασε κάτω από το σπίτι του Σιμιγδαλένιου. Μόλις ξύπνησαν οι δούλες και είδαν το πλοίο γεμάτο χρυσαφικά, ασημικά, γυαλικά και ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς πήγαν αμέσως στην βασιλοπούλα να της το πουν. Τότε η αθώα βασιλοπούλα χωρίς να σκεφτεί το κακό που ήθελε να της κάνει η βασιλοπούλα του δεύτερου βασιλείου είπε στον Σιμιγδαλένιο να πάει στο πλοίο και να πάρει ό,τι θέλει.

Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά; Δε τα χρειαζόμαστε.

Σιμιγδαλένιε μου από αυτά τα γυαλικά δεν έχουμε. Από αυτά θέλω να πας να πάρεις.

Όχι βρε γυναίκα. Δεν τα χρειαζόμαστε. Τόσα γυαλικά έχουμε.

Να πας Σιμιγδαλένιε μου, να πας. Αυτά που έχουμε έχουν παλιώσει.

Καλά λοιπόν, πηγαίνω.

Τι να κάνει λοιπόν ο Σιμιγδαλένιος, πήγε. Το πλήρωμα αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβαλε στο πλοίο και όση ώρα του έδειχναν ό,τι καλό είχαν, σήκωσαν τα πανιά και εξαφανίστηκαν. Τον πήρανε τον Σιμιγδαλένιο και τον πήγαν στο παλάτι του άλλου του βασιλιά. Εκεί η βασιλοπούλα τον περίμενε πως και πως. Μόλις τον είδε τον πλησίασε και του έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Καλωσόρισες ξένε στο παλάτι μας. Ορίστε! Πάρε να πιεις αυτό να δροσιστείς.

Ο Σιμιγδαλένιος χωρίς να το σκεφτεί πίνει το νερό και στη στιγμή ξέχασε την γυναίκα του. Ξέχασε όλη την μέχρι τότε ζωή του. Η βασιλοπούλα είχε βάλει στο νερό ένα μαγικό φίλτρο για να μην θυμάται τίποτα. Έτσι αφού τον ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο τον πήρε για άντρα της.

Ας αφήσουμε τώρα τον Σιμιγδαλένιο με τη δεύτερη γυναίκα του και ας πάμε στην πρώτη.
Η πρώτη γυναίκα του μόλις ήρθε το μεσημέρι και δεν φάνηκε ο Σιμιγδαλένιος άρχισε να αναρωτιέται και να ανησυχεί.

Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Γιατί δεν επέστρεψε; Έφυγε; Και αν έφυγε που πήγε; Και γιατί να φύγει; Σιμιγδαλένιε μου; Σιμιγδαλένιε μου που είσαι;

Άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ο βασιλιάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η βασιλοπούλα είπε στον πατέρα της.

Πατέρα μου θα φύγω.

Μα που θα πας παιδάκι μου;

Θα φύγω πατέρα. Θα πάω να βρω τον σιμιγδαλένιο μου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Χωρίς να χάσει καιρό βγήκε στους δρόμους η βασιλοπούλα και άρχισε να τον ψάχνει. Γύριζε μέρες, νύχτες… Έγινε αγνώριστη. Μια μέρα εκεί που περπατούσε συνάντησε μια γυναίκα. Με το στήθος της πάνιζε, με το στήθος της φούρνιζε. Την πλησίασε και της είπε.

Θεία, τι κάνεις εδώ; Κάτσε να σε βοηθήσω.

Της φτιάχνει ένα πανόξυλο και της λέει:

Να θεία, έτσι πανίζουν και φουρνίζουν.

Τότε η θεία της απαντάει:

Αχ παιδάκι μου! Ο Θεός να στο ξεπληρώσει το καλό που μου έκανες.

Θεία, θέλω να με γιατρέψεις.

Και τι γιατρειά θέλεις να σου κάνω;

Ποια είσαι εσύ;

Εγώ παιδάκι μου είμαι μάνα, κι έχω τον ήλιο γιο.

Αχ θεία. Να καθίσω να του πω για τον Σιμιγδαλένιο μου.

Ου… Παιδάκι μου… Τρελάθηκες; Αν καθίσεις θα σε φάει.

Κρύψε με εσύ θεία να του πω κι εγώ τον καημό μου. Σε παρακαλώ.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα, την λυπήθηκε η μάνα του ήλιου και την έκρυψε κάτω από το τραπέζι. Μόλις βασίλεψε ο ήλιος πήγε στην μάνα του.

Καλησπέρα σταυρομάνα.

Καλησπέρα γιε μου.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να την βρω εγώ την ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Απαπα.. Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Κατέβασε η μάνα του το καζάνι με το φαγητό, του έβγαλε ψωμί, νερό και αφού ο ήλιος έφαγε όλο το φαγητό του λέει:

Πεινάς άλλο παιδάκι μου;

Όχι μάνα.

Σαν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτήν;

Όχι μάνα, όχι, δεν πεινάω άλλο.

Σαν δεν πεινάς να βγει μια κοπελιά να σου πει τον καημό της. Βγες παιδάκι μου.

Της λέει η θεία και η βασιλοπούλα βγήκε και λέει στον ήλιο:

Ήλιε μου λαμπρέ, λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω καλή μου εγώ; Εγώ το πρωί βγαίνω και το βράδυ είμαι πίσω. Στο φεγγάρι να πας που γυρίζει όλη νύχτα. Άντε μάνα, δώς της και ένα καρύδι.

Έδωσε η μάνα το καρύδι, τους ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, τους χαιρέτησε και ξεκίνησε να πάει να βρει το φεγγάρι. Μόλις έφτασε στην μάνα του φεγγαριού, αυτή μαγείρευε και ετοίμαζε για να έρθει το φεγγάρι να φάει. Η βασιλοπούλα άρχισε να την παρακαλάει για να πει τον καημό της στον γιο της. Μετά από λίγο λέει η φεγγαρομάνα:

Άντε, φύγε τώρα γιατί θα έρθει το φεγγάρι και θα σε φάει αν σε δει.

Αχ θεία κρύψε με κάπου να πω τον πόνο μου στον γιο σου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου;

Σε παρακαλώ θεία, κρύψε με σε παρακαλώ.

Καλά λοιπόν. Έλα εδώ.

Ανοίγει ένα ντουλάπι και την βάζει μέσα. Έφεξε ο Θεός και έφτασε το φεγγάρι σπίτι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει μάνα.

Που να βρεθεί εδώ ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα. Έχει τίποτα να φάω;

Όλα τα καλά σου έφτιαξα παιδάκι μου.

Του ετοίμασε το τραπέζι, έβγαλε φαγητά, ψωμιά, όλα τα καλά, κάθισε το φεγγάρι και έφαγε. Αφού τέλειωσε το φαγητό του, του λέει η μάνα του:

Παιδάκι μου έφαγες;

Έφαγα μάνα.

Αν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτή;

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Άντε βγες κορίτσι μου να πεις τον πόνο σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και του λέει:

Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπρογεμισμένο, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω εγώ κορίτσι μου; Εγώ βγαίνω από βράδυ σε πρωί. Στα αστέρια να πας. Που είναι πολλά. Αν δεν τον έχει δει το ένα θα τον έχει δει το άλλο. Άντε μάνα, φίλεψέ την ένα αμύγδαλο.

Παίρνει το αμύγδαλο η βασιλοπούλα, τους χαιρετάει και φεύγει με δάκρυα στα μάτια και ραγισμένη την καρδιά. Έφυγε απογοητευμένη και πήγε να βρει τα αστέρια μήπως κάποιο είδε τον καλό της. Όταν έφτασε στο σπίτι τους, την καλοδέχτηκε η μάνα τους όπου κι αυτή ετοίμαζε φαγητό για τα παιδιά της. Αφού την βοήθησε η βασιλοπούλα να ετοιμάσει το φαγητό γιατί τα αστέρια ήταν πολλά και δεν θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα μόνη της, πλησίαζε η ώρα που θα έφταναν τα αστέρια. Τότε γυρίζει η μάνα τους και λέει στην βασιλοπούλα:

Άντε φύγε τώρα. Θα έρθουνε τα αστέρια να φάνε και θα σε φάνε αν σε βρουν εδώ.

Αχ θεία, δεν με κρύβεις κάπου για να τους πω τον πόνο μου; Αυτά πολλά είναι. Όλο και κάποιο αστέρι θα είδε τον Σιμιγδαλένιο μου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου; Αν γλιτώσεις από τον έναν δεν γλιτώνεις από τον άλλον.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα και δεν έλεγε να φύγει. Τι να κάνει και η μάνα τον αστεριών, την λυπήθηκε και την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα αστέρια.

Καλημέρα μάνα.

Λέει το μεγαλύτερο αστέρι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να βρεθεί ανθρώπινη ψυχή εδώ παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας, φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Στην στιγμή εμφανίστηκαν και τα άλλα αστέρια.

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα…

Κάθισαν όλα στο τραπέζι, τους έβγαλε η μάνα τους να φάνε και αφού φάγανε και ήπιανε τους ρωτάει:

Αν είχατε μια ανθρώπινη ψυχή την τρώγατε κι αυτή;

Ο Θεός να μη το δώσει μάνα.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, άντε κορίτσι μου βγες τώρα και πες τον καημό σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και τους λέει:

Αστέρια μου λαμπρά, λαμπρά και λαμπρογεμισμένα, ψηλά όπου διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε, μην είδατε τον άντρα μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δούμε εμείς κορίτσι μου; Εμείς βγαίνουμε το βράδυ και γυρίζουμε το πρωί.

Είπε το μεγαλύτερο αστέρι.

Εγώ κοπέλα μου νομίζω πως τον είδα.

Πετάχτηκε το μικρότερο αστέρι.

Τον είδες; Πού; Πού βρίσκεται; Πες μου σε παρακαλώ.

Δεν είμαι σίγουρος κορίτσι μου. Αλλά, για μια στιγμή. Είπες σιμιγδαλένιος είναι;

Ναι αστεράκι μου. Εγώ τον έφτιαξα, μόνη μου. Από αμύγδαλο, ζάχαρη και σιμιγδάλι. Δεν μπορεί να μην τον είδατε κάπου. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Ναι, ναι. Αυτός ήταν. Σίγουρα. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Λοιπόν, πού τον είδες;

Σε ένα παλάτι, εφτά μερόνυχτα δρόμο από εδώ.

Αστεράκι μου, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να με πας εκεί;

Το μεγαλύτερο αστέρι θύμωσε και δεν ήθελε να βοηθήσει την βασιλοπούλα. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν κακός ο αδερφός του με το να προδώσει που ακριβώς είναι ο Σιμιγδαλένιος. Μα η βασιλοπούλα τον καθησύχασε λέγοντάς του πως δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Έτσι το μεγαλύτερο αστέρι συμφώνησε .

Καλά λοιπόν. Αν δεν το μάθει κανείς εντάξει. Άντε αδερφέ μου βοήθησε το κορίτσι να βρει τον αγαπημένο της. Να προσέχετε. Μάνα δως της κι ένα φουντούκι.

Η βασιλοπούλα πήρε το φουντούκι, τους ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά της κι έφυγε με το μικρό αστέρι για την Κρήτη. Μόλις έφτασε στο παλάτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε μια δούλα και της λέει:

Καλημέρα! Έρχομαι από ένα μακρινό χωριό και χάθηκα. Μπορείς να πεις στην κυρά σου να με αφήσει να κοιμηθώ σε ένα δωμάτιο; Είμαι φτωχιά και ορφανή.

Πήγε η δούλα το είπε στην κυρά της και αυτή συμφώνησε. Την έβαλαν λοιπόν σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκείνη την στιγμή να και ο Σιμιγδαλένιος. Κλειδώνεται η βασιλοπούλα στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα που δεν την θυμήθηκε ο άντρας της. Μόλις ξημέρωσε έσπασε το καρύδι που της είχε δώσει η μάνα του ήλιου και βγήκε από μέσα ένα χρυσό μαγκάνι.
Όταν οι δούλες πήγαν να δουν αν είναι όλα εντάξει με την ξένη είδαν να λαμπυρίζει από μακριά το μαγκάνι. Πήγαν αμέσως να το πουν στην κυρά τους. Τότε τους λέει αυτή:

Άντε, πάτε και ρωτήστε την τί θέλει να της δώσουμε για να το αγοράσουμε.

Πάνε οι δούλες την ρωτάνε και απαντάει η βασιλοπούλα:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ με λεφτά. Τον Σιμιγδαλένιο μόνο να μου δώσει η κυρά σας μια βραδιά.

Πήγαν οι δούλες, το είπαν στην κυρά τους. Έξαλλη αυτή απαντάει:

Τι; Για τα μούτρα της τον έχω τον Σιμιγδαλένιο;

Οι δούλες όμως την έπεισαν. Του έδωσαν πάλι το νερό με το μαγικό φίλτρο για να κοιμηθεί και να μην θυμάται τίποτα και της τον πήγαν. Μόλις της τον έφεραν η βασιλοπούλα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει κλαίγοντας.

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ δεν είμαι αυτή που σε έπλασε;

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε μα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δε σταμάτησε να κλαίει. Το επόμενο πρωί οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στην κυρά τους.

Μετά από κανα δυο μέρες, σπάζει το αμύγδαλο που της είχε δώσει η μάνα του φεγγαριού. Μόλις το έσπασε βγήκε από μέσα μια χρυσή ανέμη. Την ώρα εκείνη μπαίνουν στο δωμάτιο οι δούλες και βλέπουν την ανέμη. Αμέσως πήγαν να το πουν στην κυρά τους:

Αχ κυρά για σένα είναι αυτή η ανέμη.

Άντε, πάντε να την ρωτήσετε τι θέλει για να την αγοράσουμε κι αυτήν.

Πήγανε στην βασιλοπούλα και την ρώτησαν, μα αυτή τους απάντησε:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε λεφτά, τον Σιμιγδαλένιο θέλω μόνο για μια βραδιά ακόμα.

Η δεύτερη βασιλοπούλα πάλι αντέδρασε στην επιθυμία αυτή αλλά οι δούλες της πάλι την κατάφεραν. Του έδωσαν πάλι το μαγικό φίλτρο και της τον πήγαν. Η βασιλοπούλα έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου.

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε αλλά πάλι δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δεν σταμάτησε να κλαίει από τον καημό της. Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν πάλι οι δούλες και τον πήραν.
Μετά από κανα δυο μέρες σπάζει και το φουντούκι, που της είχε δώσει η μάνα των αστεριών. Μέσα από το φουντούκι βγήκε αυτήν την φορά μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλάκια της. Εκείνη την στιγμή νασου πάλι οι δούλες. Κατεβαίνουν γρήγορα στην κυρά τους, της το λένε και ήθελε να τα αγοράσει και αυτά. Η βασιλοπούλα για αντάλλαγμα ζήτησε για άλλο ένα βράδυ τον Σιμιγδαλένιο. Πάλι θύμωσε η δεύτερη βασιλοπούλα αλλά την κατάφεραν και αυτήν την φορά ο δούλες.

Ετοίμασαν πάλι το μαγικό φίλτρο, αλλά αυτήν την φορά ο Σιμιγδαλένιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και έκανε πως το ήπιε ενώ το έχυσε όταν δεν τον έβλεπε κανείς και έκανε τον κοιμισμένο. Τον πήγανε στη βασιλοπούλα, αυτή έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;

Όταν ξαφνικά ο Σιμιγδαλένιος αντέδρασε:

εεε.. σταμάτα να κλαις. Ποια είσαι;

Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου. Η γυναίκα σου. Αυτή που σε έπλασε. Μα δεν θυμάσαι τίποτα;

Μα τι λες; Και πως έγινες έτσι; Γιατί έγινες έτσι;

Έτσι έγινα γιατί σε έχασα και σε έψαχνα για μέρες ολόκληρες. Αλλά τώρα σε βρήκα. Και δεν θα φύγω από εδώ αν δεν φύγουμε μαζί.

Αργά το βράδυ ο Σιμιγδαλένιος με την βασιλοπούλα φύγανε μαζί χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γυρίσανε στο παλάτι τους και ζήσανε ξανά μαζί. Κάνανε πολλά παιδιά και ήταν ευτυχισμένοι.
Όσο για την δεύτερη βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό της και δεν βγήκε ποτέ ξανά από το παλάτι.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η αχάριστη οικογένεια

Το παραμύθι αυτό είναι μια παραλλαγή του «ο ψαράς και το χρυσόψαρο»

Τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα ανδρόγυνο που ζούσε μέσα σε μια κανάτα γεμάτη ξύδι. Φυσικά δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένοι και κάθε μέρα μαλώνανε. Ένα πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Βαρέθηκα τόσο καιρό κλεισμένη εδώ μέσα. Δεν είναι ζωή αυτή πια, θα γίνουμε κι οι δυο μας τουρσί.

Δεν είναι δικό μου το λάθος, δικό σου είναι.

…της απάντησε ο άντρας κι έτσι, από κουβέντα σε κουβέντα, άρχισαν έναν τρικούβερτο καυγά κι ο τσακωμός τους βάσταξε πολλή ώρα. Ένα χρυσό πουλάκι που περνούσε από κει άκουσε τον καυγά τους και τους ρώτησε γιατί μαλώνανε.

Τι να ‘χουμε, δεν βλέπεις; Γίναμε τουρσί εδώ μέσα στην κανάτα με το ξύδι. Θέλουμε κι εμείς να ζήσουμε όπως όλος ο κόσμος σ’ ένα σπιτάκι.

Απάντησε η γυναίκα! Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο και τους είπε:

Το σπιτάκι αυτό είναι δικό σας τώρα. Να ζήσετε ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Κι αν καμιά φορά με χρειαστείτε χτυπήστε τρεις φορές τα χέρια σας και πέστε αυτό το τραγουδάκι. Εγώ μόλις το ακούσω θα πετάξω αμέσως κοντά σας.

το πουλάκι τους μετέφερε σε ένα όμορφο καλύβι

Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο

Αφού τους σφύριξε ένα όμορφο τραγουδάκι, πέταξε και χάθηκε. Το ανδρόγυνο ζούσε πολύ χαρούμενο και αγαπημένο. Χαιρόταν το όμορφο σπιτάκι τους με το λουλουδιασμένο κήπο τους. Όμως λίγο κράτησε η ευτυχία τους. Βλέποντας γύρω τους τα αγροκτήματα με στάβλους και ζώα ζήλευαν και το σπιτάκι τους δεν τους ικανοποιούσε πια! Ένα πρωί τραγούδησαν το τραγουδάκι που τους είχε πει το χρυσό πουλί και χτύπησαν τρεις φορές τα χέρια τους. Το πουλάκι εμφανίστηκε αμέσως και τους ρώτησε τι ήθελαν.

Καλό μας πουλί, το σπιτάκι μας είναι πολύ μικρό Πόσο πιο καλά θα ήμασταν αν είχαμε κι εμείς ένα μεγάλο αγρόκτημα, με στάβλους και ζώα, με χωράφια και δέντρα…

Το πουλάκι τους κοίταξε απορημένο με τα μικρά του παράξενα ματάκια, μα δεν είπε τίποτε. Τους πήρε και τους πήγε σ’ ένα αγρόκτημα που είχε όλα όσα είχαν επιθυμήσει κι ακόμα δεκάδες υπηρέτες και πολλές άλλες ανέσεις. Το ανδρόγυνο ήταν τώρα τρελό από τη χαρά του. Χόρευαν, τραγουδούσαν, μα για λίγο καιρό. Γιατί καθώς κατέβαιναν στην γειτονική πόλη κι έβλεπαν εκεί τα ωραία μεγάλα σπίτια και τους καλοντυμένους ανθρώπους ζήλευαν πάλι και το αγρόκτημα τους φαινόταν κόλαση μπροστά στη ζωή της μεγάλης πολιτείας. Έτσι, άρχισαν να θέλουν πάλι αλλαγή και μια μέρα λέει η γυναίκα στον άντρα της:

Είδες κι εσύ τι ωραία είναι στην πόλη! Εκεί δουλεύουν μόνο οι άντρες κι όχι πολύ. Οι γυναίκες δεν εργάζονται, φορούν όμορφα φορέματα και καλοπερνούν. Γιατί να μην πάμε κι εμείς στην πόλη; Βαρέθηκα πια εδώ. Να φωνάξεις το πουλί.

Φώναξε το εσύ…

…είπε ο άντρας βαριεστημένος. Το φώναξε λοιπόν με το γνωστό τρόπο, και του πουλάκι παρουσιάστηκε.

Τι θέλετε πάλι από μένα;

Βαρεθήκαμε, τη ζωή του χωριού. Θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι της πόλης, να καθόμαστε σ’ ένα όμορφο σπίτι και να φοράμε ρούχα κομψά.

…είπε η γυναίκα και το πουλάκι χωρίς να τους πει πάλι τίποτε τους πήγε στο ωραιότερο σπίτι της πόλης. Ήταν μεγάλο και άνετο. Στις ντουλάπες τους βρήκαν πολυτελή και κομψά ρούχα. Μα η χαρά τους δεν κράτησε και πάλι στο νέο αυτό σπίτι. Αυτή την φορά επιθυμούσαν να γίνουν ευγενείς και να μένουν σε μεγαλόπρεπα παλάτια, να έχουν υπηρέτες και άλογα και να φορούν πολυτελή ρούχα. Έτσι η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Φώναξε το πουλί!

Γιατί δεν το φωνάζεις του λόγου σου;

…της απάντησε εκείνος. Επιτέλους η γυναίκα του τον κατάφερε και ο άντρας τραγούδησε τον γνωστό σκοπό, χτύπησε και τα χέρια του τρεις φορές. Σαν ήρθε το χρυσό πουλί και τους ρώτησε τι ήθελαν, τους κοίταξε παραξενεμένο και τους είπε αυστηρά:

Μα του λόγου σας είστε αχάριστοι άνθρωποι! Με τίποτε δε μπορείτε να ευχαριστηθείτε. Θα σας κάνω ευγενείς, όπως μου ζητήσατε, μα και πάλι είμαι βέβαιο, πως δε θα μείνετε ευχαριστημένοι. Προσέξτε όμως. Μόνο αυτό σας λέω!

Αμέσως τους χάρισε ένα υπέροχο παλάτι, με αμάξια και άλογα, με εκατοντάδες υπηρέτες και υπηρέτριες και με όλα τα καλά που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος. Έτσι έγιναν ευγενείς κι όλη την μέρα πήγαιναν περίπατο, ή ξάπλωναν στις αναπαυτικές πολυθρόνες του σπιτιού τους και διάβαζαν χωρίς να κάνουν τίποτε. Μια μέρα κατεβήκαν στην πρωτεύουσα που θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Εκεί είδαν το βασιλιά και τη βασίλισσα με τις χρυσοκέντητες στολές τους να κάθονται σε μια ολόχρυση άμαξα. Ολόγυρα τους πήγαιναν αυλικοί και στρατιώτες και ο κόσμος συγκεντρωμένος στα πεζοδρόμια τους ζητωκραύγασαν και τους χαιρετούσαν με μαντήλια που τα ανέμιζαν στον αέρα. Η γυναίκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

Όταν γύρισε με τον άντρα της στο σπίτι, χτύπησε τρεις φορές τα χέρια της, τραγούδησε και το τραγουδάκι και αμέσως εμφανίστηκε το πουλί. Και οι δύο μαζί με μια φωνή ζήτησαν να γίνουν βασιλιάδες.

Το πουλάκι τους ξαναμάλωσε αλλά και πάλι τους έκανε αυτό που του ζήτησαν. Έτσι έγιναν βασιλιάδες και βασίλευαν σε όλη την χώρα. Γύρω τους είχαν υπουργούς και αυλικούς και έκαναν μεγάλες γιορτές και χορούς. Το βασίλειό τους έγινε σύντομα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα του κόσμου. Μετά από καιρό όμως αφού χόρτασαν τη βασιλική ζωή και δεν είχαν κάτι περισσότερο να επιθυμήσουν, άρχισαν και πάλι να βαριούνται.

Πρέπει να αποκτήσουμε μεγαλύτερη δόξα. Ας γίνουμε αυτοκράτορες.

…είπε μια μέρα η γυναίκα στον άντρα της.

Όχι αυτό δεν είναι αρκετό. Καλυτέρα να γίνουμε Θεοί.

Απάντησε ο άντρας και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, σηκώθηκε ένας φοβερός αέρας σε όλη τη χώρα. Ξαφνικά κοίταξαν από το παράθυρο τους και τι να δουν! Ένα πελώριο μαύρο πουλί, με μάτια που έλαμπαν σαν φωτιές στεκόταν εκεί και με μια βροντερή φωνή που έκανε τα πάντα να τρέμουν του είπε:

Θα ξαναπάτε πίσω στην κανάτα με το ξύδι και θα γίνεται τουρσί για τη μεγάλη αχαριστία σας.

Και την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα σε μια στενή κανάτα με ξύδι, ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μπορούν να κουνηθούν. Και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

δυο αδερφιαΜια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας ήταν πολύ έξυπνος, ενώ ο άλλος ήταν κουτός!
Ένα πρωί λέει ο έξυπνος στον κουτό:

Αδερφέ μου, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα.

…κι ο κουτός αδερφός χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, απάντησε:

Να το μοιράσουμε, αγαπημένε μου αδερφέ!

Έτσι, την επόμενη κιόλας μέρα, ο έξυπνος αδερφός μοίρασε το κτήμα διαλέγοντας πρώτος αυτός. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό. Το μισό είχε την ωραιότερη θέα, ενώ το άλλο μισό ήταν παλιοχώραφο γεμάτο τσουκνίδες και άλλα άγρια χόρτα. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε του καημένου αδερφού του το άλλο μισό. Ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό χωράφι κι αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά για να παραπονεθεί. Ο βασιλιάς, αφού τον άκουσε προσεκτικά και στην συνέχεια ζήτησε από τον αξιωματικό του να πάει και να φέρει τον αδερφό του προκειμένου να τους τα συμβιβάσει. Άδικος κόπος όμως. Κανείς τους δεν άκουγε τίποτα αφού και οι δύο ήθελαν το καλό χωράφι.

Οι μέρες περνούσαν και ο βασιλιάς, που ήταν γνωστός σε όλο το βασίλειο για την σοφία του, βρήκε τρόπο να γίνει η μοιρασιά του χωραφιού δίκαιη και για τα δύο αδέρφια. ‘Ετσι λοιπόν, αφού εμφανίστηκαν μπροστά του τα δύο αδέρφια τους είπε:

Το  κτήμα θα μοιραστεί έτσι, ώστε και οι δύο θα πάρετε και από το καλό και από το κακό χωράφι.

Μα αυτοί και πάλι πείσμωσαν! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα γρίφο κι όποιος τον εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Αφού τα δύο αδέρφια συμφώνησαν, άκουσαν με προσοχή τον βασιλιά να τους λέει:

Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράμα του κόσμου. Σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε.

Τα δύο αδέρφια γύρισαν σπίτι προβληματισμένα και σκεφτικά. Για την ακρίβεια, ο έξυπνος ήταν αυτός που σκεφτότανε περισσότερο. Ο κουτός δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Στεναχωριώτανε και αναστέναζε συνέχεια. Την στεναχώρια και τη λύπη του, δεν μπόρεσε να την κρύψει από την μονάκριβη κόρη του, η οποία δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο έτσι και τον ρώτησε:

Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;

…κι ο κουτός αδερφός και πατέρας της, της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Η κόρη του στο τέλος τον καθυσήχασε λέγοντάς του:
Μη στενοχωριέσαι, μπαμπά μου και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Ο κουτός αδερφός χάρηκε πάρα πολύ. Οι μέρες περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτά την κόρη του κι εκείνη του λέει:
Θα πεις, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους.

Τα δυο αδέρφια πήγανε λοιπόν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά. Πρώτος πήρε το λόγο ο έξυπνος αδερφός και είπε πως το γρηγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

…τότε είναι το άλογο.

…επάνελαβε ξαφνιασμένος ο έξυπνος αδερφός, για να πάρει την ίδια αρνητική απάντηση από τον βασιλιά, ο οποίος έστρεψε το βλέμμα του στον κουτό αδερφό και τον ρώτησε:

Για πες μας εσύ τώρα!

Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, αυτός μπορεί να ταξιδεύει όπου θέλει.

Πολύ σωστά, το βρήκες.

…απάντησε ο βασιλιάς και συνέχισε λέγοντας:

Θα σας πω όμως ακόμα έναν γρίφο. Ποιό είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμο;

Τα δύο αδέρφια γύρισαν και πάλι στα σπίτια τους προβληματισμένα. Ο έξυπνος άρχισε να σκέφτεται διάφορα ενώ ο κουτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην μονάκριβη κόρη του. Έτσι, όταν αυτή γύρισε από την αγορά, ο κουτός της είπε και πάλι τί είχε συμβεί στο παλάτι και για το νέο γρίφο που τους έβαλε ο βασιλιάς. Η κόρη του, τον καθησύχασε λέγοντας πως την μέρα που θα πήγαινε στον βασιλιά, θα του είχε την απάντηση.
Αφού κύλησαν οι μέρες και ήρθε η όγδοη, λίγο πριν ξεκινήσει για το παλάτι ο κουτός αδερφός, φώναξε την κόρη του και της ζήτησε την απάντηση. Η κόρη του, του την είπε και λίγη ώρα αργότερα, εμφανίστηκαν τα δύο αδέρφια για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά.

Πρώτος πήρε το λόγο και πάλι ο έξυπνος, λέγοντας πως το βαρύτερο πράγμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι (είδος σκληρού ορυκτού).

Όχι…

…του λέει ο βασιλιάς.

…τότε το σίδερο…

…λέει ξανά ο έξυπνος για να τον κόψει και πάλι ο βασιλιάς και να δώσει τον λόγο στον κουτό αδερφό.

Το βαρύτερο πράγμα του κόσμου πολυχρονεμένε μας βασιλιά, είναι η φωτιά.

Και γιατί;

…τον ρώτησε απορημένος ο βασιλιάς.

Πολύ απλά, γιατί δε μπορούμε να τη σηκώσουμε.

Σωστά, αυτό είναι…

…απάντησε ο βασιλιάς, ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει την όλη διαδικασία.

Θα σας βάλω όμως άλλον έναν γρίφο και θα έρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου.

Τα δύο αδέρφια φύγανε και πάλι για τα σπίτια τους και ο έξυπνος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και σκέψη, ενώ ο κουτός περίμενε την κόρη του να γυρίσει από την αγορά για να της τα πει. Έτσι κι έγινε. Οι οχτώ μέρες πέρασαν γρήγορα κι ο έξυπνος αδερφός ξεκίνησε για το παλάτι. Το ίδιο έκανε κι ο κουτός, αφού πρώτα άκουσε την απάντηση από την κόρη του. Τα δύο αδέρφια, στέκονταν για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά κι ο έξυπνος πήρε και πάλι τον λόγο πρώτος λέγοντας:

Το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

Το ψωμί μήπως;

…πετάχτηκε και δεύτερη φορά ο έξυπνος αδερφός.

Όχι…

…του απάντησε και πάλι ο βασιλιάς στρέφοντας το κεφάλι του προς τον κουτό περιμένοντας την απάντησή του.

Το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη.

Ναι. Βρήκες και τους τρεις γρίφους που σας έβαλα, οπότε το καλό χωράφι ανήκει σε σένα.

…απάντησε ο βασιλιάς, αλλά ζήτησε από τον κουτό αδερφό να τον ακολουθήσει σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί, μόνοι οι δυό τους, χωρίς κανέναν να τους ακούει, ο βασιλιάς τον ρώτησε:

Μόνος σου βρήκες τις απαντήσεις στους γρίφους ή σε βοήθησε κάποιος;

Μοναχός μου, βασιλιά μου.

Δε λες αλήθεια. Το βλέπω στα μάτια σου. Θέλω να μου πεις ποιος σε βοήθησε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.

Ο κουτός αδερφός έμεινε για λίγο σκεφτικός και μετά άρχισε να εξιστορεί στον βασιλιά για την κόρη του και την βοήθεια που του έδωσε.

Να την φέρεις αύριο στο παλάτι να την γνωρίσω.

…ήταν η απάντηση του βασιλιά και επέτρεψε στον κουτό αδερφό να φύγει από το παλάτι. Έτσι, την άλλη μέρα κι όλας, πατέρας και κόρη, παίρνουν το δρόμο για το παλάτι όπως πρόσταξε κι ο βασιλιάς. Μόλις ο βασιλιάς είδε την κόρη, θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η κοπέλα έφερε αντίρηση λέγοντας πως αυτή ήτανε φτωχιά και δεν άρμοζε για γυναίκα του, μα ο βασιλιάς ήταν αμετάκλητος στην απόφασή του.

Εμένα μου αρέσεις και σε θέλω για γυναίκα μου και δεν με νοιάζει αν είσαι φτωχιά. Απλά, θα κάνουμε ένα χαρτί που θα το υπογράψεις. Το χαρτί θα λέει πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου. Αν παρακούσεις την εντολή αυτή, τότε θα πρέπει να φύγεις από το παλάτι κι εγώ για να δείξω την μεγαλοψυχία μου, θα σε αφήσω να διαλέξεις κάτι από το παλάτι για να το πάρεις μαζί σου φεύγοντας.

Συμφώνησαν λοιπόν, και η όμορφη κοπέλα υπέγραψε. Ο γάμος έγινε και ζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.
Μια μέρα, μετά από χρόνια,  καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και έβλεπε έναν νεαρό να έρχεται  με το γαϊδουράκι του φορτωμένο, μα ξαφνικά ο γάιδαρος σκόνταψε στο χαντάκι, έπεσε στη λίμνη και πέθανε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά-αριστερά, για να του δώσει  βοήθεια. Εκείνη την ώρα περνούσε ένας άλλος με το γάιδαρό του και αφού είδε οτι ο γάιδαρος στη λίμνη είχε καινούριο σαμάρι, έβγαλε από το δικό του το παλιό που είχε γδαρθεί τόσο με τα χρόνια και έβαλε το νέο που πήρε από την λίμνη.
Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του. Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:

Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του.

Κι έτσι έγινε, αφού το διέταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκανε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι αμέσως λέει:

Ανακατεύτηκες σε δουλειά που δεν ήταν δικιά σου! Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας.

Μα η όμορφη βασίλισσα που ήταν έξυπνη, του λέει:

Θα φύγω, αλλά κάνε μου την χάρη, το βράδυ να φάμε μαζί.

Ο βασιλιάς συμφώνησε με την επιθυμία της και το βράδυ δεν άργησε να έρθει. Στο τραπέζι και ενώ έτρωγαν, η βασίλισσα έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και μόλις το ήπιε κοιμήθηκε αμέσως. Αμέσως διέταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Έπειτα, διέταξε να βάλουν τον βασιλιά όπως ήταν κοιμισμένος μέσα και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της όταν την είδε, τρόμαξε και την ρώτησε:

Τι τρέχει παιδί μου;

Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να κάνει ησυχία, για να μη ξυπνήσει από τις φωνές.  Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους. Το πρωί όταν ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταξε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του και πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:

Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;

Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.

Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.

Και ποιος σου έδωσε την άδεια να με φέρεις εδώ;

Αμέσως του δείχνει το χαρτί που είχαν υπογράψει, να διαλέξει δηλαδή ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει  και του λέει:

Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα πήρα.

Ο βασιλιάς γέλασε τόσο πολύ που της είπε:

Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.

Κι έτσι, γύρισαν  πίσω στο παλάτι τους και ζήσανε όμορφα και ευτυχισμένοι τα χρόνια που ακολούθησαν.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σια A.E., 1994)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: