Posts Tagged With: Άνεμος

Ο ήλιος κι ο άνεμος

– Μύθος του Αισώπου

Μια μέρα, ο ήλιος κι ο άνεμος εκεί που συζητούσανε, άρχισαν να διαφωνούνε για το ποιος από τους δύο είναι ο πιο δυνατός.

Εγώ είμαι ο πιο δυνατός…

…έλεγε ο άνεμος, μα πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση του τον έκοβε ο ήλιος…

Όχι, εγώ είμαι ο πιο δυνατός!

…κι ο άνεμος διέκοπτε στην συνέχεια τον ήλιο κι όλο αυτό γινότανε. Ήταν τόσο πεισματάρηδες κι οι δυο τους που δεν καταλήγαν πουθενά.

Ας βάλουμε ένα στοίχημα τότε…

…πρότεινε στο τέλος ο άνεμος.

Τι στοίχημα;

Θα διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, αυτός θα είναι και ο πιο δυνατός. Συμφωνείς;

windΟ ήλιος συμφώνησε και τότε ψάξανε να βρούνε έναν άνθρωπο. Σε έναν έρημο κάμπο, έτυχε να περνάει κάποιος περπατώντας ολομόναχος. Τότε, άρχισε ο άνεμος να φυσάει δυνατά προσπαθώντας να τον γδύσει. Μα ο άνθρωπος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και καμπούριασε για να προφυλαχτεί. Ο άνεμος φύσηξε πιο δυνατά κι ο άνθρωπος κούμπωσε περισσότερο το πανωφόρι του. Ο άνεμος φύσηξε ακόμα πιο δυνατά κι ο άνθρωπος έβγαλε μια κουβέρτα από το σακί που κουβαλούσε και τυλίχτηκε με αυτήν για να προστατευτεί από τον άνεμο. Όσο περισσότερο και πιο δυνατά φυσούσε ο άνεμος, τόσο πιο πολύ έσφιγγε την κουβέρτα πάνω του ο άνθρωπος, μέχρι που ο άνεμος βαρέθηκε να προσπαθεί και σταμάτησε. Γύρισε στον ήλιο και του είπε:

Σειρά σου τώρα…

sunΟ ήλιος πρόβαλε στον ουρανό στέλνοντας τις πρώτες ακτίνες του στον κάμπο. Ο άνθρωπος μόλις τον είδε, έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε μέσα στο σακί του συνεχίζοντας τον δρόμο του. Στη συνέχεια, ο ήλιος δυνάμωσε την λάμψη του κι ο άνθρωπος ξεκούμπωσε το ρούχο του. Δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την λάμψη του κι ο άνθρωπος άρχισε να ζεσταίνεται και να ιδρώνει κι έτσι έβγαλε το πανωφόρι του. Κι όσο δυνάμωνε την λάμψη του ο ήλιος, ο άνθρωπος έβγαζε κι από ένα ρούχο μέχρι που στο τέλος έμεινε γυμνός ψάχνοντας να βρει ένα δέντρο για να καθίσει στην σκιά του. Μιας και δεν βρήκε όμως, πήγε και έπεσε στο ποτάμι που υπήρχε εκεί δίπλα κι έμεινε στο νερό μέχρι που ο ήλιος λιγόστεψε την λάμψη του.

Έτσι, ο άνεμος παράδεχτηκε την δύναμη του ήλιου κι αποχαιρετίστηκαν.

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το παραμύθι του πιο δυνατού

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, στα παλιά τα χρόνια, ζούσε ένας γεωργός  με μια όμορφη κόρη που την φώναζαν Μαργαρίτα. Είχε και έναν βοηθό για τις δουλειες που τον έλεγαν Δημητρό.

Η κόρη μου έχει μεγαλώσει αρκετά κι έφτασε η ώρα να την παντρέψω. Ο πιο δυνατός νέος σε όλη την χώρα ταιριάζει στο πλάι της.

…είπε μια μέρα ο γεωργός.

Ο Δημητρός ήταν κρυφά ερωτευμένος με την κόρη του αφεντικού του και δίσταζε να του μιλήσει.  Φοβόταν ότι ο πατέρας της θα του το αρνιόταν. Έτσι ο γεωργός άρχισε να ψάχνει τον πιο δυνατό και στην σκέψη του ήρθε αμέσως ο βασιλιάς της χώρας. Δεν έχασε καιρό, πήρε την κόρη του και ξεκίνησαν για το παλάτι. Συνάντησαν τον βασιλιά έξω από το παλάτι, στον καταπράσινο κήπο του. Πλησιάσαν δειλά και τον ρώτησαν αν ήταν ο πιο δυνατός. Ο βασιλιάς απάντησε γελώντας:

Δεν είμαι εγώ ο πιο δυνατός.  Λάθος κάνεις κύριε μου! Κοίτα, κάθομαι στον ίσκιο για να μην με κάψει ο ήλιος. Κατά την γνώμη μου, δυνατότερος είναι ο ήλιος. Σε αυτόν ταιριάζει η όμορφη κόρη σου!

Ο γεωργός χάρηκε πολύ που βρήκε τον πιο δυνατό, ανέβηκε στην κορυφή ενός πύργου και φώναξε:

Ήλιε, παντρέψου την κόρη μου. Εσύ είσαι ο πιο δυνατός σε αυτό τον κόσμο.

Χα… χα!…

…ακούστηκε μια φωνή και ένα μάυρο σύννεφο σκέπασε τον ήλιο.

Εγώ είμαι πιο δυνατό από τον ήλιο!

Έχεις δίκιο. Σε σένα ανήκει η κόρη μου, γιατί κατάφερες και νίκησες τον ήλιο.

του είπε ο γεωργός.

Εεεεε,…

…ακούστηκε μια πολύ δυνατή φωνή.

…Ώστε το σύννεφο καμαρώνει για την δύναμή του, ε; Τώρα θα δει τι θα πάθει από μένα, τον δυνατό  Άνεμο!

Έτσι και έγινε! Με το φύσημά του, το σύννεφο εξαφανίστηκε και ο γεωργός έδωσε τον λόγο του στον άνεμο ότι θα του δώσει την κόρη του για γυναίκα. Η  Μαργαρίτα, όμως αγαπούσε τον Δημητρό και δίσταζε επίσης να το πει στον πατέρα της.  Άρχισε να μελαγχολεί και να κλαίει που θα παντρευόταν τον άνεμο.

Έλα κορίτσι μου να παντρευτείς τον άνεμο!

…της είπε ο πατέρας της. Στον δρόμο συνάντησαν ένα βουνό που εμπόδιζε τον άνεμο να προχωρήσει.

Χμμμ…

…του είπε το βουνό.

Γιατί σταμάτησες και δεν με σπρώχνεις; Δεν μπορείς, ε; Ε, βέβαια αφού είσαι πιο αδύναμος από μένα. Φύγε λοιπόν και άσε σε μένα το κορίτσι!

Έξοχα, βουνό!  Εσύ θα γίνεις ο γαμπρός μου!

…είπε με θαυμασμό ο γεωργός.

Κάνεις λάθος άνθρωπέ μου. Υπάρχει κάποιος που με ξεπερνά σε δύναμη και θα έρθει μια μέρα που θα με νικήσει.

…του απάντησε το περήφανο και γέρικο βουνό.

Μιλάς σοβαρά; Ποιος μπορεί να καταφέρει να σε νικήσει;

…είπε προβληματισμένος ο γεωργός.

Αν θέλεις να τον δεις, πήγαινε στην πίσω πλαγιά μου.

…του απάντησε το βουνό κι ο γεωργός πήρε την Μαργαρίτα και ξεκίνησαν να πάνε εκεί που τους συμβούλευσε το βουνό. Εκεί αντίκρισαν κάτι απρόσμενο: ο Δημητρός έσπαζε τους βράχους με έναν κασμά.

Δημητρό, μόνο εσύ μπορείς να καταφέρεις να νικήσεις τον ήλιο!

…του είπε με χαρά ο γεωργός.

Εσύ είσαι ο πιο δυνατός και γι’ αυτό εσύ θα πάρεις την κόρη μου!

Τελικά η Μαργαρίτα παντρέυτηκε μετά από λίγες μέρες τον Δημητρό.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο Άνεμος / The Wind

Read the english version.

Ινδιάνικο παραμύθι.

Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε:

Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;

Όχι…

…του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η όμορφη κόρη, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της.

Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμά του και να γίνω γυναίκα του;

Όχι…

…της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός.

Δεν σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στη σκηνήμου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του.

Και λέγοντας αυτά, ο αρχηγός άρπαξε την κόρη του από το χέρι και την οδήγησε σε ένα πυκνό δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο.

«Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκοδάσος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να την διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα», σκέφτηκε δυνατά.

Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά και παρ’ όλες τις δυσκολίες, στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δεν επέστρεψαν όμως στον καταυλισμό γιατί φοβήθηκαν ότι οι ινδιάνοι θα έπαιρναν την κόρη και θα την οδηγούσαν στον αρχηγό της φυλής και πατέρα της.

Indian_lovers_cloudΈτσι, ταξίδεψαν μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά και πάνω που άρχισε να χαράζει, βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή. Εκεί, αποφάσισαν να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Οι μέρες περνούσαν και το αγαπημένο ζευγάρι απολάμβανε τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας απο τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμά τους.

Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν μετά από ώρες ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό.

Έλα μαζί μου…

…άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό, που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό.

«Ας αναποδογυρίσει»…σκέφτηκε. «Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά».

Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό.

Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου

…φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης.Και μαζί με αυτήν, πνίγηκε κι ο αρχηγός της φυλής και πατέρας της. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει.

Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα!

…έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχτούν μέσα στις σκηνές τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτωντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπό της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι …

Δείτε την αφήγηση από την εμφάνιση στο 1ο Λύκειο Δράμας…


Many years ago, I don’t remember how many exactly, far away, there was an Indian tribe. The chief of the tribe had a beautiful, young daughter. Everybody admired her, but nobody had touched her. One day, while he was sitting outside his tent, he was visited by the Wind.

“Great chief, I love your daughter and she loves me too. Will you give her to me?”

“No”, the chief said without second word. The next day the beautiful daughter tried to talk to her father. “Father, I love the Wind. Will you let me go to his tent and become his wife?”

“No”, the chief answered strictly.

And with these words, he grabbed his daughter and led her in a dense forest with black firs , so that he could hide her from the Wind.

“The Wind would find her, if I hid her in a forest with pines, but he will never find her in such a dense black forest”, he thought.

But the Wind had already become invisible and he could hear each and every word the chief was saying. So, when the next night came, the Wind started running around the forest, until he found a small gap, from which he could penetrate through the trees. He searched a lot and finally he managed to find the young lady and took her away from the forest. However, they didn’t return back to the tents as they were afraid that the Indians would take the girl and they would lead her to her father.

So they travelled to the North, where they found a lovely area to live in. The same night he took her in his arms and he made her, his wife. The days were passing and  the happy couple was enjoying  life, without thinking that the chief could ever find them. But the girl’s father was searching for them like crazy and finally he found them.

The Wind hid his wife and he became invisible. The chief started destroying everything with his guns and without knowing it he hit the Wind so hard, that he fainted. When the Wind came around he found out that his wife was missing and he started looking for her like crazy. Finally he saw her in a canoe with her father.

“Come with me…” he shouted desperately. The girl was scared and her face became white like the snow. She could hear her beloved calling her, but she couldn’t see him. The Wind had forgotten how to transform and he was still invisible. The Wind was so mad at the chief that he blew towards the canoe.

“Let it overturn! I can bring my love safe back to land” the Wind thought.

The canoe overturned and the chief with his daughter fell into the water.

“Come on my dear, grab my hand”, the Wind shouted!

 

But the girl couldn’t see him. So she started sinking until she reached the bottom of the lake. She drowned and her father drowned with her. The Wind was so sad that his wife lost her life because of him and he started getting angry

“The Wind is blowing stronger and sadder than ever….”

…the Indians were saying while they were trying to protect themselves in their tents. The Great Spirit felt sorry for the girl that lost her life and the next day he took her up to the stars and gave her a house on the moon. He girl still leaves there but her face is still totally white, as it was the day she fell into the river. At night, in the moonlight, she looks for the Wind but she doesn’t know that he is invisible. The Wind, on the other hand, doesn’t know that his wife lives on the moon, and he wanders in the forests trying to find her. But he never thinks of looking up…. to the moon……

 

Οι μεταφράσεις και αποδόσεις των παραμυθιών στα αγγλικά γίνονται από το μέλος των Παραμυθάδων και Διευθύντρια του Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών Σ. Καλογραία (Ομονοίας 60) Ξανθούλα Στογιαννίδου.

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: