Posts Tagged With: βάτραχος

Οχιά και νεροφίδα!

Μύθος του Αισώπου – 

Μια οχιά, πήγαινε συχνά σε μια κρήνη¹ για να ξεδιψάσει. Εκεί όμως, έμενε μια νεροφίδα, η οποία εμπόδιζε όσο μπορούσε την οχιά. Με το πέρασμα του χρόνου, η διαμάχη μεταξύ τους ολοένα και μεγάλωνε. Έτσι, αποφάσισαν να μονομαχήσουν και ο νικητής να είναι αυτός που θα κάνει χρήση της κρήνης. Συμφώνησαν για την μέρα και το μέρος της μονομαχίας και λίγες μέρες πριν, η οχιά δέχτηκε επίσκεψη από τα βατράχια της περιοχής. Τα βατράχια δεν συμπαθούσαν τη νεροφίδα και δήλωσαν στην οχιά ότι θα την υποστηρίξουν στην μονομαχία, συμμαχώντας μαζί της.

Έφτασε η μέρα και η μονομαχία της οχιάς με τη νεροφίδα ξεκίνησε. Όσο μονομαχούσαν, τα βατράχια είχαν καθίσει στο πλάι κι απλά φώναζαν. Όταν τελείωσε η μονομαχία και βρήκε νικήτρια την οχιά, αυτή γύρισε προς τα βατράχια και τα κατηγόρησε ότι, όχι απλά δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους, δηλαδή να την βοηθήσουν, αλλά αυτά κάθονταν απέναντί τους και τραγουδούσαν. Και τα βατράχια απάντησαν:

Σκίτσο της ζωγράφου-εικαστικού Κωνσταντίνας Σιδηροπούλου με αφορμή τον μύθο του Αισώπου «Οχιά και νεροφίδα»

Σκίτσο της ζωγράφου-εικαστικού Κωνσταντίνας Σιδηροπούλου με αφορμή τον μύθο του Αισώπου «Οχιά και νεροφίδα»

Μάθε φίλη μας, πως η δική μας βοήθεια δεν είναι με τα χέρια, αλλά με την φωνή μας!

Η διήγηση του μύθου αυτού μας δείχνει ότι όπου και όταν χρειάζονται χέρια για βοήθεια, τα λόγια δεν είναι αρκετά!

¹ Φυσική πηγή νερού

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά

Μύθος του Αισώπου!

Χαρακτικό του Randolph Caldecott (1846-86) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά"

Χαρακτικό του Randolph Caldecott (1846-86) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Οι βάτραχοι που ζητούσαν βασιλιά»

Οι βάτραχοι ήταν στεναχωρημένοι πολύ γιατί δεν είχαν κάποιον για βασιλιά. Έτσι, έστειλαν απεσταλμένους στον Δία και του ζήτησαν να ορίσει κάποιον. Ο Δίας, είδε την βλακεία τους και τους έριξε στη λίμνη ένα ξύλο. Στην αρχή φοβήθηκαν και κρύφτηκαν στο βυθό της λίμνης. Με το πέρασμα του χρόνου όμως και βλέποντας ότι το ξύλο έμενε ακίνητο, άρχισαν να ξεθαρρεύουν μέχρι που του πήραν τον αέρα, ώσπου στο τέλος ανέβηκαν και επάνω του. Δεν τους άρεσε όμως γιατί το ξύλο ήταν πολύ νωθρό, έτσι στείλανε και πάλι απεσταλμένους στον Δία ζητώντας να τους αλλάξει τον βασιλιά. Ο Δίας ενοχλημένος τους έστειλε ένα χέλι. Μα ούτε με το χέλι έμειναν ευχαριστημένοι γιατί το θεώρησαν ανόητο κι έτσι πήγαν για τρίτη φορά στον Δία. Ο Δίας αγανακτισμένος τους έστειλε ένα νερόφιδο, το οποίο άρχισε να κυνηγάει, να πιάνει και να τρώει ένα-ένα τα βατράχια.

Τελικά, καμιά φορά, ίσως είναι προτιμότερο να έχεις για αρχηγό κάποιον αδρανή αλλά άκακο, παρά κάποιον δραστήριο και κακό.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το ψυχοπονιάρικο παιδί!

Αρχή του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε μια νέα γυναίκα χήρα, χωρίς περιουσία. Είχε όμως ένα σπουδαίο αγοράκι. Αυτό την έκανε πολύ χαρούμενη και ευτυχισμένη. Το μεγάλωνε με όλα του τα καλά, χωρίς να του λείψει τίποτα. Ήτανε πολύ καλή μοδίστρα και όλες οι κυρίες της πόλης σε αυτήν ράβανε τα φορέματά τους. Ένα πρωί, το αγοράκι ξεκίνησε για το σχολείο όπως κάθε μέρα. Στο δρόμο, συνάντησε δυο μεγάλα αγόρια, που είχανε ένα δεμένο σκυλάκι και το τραβούσαν με τη βία.

Πού το πάτε έτσι τραβώντας το σκυλάκι;

ρώτησε το παιδί.

Να το πετάξουμε στη ρεματιά…

boy dogαποκρίθηκαν τα παιδιά.

Κρίμα είναι, τι σας έκανε;

Τίποτα. Μα δεν μπορούμε να το ταΐζουμε και εχθές έφαγε τις κότες της γειτόνισσας.

Δεν το λυπάστε;

Το λυπόμαστε, μα δεν έχουμε άλλη λύση.

Αν σας δώσω μια δραχμή που έχω, μου το δίνετε;

Σου το δίνουμε.

Τα δύο παιδιά πήρανε τη δραχμή και φύγανε. Το αγοράκι το μεσημέρι επέστρεψε στο σπίτι με το σκυλάκι. Το σκυλάκι τον ακολουθούσε χαρούμενο.

Τι το κουβάλησες εδώ το σκυλί; Καλά, καλά δεν έχουμε εμείς να φάμε, τώρα θέλεις να ταΐζουμε και το σκύλο;

είπε η μάνα του.

Καλή μου μανούλα, ας το κρατήσουμε. Θα το ταΐζω από το δικό μου φαΐ. Αν το διώξουμε θα πεθάνει από την πείνα…

είπε ικετευτετικά το αγόρι.

Τέλος πάντων! Κράτησέ το αλλά κοίταξε μη μου κουβαλήσεις τίποτα άλλο!

Εντάξει, σε ευχαριστώ πολύ…

…είπε το αγοράκι.

boy frogΤην άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο σχολείο συνάντησε πάλι τα ίδια παιδιά. Τώρα εκείνα κρατούσαν ένα βατραχάκι και πηγαίνανε να το σκοτώσουν. Το αγοράκι που το λυπήθηκε, έδωσε άλλη μια δραχμή και το πήρε και το πήγε στο σπίτι του. Εκεί το έβαλε σε μια μικρή στερνούλα με νερό. Όταν το βατραχάκι μεγάλωσε είπε στο αγοράκι.

Σε ευχαριστώ για όλα. Τώρα που μεγάλωσα θα σε παρακαλούσα να με πας πέρα στο βάλτο να βρούμε τη μάνα μου.

Γιατί, δε περνάς καλά εδώ που γίναμε και φίλοι;

Μου αρέσει, μα τα βατράχια δε ζούνε με τους ανθρώπους. Ζούνε μέσα στους βάλτους, στα ποτάμια και στις λίμνες. Αλλιώς πεθαίνουν από την στεναχώρια τους.

Όπως θέλεις, μα πώς θα γνωρίσουμε τη μάνα σου;

Πήγαινέ με εσύ και θα δεις.

Το απόγευμα, το αγοράκι πήρε το βατραχάκι και το πήγε στο βάλτο. Εκεί το βατραχάκι ανέβηκε σε μία πέτρα και άρχιζε να φωνάζει. Την ίδια στιγμή, μέσα από τα καλάμια παρουσιάστηκε μια μεγάλη βατραχίνα.

Εσύ είσαι παιδάκι μου; Πού ήσουνα τόσο καιρό; Νόμιζα ότι έπαθες κάτι κακό.

Εγώ είμαι μανούλα και τη ζωή μου τη χρωστάω στο φίλο μου που με έφερε εδώ. Είναι πολύ καλό παιδί και για να ξεπληρώσουμε το καλό που μου έκανε, δώσε του την σφυριχτρούλα που ξέρεις.

Η βατραχομάνα έβγαλε από την τσέπη της μια μικρή σφυρίχτρα και την έδωσε στο αγοράκι.

Για το καλό που έκανες στο παιδί μου σου τη χαρίζω. Να ξέρεις είναι μαγική. Όταν θέλεις κάτι, θα σφυράς σιγανά και θα λες από μέσα σου τρεις φορές αυτό που θέλεις και θα γίνεται αμέσως.

Η βατραχομάνα πήρε το παιδί της και εξαφανίστηκε. Το παιδάκι έφυγε για το σπίτι του και σε όλο το δρόμο συλλογιόταν.

Είναι δυνατό να έχει τόση δύναμη; Δεν το πιστεύω αλλά ας δοκιμάσω. Έβγαλε λοιπόν τη σφυρίχτρα, σφύριξε τρεις φορές σιγανά και είπε:

Θέλω ένα σκύλο, μεγάλο και…

Δεν πρόφτασε να τελειώσει και ένας όμορφος σγουρόμαλλος σκύλαρος βρισκότανε μπροστά του.

Τώρα μάλιστα!

Φώναξε ενθουσιασμένο το αγοράκι!

Με σένα και τη μαγική σφυρίχτρα μου δε φοβάμαι τίποτα. Πάμε να γνωρίσουμε τον κόσμο…

…είπε και ξεκίνησαν. Περπατούσαν μέρες ολόκληρες και δεν τους ένοιαζε. Όταν ήθελαν φαΐ ή μέρος να κοιμηθούν, η σφυρίχτρα έκανε το θαύμα της. Τελικά φτάσανε σε μια μεγάλη πολιτεία. Το αγοράκι αφού τα είδε όλα πήρε την απόφαση του. Γύρισε στο σπίτι του, πήρε την μητέρα του, την έφερε στην πολιτεία και εκεί άνοιξαν ένα μαγαζί που είχε από όλα. Βοηθούσε τους φτωχούς και ποτέ δεν τους έπαιρνε χρήματα. Το μαγαζί του με τη βοήθεια της σφυριχτρούλας του, πάντα ήταν γεμάτο. Έτσι ζήσανε όλοι καλά … κι εμείς καλύτερα…!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: