Posts Tagged With: ήλιος

Το δώρο της Μαρίας

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από μαθητές του 5ου Δημοτικού Σχολείου Καβάλας χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν: Δώρο, μπάλα, φάντασμα, ψάρι, ήλιος και αστέρι!

Ήτανε Πάσχα και ο αγαπημένος θείος της Μαρίας της έφερε ένα δώρο. Ένα πολύ ζωηρό ξυπνητήρι, που μιλούσε κι έκανε και πολύ θόρυβο. Υπήρχε όμως ένα μυστικό! Αυτό το ξυπνητήρι είχε πάει πρώτα σ’ ένα άλλο παιδάκι που δεν το ήθελε για το λόγο ότι έκανε φασαρία κι έτσι βρέθηκε στα χέρια της Μαρίας.

Η Μαρία ασχολούνταν με τον αθλητισμό. Έπαιζε μπάσκετ και κάθε μέρα πήγαινε για προπόνηση. Ένα πρωί, όπως ήταν αγουροξυπνημένη, μαζί με τα πράγματα της, έχωσε κατά λάθος και το ξυπνητήρι στην τσάντα της. Καθώς έπαιζε μπάσκετ λοιπόν, ξέφυγε η μπάλα, έπεσε πάνω στην τσάντα της και τι ατυχία! Έσπασε το ξυπνητήρι που ήταν μέσα! Κάτι που δεν ανέφερα όμως είναι ότι αυτό το ξυπνητήρι ήταν γρουσούζικο. Στεναχωρήθηκε πολύ που έγινε κομμάτια και μεταμορφώθηκε σε φάντασμα για να τρομάζει τη Μαρία.

Πριν λίγο καιρό, οι γονείς της Μαρίας της είχαν πάρει για δώρο ένα ψάρι κόκκινο, που είχε έρθει από την Αφρική, τον Φέλιξ. Έκανε πολλή ζέστη σ’ εκείνες εκεί τις χώρες και ο καημένος ο Φέλιξ αναζητούσε λίγη δροσιά. Το φάντασμα βρήκε τότε την ευκαιρία και τρύπωσε μέσα σ’ αυτό το ψάρι.

Η Μαρία είχε πολλές φοβίες και στεναχωριόταν. Δεν περνούσε ευχάριστες στιγμές με όλα αυτά που γίνονταν. Ο ήλιος που την έβλεπε, ένα πρωινό τρύπωσε από τις γρίλιες του παραθύρου της και μεταμορφώθηκε σε άνθρωπο για να την βοηθήσει να ηρεμήσει. Της εκμυστηρεύτηκε ένα πολύτιμο μυστικό. Στις ακτίνες του είχε κρυμμένο ένα αστέρι που μπορούσε να πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες. Έβγαλε αυτό το αστέρι τότε και της το χάρισε για να διώξει τους φόβους της.
Το αστέρι το στήριξε στο ταβάνι του δωματίου της και κάθε φορά που το κοιτούσε, αυτό της έδινε δύναμη και χαρά για να συνεχίζει και να μη φοβάται τίποτε πια!

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο μπαρμπά-Μανώλης και ο ήλιος

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από τους μαθητές του 5ου Δημοτικού Σχολείου Καβάλας (Δ’ και Ε’ τάξεις) χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν: Σπίτι, λουλούδι, ήλιος, κλειδαριά, πεταλούδα και πεταλούδα!

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο σπίτι σε ένα χωριό που το έλεγαν Ανήλιο. Αυτό το σπίτι ήταν παρά πολύ όμορφο και χαρούμενο και είχε δέντρα, είχε λουλούδια και τα λουλούδια άνθιζαν και ήταν πολύχρωμα και όταν έβγαινε ο ήλιος, όλη η πλάση ήταν μέσα στην χαρά.

Μέσα σε αυτό το σπίτι όμως ζούσε ένας γεράκος, ο μπάρμπα-Μανώλης ο οποίος ήταν κατσούφης, μουρτζούφλης και γκρινιάρης. Δεν χώνευε καθόλου τον ήλιο. Όμως ο ήλιος κάθε μέρα   έπαιρνε το άρμα του και έβγαινε πάνω στον ουρανό και κανένας δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει.  

Κάθε φορά που περνούσε πάνω από το σπίτι του μπάρμπα-Μανώλη του παράξενου, εκείνος κατέβαζε τη σκεπή και έπαιρνε ένα μαγικό τεράστιο κλειδί που είχε και κλειδωνότανε μέσα  στο σπίτι του. Το κλειδί όμως και η κλειδαριά που ήταν γυαλιστερή και μεγάλη τον αγαπούσαν τον ήλιο και όταν ο μπάρμπα-Μανώλης αποφάσισε να βγει έξω για να δει εάν έφυγε ο ήλιος η κλειδαριά και το μαγικό κλειδί έβγαζαν λουλούδια.  

Μια μέρα που ξεκλείδωσε και είδε ότι έβρεχε, αυτός ήταν χαρούμενος όμως το κλειδί ήταν πολύ στενοχωρημένο και μαύρισε από την στενοχώρια του. Τότε μια πεταλούδα από τα λουλούδια του, ήρθε πάνω στο κλειδί, το ακούμπησε, έβγαλε όλα τα χρώματα από τα φτερά της, το γυάλισε και το έκανε πανέμορφο. Όμως η βροχή συνέχιζε γιατί ο ήλιος είχε θυμώσει με τον μπάρμπα-Μανώλη και δεν ήθελε να ξαναπεράσει από την αυλή του. Τότε τα λουλούδια μαράθηκαν, έχασαν το χρώμα τους και έπεσαν στο έδαφος γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν  χωρίς τον ήλιο. Τότε ο μπάρμπα-Μανώλης κατατρόμαξε και κατάλαβε τι αξία έχει ο ήλιος. 

Τι να κάνει όμως; Απελπισμένος και στενοχωρημένος όπως ήταν, παίρνει ένα αεροπλάνο και τρέχει στο σπίτι του ήλιου που ήτανε στην Ανατολοδύση. Έπεσε στα γόνατα του ήλιου και του ζήτησε συγνώμη.  

Συγνώμη ήλιε μου λαμπρέ. Τώρα που σε χάσαμε από το σπίτι κατάλαβα την αξία σου. Σε παρακαλώ πολύ, κάθε μέρα να έρχεσαι στο σπίτι μας κι εγώ θα είμαι κοντά σου και θα σε βοηθάω για να κάνουμε τον κόσμο όμορφο.

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο Ήλιος, η Σελήνη και ο Κόκορας

Παραμύθι από την Μαλαισία – Απόδοση Χρήστος Π. Τσίρκας

Ήλιος Σελήνη ΚόκοραςΣτα πολύ παλιά χρόνια, κάπου μέσα στην απεραντοσύνη του ουρανού, ζούσαν τρία αδέρφια. Ο μεγαλύτρος ήταν ο Ήλιος, αμέσως μετά η Σελήνη κι μικρότερος αδερφός ήταν ο Κόκορας.

Ένα πρωινό, ο Ήλιος είχε πάει για δουλειά κι έμειναν στο αιθέριο σπίτι τους η Σελήνη με τον Κόκορα. Αργά το απόγευμα η Σελήνη είπε στον Κόκορα να βγει και να μαζέψει το κοπάδι μα ο Κόκορας επειδή ήταν κουρασμένος από τις δουλειές που έκανε στο σπίτι, αρνήθηκε να πάει. Τότε η Σελήνη θύμωσε πολύ. Τον άρπαξε από το κόκκινο λειρί του και με δύναμη τον πέταξε από τον ουρανό στην γη.
Αργά το βράδυ, γύρισε ο Ήλιος και απόρησε με την απουσία του Κόκορα. Έτσι, ρώτησε την Σελήνη κι αυτή του εξήγησε το τί είχε συμβεί. Ο Ήλιος στεναχωρέθηκε και θύμωσε κι αυτός με την σειρά του. Γύρισε και της είπε:

Καλή μου Σελήνη, μου φαίνεται ότι δεν ξέρεις ή δεν μπορείς να ζήσεις ειρηνικά με τους άλλους. Είσαι εγωίστρια. Γι’ αυτό κι εγώ θα φύγω και θα σε αφήσω μόνη σου. Εσύ θα βγαίνεις το βράδυ, ενώ εγώ την ημέρα. Όσο για τον αδερφό μας τον Κόκορα που τον έδιωξες τόσο άδικα, δεν θα σε αγαπάει, ενώ εμένα δεν πρόκειται να με ξεχάσει ποτέ. Όταν θα ξυπνάω εγώ, θα ξυπνάει κι αυτός και θα δείχνει την χαρά του. Όταν θα ξυπνάς εσύ όμως, αυτός θα φεύγει και θα κρύβεται στο σπίτι του για να μην σε δει.

Κι έτσι γίνεται από τότε. Μόλις η ημέρα ξεκινάει με την ανατολή του Ήλιου, πρώτος ο Κόκορας τον υποδέχεται στην πλάση και φωνάζει :

Κικιρίκου…Κικιρίκου…

…που στην γλώσσα των κοκόρων θα πει «κι εγώ είμαι εδώ». Ενώ, μόλις ο Ήλιος δύει και ετοιμάζεται να εμφανιστεί η Σελήνη, ο Κόκορας φεύγει και κρύβεται στο σπίτι του για να μην συναντήσει την αδέρφη του που δεν την αγαπάει πια.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το παραμύθι του πιο δυνατού

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γεωργός  με μια όμορφη κόρη που την φώναζαν Μαργαρίτα. Είχε και έναν βοηθό για τις δουλειες που τον έλεγαν Δημητρό.

Η κόρη μου έχει μεγαλώσει αρκετά κι έφτασε η ώρα να την παντρέψω. Ο πιο δυνατός νέος σε όλη την χώρα ταιριάζει στο πλάι της.

…είπε μια μέρα ο γεωργός.

Ο Δημητρός ήταν κρυφά ερωτευμένος με την κόρη του αφεντικού του και δίσταζε να του μιλήσει.  Φοβόταν ότι ο πατέρας της θα του το αρνιόταν. Έτσι ο γεωργός άρχισε να ψάχνει τον πιο δυνατό και στην σκέψη του ήρθε αμέσως ο βασιλιάς της χώρας. Δεν έχασε καιρό, πήρε την κόρη του και ξεκίνησαν για το παλάτι. Συνάντησαν τον βασιλιά έξω από το παλάτι, στον καταπράσινο κήπο του. Πλησιάσαν δειλά και τον ρώτησαν αν ήταν ο πιο δυνατός. Ο βασιλιάς απάντησε γελώντας:

Δεν είμαι εγώ ο πιο δυνατός.  Λάθος κάνεις κύριε μου! Κοίτα, κάθομαι στον ίσκιο για να μην με κάψει ο ήλιος. Κατά την γνώμη μου, δυνατότερος είναι ο ήλιος. Σε αυτόν ταιριάζει η όμορφη κόρη σου!

Ο γεωργός χάρηκε πολύ που βρήκε τον πιο δυνατό, ανέβηκε στην κορυφή ενός πύργου και φώναξε:

Ήλιε, παντρέψου την κόρη μου. Εσύ είσαι ο πιο δυνατός σε αυτό τον κόσμο.

Χα… χα!…

…ακούστηκε μια φωνή και ένα μάυρο σύννεφο σκέπασε τον ήλιο.

Εγώ είμαι πιο δυνατό από τον ήλιο!

Έχεις δίκιο. Σε σένα ανήκει η κόρη μου, γιατί κατάφερες και νίκησες τον ήλιο.

του είπε ο γεωργός.

Εεεεε,…

…ακούστηκε μια πολύ δυνατή φωνή.

…Ώστε το σύννεφο καμαρώνει για την δύναμή του, ε; Τώρα θα δει τι θα πάθει από μένα, τον δυνατό  Άνεμο!

Έτσι και έγινε! Με το φύσημά του, το σύννεφο εξαφανίστηκε και ο γεωργός έδωσε τον λόγο του στον άνεμο ότι θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα. Η  Μαργαρίτα, όμως αγαπούσε τον Δημητρό και δίσταζε επίσης να το πει στον πατέρα της.  Άρχισε να μελαγχολεί και να κλαίει που θα παντρευόταν τον άνεμο.

Έλα κορίτσι μου να παντρευτείς τον άνεμο!

…της είπε ο πατέρας της. Στον δρόμο συνάντησαν ένα βουνό που εμπόδιζε τον άνεμο να προχωρήσει.

Χμμμ…

…του είπε το βουνό.

Γιατί σταμάτησες και δεν με σπρώχνεις; Δεν μπορείς, ε; Ε, βέβαια αφού είσαι πιο αδύναμος από μένα. Φύγε λοιπόν και άσε σε μένα το κορίτσι!

Έξοχα, βουνό!  Εσύ θα γίνεις ο γαμπρός μου!

…είπε με θαυμασμό ο γεωργός.

Κάνεις λάθος άνθρωπέ μου. Υπάρχει κάποιος που με ξεπερνά σε δύναμη και θα έρθει μια μέρα που θα με νικήσει.

…του απάντησε το περήφανο και γέρικο βουνό.

Μιλάς σοβαρά; Ποιος μπορεί να καταφέρει να σε νικήσει;

…είπε προβληματισμένος ο γεωργός.

Αν θέλεις να τον δεις, πήγαινε στην πίσω πλαγιά μου.

…του απάντησε το βουνό κι ο γεωργός πήρε την Μαργαρίτα και ξεκίνησαν να πάνε εκεί που τους συμβούλευσε το βουνό. Εκεί αντίκρισαν κάτι απρόσμενο: ο Δημητρός έσπαζε τους βράχους με έναν κασμά.

Δημητρό, μόνο εσύ μπορείς να καταφέρεις να νικήσεις τον ήλιο!

…του είπε με χαρά ο γεωργός.

Εσύ είσαι ο πιο δυνατός και γι’ αυτό εσύ θα πάρεις την κόρη μου!

Τελικά η Μαργαρίτα παντρέυτηκε μετά από λίγες μέρες τον Δημητρό.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η Μαρούλα

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα ζώα είχαν ακόμα λαλιά που την καταλάβαινε ο άνθρωπος, σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και κάθε μέρα παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί. Ένα πρωί που στεκόταν στο παραθύρι της, γυρνάει στον ήλιο και του λέει:

– Ήλιε μου, κυρ Ήλιε μου, δώσε μου ένα παιδί και σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρ’ το.

Άκουσε τα παρακάλια της ο Ήλιος και της έδωσε ένα κοριτσάκι όμορφο σαν την αυγή και αυτή το ονόμασε Μαρούλα. Κι ήταν όλο χαρά που έκανε παιδί. Όσο μεγάλωνε η Μαρούλα, τόσο και ομόρφαινε. Ώσπου έγινε δώδεκα χρονών. Μια μέρα που πήγε στη βρύση για νερό, την βλέπει ο Ήλιος και μεταμορφώνεται σε ένα παλικάρι και πάει κοντά της και της λέει:

– Να πεις της μάνας σου, εκείνο που μου έταξε, πότε θα μου το δώσει;

– Ποιος είσαι εσύ;

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι "Η Μαρούλα"

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι «Η Μαρούλα»

…ρώτησε η Μαρούλα  και το παλικάρι της αποκρίθηκε:

– Πες εσύ της μάνας σου και εκείνη θα καταλάβει ποιος είμαι.

– Καλά, θα το πω.

…είπε η Μαρούλα και φορτώθηκε τη στάμνα της. Όταν γύρισε στο  σπίτι είπε στην μάνα της:

– Μάνα, στη βρύση που ήμουν, με βρήκε ένα παλικάρι! Τόσο όμορφο ήταν, που έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκείνο το πρόσωπο του ήταν τόσο λαμπερό! Και μου είπε, πότε θα του δώσεις εκείνο που του έταξες; Τον ρώτησα ποιος είναι και εκείνος μου είπε πως θα καταλάβεις ποιος είναι.

Κι η μάνα της αναστέναξε και της είπε:

– Το ξέρω κορίτσι μου αυτό το παλικάρι. Μόνο να του πεις, αν σε ξαναβρεί, πως ξέχασες να μου το πεις.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα πήγε και πάλι στην βρύση για νερό κι όταν ο  Ήλιος την είδε κατέβηκε ξανά με την μορφή του παλικαριού και της είπε:

– Είπες της μάνας σου αυτά που σου είπα τις προάλλες;

– Ξέχασα να το πω.

…του λέει αυτή. Τότε ο Ήλιος της δίνει ένα χρυσό μήλο και της λέει:

– Πάρε αυτό το μήλο και βάλτο μέσα στον κόρφο σου και το βράδυ, όταν σε ξεντύνει η μάνα σου για να κοιμηθείς, θα πέσει το μήλο και θα θυμηθείς να της το πεις.

Πηγαίνει λοιπόν, η Μαρούλα με μια χαρά στο σπίτι και λέει στη μάνα της:

– Εκείνο το παλικάρι, που μου είπε να σε ρωτήσω πότε θα του δώσεις το τάμα που του έταξες, με βρήκε πάλι και μου έδωσε αυτό το μήλο. Και μου παρήγγειλε να το βάλω στον κόρφο μου και το βράδυ, όταν με ξεντύσεις, όταν πέσει και το δω να θυμηθώ να σου το πω. 

– Όταν το βρει, ας το πάρει!

…είπε η μάνα της και έβαλε στο νου της να μην το ξαναστείλει πια το κορίτσι για νερό.

Για αρκετό καιρό δεν την έστελνε στην βρύση τη Μαρούλα, μα ύστερα ξεθάρρεψε, ξέχασε το γεγονός και την έστειλε ξανά. Σαν την είδε όμως ο Ήλιος, έγινε πάλι ένα παλικάρι και κατέβηκε και την ρώτησε, τι της είπε η μάνα της για το τάμα που του έταξε.

– Α, σαν το βρεις, είπε, ας το πάρεις.

…του λέει η Μαρούλα.

Την παίρνει τότε ο Ήλιος από το χέρι και την πάει μακριά στο παλάτι του, που ήτανε χτισμένο μπροστά από ένα ωραίο περιβόλι.

Όλη τη μέρα ο Ήλιος έλειπε κι άφηνε τη Μαρούλα στο περιβόλι να παίζει και το βράδυ γυρνούσε πίσω στο παλάτι του. Μα η καημένη η Μαρούλα, αν και είχε όλα τα καλά στο παλάτι του Ήλιου, θυμόταν τη μάνα της. Κι όλη τη μέρα καθόταν στο περιβόλι κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και έβαζε τα χέρια της και μαδούσε τα μάγουλα της. Και μαραίνονταν τα μαρούλια κι έπεφταν κάτω τα δέντρα από το κλάμα της Μαρούλας. Ερχόταν το βράδυ ο Ήλιος κι έβλεπε τη Μαρούλα με πρησμένα τα μάτια και κομματιασμένα τα μάγουλα.

Ποιος σε έκανε έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο πετεινός ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα κάθισε στο περιβόλι κι άρχισε πάλι να κλαίει και να σκίζει τα μάγουλα της και να λέει:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και μαραίνονταν τα μαρούλια και πέφτανε τα δέντρα κάτω. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, την βλέπει πάλι με κομματιασμένα μάγουλα.

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο γάτος ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Πάει πάλι το άλλο πρωί η Μαρούλα στο περιβόλι και σαν κάθισε  θυμήθηκε τη μάνα της κι έκανε πάλι τα μάγουλα της όλο αίματα κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Μαράθηκαν λοιπόν όλα τα μαρούλια, έπεσαν κι όλα τα δέντρα κι απόμεινε το περιβόλι ξύλο – κούτσουρο. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, βλέπει τη Μαρούλα όλο αίματα:

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Πέρασα από μια τριανταφυλλιά κι εκείνη με έσκισε με τα αγκάθια της.

Το άλλο πρωί όμως  ο Ήλιος, σαν βγήκε έξω, συλλογίστηκε: Δεν πάω να δω τι κάνει η Μαρούλα στο περιβόλι; Γυρίζει λοιπόν πίσω και τι να δει; Τη Μαρούλα να κλαίει και να ξεσκίζει τα μάγουλα της. Πάει κοντά της και της λέει:

– Γιατί κλαις Μαρούλα μου; Μπας και στεναχωριέσαι εδώ πέρα;

– Όχι, δε στεναχωριέμαι.

– Τότε γιατί κλαις; Μπας και θέλεις να πας πίσω στη μάνα σου;

– Ναι, θέλω να πάω στη μάνα μου!

…λέει η Μαρούλα.

– Ε, αφού θέλεις να πας στη μάνα σου, εγώ θα σε στείλω.

…της λέει ο Ήλιος.

Την πήρε λοιπόν από το χέρι και την πήγε στην άκρη του περιβολιού κι εκεί άρχισε να φωνάζει:

Λιονταράκια, λιονταράκια!

Κι ήρθαν τα λιονταράκια.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

– Αλεπουδάκια, αλεπουδάκια!

Κι ήρθαν οι αλεπούδες.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

Ελαφάκια, ελαφάκια!

Κι ήρθαν τα ελαφάκια τρέχοντας.

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Δροσερό, δροσερό χορταράκι και καθαρό, καθαρό νεράκι.

– Να έχετε την ευχή μου.

…τους λέει ο Ήλιος κι ανεβάζει τη Μαρούλα στα κέρατα ενός ελαφιού, τη στολίζει με φλουριά και τη στέλνει στη μάνα της.

Πήγε, πήγε το ελάφι, μα κάποια στιγμή πείνασε. Βρίσκει ένα κυπαρίσσι και λέει:

– Σκύψε κυπαρίσσι, να βάλω πάνω τη Μαρούλα!

Έσκυψε το κυπαρίσσι κι έβαλε τη Μαρούλα.

– Εγώ, θα πάω λιγάκι να βοσκήσω κι ύστερα θα ρθω να σε πάρω. Μα να μη φωνάξεις παρά μόνο αν τύχει και με χρειαστείς, για να μπορέσω να βοσκήσω.

…της είπε το ελάφι.

Καλά, πήγαινε.

…απάντησε η Μαρούλα.

Κάτω από το κυπαρίσσι ήταν ένα πηγάδι κι εκεί κοντά καθόταν μια λάμια με τρεις θυγατέρες κι έστειλε τη μια της θυγατέρα να της φέρει νερό από το πηγάδι. Εκείνη λοιπόν, μόλις έσκυψε να ρίξει τον κουβά στο πηγάδι, είδε το πρόσωπο της Μαρούλας, που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό και θάρρεψε πως ήταν το δικό της. Πετάει τον κουβά της και πάει σπίτι της χορεύοντας.

– Έφερες νερό;

…τη ρωτάει η μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Η μάνα της απόμεινε. Στέλνει τη δεύτερη κόρη στο πηγάδι, μα κι αυτή μόλις είδε το πρόσωπο της Μαρούλας στο νερό, το πέρασε για δικό της. Δίνει κι αυτή ένα πέταμα του κουβά και πάει τρέχοντας στη μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Στέλνει ύστερα την τρίτη κόρη της στο πηγάδι, μα κι αυτή τα ίδια. Κινάει τότε η μάνα τους να πάει η ίδια στο πηγάδι. Σκύβει, κοιτάει στο νερό, βλέπει το πρόσωπο της Μαρούλας. Κοιτάει επάνω, βλέπει και την ίδια και ξέσπασε σε γέλια.

– Εσύ ήσουν που έβλεπαν στο νερό οι κόρες μου και μου ήρθαν ξετρελαμένες και για χατίρι σου άφησα κι εγώ το ζύμωμα μου σύξυλο! Κατέβα κάτω να σε φάω!

– Πήγαινε πρώτα να ζυμώσεις κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

…της λέει η Μαρούλα. Τρέχει η λάμια στο σπίτι της, ζυμώνει γρήγορα γρήγορα κι ύστερα έρχεται τρέχοντας ξανά στη Μαρούλα.

– Ζύμωσα, κατέβα τώρα κάτω να σε φάω.

– Πήγαινε να πλάσεις πρώτα τα ψωμιά σου κι ύστερα έρχεσαι.

Τρέχει εκείνη, πλάθει τα ψωμιά και γυρίζει ξανά τρέχοντας.

– Τα έπλασα, κατέβα τώρα να σε φάω.

– Πήγαινε πρώτα να ζεστάνεις το φούρνο κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

Πάει η λάμια, ζεσταίνει το φούρνο και γυρίζει πίσω.

– Τον ζέστανα, κατέβα να σε φάω.

– Φούρνισε πρώτα τα ψωμιά, μη σου κρυώσει ο φούρνος κι έρχεσαι ύστερα και με τρως.

Φεύγει η λάμια να πάει να φουρνίσει κι η Μαρούλα τότε βάζει μια φωνή:

– Ελαφάκι, ελαφάκι!

Άκουσε το ελαφάκι κι ήρθε τρέχοντας.

– Γρήγορα, ήρθε η λάμια να με φάει!

… του λέει η Μαρούλα και τότε λέει το ελαφάκι στο κυπαρίσσι:

– Χαμήλωσε κυπαρίσσι, να πάρω τη Μαρούλα!

Χαμήλωσε το δέντρο και πήρε τη Μαρούλα κι άρχισε να τρέχει. Στο δρόμο που πήγαινε, ανταμώνει ένα ποντικάκι και του λέει:

Ποντικάκι, αν σε ανταμώσει η λάμια και σε ρωτήσει αν μας είδες, να της λες λόγια λόγια, να την χασομερήσεις για να μη μας φτάσει.

Μετά από λίγο, περνάει η λάμια και του λέει:

– Ε, ποντικάκι, μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

Της λέει το ποντικάκι:

– Εδώ βρήκα μια τουλούπα μαλλί.

Του λέει η λάμια:

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το ξάνω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το κλώσω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το υφάνω!

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Δεν είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Την είδα, τρέχα να την φτάσεις.

…λέει το ποντικάκι. Εκεί που έτρεχε το ελαφάκι και κόντευε να φτάσει στο σπίτι της μάνας της, την ένιωσε ο σκύλος τη Μαρούλα κι άρχισε να φωνάζει:

– Γαβ, γαβ! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ουστ, παλιόσκυλο! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Ύστερα την ένιωσε ο γάτος πάνω στα κεραμίδια και φώναξε:

– Μιάου, μιάου! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ψιτ, παλιόγατα! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Τότε την ένιωσε ο πετεινός και φώναξε:

– Κικιρίκου, κικιρίκου!Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

Ξιού, παλιοπετεινέ! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Όσο όμως κοντοζύγωνε το ελαφάκι στο σπίτι, τόσο κοντοζύγωνε κι η λάμια. Κι όταν έκανε το ελαφάκι να χωθεί μέσα στο σπίτι, προλαβαίνει η λάμια κι αρπάζει την ουρά του.

– Ωχ, η ουρίτσα μου, η ουρίτσα μου!

…φώναξε το ελαφάκι.

Σαν μπήκε μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε η μάνα της Μαρούλας και το καλωσόρισε:

– Καλώς το! Αφού μου έφερες τη Μαρούλα μου, εγώ θα σου βάλω την ουρίτσα σου.

Και πήρε βαμβάκι και του έβαλε την ουρά του. Κι από τότε έζησε με το κοριτσάκι της καλά κι εμείς καλύτερα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Γιατί ο Ηλιος και η Σελήνη ζουν στον ουρανό

 Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ο Ήλιος και το Νερό ήταν καλοί φίλοι και κατοικούσαν στη γη. Ο Ήλιος περνούσε πολύ συχνά από το σπίτι του Νερού, αλλά το Νερό ποτέ δεν επισκεπτόταν τον Ήλιο. Μια μέρα, λέει ο Ήλιος στο Νερό:

– Καλέ μου φίλε, έχω ένα παράπονο. Γιατί ποτέ δεν περνάς από το σπίτι μου να μου πεις μια καλημέρα;

– Α, φίλε μου, το σπίτι σου είναι πολύ μικρό. Αν έρθω να σε επισκεφτώ με τη συνοδεία μου, εσύ πρέπει να βγεις απ’ το παράθυρο, για να χωρέσουμε. Αν θέλεις να σε επισκεφθώ, πρέπει να χτίσεις ένα λαμπρό παλάτι. Σε προειδοποιώ όμως, να είναι πελώριο, γιατί η συνοδεία μου είναι πραγματικά πολύ μεγάλη.

…του απάντησε το Νερό.

Ο Ήλιος υποσχέθηκε να χτίσει ένα πελώριο παλάτι, κι αμέσως γύρισε σπίτι του στη γυναίκα του τη Σελήνη.

– Πρέπει να χτίσουμε ένα τεράστιο παλάτι για τον φίλο μας το Νερό. Δεν μπορούμε να τον δεχτούμε εδώ μέσα. Εμπρός, αρχίζουμε το χτίσιμο.

…είπε ο Ήλιος στη Σελήνη.

Πέρασε καιρός ώσπου να τελειώσουν κι όταν πια είχε μπει και το τελευταίο κεραμίδι, όταν είχε φυτευτεί και το τελευταίο λουλούδι, ο Ήλιος κάλεσε και πάλι το Νερό να έρθει να τον επισκεφτεί. Οταν έφτασε στην πόρτα, το Νερό φώναξε στον Ήλιο:

– Ήλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;

…κι εκείνος απάντησε

– Μα ναι, φίλε μου! Έχτισα για σένα ένα πελώριο παλάτι. Πέρασε μέσα!

Και τότε το Νερό άρχισε να ρέει μέσα στο παλάτι, και το συνόδευαν τα ψάρια κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών. Ανέβαινε το Νερό κι έφτασε τον Ήλιο ώς το γόνατο. Τότε, τον ξαναρώτησε:

– Ήλιε φίλε μου, είσαι σίγουρος ότι μπορώ να μπω;

– Ναι, φίλε μου.

…απάντησε ξανά ο Ηλιος και το Νερό συνέχισε να ρέει μέσα στο παλάτι.

Όταν πια είχε φτάσει τον Ήλιο ως τον ώμο, το Νερό ξαναρώτησε:

– Ήλιε φίλε μου, χωράει κι άλλους δικούς μου το παλάτι σου;

Ο Ήλιος και η Σελήνη, μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν τον καλεσμένο τους, απάντησαν και πάλι «Ναι». Και τότε το Νερό πλημμύρισε το παλάτι, αναγκάζοντας τον Ήλιο και τη Σελήνη να σκαρφαλώσουν στη στέγη για να μην πνιγούν.

Για τελευταία φορά, ρώτησε το Νερό:

– Ήλιε φίλε μου, μήπως πρέπει να σταματήσουν να έρχονται οι δικοί μου;

Όμως ο Ήλιος και η Σελήνη δεν μπορούσαν πια να απαντήσουν. Το Νερό είχε πλημμυρίσει τα πάντα και το ζευγάρι είχε εγκαταλείψει τη στέγη και είχε γαντζωθεί από ένα σύννεφο για να γλιτώσει. Κι έτσι ποτέ ξανά δεν κατέβηκαν στη Γη ο Ήλιος και η Σελήνη και μέχρι σήμερα ζουν ευτυχισμένοι -και στεγνοί- ψηλά στον ουρανό.

Το παραμύθι «Γιατί ο ήλιος και η σελήνη ζούνε στον ουρανό» είναι από την Νηγηρία

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: