Παραμύθια στα δίχτυα

Παραμύθια ή συλλογές που βρίσκουμε σε άλλους δικτυακούς τόπους

«Οι κεραυνοί των τριών αδερφών!» του Χρήστου Π. Τσίρκα

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από τον Χρήστο Π. Τσίρκα τον Νοέμβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Όταν η φύση θυμώνει» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Θα σας πω κάτι που λίγοι από εσάς ίσως να γνωρίζετε. Ο Ουρανός και η Γη είναι αντρόγυνο. Παντρεύτηκαν πριν εκατομμύρια χρόνια και ζούνε αγαπημένοι μέχρι και σήμερα. Ο Ουρανός φροντίζει την Γη να είναι πάντα καρπερή και γόνιμη και να προσφέρει ζωή σε όλα τα πλάσματα. Με την βροχή που της στέλνει την ξεδιψάει και κάνει τους σπόρους να βλαστήσουν και να καρπήσουν. Κι ύστερα με τους καρπούς αυτούς εμείς και τα υπόλοιπα ζωντανά τρεφόμαστε.

Ο Ουρανός και η Γη έχουν κάνει αμέτρητα παιδιά. Κάποια από αυτά έχουν μείνει στην ιστορία για τις καλές τους πράξεις και κάποια για τις κακές. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στους ανθρώπους. Άλλοτε είμαστε καλοί και άλλες φορές γινόμαστε κακοί. Εμείς επιλέγουμε την συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους. Για την ιστορία μας όμως, θα σας μιλήσω αρχικά για τρία από τα αμέτρητα παιδιά του Ουρανού και της Γης.

Από τα πρώτα τους παιδιά, ήταν και τρία τεράστια αγόρια που όταν μεγάλωσαν έγιναν κύκλωπες. Είχαν ένα μόνο μάτι στο κεφάλι τους αντί για δύο και βρίσκονταν στο κέντρο του μετώπου τους. Τα ονόματά τους ήταν Βρόντης, Στερόπης και Άργης.

Μα ένα βράδυ, τα τρία αυτά αδέρφια, μάλωσαν με τον πατέρα τους τον Ουρανό και τότε αυτός, γεμάτος θυμό τους έπιασε και τους έδεσε μαζί και τους πέταξε με δύναμη προς την Γη. Μα άθελά του ο Ουρανός, με την πράξη του αυτήν, δημιούργησε κάτι που δεν το περίμενε. Όταν ενώθηκαν τα τρία αδέρφια και τους κυρίευσε ο φόβος την ώρα που έπεφταν από τον Ουρανό, βγήκαν από μέσα τους τα κρυφά χαρίσματα που είχαν. Ο Άργης, που το όνομά του σημαίνει λευκός, άρχισε να λάμπει δυνατά και με τα δυο του χέρια άρχισε να ταρακουνάει τον Στερόπη ο οποίος άστραψε κι άρχισε να σχηματίζει μια λευκή γραμμή στον Ουρανό κατά την πτώση τους. Τελευταίος ακούστηκε κι ο Βρόντης που με την βροντερή φωνή του, άρχισε να μπουμπουνίζει. Έτσι, εκείνο το βράδυ, δημιουργήθηκε ο Κεραυνός.

Τα τρία αδέρφια από τότε δεν χωρίστηκαν ποτέ αφού κατάλαβαν την δύναμη που έκρυβαν μέσα τους. Ζούνε μοναχοί τους σε κάποιο νησί πολύ μακριά από εδώ. Δουλεύουν τη γη και τρώνε τους καρπούς της για να ζούνε. Παίζουν μεταξύ τους παιχνίδια διάφορα και συζητάνε στον ελεύθερο χρόνο τους, μα καμιά φορά, όταν διαφωνούνε κι αρχίζει ο ένας να θυμώνει με τον άλλον, πιάνονται στα χέρια κι ανάβει ο καβγάς. Κι έτσι πιασμένοι όπως είναι και οι τρεις, εκτοξεύονται στον Ουρανό και γίνονται Κεραυνοί που σκίζουν τον πέπλο του άερα και φωτίζουν την πλάση με αυτήν την λαμπερή γραμμή που την ακολουθεί έπειτα το βροντερό και φοβερό μπουμπουνητό της.

Χιλιάδες χρόνια έχουν περάσει από τότε και τα τρία αδέρφια δεν σταμάτησαν να μαλώνουν. Το γεγονός όμως ότι δεν τους βλέπουμε πάντα είναι γιατί κάθε φορά εκτοξεύονται προς άλλη κατεύθυνση του Ουρανού.

Όσο για εμάς τους ανθρώπους, η αλήθεια είναι πως τους φοβόμαστε πολύ γιατί είναι πιο μεγάλοι και πιο δυνατοί από εμάς. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να ακούει ή να βλέπει κεραυνό και να μην φοβάται. Απλά κάποιοι το δείχνουν ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Το σίγουρο είναι ότι όλοι –αν βρίσκονται έξω στους δρόμους-τρέχουν να προφυλαχτούνε σε κάποιο σπίτι ή σε κάποιο κλειστό χώρο.

Και η ιστορία μας ξεκινάει τώρα, στην εποχή που ζούμε. Μπορεί να έγινε πριν δέκα χρόνια μα μπορεί να έγινε και πέρυσι. Δεν έχει και τόση σημασία.

Ήταν χειμώνας κι ο εντεκάχρονος Αλέξανδρος βρισκότανε στην βιβλιοθήκη της πόλης του διαβάζοντας. Αν και απόγευμα, είχε αρχίσει να νυχτώνει έξω. Κάποιες ψιχάλες βροχής πέσανε στο παράθυρο κι όταν τις είδε σκέφτηκε πως πρέπει να γυρίσει στο σπίτι του για να μην τον πιάσει δυνατή βροχή.

Φόρεσε γρήγορα το μπουφάν και το κασκόλ του και κατέβηκε στον δρόμο. Αστέρια δεν φαινόντουσαν στον Ουρανό. Μικρές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν και να δροσίζουν το πρόσωπό του. Ο Αλέξανδρος άρχισε να περπατάει βιαστικά για το σπίτι του που δεν ήταν και πολύ μακριά. Μα τότε μια λάμψη έκανε τη νύχτα μέρα. Μια λαμπερή γραμμή που ξεκινούσε από τον Ουρανό κι έσκιζε τον αέρα κι ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα ακούστηκε ένας φοβερός και βροντερός θόρυβος και η Γη ταρακουνήθηκε. Το ένιωσε ο Αλέξανδρος που τώρα είχε χωθεί κάτω από ένα υπόστεγο ενός μαγαζιού και κοίταζε με δέος τον Κεραυνό που είχε δημιουργηθεί μπροστά του. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε Κεραυνό τόσο κοντά του. Ακριβώς απέναντι από εκεί, υπήρχε μια αλάνα και δύο δέντρα ψηλά που τα κλαδιά τους μπλέκονταν μεταξύ τους κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται. Σε αυτά τα δέντρα κατέληξε ο Κεραυνός και τα χτύπησε και σε λίγο η λάμψη έσβησε κι άρχισε να βρέχει δυνατά.

Ο Αλέξανδρος είχε φοβηθεί τόσο πολύ. Φόρεσε την κουκούλα του καλά κι ετοιμάστηκε να βγει από το υπόστεγο για να τρέξει προς το σπίτι του όταν είδε στην αλάνα και στο σημείο που έπεσε ο κεραυνός κάτι να αναβοσβήνει. Σαν μια μικρή λάμπα που ήταν έτοιμη να καεί και να σβήσει οριστικά.

Άρχισε να τον τρώει η περιέργεια. Έτρεξε προς τα εκεί και έφτασε από πάνω του την ώρα που έσβηνε. Τώρα έμοιαζε με κομμάτι από κλαδί μόνο που είχε σκούρο γκρι χρώμα. Έσκυψε να το πιάσει και ήταν ζεστό ακόμα. Έβγαλε το κασκόλ από το λαιμό του και το τύλιξε με αυτό κι έπειτα το έβαλε στην τσάντα του.

Γύρισε γρήγορα στο σπίτι του και η μητέρα του μόλις τον είδε βρεγμένο του ζήτησε να πάει στο δωμάτιό του για να αλλάξει και στην συνέχεια να κατεβεί για να φάει το βραδυνό του.

Ο Αλέξανδρος υπάκουσε σαν καλό παιδί που ήταν. Έβαλε καθαρά και στεγνά ρούχα και κατέβηκε για να φάει την ζεστή σούπα που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του.  Έπειτα γύρισε και ο πατέρας του στο σπίτι και οι τρεις τους παίξανε για λίγη ώρα μαζί πριν πάνε στην συνέχεια στα δωμάτιά τους για ύπνο.

Αφού φόρεσε τις πιτζάμες και καληνύχτισε τους γονείς του, πήρε την τσάντα του και από μέσα έβγαλε το κασκόλ του. Το ξετύλιξε με απαλές κινήσεις και φάνηκε το περιεχόμενό του. Μα τώρα δεν ήταν σκούρο γκρι όπως πριν. Τώρα ήταν διάφανο, σαν ένα μακρόστενο κρύσταλο, σαν ένα μεγάλο διαμάντι. Απόρησε γιατί δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που συνέβη. Παρόλα αυτά το τοποθέτησε στην βιβλιοθήκη του, πάνω από τα βιβλία του Ιούλιου Βερν που είχε κι ύστερα ξάπλωσε να κοιμηθεί.

Δεν πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του κι ένα όνειρο τον επισκέφτηκε. Πήρε τον Αλέξανδρο και τον πήγε σε ένα νησί. Σε ένα νησί που υπήρχε μόνο ένας τεράστιος πύργος κι όταν άνοιξε η πόρτα του, βγήκαν από μέσα τρεις άσχημοι κύκλωπες.

Πάω να οργώσω το χωράφι…

Φώναξε ο πρώτος κύκλωπας κι ο δεύτερος του απάντησε…

Εντάξει Βρόντη. Εγώ θα πάω να ταϊσω τα ζώα.

Μην ξεχάσεις να τα βάλεις και νερό Στερόπη…

Πετάχτηκε κι ο τρίτος κύκλωπας…

Δεν θα ξεχάσω, έννοια σου. Εσύ που θα πας Άργη;

Εγώ θα πάω να ψαρέψω. Σκέφτηκα να μας μαγειρέψω ψάρια σήμερα.

Κι οι τρεις κύκλωπες τράβηξαν ο καθένας το δρόμο για την δουλειά του. Ο Αλέξανδρος έτρεξε προς τον πύργο. Η πόρτα ήταν κλειστή και όσο κι αν την έσπρωχνε δεν μπορούσε να την ανοίξει. Είδε το πόμολο της πόρτας. Είχε σχήμα κεραυνού. Το έπιασε και κρεμάστηκε με όλη του την δύναμη και τότε αυτό άρχισε να περιστρέφεται και να αναβοσβήνει και με ένα ανεξήγητο τρόπο η πόρτα άνοιξε.

Ο Αλέξανδρος πέρασε μέσα και η πόρτα όπως άνοιξε μόνη της, έτσι κι έκλεισε κάνοντας έναν θόρυβο που έμοιαζε με βροντή αλλά δεν ήταν τόσο δυνατή όπως το προηγούμενο βράδυ. Είδε μπροστά του έναν μακρύ και τεράστιο διάδρομο και αριστερά και δεξιά του πάρα πολλές πόρτες. Βρέθηκε μπροστά στην πρώτη πόρτα κι ετοιμάστηκε να την ανοίξει όταν το όνειρο τον ταρακούνησε και του άνοιξε τα μάτια για να βρεθεί και πάλι σκεπασμένος στο κρεβάτι του.

Είχε ξημερώσει πλέον. Η μητέρα του ακουγότανε από κάτω που τον φώναζε να κατεβεί για το πρωινό. Ο Αλέξανδρος δεν έχασε καιρό. Ντύθηκε και κατέβηκε. Έφαγε το πρωινό του κι έφυγε για το σχολείο του.

Τις επόμενες μέρες όλα κύλησαν φυσιολογικά χωρίς κάτι παράξενο να γίνει στην ζωή του Αλέξανδρου. Ένα απόγευμα όμως όπως καθότανε στο δωμάτιό του και μελετούσε τα μαθήματά του, ένα φως φώτισε την βιβλιοθήκη του στο σημείο με τα βιβλία του Ιούλιου Βερν. Ήταν το κρύσταλο που φώτιζε σαν ένα χριστουγεννιάτικο λαμπάκι. Σηκώθηκε και πλησίασε και μέσα στο κρύσταλο ο Αλέξανδρος είδε τους τρεις κύκλωπες από το όνειρό του. Είχαν πιαστεί στα χέρια και μάλωναν κι ύστερα χάθηκαν και γίνανε ένας κεραυνός που αφού αναβόσβησε δυο φορές, έπειτα έσβησε και έμεινε πάλι ένας απλός κρύσταλος.

Μα τι γίνεται; Δεν μπορώ να καταλάβω.

Μονολόγησε ο Αλέξανδρος και κατέβηκε στο κάτω δωμάτιο που βρισκότανε η μητέρα του. Την ρώτησε για τους κεραυνούς κι η μητέρα του άρχισε να του λέει κάτι επιστημονικά πράγματα, ότι είναι ένα μετεωρολογικό φαινόμενο που προκαλείται από την ένωση δύο νεφών –σύνεφα δηλαδή- και κάτι τέτοια αλαμπουρνέζικα που ο Αλέξανδρος δεν καταλάβαινε και τόσο ή δεν ήθελε να καταλάβει.

Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα τους κι απ’ έξω άρχισε να αστράφτει και να βροντάει. Τρέξαν στο παράθυρο και είδαν τον ουρανό ότι είχε σκοτεινιάσει από γκρίζα σύννεφα. Δύο κεραυνοί έσπασαν την απογευματινή μέχρι τότε γαλήνη, σε διάστημα 3 λεπτών.

Ο Αλέξανδρος και η μητέρα του τρόμαξαν διπλά γιατί τους ήρθε ξαφνικά ο πρώτος κεραυνός αλλά και γιατί εκείνη την ώρα, συζητούσαν ακριβώς για αυτό το φαινόμενο.

Μα τόσο σύμπτωση βρε παιδί μου; Να αρχίσει να αστράφτει την ώρα που μιλάμε για κεραυνούς;

Μουρμούρισε η μητέρα του Αλέξανδρου μα αυτός σκέφτηκε ότι δεν είναι καθόλου σύμπτωση. Ο κρύσταλος τον είχε προειδοποιήσει μία ώρα πριν.

Εκείνο το βράδυ ο Αλέξανδρος είδε και πάλι το ίδιο όνειρο, μόνο που τώρα το όνειρο ξεκινούσε από εκεί που είχε σταματήσει βίαια την προηγούμενη φορά. Βρισκότανε δηλαδή στην πρώτη πόρτα του τεράστιου εκείνου διαδρόμου. Έπιασε το πόμολό της και το γύρισε. Στο άνοιγμα της πόρτας αντίκρισε κάτι απίστευτο. Σαν να βρισκότανε σε ένα αεροπλάνο που πέταγε ψηλά από την γη κι από κάτω σαν σπιρτόκουτα φαίνονταν τα σπίτια, σαν μπαλώματα σε πάπλωμα τα χωράφια και σαν γαλάζιες φλέβες τα ποτάμια. Ένα κύμα ψυχρού αέρα τον χτύπησε στο πρόσωπο κι από την τρομάρα του έκλεισε απότομα την πόρτα.

Πήγε στην διπλανή πόρτα και την άνοιξε. Το ίδιο ακριβώς μόνο που τώρα έβλεπε άλλη περιοχή της γης. Στο άνοιγμα της 12ηςπόρτας αντίκρισε την δική του περιοχή. Την πόλη που έμενε. Είδε καθαρά και την γειτονιά του. Την αναγνώρισε από την αλάνα στην οποία είχε πέσει εκείνη την φορά ο κεραυνός. Κι ενώ παρατηρούσε τις περιοχές που κρυβόντουσαν πίσω από τις πόρτες, άκουσε έξω από τον πύργο βήματα, τεράστια βήματα να πλησιάζουν και την πόρτα να ανοίγει σιγά-σιγά και να προβάλλουν στον διάδρομο οι τρεις κύκλωπες. Μόλις είδαν τον Αλέξανδρο ξαφνιάστηκαν κι άρχισαν να τρέχουν καταπάνω του φωνάζοντας.

Ένας άνθρωπος στο σπίτι μας. Πιάστε τον αδέρφια!

Ο Αλέξανδρος ξύπνησε ιδρωμένος στο κρεβάτι του. Κοίταξε γύρω του και είδε πως ήταν μόνος του. Πουθενά οι κύκλωπες. Κανείς δεν τον κυνηγούσε. Κοίταξε στην βιβλιοθήκη και είδε τον κρύσταλο. Δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο.

Εκείνο το πρωινό, στο σχολείο, εξαιτίας των κεραυνών που έπεσαν την προηγούμενη μέρα, ο δάσκαλος είχε την ιδέα να μιλήσει στους μαθητές τους για το τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση μιας άσχημης καταιγίδας.

Τους εξήγησε ότι το καλύτερο θα ήταν να μείνουν στα σπίτια τους αποφεύγοντας να χρησιμοποιούν ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές. Αν όμως βρίσκονται έξω και δεν υπάρχουν κτίρια εκεί κοντά, να αποφύγουν τις κορφές ή τα ψηλά σημεία της γης, να μην κρατάνε ομπρέλα κι όταν αρχίσουν οι κεραυνοί, να μην στέκονται όρθιοι αλλά να γονατίσουν και να κουλουριαστούν αγκαλιάζοντας τα πόδια τους.

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν ένα βράδυ, την ώρα που ο Αλέξανδρος ετοιμαζότανε να πέσει για ύπνο, είδε τον κρύσταλλο που είχε στην βιβλιοθήκη του να αναβοσβήνει σαν τρελός. Πήγε προς το παράθυρο και κοίταξε τον ουρανό. Ήταν καθαρός, μα από πολύ μακριά έβλεπε σκούρα σύννεφα να πλησιάζουν. Ξάπλωσε γρήγορα και σκεπάστηκε καλά. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα έξω από το παράθυρο κοιτώντας τον ουρανό. Δεν πέρασε ούτε ώρα και τελικά ξέσπασε μια τρομερή καταιγίδα με απανωτούς κεραυνούς που έκανε τα τζάμια του σπιτιού να τρίζουν.

Ο Αλέξανδρος φοβήθηκε τόσο που σκεπάστηκε ολόκληρος με το πάπλωμα για να μην βλέπει έξω. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά. Για δύο ώρες περίπου που κράτησε δεν έβγαλε στιγμή το κεφάλι του από το πάπλωμα, παρά μόνο όταν σταμάτησαν τελείως. Τότε μόνο ηρέμησε και κατάφερε να κλείσει τα μάτια του για να κοιμηθεί. Κι όταν κοιμήθηκε βρέθηκε πάλι στο όνειρό του βλέποντας την συνέχεια. Ήταν η στιγμή που οι τρεις κύκλωπες επέστρεψαν στον πύργο τους και βρήκαν μέσα τον Αλέξανδρο κι άρχισαν να τον κυνηγάνε.

Ένας άνθρωπος στο σπίτι μας. Πιάστε τον αδέρφια!

Ο Βρόντης, ο Στερόπης κι ο Άργης όρμηξαν πάνω στον Αλέξανδρο ο οποίος πάγωσε από τον φόβο του και δεν μπόρεσε να κάνει ούτε βήμα. Τον άρπαξαν και τον οδήγησαν σε ένα δωμάτιο που είχε μόνο ένα τραπέζι. Τον έβαλαν να κάτσει κι αυτοί έκατσαν στις καρέκλες απέναντί του. Ο Βρόντης πήρε τον λόγο από τους τρεις και τον ρώτησε.

Λοιπόν, για πες μας. Πως βρέθηκες στο νησί μας και τι γυρεύεις στον πύργο μας;

Ο Αλέξανδρος φοβισμένος από την βροντερή φωνή του κύκλωπα, δεν κατάφερε να βγάλει λέξη από το στόμα του, παρά μόνο λυγμούς και ήταν έτοιμος να κλάψει. Ο Άργης το πρόσεξε και πήρε τον λόγο.

Μην φοβάσαι μικρέ, δεν θα σου κάνουμε κακό. Απλά σε ρωτάμε γιατί πρώτη φορά μας επισκέπτεται άνθρωπος. Μην σε τρομάζει η βροντερή φωνή του αδερφού μου. Κατά βάθος είναι καλός κύκλωπας.

Ο Αλέξανδρος ένιωσε περισσότερη ασφάλεια με τον Άργη και τώρα μίλησε…

Με έφερε ο Ύπνος… δεν ήρθα μόνος μου… δεν θα μπορούσα να έρθω μόνος μου. Είμαι παιδί ακόμα και δεν πηγαίνω μακρινά ταξίδια μόνος μου. Εξάλλου τώρα είμαι μέσα σε ένα όνειρο…

Και τι θέλεις που ήρθες εδώ;

Τον ρώτησε ο Στερόπης που μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε μιλήσει.

Δεν ξέρω… δεν θέλω κάτι…

Τους απάντησε ο Αλέξανδρος μα όταν το ξανασκέφτηκε πρόσθεσε…

Μάλλον ξέρω τί θέλω. Θέλω να σας πω ότι με την συμπεριφορά σας, ο κόσμος όλος σας φοβάται. Κάθε φορά που μαλώνετε μεταξύ σας, σε εμάς αστράφτει και βροντάει και προκαλούνται ζημιές. Κάποιοι άνθρωποι καταστρέφονται εξαιτίας σας, χάνουν τα πάντα. Δεν τους λυπάστε;

 Η ειλικρίνεια του Αλέξανδρου έφερε σε αμηχανία τους κύκλωπες που για μια στιγμή δεν ήξεραν τι να απαντήσουν. Ο Άργης έσπασε όμως την σιωπή λέγοντας…

Είμαστε αδέρφια και όπως όλα τα αδέρφια έχουμε τις καλές και τις κακές μας στιγμές. Κάποιες φορές μαλώνουμε. Επόμενο είναι. Δεν το κάνουμε για να βλάψουμε κανέναν. Κανέναν δεν θέλουμε να καταστρέψουμε. Μα κι εσείς οι άνθρωποι, δεν μαλώνετε μεταξύ σας; Η δική σας συμπεριφορά δεν βλάπτει τους γύρω σας; Όταν ακούς την μαμά σου και τον μπαμπά σου να μαλώνουν, δεν φοβάσαι; Όταν μαλώνουν εσένα, δεν τρομάζεις; Δεν πονάει η καρδούλα σου;

 Ο Αλέξανδρος άκουγε με προσοχή τον Άργη και τότε συνειδητοποίησε το πόσο δίκαιο είχε. Κι οι άνθρωποι μαλώνουν και όταν μαλώνουν άσχημα, αστράφτουν και βροντάνε κάνοντας τους γύρω τους να τρομάζουν και να πονάνε.

Ναι, αλλά εμείς…

Ο Αλέξανδρος ψιθύρισε τις τρεις λέξεις χωρίς να θέλει κάτι συγκεκριμένο να πει. Ο Άργης τον κατάλαβε και συνέχισε.

Εμείς είμαστε κύκλωπες και λειτουργούμε μόνο με το συναίσθημα και το ένστικτο. Εσείς είσαστε άνθρωποι και έχετε το μυαλό και την λογική. Έχετε καταφέρει πολλά χάρη σε αυτά τα δύο. Αν καταφέρετε να σταματήσετε να μαλώνετε μεταξύ σας, ίσως τότε να το καταφέρουμε κι εμείς.

 Κι αν δεν το καταφέρουμε ποτέ; Θα πρέπει να συνεχίσουμε να φοβόμαστε;

 Λυπάμαι αλλά σε αυτό δεν μπορώ να σε συμβουλεύσω. Πρέπει να βρεις μόνο σου την απάντηση.

Εκείνη την στιγμή ακριβώς ο Αλέξανδρος ξύπνησε καταϊδρωμένος στο κρεβάτι του. Κοίταξε από το παράθυρο τον ουρανό. Είχε ξημερώσει για τα καλά. Μόνο άσπρα σύννεφα στόλιζαν τον γαλάζιο μανδύα του ουρανού. Πουθενά δεν φαινότανε η κακή διάθεση των τριών κυκλώπων που είχαν χθες.

Πέρασε ο καιρός κι ήρθε η Άνοιξη. Καμιά καταιγίδα δεν είχε ξεσπάσει όλο αυτόν τον καιρό κι ο Αλέξανδρος είχε την εντύπωση ότι οι τρεις νέοι φίλοι του, μάλλον τον άκουσαν και σταμάτησαν να μαλώνουν. Κατά βάθος ένιωθε σαν ήρωας σαν ένας νέος Ηρακλής που μόλις είχε ολοκληρώσει τον πρώτο του άθλο.

Με τα πολλά έφτασε και το Πάσχα, η Μεγάλη Εβδομάδα και το Μεγάλο Σάββατο της Αναστάσως. Φόρεσαν τα καλά τους ρούχα και πήγαν το βράδυ στην εκκλησία. Ο Αλέξανδρος περίμενε πως και πως να ακούσει το Χριστός Ανέστη γιατί αμέσως μετά θα άρχιζαν τα πυροτεχνήματα τα οποία και λάτρευε. Έκαναν τον μαύρο ουρανό να μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής στον οποίο έχεις πετάξει ανάμεικτα διάφορα χρώματα. Ήταν μια μαγεία.

Και ήρθε κι αυτή η στιγμή. Ακούστηκε ο Παπα-Παναγιώτης με την βραχνή φωνή του να ψέλνει με χαρά πλέον το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών…» και η νύχτα έγινε μέρα από τα πυροτεχνήματα που άρχισαν να σκάνε στον ουρανό. Ο Αλέξανδρος έτρεξε και βγήκε από το προαύλιο της εκκλησίας. Θέλησε να βλέπει πιο καθαρά τον ουρανό και την πανδαισία των χρωμάτων που άρχισαν τον στολίζουν. Μαγεμένος όπως κοίταζε άκουσε ξαφνικά έναν ήχο σαν λυγμό, σαν κλάμα. Γύρισε και κοίταξε πίσω του και είδε σε μια γωνιά του δρόμου ένα μικρό σκυλάκι που είχε κουρνιάσει με την ουρά κάτω από τα πόδια του. Είχε τρομοκρατηθεί από τους κρότους των πυροτεχνημάτων και δεν ήξερε τι να κάνει. Ο Αλέξανδρος πήγε από πάνω του και το κοίταξε. Έπειτα το πήρε στην αγκαλιά του και ένιωσε τους χτύπους της καρδιάς του που χτυπούσαν σαν τρελοί. Κοίταξε τον ουρανό με τα πυροτεχνήματα…κοίταξε τον σκύλο στην αγκαλιά του και τότε σκέφτηκε το απλούστατο…

Ο σκύλος φοβάται τα πυροτεχνήματα όπως εμείς φοβόμαστε τους κεραυνούς.   

Εκείνη την στιγμή τον πλησίασαν και οι γονείς του κρατώντας τις λαμπάδες στα χέρια με το άγιο φως.

Μαμά, έχει τρομάξει πάρα πολύ. Φοβάται. Είναι κρίμα να το αφήσουμε εδώ. Να το πάρουμε μαζί μας;

Η μητέρα του Αλέξανδρου κοίταξε τον άντρα της στα μάτια και δέχτηκε ένα νεύμα του. Έπειτα γύρισε προς τον Αλέξανδρο και του είπε.

Έχεις δίκαιο. Φοβάται πολύ. Αλλά το να τον πάρουμε σπίτι μας, είναι μια απόφαση που πρέπει να την πάρουμε και οι τρεις. Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι θα συμμετέχουμε στις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που έχει η συμβίωση με ένα σκυλί. Αλλά αυτήν την κουβέντα μπορούμε να την κάνουμε και στο σπίτι μας. Σωστά;

Κι έτσι οι τέσσερις τους κίνησαν για το σπίτι. Κάθισαν στο καθιστικό και κουβέντιασαν για ώρα. Ο καθένας τους ανέλαβε και μια δουλειά για την φροντίδα του σκύλου. Ο μπαμπάς θα το έβγαζε βόλτα το πρωί. Η μητέρα θα φρόντιζε για το φαγητό του σκύλου και ο Αλέξανδρος ανέλαβε την απογευματινή βόλτα, το παιχνίδι και την εκπαίδευσή του.

Ο καιρός περνούσε και ήρθε το καλοκαίρι κι αν εξαιρέσεις κάποιες βροχές από τις συνηθισμένες, καμία καταιγίδα δεν είχε διαταραξει την ηρεμία των ανθρώπων. Το καλοκαίρι πέρασε όμορφα με τον Αλέξανδρο να περνάει πολλές ώρες παιχνιδιού μαζί με τους φίλους του αλλά και με το σκυλάκι του τον Φρίξο όπως τον είχε ονομάσει.  Κι ύστερα ήρθε το φθινόπωρο, άνοιξαν τα σχολεία και ο καιρός άρχισε ξανά να αγριεύει.

Ο Αλέξανδρος έλειπε όλη την ημέρα από το σπίτι και δεν ήταν στο δωμάτιό του όταν ο κρύσταλλος άρχισε να αναβοσβήνει. Κάποια στιγμή το απόγευμα ήρθε στο σπίτι για να πάρει τον Φρίξο και να τον βγάλει για την απογευματινή βόλτα. Περπατούσαν για ώρα όταν ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε κι ένα μπουρίνι ξέσπασε. Ο Αλέξανδρος κι ο Φρίξος έτρεξαν να προφυλαχτούν κάτω από ένα υπόστεγο στο σχολείο του. Και τότε άνοιξαν οι ουρανοί με καταιγίδες και κεραυνούς που τρυπούσαν τον αέρα. Φόβος κυρίευσε τον Αλέξανδρο και προσπάθησε να θυμηθεί τις συμβουλές του δασκάλου του από την προηγούμενη χρονιά. Μα εκείνη την στιγμή ένιωσε στο πόδι του ένα τράβηγμα. Ήταν ο Φρίξος που με την σειρά του είχε τρομοκρατηθεί κι άρχισε να κλαίει ενώ προσπαθούσε να χωθεί ανάμεσα στα πόδια του Αλέξανδρου. Ο Αλέξανδρος έσκυψε και τον πήρε στην αγκαλιά του. Η καρδούλα του έπαιζε δυνατά σαν ταμπούρλο τώρα. Τον χάιδεψε στο κεφάλι του για να τον καθησυχάσει. Του μίλησε με ήρεμη φωνή που πλυμμήριζε ασφάλεια. Ο Αλέξανδρος είχε ξεχάσει τον φόβο του και τώρα προσπαθούσε να προστατεύσει τον μικρό του φίλο, τον Φρίξο.

Παράξενο πράγμα…ενώ άστραφτε και βροντούσε, ο Αλέξανδρος σαν να μην άκουγε τίποτα. Είχε στο νου του μόνο τον Φρίξο και την διάθεση να τον ηρεμήσει. Και το κατάφερε. Ένιωσε τόση ασφάλεια ο Φρίξος που η καρδιά του επέστρεψε στους φυσιολογικούς ρυθμούς. Τα ματάκια του ζωήρεψαν και άρχισαν να κοιτάνε τον Αλέξανδρο υγρά, λαμπερά και παιχνιδιάρικα.

Χρειάστηκε να σταματήσει η καταιγίδα και αφού γύρισαν κι οι δυο τους σπίτι σώοι, τότε μόνο ο Αλέξανδρος συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί.

Αν και φοβότανε τους κεραυνούς, όταν είδε ότι το σκυλί του είχε περισσότερη ανάγκη για προστασία επειδή φοβήθηκε, τότε ξέχασε τον δικό του φόβο και προσπάθησε να εμψυχώσει τον Φρίξο.

Εκείνο το βράδυ, μόλις κοιμήθηκε ο Αλέξανδρος, το όνειρο μπήκε πάλι σε λειτουργία από εκεί που είχε ακριβώς σταματήσει. Βρισκόταν στο τραπέζει με τους τρεις κύκλωπες. Μόνο που τώρα και οι τρεις τους ήταν όρθιοι με γυρισμένες τις πλάτες τους προς τον Αλέξανδρο και κάτι συζητούσαν ψιθυριστά για να μην τους ακούει. Φαινόντουσαν ανήσυχοι. Ξαφνικά ο Αλέξανδρος ένιωσε να τραβάει κάποιος το πόδι του. Κοίταξε χαμηλά και είδε τον Φρίξο. Του γάβγιζε κουνώντας με χαρά την ουρά του αλλά δεν ακουγόταν τίποτα. Παράξενο πράγμα. Σαν να ήταν μουγγό το σκυλί. Κι ύστερα το είδε να μαζεύεται στην ουρά του όπως κάνει όταν φοβάται.

Ο Αλέξανδρος κατάλαβε αμέσως. Πήρε στην αγκαλιά του τον Φρίξο και σήκωσε το βλέμμα του προς τους κύκλωπες.

Συγνώμη κύριοι… θέλω κάτι να σας πω.

Τα τρία αδέρφια έστρεψαν τα κεφάλια τους προς τον Αλέξανδρο.

Θα ήταν ψέματα αν σας έλεγα ότι θα σταματήσω να σας φοβάμαι. Απλά, την επόμενη φορά θα φροντίσω να μοιραστώ τον φόβο μου μαζί με κάποιον που φοβάται κι αυτός. Όταν έχεις ένα βάρος να κουβαλήσεις, είναι πιο εύκολο αν σε βοηθήσει και κάποιος άλλος. Μια κοτρώνα, δεν θα μπορούσα ποτέ να την σηκώσω μόνος μου. Αν όμως προσπαθήσω να την σηκώσω με έναν φίλο, τότε ίσως το καταφέρουμε. Κι αν αντί για έναν φίλο, βρω δύο φίλους, τότε σίγουρα θα την σηκώσουμε. Έτσι και ο φόβος μου για εσάς. Όταν τον μοιράζομαι με άλλον, τον ξεχνάω.

Οι τρεις κύκλωπες, κοίταξαν ο ένας τον άλλον κι έπειτα χαμογέλασαν. Πιάστηκαν χέρι με χέρι σχηματίζοντας έναν κύκλο και ως δια μαγείας εξαφανίστηκαν. Η ίδια μαγεία που εξαφάνισε τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον Άργη, άρχισε να εξαφανίζει σιγά-σιγά και τον πύργο τους. Χάνονταν οι καρέκλες, το τραπέζι, οι τοίχοι κι ένα εκτυφλωτικό φως άστραψε στιγμιαία κάνοντας τον Αλέξανδρο να κλείσει τα μάτια του. Όταν τα άνοιξε, βρίσκονταν στο κρεβάτι του και ο ήλιος έστελνε τις ακτίνες του μέσα από το παράθυρο του δωματίου του.

Δίπλα στο πατάκι, ο Φρίξος είχε ξυπνήσει κι αυτός κι έδειχνε την χαρά του στον Αλέξανδρο προκαλώντας τον για παιχνίδι.

Κυριακή σήμερα, ας παίξουμε…

Είπε ο Αλέξανδρος και σηκώθηκε από το κρεβάτι του με ένα πήδημα. Μα πριν βγούνε από το δωμάτιο, είδε στην βιβλιοθήκη του στάχτη ριγμένη στο σημείο που βρισκόταν πρώτα ο κρύσταλος κι ο κρύσταλος δεν υπήρχε πια…

Τα χρόνια πέρασαν κι ο Αλέξανδρος έγινε άνδρας κι ο Φρίξος ένας γέρος-σοφός σκύλος. Ο Αλέξανδρος δεν ήταν μαθητής πλέον. Είχε δικό του εργοστάσιο στο οποίο κατασκεύαζε αλεξικέραυνα για σχολεία, για νοσοκομεία, για στρατόπεδα, ακόμα και για σπίτια. Κατάφερε να κάνει τον φόβο, φίλο του. Αφού δεν μπορούσε να τον διώξει, αποφάσισε να τον γνωρίσει καλύτερα και να τον συνηθίσει.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Η Σοφία κι ο φόβος!» του Χρήστου Π. Τσίρκα

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από τον Χρήστο Π. Τσίρκα τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Κάποιοι λένε πως όταν έγινε ο κόσμος ήταν σκοτάδι βαθύ και για πολλά χρόνια επικρατούσε η νύχτα. Μέρα δεν υπήρχε, μα ούτε και άνθρωποι ή ζώα. Παντού σκοτάδι και ησυχία. Μα μια στιγμή, ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, μια έκρηξη έφερε τα πάνω – κάτω.

Η φωτογραφία είναι του Bryan Goff

Από αυτήν την έκρηξη, δύο τεράστιες μπάλες πέσανε στην γη. Η πρώτη ήταν πύρινη, από φωτιά που έκαιγε και δεν έλεγε να σβήσει. Έλαμπε τόσο πολύ που δεν μπορούσες να την κοιτάξεις για περισσότερο από τρία δευτερόλεπτα.

Μα η δεύτερη μπάλα ήταν αδύναμη και το φως της, ίσα που φώτιζε την γη μέσα στο σκοτάδι.

Οι δύο μπάλες αυτές έτυχε να σταθούν στις κορυφές δύο αντικριστών βουνών. Μα τα βουνά δεν άντεχαν άλλο αυτό το βάρος και αποφάσισαν να τις εκσφενδονίσουν στο διάστημα.

Έτσι κι έγινε. Με δύο δυνατές εκρήξεις από τα δύο βουνά, οι δύο μπάλες βρέθηκαν από την μία στιγμή στην άλλη να αιωρούνται στο διάστημα κάνοντας γύρους, γύρω από την γη.

Πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια από τότε κι οι δύο φωτεινές μπάλες συνέχιζαν το αργό περιστροφικό τους ταξίδι με κέντρο την γη.

Κι όταν οι άνθρωποι έκαναν την εμφάνισή τους στην γη, συμφώνησαν και δώσανε στην πύρινη μπάλα το όνομα Ήλιος ενώ την άλλη την ονόμασαν Σελήνη.

Όταν ο Ήλιος φώτιζε την πλάση, οι άνθρωποι ήταν χαρούμενοι. Μιλούσανε ο ένας με τον άλλον, γελούσανε, παίζανε, δουλεύανε… κάνανε χίλια τρία πράγματα. Μα όταν ο Ήλιος έφευγε και στην θέση του ερχότανε η Σελήνη, τα πάντα σκοτεινιάζανε κι επειδή κανείς δεν έβλεπε τί γίνεται δίπλα του, τους κυρίευε ο φόβος. Γι’ αυτό έτρεχαν και κλείνονταν στα σπίτια τους και επειδή δεν είχαν τί να κάνουν…κοιμόντουσαν.

Εκείνα τα χρόνια, ζούσε στον κόσμο ένας κακός μάγος. Κι ήταν κακός γιατί ποτέ του –όταν ήταν παιδί- δεν είχε δεχτεί να παίξει παρέα με τα άλλα παιδιά. Ποτέ του δεν καταδέχτηκε να γελάσει με τα αστεία που κάνανε οι υπόλοιποι. Ποτέ του δεν έμαθε να δείνει στους άλλους, παρά μονάχα ήθελε να παίρνει.

 

Φέρτε μου αυτό… φέρτε μου εκείνο… φέρτε μου το άλλο!

 

Αυτόν τον μάγο που είχε καρδιά σκληρή σαν πέτρα, οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν «Σκληροπετράν» και πάντα τον απέφευγαν. Μα κι αυτός δεν τους ήθελε και δεν τους είχε ανάγκη. Για το λόγο αυτό είχε χτίσει έναν πύργο στο βουνό από το οποίο είχε εκτοξευτεί η δεύτερη φωτεινή μπάλα που μετά οι άνθρωποι την ονόμασαν Σελήνη.

Και δεν διάλεξε τυχαία αυτό το βουνό. Όχι! Το διάλεξε γιατί λάτρευε την Σελήνη, τη νύχτα και το σκοτάδι και γνώριζε καλά την ιστορία που έκρυβε το βουνό. Κι όταν όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι κοιμόντουσαν εκείνες τις ώρες, αυτός σε αντίθεση με αυτούς, ήταν ξύπνιος, δούλευε και κατόστρωνε τα σατανικά του σχέδια. Κι όταν την ημέρα οι άνθρωποι ξυπνούσαν για να ζήσουν την ζωή τους, αυτός κοιμότανε.

Ξέχασα να σας πω ότι ο πύργος του, δεν είχε ούτε ένα παράθυρο γιατί απλά δεν ήθελε να μπαίνει μέσα το φως του ήλιου και της μέρας.

Κάποτε είχε πέσει στα χέρια του ένα αντίτυπο από το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας και σε αυτό διάβασε μεταξύ άλλων ότι υπάρχει τρόπος να σβηστεί τελείως ο Ήλιος από τον Ουρανό. Η συνταγή ήταν μία και για την ακρίβεια χρειαζότανε:

  • 3 αριστερά φτερά κόκκινης νυχτερίδας
  • τα νύχια των ποδιών ενός εξαδάχτυλου μονόκερου
  • 20 τρίχες από γκρινιάρη ελέφαντα και
  • 12 σταγόνες σάλιου από συναχωμένη αλεπού.

Αυτά έπρεπε να τα βράζει για 26 ημέρες σε σιγανή φωτιά με νερό από θολωμένη λίμνη. Και την 26ημέρα, την ώρα που δύει ο Ήλιος, έπρεπε να ρίξει στο καζάνι ακόμα ένα υλικό: Τα δάκρυα από 99 μοναχοπαίδια που κλαίνε από τον φόβο τους.

Για πολλά χρόνια ο Σκληροπετράν έψαχνε να συγκεντρώσει τα υλικά. Και το κατάφερε. Τώρα του έμενε να βρει μόνο τα δάκρυα των παιδιών. Μα και γι’ αυτό δεν άργησε. Άρχισε να πηγαίνει έξω από τα σχολεία, στα πάρκα κι όπου μπορεί κανείς να συναντήσει παιδιά κι όταν τα έβλεπε να είναι μόνα τους, μακριά από τους γονείς τους ή αλλους φίλους, τότε με ψέματα, γλυκά και πονηριές τα έπειθε και τον ακολουθούσαν στον πύργο του.

99 παιδιά βρίσκονταν τώρα κλειδωμένα στον πύργο του ενώ κάτω στα χωριά οι καημένοι γονείς έτρωγαν τον κόσμο για να τα βρούνε, μα αυτά άφαντα.

99 παιδιά κατέβασε στο υπόγειο και θεοσκότεινο μπουντρούμι του πύργου του ο Σκληροπετράν. Εκεί είχε βάλει και το καζάνι στο οποίο έβραζαν σε σιγανή φωτιά τα υλικά για το μαγικό φίλτρο. Τα παιδιά μέσα στο σκοτάδι και βλέποντας μια φωτιά να καίει κι ένα καζάνι πάνω του να βράζει, φοβήθηκαν κι άρχισαν να κλαίνε.

Ο Σκληροπετράν γυρνούσε από παιδί σε παιδί και στράγγιζε τα δάκρυά τους μέσα σε ένα κύπελο που κρατούσε. Έπειτα, έριξε τα δάκρυα των παιδιών στο καζάνι και αμέσως το υγρό που έβραζε, άλλαξε χρώμα. Από διάφανο έγινε μαύρο και μια απαίσια έντονη μυρωδιά άρχισε να αναδύεται σε όλο τον χώρο.

Ο Σκληροπετράν δεν χρειαζότανε πλέον τα παιδιά. Δεν τα είχε άλλο ανάγκη αλλά δεν μπορούσε να τα αφήσει έτσι απλά να φύγουν γιατί θα τον μαρτυρούσαν στους γονείς τους και τότε θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα… εκτός κι αν τους έκλεβε τις μνήμες.

Άνοιξε και πάλι το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας κι εκεί βρήκε την συνταγή για ένα φίλτρο που όποιος το δοκίμαζε, ξεχνούσε ότι είχε συμβεί τις τελευταίες μέρες.

Έφτιαξε αμέσως το φίλτρο και σε αυτό βούτηξε καραμέλες και γλυκά και στην συνέχεια τα πρόσφερε στα παιδιά. Αυτά, νομίζοντας ότι ο Σκληροπετράν είχε μετανιώσει για τις πράξεις του και με το κέρασμα αυτό ήθελε να τα καλοκαρδίσει, δέχτηκαν την προσφορά του και πέσανε με τα μούτρα στο φαγητό.

Ο κακός μάγος στη συνέχεια, άνοιξε την πόρτα του πύργου του και τα ελευθέρωσε κι αυτά μέχρι να κατεβούν στα χωριά τους είχαν ξεχάσει τον Σκληροπετράν, το καζάνι με το μαγικό φίλτρο, το σατανικό σχέδιό του –που τους το είχε πει για να τα φοβίσει ακόμα πιο πολύ- είχαν ξεχάσει τον πύργο, το υπόγειο, τα πάντα.

Ένα κοριτσάκι όμως, η Σοφία, που η μαμά της, της έλεγε πάντα να αποφεύγει τα γλυκά που της προσφέρουν οι ξένοι, δεν έφαγε από τα γλυκά κι έτσι δεν έχασε την μνήμη της. Θυμότανε κάθε στιγμή που περάσανε στον απαίσιο πύργο και κάθε λεπτομέρεια του σχεδίου του απαισιότατου μάγου.

Μα ας έρθουμε πάλι πίσω στον Σκληροπετράν και στο καζάνι του που έβραζε το μαγικό φίλτρο. Αυτό τώρα ήταν έτοιμο. Έμενε μόνο να καταφέρει τον Ήλιο να πιει έστω και λίγο από τις μαγικές σταγόνες.

Οι ώρες περνούσαν και η Σελήνη ετοιμάζονταν να παραχωρήσει την θέση της στον Ήλιο ο οποίος άρχισε δειλά να ξεπροβάλλει από την ανατολή. Συνέχισε αργά-αργά την ανοδική του πορεία για το τελείωμα του ουρανού κι όταν πλησίαζε πάνω από τον πύργο, ο Σκληροπετράν από την κορυφή του, τον φώναξε με ψεύτικο ενδιαφέρον.

Καλή σου μέρα λαμπερέ και πολύτιμε Ήλιε μου. Πιάνεις δουλειά βλέπω. Δέξου από εμένα τον ταπεινό άνθρωπο ένα αναψυκτικό για να σε δροσίσω και να σε γεμίσω ενέργεια για το υπόλοιπο της μέρας.

Ο Ήλιος που δεν ήξερε μα ούτε και φανταζότανε τα πονηρά σχέδια του Σκληροπετράν, τον ευχαρίστησε και ήπιε μονορούφι το μαγικό πιοτό που του πρόσφερε. Δεν πρόλαβε να κατεβάσει το ποτήρι από το στόμα του και τότε αυτό που ακολούθησε είναι το πιο τρελό και απίθανο γεγονός που συνέβη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Ήλιος έπαψε να λάμπει, έχασε το φως του. Όπως ακριβώς σβήνεις την μοναδική λάμπα που φωτίζει ένα δωμάτιο και γίνεται κατευθείαν σκοτάδι. Αυτό ακριβώς έγινε εκείνη την στιγμή με την διαφορά ότι συνέβη έξω, στην φύση, στον κόσμο όλο. Ξαφνικά σκοτίνιασε σαν να ήταν βράδυ κι ακόμα χειρότερα.

Ο κόσμος που βρισκότανε στα χωριά, στις δουλειές του, δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους.

Μα τί έγινε; Έσβησε ο Ήλιος;

Πέθανε;

Μα πεθαίνει ο Ήλιος;

Πότε πρόλαβε και ήρθε η νύχτα; Πριν λίγο δεν ξημέρωσε;

Όλοι από τον φόβο τους δεν ξέρανε τί να κάνουν. Τρέχανε πανικόβλητοι να γυρίσουν στα σπίτια τους κι επειδή δεν βλέπανε μπροστά τους, έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλον, ή έμπαιναν σε λάθος σπίτι. Άλλοι πάλι, έπεφταν μέσα σε πηγάδια ή στο ποτάμι. Ένα χάος άρχισε να επικρατεί. Όλοι φοβόντουσαν και γι’ αυτό μένανε κλεισμένοι στα σπίτια τους. Κανείς δεν ήξερε και δεν μπορούσε να καταλάβει και να φανταστεί τί είχε συμβεί ακριβώς. Κανείς εκτός από την μικρούλα Σοφία, αυτήν δηλαδή που δεν είχε φάει από τα μαγικά γλυκά του Σκληροπετράν και έτσι θυμότανε πολύ καλά όλα όσα ο κακός μάγος τους είχε αποκαλύψει την ώρα που τα έδιωχνε από τον πύργο του.

Η Σοφία είπε στους γονείς της τα πάντα μα πλέον τί μπορούσαν να κάνουν; Εξάλλου όλοι φοβόντουσαν. Μικροί και μεγάλοι.

Μα όχι, τί να φοβηθώ και γιατί;

Σκέφτηκε η Σοφία…

Είναι απλά σκοτάδι. Αν βγω έξω, το χωριό μου θα είναι το ίδιο χωριό που είναι κι όταν έχει φως. Οι δρόμοι θα βρίσκονται στα ίδια πάντα σημεία, όπως και τα δέντρα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όλα είναι ίδια ακριβώς αλλά απλά δεν μπορούμε να τα δούμε…

Τέτοιες σκέψεις έκανε η μικρή Σοφία και ένα ανεξήγητο συναίσθημα την έσπρωξε να βγει από το σπίτι της. Δεν έβλεπε τίποτα αλλά και πάλι δεν χρειαζότανε αφού ήξερε πολύ καλά τα κατατόπια. Κι άρχισε να περπατάει, να περπατάει έχοντας για οδηγό το παράξενο αυτό συναίσθημα. Κι ύστερα άρχισε να ανηφορίζει και κατάλαβε πως κατευθύνεται προς το βουνό, προς τον πύργο του Σκληροπετράν. Μα στην διασταύρωση έστριψε και πήρε τον δρόμο που οδηγούσε στο άλλο βουνό, σ’ εκείνο δηλαδή που είχε καθίσει ο Ήλιος όταν πρωτοεμφανίστηκε στην γη. Έφτασε στην κορυφή του βουνού την ώρα που έπρεπε κανονικά να νυχτώνει, την ώρα δηλαδή που εμφανίζεται η Σελήνη.

Η Σελήνη μόλις αντίκρισε την Σοφία παραξενεύτηκε…

Τί γυρεύεις τέτοια ώρα σε αυτήν την κορυφή και μάλιστα μόνη σου; Δεν φοβάσαι;

Δεν ξέρω… κάτι με οδήγησε εδώ. Νομίζω ότι εδώ θα βρω την λύση στο πρόβλημά μας.

Τί πρόβλημα έχεις εσύ σε αυτήν την ηλικία; Είσαι παιδί ακόμα και τα παιδιά δεν πρέπει να έχουν προβλήματα. Τα παιδιά πρέπει να έχουν όνειρα.

Ο σκληρός, κακός μάγος που ζει στον πύργο που βρίσκεται στην κορυφή εκείνου του βουνού, κατάφερε με μάγια και έσβησε τον Ήλιο και τώρα όλος ο κόσμος φοβάται γιατί δεν βλέπει τίποτα.

Έσβησε τον Ήλιο; Μα τι μου λες; Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, κι αν γίνονται, γίνονται μόνο στα παραμύθια.

Κι η μικρή Σοφία είπε με το νι και με το σίγμα στην Σελήνη ό,τι είχε συμβεί ακριβώς. Μα η Σελήνη δυσκολευότανε να την πιστέψει κι έτσι διέταξε μια από τις χιλιάδες λάμψεις που την υπηρετούσαν, να μπει κρυφά στον πύργο του Σκληροπετράν και να μάθει ακριβώς τι συμβαίνει.

Η Λάμψη με αριθμό 128 ανέλαβε την αποστολή. Εκτοξεύτηκε με μεγάλη ταχύτητα από την Σελήνη προς τον πύργο. Πέρασε χωρίς δυσκολία από την κλειδαρότρυπα της πόρτας κι άρχισε να πετάει πάνω από το δωμάτιο παρατηρώντας τα πάντα.

Για καλή της τύχη, ο Σκληροπετράν έλειπε. Για να ολοκληρωθεί το σχέδιό του και να κυριαρχήσει αυτός στο σκοτάδι, έπρεπε να βρει πρώτα την βασιλική κορώνα του Ήλιου και να την καταστρέψει καίγοντάς την. Η κορώνα όμως βρισκότανε στο βασίλειο του Ήλιου κι ο κακός μάγος είχε κινήσει για εκεί.

Έτσι, η Λάμψη με αριθμό 128 αλώνιζε χωρίς φόβο στον πύργο χωρίς να το ξέρει βέβαια. Αφού είδε καλά στον επάνω όροφο, χύθηκε στο υπόγειο και σκοτεινό μπουντρούμι κι εκεί είδε το καζάνι με το μαγικό φίλτρο που ακόμα ήταν ζεστό κι ας είχε σβήσει η φωτιά.

Ετοιμαζότανε να φύγει όταν ένας παράξενος θόρυβος της τράβηξε την προσοχή. Σαν κάποιος να βογκούσε από πόνο. Κοίταξε γύρω της καλύτερα μα δεν έβλεπε κανέναν. Προσπάθησε να καταλάβει από πού έρχεται ο θόρυβος και τότε ανακάλυψε μια μυστική πόρτα. Στο άγγιγμά της και μόνο, άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο δωμάτιο. Ένα δωμάτιο όχι απλά τεράστιο, αλλά απέραντο σαν την θάλασσα, που όμοιό του δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο παρά μόνο στον κόσμο της φαντασίας.

Ξαπλωμένος στο πάτωμα και δεμένος με αλυσίδες βρισκότανε ο Ήλιος, αλλά όχι φωτεινός και λαμπερός όπως τον ξέρουμε όλοι. Τώρα ήταν μαύρος, σκοτεινός κι έμοιαζε τελείως αδύναμος. Βογκούσε σαν να πονούσε κι είχε τα μάτια του κλειστά σαν να φοβότανε. Ο Ήλιος φοβάται το σκοτάδι;

Η Λάμψη με αριθμό 128, είδε ότι έπρεπε να δει και τώρα έπρεπε να γυρίσει στην Σελήνη για να της τα πει όλα χαρτί και καλαμάρι.

Βγήκε από το τεράστιο φανταστικό δωμάτιο και βρέθηκε στον επάνω όροφο και λίγο πριν βγει από την κλειδαρότρυπα της πόρτας, πρόσεξε στην βιβλιοθήκη του μάγου ένα εντυπωσιακό και σπάνιο βιβλίο. Ήταν το Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας. Του έριξε μια γρήγορη ματιά γυρνώντας όλες τους τις σελίδες κι έπειτα γύρισε στην Σελήνη που με την Σοφία περίμεναν ακόμα στην κορυφή του βουνού.

Λοιπόν Λάμψη;

Την ρώτησε η Σελήνη.

Αλήθεια… καζάνι… φίλτρο… μαγικό… μαύρο… πόρτα… δωμάτιο… Ήλιος… σκοτεινός… βογγάει… βιβλίο… ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ

Όλα τα είπε η Λάμψη κι Σελήνη πίστεψε τελικά την Σοφία. Μα το πιο σημαντικό από όλα όσα είπε η Λάμψη, ήταν το «ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ». Μέσα σε αυτό το «ΤΟ ΚΑΙ ΤΟ» κρυβότανε η λύση στο πρόβλημα. Έτσι, η Σελήνη εξήγησε στην Σοφία τί έπρεπε να κάνει.

Άκου Σοφία. Η Λάμψη με αριθμό 128 κατάφερε και διάβασε στο Μεγάλο Βιβλίο των Μάγων και της Μαγείας, πως το αντίδοτο, το φάρμακο δηλαδή, βρίσκεται στα δάκρυα. Μα όχι στα δάκρυα του φόβου, αλλά του γέλιου. Τα ίδια παιδιά που έκλαψαν από φόβο, πρέπει τώρα να δακρίσουν από τα γέλια. Αν αυτά τα δάκρυα τα ανακατέψεις με μαύρο τσάι και αυτό το δώσεις στον Ήλιο να το πιεί, όλα θα γίνουν όπως πρώτα.

Καλά τα λες εσύ Σελήνη μου, μα πως θα κατεβώ στα χωριά και πως θα κάνω τον κόσμο και τα παιδιά να με ακούσουν αφού το σκοτάδι δεν μας αφήνει; Όλοι φοβόμαστε. Πως θα καταφέρουμε να γελάσουμε; Κανείς μας δεν έχει όρεξη για γέλια.

Ένα-ένα τα προβλήματα μικρή μου. Μην βιάζεσαι. Για το πως θα κατεβείς στα χωριά και πως θα σε δούνε οι άλλοι, άσε να το φροντίσω εγώ. Για τα υπόλοιπα, θα πρέπει εσύ να βρεις τον τρόπο.

Και τότε η Σελήνη κάλεσε κοντά της τα αγαπημένα της έντομα, τις πυγολαμπίδες. Εκατομμύρια πυγολαμπίδες εμφανίστηκαν ξαφνικά από το πουθενά και σχημάτισαν μια τεράστια άμαξα που φώτιζε δυνατά και όμορφα.

Η Σοφία ανέβηκε στην φωτεινή άμαξα και ξεκίνησε πρώτα για το χωριό της. Η άμαξα πετούσε ψηλά από το χωριό κι άρχισε να το φωτίζει. Ο κόσμος που ήταν κλεισμένος στα σπίτια του, ξαφνικά είδε μια λάμψη φωτός να μπαίνει στα δωμάτιά τους και έτρεξαν στα παράθυρα να δούνε τι συμβαίνει. Αμέσως εντυπωσιάστηκαν από το θέαμα κι άρχισαν να βγαίνουν έξω και να ακολουθούν την άμαξα η οποία σταμάτησε στην πλατεία.

Από μέσα βγήκε η Σοφία κι άρχισε να μιλάει στον κόσμο με ζεστή φωνή γεμάτη σιγουριά. Κατάφερε να τους ηρεμήσει όλους και να τους διώξει τον φόβο. Τους είπε το σχέδιό της που σκέφτηκε όσο ήταν στην άμαξα και ζήτησε να πάνε όλοι τους στους πρόποδες του βουνού που είχε τον πύργο του ο Σκληροπετράν και να την περιμένουνε. Εκείνη έπρεπε να γυρίσει και στα υπόλοιπα γύρω χωριά για να μαζέψει και τα υπόλοιπα παιδιά.

Μα πως θα πάμε στο βουνό αφού δεν βλέπουμε;

Ακούστηκε μια φωνή μέσα από το πλήθος και τότε, ένα από τα φωτεινά άλογα που είχαν σχηματίσει οι πυγολαμπίδες, ξεχώρισε από την άμαξα και κίνησε αργά να προχωράει. Όλοι κατάλαβαν ότι έπρεπε να το ακολουθήσουν.

Αμέσως έφυγε και η Σοφία για τα γύρω χωριά και μέσα σε λίγες ώρες, πολλά παιδιά μαζί με τους γονείς τους είχαν βρεθεί στην αρχή του δρόμου για τον πύργο του Σκληροπετράν.

Τώρα πρέπει να γελάσουμε και να γελάσουμε μέχρι να δακρύσουμε.

Φώναξε η Σοφία πάνω από την φωτεινή άμαξα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να γελάσει. Άρχισαν κάποιοι να λένε αστεία… κάποια γέλια ακούστηκαν αλλά ήταν απλά γέλια κι όχι μετά δακρύων. Κάποιοι άρχισαν να γαργαλάνε τους άλλους μα και πάλι τα γέλια τους ήταν απλά… και τότε έγινε κάτι απίθανο. Ούτε κι εγώ δεν θα το πίστευα αν δεν το έβλεπα με τα ίδια μου τα μάτια.

Η φωτεινή άμαξα από πυγολαμπίδες άρχισε να διαλύεται και τώρα πετούσαν μπερδεμένα στον αέρα. Σαν κάτι να προσπαθούσαν να ζωγραφίζουν… μα ναι…ένα περίγραμμα άρχισε να σχηματίζεται… μοιάζει με άνθρωπο… ναι είναι άνθρωπος… τώρα σχεδιάζουν το κεφάλι του… τελείωσαν… μα αυτός είναι ο Σκληροπετράν. Οι πυγολαμπίδες είχαν σχηματίσει τον κακό μάγο και ξαφνικά ο φόβος στα παιδιά και τους μεγάλους είχε επιστρέψει. Όχι όμως για πολύ, γιατί οι πυγολαμπίδες άρχισαν να αλλάζουν το σχέδιο, και τώρα έδειχναν τον κακό μάγο να είναι γυμνός με τα σώβρακα μόνο και να κάνει αστείες γκριμάτσες στο πρόσωπο.

Αυτό ήταν… ο κόσμος άρχισε να γελάει δυνατά…. Τώρα ο Σκληροπετράν είχε ντυθεί σαν μπαλαρίνα και χόρευε σαν αέρινη χορεύτρια και τα παιδιά άρχισαν να γελάνε ακόμα πιο δυνατά γιατί τους φάνηκε πολύ αστείο. Οι πυγολαμπίδες που σχημάτιζαν το σώμα του ξαφνικά έσβησαν κι έμεινε μόνο ένα κεφάλι να αιωρείται. Κι όταν άναψαν ξανά, το σώμα του ήταν σώμα ελέφαντα που στηρίζεται στο ένα του πόδι και μετά ξανά έσβησαν και άναψαν ξαναέχοντας σχηματίσει σώμα καμηλοπάρδαλης, μετά κότας και τα παιδιά είχαν πεθάνει στο γέλιο… Ναι, τώρα γελούσανε με δάκρυα στα μάτια όλοι τους. Μικροί και μεγάλοι. Πρώτη η Σοφία στράγιξε τα δάκρυά της σε μια κούπα κι άρχισε μετά να γυρίζει από τα παιδιά και να μαζεύει τα δάκρυά τους. Όλα τα παιδιά δώσανε τα δάκρυά τους και στην συνέχεια χύσανε στην κούπα και μαύρο τσάι. Τώρα έπρεπε να το δώσουνε στον Ήλιο να το πιει. Μπήκαν οι γονείς μπροστά και κίνησαν για τον πύργο. Με ξύλα που βρήκαν στο δρόμο έσπασαν την πόρτα του πύργου και ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον Σκληροπετράν μα για καλή τους τύχη αυτός δεν είχε γυρίσει ακόμη.

Κατέβηκαν γρήγορα στο υπόγειο μπουντρούμι και έψαχναν να βρούνε την μυστική πόρτα για το φανταστικό δωμάτιο στο οποίο ήταν φυλακισμένος ο Ήλιος μα δεν μπορούσαν να την βρούνε.

Μα να σου και η Λάμψη με αριθμό 128…

Μα τί κάνετε και αργείτε; Σε λίγο η Σελήνη πρέπει να φύγει.

Δεν μπορούμε να βρούμε την μυστική πόρτα.

Και γιατί δεν μιλάτε;

Η Λάμψη άγγιξε απλά στο σημείο που έπρεπε και το μυστικό πέρασμα φάνηκε κι άνοιξε η πόρτα. Τα παιδιά έτρεξαν γρήγορα στο φανταστικό δωμάτιο και σκύψανε πάνω από το πρόσωπο του Ήλιου.

Ήλιε μου, μην φοβάσαι και πιες λίγο από αυτό το τσαγάκι. Θα σου κάνει καλό.

Του είπε η Σοφία προσφέροντάς του την κούπα. Ο Ήλιος στην αρχή δίστασε γιατί θυμήθηκε ότι κι ο Σκληροπετράν στην αρχή με την καλοσύνη του την έφερε και τον κατάφερε να πιει το μαγικό φίλτρο. Μετά όμως σκέφτηκε ότι δεν έχει να χάσει τίποτα αφού ήταν ήδη έτσι όπως ήταν και το ήπιε.

Αχ παιδιά… τί μαγεία ακολούθησε! Μικρές-μικρές φωτίτσες άρχισαν να πετάγονται από το πρόσωπό του, από το σώμα του. Φωτίτσες που σπάσανε τα δεσμά των αλυσίδων κι ο Ήλιος άρχισε να υψώνεται σιγά-σιγά μέχρι που γκρέμισε το ταβάνι και συνέχιζε για τον Ουρανό.

Όλοι τότε έτρεξαν έξω και είδαν την Σελήνη να καλοσορίζει και να αποχαιρετάει τον καλό αδερφό της ‘Ηλιο –γιατί αδέρφια είναι αυτοί οι δύο, αυτό θα το γνωρίζετε κι από άλλο παραμύθι. Και πριν χαθεί τελείως η Σελήνη από τον ουρανό, γύρισε και φώναξε προς την Σοφία.

Μπράβο σου μικρή μου. Είδες που τα καταφέρατε μια χαρά όλοι σας. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι όταν έχεις κάποιον δίπλα σου. Μοιράσου τον φόβο σου με τους άλλους, έτσι ο φόβος χάνει την δύναμή του.

Σε ευχαριστούμε πολύ Σελήνη…

Απάντησε η Σοφία.

Σε ευχαριστούμε για την πολύτιμη βοήθειά σου. Θα σε περιμένουμε με χαρά και σήμερα το βράδυ. Καλή σου νύχτα αν πας για ύπνο.

Ακούστηκαν κάποιες φωνές μέσα από το πλήθος κι η Σελήνη τους απάντησε με την σειρά της…

Καλή σας μέρα και σε εσάς που τώρα ξυπνάτε λοιπόν. Θα τα πούμε σήμερα το βράδυ.

Κι ύστερα ακούστηκαν κι άλλες φωνές παιδιών μα και των μεγάλων που αποχαιρετούσαν την Σελήνη και την ευχαριστούσαν και τέλος που καλοσόριζαν τον Ήλιο στην νέα του ανατολή.

Κάπως έτσι τελειώνει το παραμύθι μας… μα σαν να νομίζω ότι ξέχασα κάτι. Ξέχασα;

Μα ναι! Τον Σκληροπετράν. Αυτός είχε φτάσει στο βασίλειο του Ήλιου κι είχε βρει και πάρει την βασιλική κορώνα. Βρισκότανε στην επιστροφή για τον πύργο του όταν συνέβη το ευχάριστο γεγονός με την αναγέννηση του Ήλιου και τρόμαξε τόσο πολύ που πάγωσε για αρκετή ώρα. Ξεπάγωσε όταν μπήκε σε λειτουργία η κορώνα η οποία άρχισε τώρα να του καίει τα χέρια. Την πέταξε καταγής και έτρεξε γρήγορα στον πύργο του για να δει τί είχε συμβεί κι εκεί αντίκρισε όλους τους κατοίκους των γύρω χωριών μαζί με τα παιδιά τους. Τους είδε να κρατάνε ξύλα στα χέρια και τότε αυτός ήταν που ένιωσε το συναίσθημα του φόβου. Μα αυτό που θα σας πως και πάλι δεν θα το πιστέψετε. Τα παιδιά βγήκαν μπροστά από τους γονείς τους, τους κατέβασαν τα ξύλα από τα χέρια κι αμέσως έτρεξαν όλα μαζί και αγκάλιασαν τον Σκληροπετράν. Τον αγκάλιασαν τόσο δυνατά που έκαναν την σκληρή του καρδιά να ραγίσει κι ο Σκληροπετράν σαν κάτι να ένιωσε για τα παιδιά. Ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο γι’ αυτόν. Και ξαφνικά ένιωσε την ανάγκη να τα αγκαλιάσει κι αυτός κι ύστερα ένιωσε την ανάγκη να πιαστούν από το χέρι και να αρχίσουν τον χορό, κι ύστερα να παίξουν. Στο παιχνίδι μπήκαν κι οι μεγάλοι και έγινε τρελό γλέντι.

Ο Σκληροπετράν άλλαξε από τότε, μα άλλαξαν κι όλοι οι άλλοι. Πλέον τον φώναζαν σκέτο Πέτρο κι αυτός γκρέμισε τον πέτρινο πύργο του και τον έχτισε ξανά με μοναδικό υλικό το γυαλί για να μπαίνει όλο το φως μέσα στα δωμάτια.

Κι άνοιξε την πόρτα του πύργου του για τον κόσμο που ήθελε να τον επισκεφτεί και μια ώρα το πρωί και μια ώρα το βράδυ, μαζευόντουσαν όλοι στην ταράτσα του πύργου του, το πρωί για να συνομιλήσουν με τον Ήλιο και το βράδυ με την Σελήνη!

Και τώρα, σίγουρα τελείωσα…νομίζω πως πρέπει να κλείσω το φως. Με το φως σβηστό ζωγραφίζω καλύτερα στο μυαλό μου!

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,,,, | 2 Σχόλια

«Το φως της ψυχής μας» της Αρετής Τσιφλίδου

(Το ακόλουθο παραμύθι γράφτηκε από την Αρετή Τσιφλίδου τον Οκτώβριο του 2018 προκειμένου να παρουσιαστεί στην εκδήλωση της Ομάδας «Οι Παραμυθάδες» «Νικώ τους φόβους μου με τα παραμύθια: Από το σκοτάδι στο φως» που πραγματοποιήθηκε στον χώρο της Ομάδας μας την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η όποια χρήση μέρος ή όλου του κειμένου χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού.)

Πριν πολλά πολλά χρόνια η ζωή των ανθρώπων ήταν πολύ διαφορετική. Δε γελούσαν, δεν είχαν όρεξη να δουλέψουν, τα παιδιά τους δεν έπαιζαν άλλα παιχνίδια, παρά μόνο κρυφτό και έκαναν μόνο αταξίες. Μπορείτε να φανταστείτε γιατί;
Η μέρα ήταν μόνο μία ώρα και οι υπόλοιπες 23 ώρες ήταν νύχτα! Τα συναισθήματα των ανθρώπων ήταν η κακία, ο φόβος και η ανησυχία. Υπήρχε συγκεκριμένα μια ομάδα πολύ κακών παιδιών που έκαναν ζημιές κι έκλεβαν τα παιχνίδια των φίλων τους. Κάθε φορά πήγαιναν και σε διαφορετική περιοχή! Το σκοτάδι είχε μπει για τα καλά μέσα στην ψυχή τους.

Όμως η Φωτούλα, η αδελφή ενός απ’ αυτούς διέφερε εντελώς! Ήταν καλή, ευγενική, και δεν έβλαπτε κανέναν, σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους. Είχε μεγάλη αδυναμία στον αδελφό της και πάντα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές με το χαμόγελο και την ζεστασιά της. Όταν τον μάλωναν οι γονείς τους για τις απαράδεκτες πράξεις του, αυτή τους γλύκαινε το θυμό και τους μαλάκωνε. Οπότε ο άτακτος αδελφός γλίτωνε τις τιμωρίες σε αντίθεση με τους φίλους του. Άλλους τους έκλειναν στο σπίτι για μια εβδομάδα, χωρίς να βλέπουν τους φίλους τους. Άλλους δεν τους έδιναν χαρτζιλίκι και άλλους τους έβαζαν να γράψουν 100 φορές » δε θα το ξανακάνω, θα είμαι καλό παιδί». Αυτός όμως χάρη στην αδελφή του είχε σταθεί τυχερός.

Τώρα θα αναρωτιέστε πώς τα κατάφερνε η Φωτούλα, έτσι; Θα σας το πω αλλά να μείνει μεταξύ μας. Η Φωτούλα ήταν το μοναδικό παιδί στο χωριό που γεννήθηκε εκείνη την ώρα της ημέρας που είχε φως. Όλοι οι υπόλοιποι γεννήθηκαν στα μαύρα σκοτάδια. Γι’ αυτό ήταν γεμάτη αισιοδοξία, χαρά και καλοσύνη. Ο αδελφός της βέβαια που ήθελε να κάνει τον μάγκα κοκορευόταν ότι τα κατάφερνε μόνος του κάθε φορά και τη γλίτωνε και ότι αυτό οφείλονταν στην εξυπνάδα του, την ετοιμότητα του. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν είχε πει ποτέ στην Φωτούλα! Αντιθέτως πολλές φορές την αποκαλούσε αλαφροΐσκιωτη ή ονειροπαρμένη για την υπερβολική της αισιοδοξία και αυτή στενοχωριόταν αλλά δεν έπαυε να τον αγαπάει.

Η φωτογραφία έχει τίτλο «silhouette of person raising hand» και είναι του Andrei Lazarev

Ένα απόγευμα γεμάτο σκοτάδι και υγρασία, τα παιδιά έπαιζαν στην γειτονιά έξω με τις πέτρες πόλεμο και άρχισαν να πετροβολούν το αγαπημένο σκυλάκι της Φωτούλας. Πρώτος και καλύτερος ο αδελφός της που ήθελε να κάνει τον αρχηγό, τον πιο κακό τύραννο για το αθώο ζωάκι. Άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί τότε η Φωτούλα να σταματήσουν αλλά μάταια. Όσο και αν προσπαθούσε, το αντίθετο πετύχαινε. Είχανε κυκλώσει το τρομαγμένο ζωάκι και το τυραννούσαν. Αυτή φώναζε, παρακαλούσε τον αδελφό της …ΑΔΙΚΑ! Από την φασαρία έτρεξαν ανήσυχοι οι γονείς τους να δουν τι γινόταν με τους φακούς στα χέρια, αλλά δεν φαινόταν τίποτε. Και τότε ξαφνικά…..Άπλωσε τα χέρια της η Φωτούλα και έλαμψε ο τόπος όλος! Τα παλιόπαιδα αποκαλύφθηκαν από το έντονο φως που έβγαινε από τα χέρια του μικρού κοριτσιού, και το σκυλάκι βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει και να χωθεί στην αγκαλιά της. Οι γονείς τους αμέσως κατάλαβαν τι έγινε! Αυτή την φορά όμως η Φωτούλα δε θα ήταν στο πλευρό του αδελφού της, ούτε θα γλύκαινε τους γονείς τους για να μην τον τιμωρήσουν αυστηρά. Έσφιγγε το σκυλάκι πάνω στην πληγωμένη της καρδούλα κι έκλαιγε για την αχαριστία και την σκληρότητα όλων των άλλων παιδιών, αλλά περισσότερο για τον αδελφό της. Οι γονείς της λοιπόν ανήμποροι να σκεφτούν άλλο τρόπο για να συνετίσουν τον κακομαθημένο γιό τους τον έδιωξαν από το σπίτι.

Ο μικρός τύραννος δεν ήξερε που να πάει, ούτε τι να κάνει. Περπάτησε, περπάτησε, μέσα στα σκοτάδια, σκόνταφτε στις πέτρες και φοβόταν! Ήταν πρώτη φορά μόνος του, χωρίς την αδελφή του να τον φωτίζει με κάθε τρόπο. Κατάκοπος έκατσε στη ρίζα ενός γεροπλάτανου να ξαποστάσει. Αποκοιμήθηκε και είδε ένα όνειρο περίεργο. Ό,τι ζούσε με τους γονείς του και την αδελφή του σ’ ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα. Μια υπέροχη παραλία, γεμάτη βότσαλα και κοχύλια απλώνονταν μπροστά και στα καταγάλανα νερά μπορούσε να δει κανείς πανέμορφα εξωτικά ψάρια. Όλα ήταν τόσο όμορφα και λουσμένα από ένα υπέροχο φως, από τον ήλιο. Η ζεστασιά έφτανε μέχρι βαθιά στην ψυχή του κι είχε λιώσει τον πάγο και την είχε μαλακώσει. Ένιωθε πολύ παράξενα. Σα να είχε μουδιάσει. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τον βαστούσαν τα πόδια του. Τότε άκουσε μέσα στο μυαλό του μια φωνή να του λέει.

«Έχεις μια πολύ σημαντική αποστολή! Πρέπει να βοηθήσεις τους συνανθρώπους σου να βγουν από το σκοτάδι που τους πνίγει. Εσύ μόνο μπορείς να το κάνεις αυτό.»

Μα, πώς θα το κάνω αυτό;

…αναρωτήθηκε το σαστισμένο αγόρι.

«Πρέπει να πολεμήσεις»

…του είπε η φωνή.

«Πρέπει να πολεμήσεις και να νικήσεις τον αντίπαλο σου. Όμως δε θα είναι ένας αγώνας με πέτρες σαν αυτούς που έκανες μέχρι τώρα. Θα είναι ένας αγώνας διαφορετικός από τους άλλους.»

Και ποιος είναι ο αντίπαλος μου;

Ρώτησε με δυνατή φωνή αυτή την φορά.

«Επέστρεψε στο σπίτι σου και στους γονείς σου αγόρι μου και θα καταλάβεις εκεί.»

…του απάντησε η φωνή. Απορημένος πήρε το δρόμο της επιστροφής, γεμάτος ερωτηματικά και ανασφάλεια, γιατί δεν ήξερε τι θα αντιμετώπιζε όταν θα γύριζε στο σπίτι του. Κι έπειτα ήταν και το άλλο….. πώς θα έμπαινε πάλι στο δρόμο με το σκοτάδι; Όμως επειδή ήταν δυνατός κατά βάθος και πεισματάρης, δεν ήθελε να δείξει ότι φοβόταν και σηκώθηκε. Άρχισε να περπατάει και να σκέφτεται παράλληλα όλα αυτά που έγιναν. Ξαφνικά βλέπει στην άκρη του δρόμου ένα σκυλάκι, πληγωμένο και διψασμένο. Αρχικά το προσπέρασε χωρίς να του δώσει καμμιά σημασία. Μετά από λίγα βήματα όμως η καρδιά του, του έλεγε να το βοηθήσει. Κοντοστάθηκε, πήρε μια ανάσα και το πλησίασε. Του έβαλε λίγο νεράκι από μια πηγή που είχε εκεί κοντά και του περιποιήθηκε τις πληγές του. Το σκυλάκι τον κοίταξε με ένα βλέμμα όλο ευγνωμοσύνη και του έγλειφε τα χέρια. Μετά το αγόρι συνέχισε το δρόμο του. Λίγο πιο κάτω ένα κοριτσάκι έκλαιγε στην άκρη του δρόμου με παράπονο.

Τι έχεις;

…την ρώτησε;

Κάτι παλιόπαιδα μου χάλασαν την αγαπημένη μου κούκλα. Της έβγαλαν το κεφάλι και τα χέρια και δεν μπορώ να την παίξω πια!

Αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη, έκατσε κοντά της, πήρε την κούκλα στα χέρια του, παιδεύτηκε, παιδεύτηκε και κατάφερε και την έφτιαξε όπως ήταν πριν και ακόμη καλύτερα, γιατί την καθάρισε και από τις βρωμιές και τις λάσπες που είχε και η κουκλίτσα έγινε πανέμορφη και το κοριτσάκι ήταν μες στην χαρά. Του έκανε μια μεγάλη αγκαλιά και τον ευχαρίστησε φεύγοντας. Πόσο διαφορετικά ένιωθε τώρα το αγόρι! Ξαφνικά ένιωθε πολύ δυνατός. Ένιωθε μια δύναμη, όμως άλλη, διαφορετική! Όχι αυτή την ψευτοπαλληκαριά που είχε πριν!
Μετά από λίγες ώρες περπάτημα, ξαφνικά έγινε πάλι σκοτάδι και μπήκε σ’ ένα δάσος. Δύσκολος δρόμος γεμάτος πέτρες και κλαδιά από τα δέντρα που τον εμπόδιζαν να προχωρήσει. Είδε κάποια στιγμή μια σκιά. Σταμάτησε απότομα. Φοβήθηκε! Είχε όμως μια αποστολή και έπρεπε να συνεχίσει το δρόμο του. Του ήρθαν στο μυαλό τότε το πληγωμένο σκυλάκι και το κοριτσάκι που έκλαιγε! Μόλις τους σκέφτηκε με ένα μαγικό τρόπο, φωτίστηκε ο δρόμος και κατάλαβε ότι δεν υπήρχε τίποτε που να τον τρομάζει! Όλα ήταν στο μυαλό του. Η αγάπη που είχε πάρει από αυτές τις δύο υπάρξεις του έδωσε δύναμη να συνεχίσει. Μετά από αρκετή ώρα έφτασε τελικά στο σπίτι του. Όσο πλησίαζε, ένα παράξενο πράγμα όμως έγινε! Δεν ήταν πια σκοτάδι, όλα ήταν φωτεινά, γεμάτα χρώματα, που γινόταν ακόμη πιο έντονα! Τα παιδιά όλα έπαιζαν και οι χαρούμενες φωνές τους ακούγονταν παντού! Είδε την μητέρα του τότε και έτρεξε κατευθείαν και χώθηκε στην αγκαλιά της! Έκλαιγε, έκλαιγε και δεν έλεγε να σταματήσει, όμως ένιωθε τόσο όμορφα! Κατάλαβε τότε ότι ο αντίπαλος που έπρεπε να νικήσει ήταν ο ίδιος του ο εαυτός! Η αποστολή που είχε ήταν να νικήσει τον ίδιο του τον εαυτό, να φανεί δυνατός και να μην υποκύψει στις κακές σκέψεις που του έμπαιναν στο μυαλό. Και τα κατάφερε! Ξεπέρασε την κακία που είχε πριν και έκανε ό,τι καλό μπορούσε στο δρόμο του. Και όλα φωτίστηκαν από κει και πέρα! Δε θα υπήρχε ποτέ ξανά σκοτάδι πουθενά. Ήταν και ο ίδιος πια φωτεινό παράδειγμα για τους φίλους του και για όποιον είχε αμφιβολία για το ποιος πραγματικά είναι ο δυνατός σε μια παρέα! Δε φοβήθηκε ποτέ ξανά από τότε τη νύχτα και κανένα σκοτάδι, γιατί ήξερε ότι όλοι μας έχουμε μεγάλη δύναμη μέσα μας και πως ό,τι φοβόμαστε, μπορούμε να το νικήσουμε και να το εξαφανίσουμε με το φως που έχουμε στην ψυχή μας.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το κίτρινο καπέλο που αποφάσισε να ταξιδέψει στον κόσμο

[Αυτό δεν είναι ένα παραδοσιακό παραμύθι, αλλά φιλοδοξεί να γίνει]

Το κίτρινο καπέλο

Το κίτρινο καπέλο

Κάποτε, όχι και πολύ παλιά και όχι πολύ μακριά από εδώ, τότε που τα καπέλα μπορούσαν να σκέφτονται και να κινούνται, ένα κίτρινο καπέλο ζούσε ευτυχισμένο στην Καπελοχώρα.

Εκεί ζούσαν και πολλά άλλα καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, διαστάσεων και σχημάτων. Υπήρχαν φυσικά και άλλα κίτρινα καπέλα, αλλά υπήρχαν και πράσινα και κόκκινα και μπλε και άσπρα… μέχρι και πολύχρωμα. Υπήρχαν μεγάλα καπέλα, με κορδέλα αλλά και χωρίς κορδέλα, υπήρχαν μικρά καπέλα, υπήρχαν και μεσαία καπέλα. Τα πιο πολλά είχαν και γράμματα επάνω τους, κάποια είχαν ζωγραφιές ή άλλα σχέδια και μερικά ήταν απλά καπέλα.

Οι μέρες περνούσαν στην Καπελοχώρα χωρίς κάτι ιδιαίτερο και το κίτρινο καπέλο είχε αρχίσει να βαριέται, μια που δεν είχε να κάνει τίποτε. Μια μέρα λοιπόν το σκέφτηκε καλύτερα και αποφάσισε να κάνει κάτι διαφορετικό.

Τι όμως; Δεν ήξερε!

Ρώτησε και τα άλλα κίτρινα καπέλα, που ήταν η οικογένειά του, αλλά κι αυτά δεν ήξεραν να του πουν. Ρώτησε και τα πράσινα, ρώτησε και τα κόκκινα, ρώτησε και τα μπλε και τα άσπρα, ακόμη και τα πολύχρωμα καπέλα. Κανένα δεν ήξερε να του πει. Ρώτησε και τα μεγάλα και τα μικρά και τα μεσαία, τα ρώτησε όλα. Αλλά δεν πήρε ούτε μία ενδιαφέρουσα απάντηση.

Κανένα καπέλο δεν είχε σκεφτεί μέχρι τότε να κάνει κάτι διαφορετικό κι έτσι δεν έκαναν συνήθως τίποτε.

Το κίτρινο καπέλο πείσμωσε.

«Εδώ βαριέμαι! Θα φύγω!», φώναξε.

«Θα ταξιδέψω στον κόσμο, θα πάω σε άλλα μέρη και θα βρω κάτι διαφορετικό να κάνω.», είπε μετά.

Και μια και δυο, αφού αποχαιρέτησε τα άλλα καπέλα, ξεκίνησε για το ταξίδι του.

Πέρασε κάμπους και βουνά, θάλασσες και λαγκάδια, ανέβηκε σε δέντρα, μίλησε με αγάλματα και χαιρέτησε φάρους σε μικρά νησάκια και οι άνθρωποι που το βλέπανε, το θαυμάζανε και το φωτογραφίζανε. Άλλοτε ήταν ξεκούραστο και άλλοτε κουρασμένο από το ταξίδι· πάντα όμως ήταν πρόθυμο να γνωρίσει καινούρια μέρη και δε σταματούσε να ταξιδεύει.

το καπέλο στα λουλούδια

το καπέλο στα λουλούδια

Πότε πότε σκεφτόταν την Καπελοχώρα και τα άλλα καπέλα και τις αμέτρητες ιστορίες που θα έλεγε σ’ αυτά όταν επέστρεφε και πάλι εκεί. Όμως ακόμη είχε πολλά να δει και περισσότερα να μάθει…

Συνεχίζεται


Κι εσείς, αν το συναντήσετε πουθενά, βγάλτε το μια φωτογραφία και στείλτε την σ’ εμάς για να είναι όλες οι καπελοφωτογραφίες μαζί και να βλέπουμε όλοι, άνθρωποι και καπέλα, όλα τα εξαίσια και απίθανα μέρη που επισκέφτηκε το ανήσυχο και ταξιδιάρικο κίτρινο καπέλο μας.

Και ίσως κάποτε μάθουμε αν βρήκε τελικά κάτι διαφορετικό να κάνει, αν και, προσωπικά, πιστεύω πως και από μόνο του αυτό το ταξίδι είναι κάτι διαφορετικό.

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | 2 Σχόλια

Παίζουμε ένα…παραμύθι;

Ένα παιχνίδι για να δημιουργούμε παραμύθια, ένα παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους. Χθες, «ρίξαμε τα ζάρια» και το παιχνίδι άρχισε διαδικτυακά στην ομάδα των Παραμυθάδων στο facebook. Οι φιγούρες-εικόνες, μας δείχνανε το δρόμο και η φαντασία του καθενός άρχισε να ζωγραφίζει με τις λέξεις. Πιο συγκεκριμένα: Τα ζάρια φέρανε, ένα αυτοκίνητο, μια φωτιά, έναν δράκο, ένα κέικ, δέντρο, κλειδί, δαχτυλίδι, αεροπλάνο κι έναν μαγνήτη. Η Μέλη Μίχα, η Γεσθημανή Κούφτα, η Αρετή Τσιφλίδου, η Αδελαϊδα Ράπτη, η Μαρία Παπακωνσταντίνου, η Αναστασία Ασβεστά κι η Ευαγγελία Θεοδωρίδου, φαντάστηκαν κι έγραψαν:

Κυβομυθίες

«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από χρόνια, ζούσε ένα νεαρό ζευγάρι. Οι δυο τους ήταν πολύ αγαπημένοι, αλλά η μοίρα κάποια στιγμή θέλησε να τους χωρίσει. Μία μέρα και εκεί που κάθονταν αμέριμνοι και έπιναν το καφεδάκι τους… χτύπησε το τηλέφωνο! Η φωνή στην απέναντι γραμμή έλεγε πως το αγόρι έπρεπε να ταξιδέψει μακριά. Χωρίς να υπάρχει άλλη λύση, με ένα αποχαιρετιστήριο φιλί εκείνος μπήκε στο αεροπλάνο και πέταξε μακριά.

Πέρασε πόλεις και χωριά, απέραντες πολιτείες. Ταξίδεψε πάνω από ωκεανούς, θάλασσες φουρτουνιασμένες, ώσπου κάποια στιγμή το αεροπλάνο προσγειώθηκε σε μια μαγική πολιτεία! Το αγόρι περπάτησε ώρες πολλές σκεφτικό σαν κάτι να το βασάνιζε. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά σε ένα πανύψηλο δέντρο και κάθισε λίγο να ξεκουραστεί! Δεν ήταν όμως ένα συνηθισμένο δέντρο, δεν έμοιαζε με τα άλλα δέντρα είχε κάτι το μαγικό εκεί κάτω στο μεγάλο κορμό του.

Εάν παρατηρούσες λίγο πιο καλά θα διέκρινες ότι οι ρίζες που φαίνονταν από το έδαφος σχημάτιζαν ένα δαχτυλίδι.

Τι περίεργο

…μονολόγησε το αγόρι και άρχισε να παρατηρεί περισσότερο ώσπου τελικά διέκρινε ότι σχηματιζόταν επίσης και δύο γράμματα. Δεν ήταν τυχαία γράμματα. Ήταν τα αρχικά του δικού του ονόματος και της αγαπημένης του.

Γιατί όμως βρέθηκε εκεί; αναρωτήθηκε το αγόρι.

Έσκυψε λίγο πιο κοντά να δει καλύτερα και τότε μια δύναμη, κάτι σαν δυνατός μαγνήτης τον τράβηξε από το μικρό σιδερένιο βαρελάκι που φορούσε στο λαιμό του. Του το είχε δώσει η καλή του όταν έφευγε, με την εντολή να το ανοίξει όταν πια δεν θα άντεχε να ζει μακριά της.

Είχε μέσα ένα κλειδί. Το πήρε και άρχισε να ψάχνει τι θα μπορούσε να ανοίξει μ’αυτό. Τελικά, εκεί στη ρίζα του δέντρου ανάμεσα στα αρχικά τους είδε μια κλειδαριά. Έβαλε το κλειδί και άνοιξε. Μια σκάλα εμφανίστηκε και άρχισε να την κατεβαίνει.

Πριν πατήσει το πόδι του στο τελευταίο σκαλί ένας γουργουριστός θόρυβος ακούστηκε. Γύρισε πίσω και δύο κίτρινα φώτα αναβόσβησαν και τελικά έμειναν σταθερά να τον φωτίζουν. Αυτό τον βοήθησε να δει ότι κάτω από την σκάλα δεν υπήρχε τίποτα. Έπρεπε να τεντώσει το πόδι του προς την πλευρά που το παράξενο πλάσμα στεκόταν ακόμα και γουργούριζε. Κατάφερε εύκολα να φτάσει το έδαφος, σταθεροποιήθηκε και πλησίασε το….πλάσμα, το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα μικρό παλιό mini cooper.

Το αγόρι μπήκε στο αυτοκίνητο. Μέσα στο μικρό αυτοκίνητο το αγόρι αντίκρισε κατάπληκτο έναν δράκο. Το αγόρι φοβήθηκε πολύ, αλλά δεν το έδειξε. Ο δράκος τον πλησίασε και τότε το αγόρι έκλεισε έντρομο τα μάτια του! Όμως ο δράκος απ’ ότι φαινόταν δεν ήθελε να κάνει κακό στο αγόρι, ίσα-ίσα, με ανθρώπινη λαλιά του είπε:

Τόσα χρόνια κλεισμένος εδώ μέσα δεν έχω αντικρύσει κανέναν, η χαρά μου είναι μεγάλη που σε βλέπω, γι’ αυτό λοιπόν, είμαι έτοιμος να εκπληρώσω μια επιθυμία σου.

Το αγόρι ξεκίνησε να λέει την επιθυμία του…

Επιθυμώ ένα καπ κέικ!

…είπε!

Με σοκολάτα με φράουλα με όλα τα καλά!!! Να γλυκαθώ να τρελαθώ και ξάπλα να την πέσω να ονειρευτώ, να θυμηθώ πως στο κορίτσι αρέσω!

Κι έτσι αφού ο δράκος με μια μόνο κίνηση του φερε το cup cake, πήρε απο το χέρι το αγόρι και πήγαν σε ενα μέρος ήρεμο, που πέταγαν πουλιά χρυσοπράσινα, είχε δέντρα που αντί για φρούτα, είχαν τηγανίτες με μήλο και σοκολάτα. Είχε όμως ένα ξέφωτο. Πήγαν δράκος και αγόρι κάθισαν και με μια κίνηση ο δράκος άναψε μια φωτιά. Τότε το αγόρι ρώτησε τον δράκο για την ζωή του. Και άρχισε ο δράκος να λέει και να λέει…μα σταμάτησε και ρώτησε το αγόρι για τη δική του ζωή. Ήταν βλέπεις πιο σύντομη η ζωή του αγοριού σε σχέση με την ζωή του δράκου που ζούσε τόσααααα χρόνια. Και άρχισε το αγόρι να λέει τη ζωή του και όταν έφτασε στην αγαπημένη του, ένας λυγμός και ένα δάκρυ τον έκανε και σταμάτησε…και πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά ο δράκος έκλεισε το μάτι και ωωωωωπ ήρθε ο Ύπνος και πήρε το αγόρι. Ταξίδευε στα όνειρά του μα σαν ξύπνησε βρέθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του.

Και γλέντια τρικούβερτα γινήκαν και ήμουν και εγώ εκεί και μου ‘δωκαν να πιω μια κούπα απο κρασί!»

Αν κάποιος από εσάς, θέλει να δοκιμάσει την φαντασία του, … κοπιάστε. Γράψτε μας την δική σας εκδοχή με τις συγκεκριμένες φιγούρες κι εμείς θα το αναρτήσουμε στην σελίδα μας. Καλη ψυχαγωγία!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια στα δίχτυα | 1 σχόλιο

«Ο θαυματοποιός» – του Ανδρέα Δερμάτη

Ο Ανδρέας Δερμάτης

Ο Ανδρέας Δερμάτης

«Ο θαυματοποιός», είναι ένα παραμύθι του καλού μας φίλου και μοναδικού καραγκιοζοπαίχτη, Ανδρέα Δερμάτη από την Αίγινα. Ο δημιουργός του θιάσου σκιών «Ο Θερσίτης», της «ονειρομηχανής» και της «παραμυθιέρας», ξέρει να αποτυπώνει άρτια και ιδιαίτερα τα συναισθήματά του στο χαρτί. Μετά την άδειά του, αναδημοσιεύουμε το παραμύθι του και το φιλοξενούμε στην σελίδα μας στην κατηγορία «παραμύθια στα δίχτυα». Πάντα δημιουργικός και ευαίσθητος φίλε Ανδρέα!

Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα τόπο άγνωστο και μακρινό, υπήρχε μια πολιτεία πλούσια με καταπράσινα λιβάδια που τα διέσχιζαν νερά από κρυστάλλινες πηγές, που έβοσκαν καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και παχουλά μοσχάρια, με τεράστιες στέρνες ξέχειλες νερό, που μέσα τους μούλιαζε της γης το χώμα, για να γίνει πηλός και από ‘κει στα χέρια των μαστόρων να πάρει μορφή, να ντυθεί με χρώμα κι έπειτα να τραβήξει το δρόμο για την αγορά.

Από τον καρπό της γης και από την τέχνη του πηλού πρόκοβε τούτη η πολιτεία και πρόκοβε καλά, κι οι κάτοικοί της ζούσαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Μα και τα δυο από της γης τη σάρκα τα ‘παιρναν, κι η γης τα δώριζε αβαρυγκώμιστα. Το μόνο πού ‘θελε η γη ήταν νερό. Νερό από τον ουρανό, για να θρέψει το κορμί της, να γιομήσει τα πηγάδια της, να ξεχειλίσει της πηγές της και ν’ απλώσει το πράσινο ρούχο της παντού. Τροφή για ανθρώπους και ζώα. Βροχή θρέφει τη γη και η γης καρπίζει.

Ο χρόνος όμως γύρισε, ήρθε δίσεκτη εποχή, οι βροχές πάψανε, χειρότερη κι από φωτιά η ανοβριά. Έπαψε τις πηγές, άδειασε τα πηγάδια, στέγνωσε τις στέρνες κι έκαμε τον πηλό σκληρό σαν πέτρα. Τα λιβάδια ξεράθηκαν και του καυτού ήλιου η κακοπυριά φούντωνε φωτιές που έκαιγαν για μέρες. Τα καλοθρεμμένα γιδοπρόβατα και τα παχουλά μοσχάρια γίναν ισχνά κι άρρωστα, μέχρι που ψόφησαν.

Η πλούσια πολιτεία τώρα ήταν φτωχή απ’ τις φτωχότερες, ξερή πολιτεία γεμάτη σκόνη και ποντίκια. Δυστυχισμένη και μίζερη πια, οι κάτοικοί της ολημερίς κι ολονυχτίς λιτανείες κάμανε στους θεούς τους, να ρίξουν μια στάλα, μια σταγόνα νερό από τον ουρανό, μια βροχή, να καθαρίσει η πόλη από τη σκόνη και τα τρωκτικά.

Να ξαναδείξει η γης το πράσινο γλυκό της χρώμα, να ξανατρέξουν οι πηγές, να ξαναγεμίσουν τα πηγάδια, να ξεχειλίσουν οι στέρνες με τον πηλό.

MiraclesΚείνη τη δίσεκτη εποχή έφτασε στη δύστυχη αυτή πόλη ένας θαυματοποιός, που τραβούσε πίσω του δεμένο μ’ ένα χοντρό σκοινί και περασμένο στον ώμο του, ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, οργώνοντας το ξερό χώμα, αναδεύοντας τη σκόνη του, στηρίζοντας το σώμα του σ’ ένα μακρύ μεταλλικό μπαστούνι.

Σαν έμαθαν οι κάτοικοι ότι ο νεοφερμένος ξένος είναι θαυματοποιός, μαζεύτηκαν όλοι γύρω του και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους δώσει μια βροχή για να τραφεί η γης και να καρπίσει, να θρέψει αυτούς και τα παιδιά τους, να πάψει η πείνα να σπαράζει τα σωθικά τους.

Ο θαυματοποιός, πρόθυμος να βοηθήσει το δύσμοιρο λαό, λέγοντας τους πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Χάραξε με το μεταλλικό του μπαστούνι ένα μεγάλο κύκλο στο χώμα, όπου στο κέντρο του άναψε μια μεγάλη φωτιά, άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο κι έβγαλε από μέσα ένα τουμπερλέκι από μαύρο σκληρό ξύλο, ζωγραφισμένο με πολύχρωμες φιγούρες ανθρώπων και ζώων, σκεπασμένο από τη μια πλευρά μ’ ένα κομμάτι δέρμα τόσο λεπτό, που ήταν σχεδόν αόρατο. Κάθισε καταγής, αντίκρυ από τη φωτιά, έβαλε το τουμπερλέκι ανάμεσα στα πόδια του κι άρχισε να τραγουδάει ένα αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο.

Ένα τραγούδι που κράτησε όλη μέρα κι όλη νύχτα, τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση. Είχε πλημμυρίσει την πολιτεία το αλλόκοτο τραγούδι του θαυματοποιού. Ακουγόταν παντού απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, αλλά εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία ολάκερα μερόνυχτα, χωρίς σταματημό, δίχως ανάπαυση, στο τρίτο χάραμα της μέρας μικρές σταλαγματιές βροχής άρχισαν να πέφτουν από τον ουρανό κι όλο και γίνονταν περισσότερες, κι όλο και γίνονταν δυνατότερες, μέχρι που η μεγάλη φωτιά στο κέντρο του κύκλου έσβησε, μα ο θαυματοποιός δεν σάλεψε από την θέση του, έμεινε εκεί, να χτυπάει ρυθμικά το τουμπερλέκι του τραγουδώντας το αλλόκοτο τραγούδι. Για τρία ολόκληρα μερόνυχτα ακόμη έμεινε καθισμένος στη μέση του κύκλου κάτω από την βροχή.

Καθώς χάραξε το πρωί της έχτης μέρας, ο θαυματοποιός έπαψε το τραγούδι του, έβαλε το τουμπερλέκι του μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πέρασε το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο, στον ώμο του και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, πήρε το δρόμο που οδηγούσε στην έξοδο της πολιτείας.

Οι κάτοικοι, που με τις πρώτες κιόλας ψιχάλες είχαν βγει στους δρόμους χαρούμενοι, με σκούπες και βούρτσες για να διώξουν τη σκόνη που είχε σκεπάσει την πολιτεία τους, που τώρα την ξέπλενε η βροχή, είδαν τον θαυματοποιό να φεύγει, τρέξανε και μαζεύτηκαν όλοι γύρω του με μπροστάρη τον Δήμαρχο κι άρχισαν να τον παρακαλάνε, να τον θερμοπαρακαλάνε, να τον χιλιοπαρακαλάνε να μείνει λίγο καιρό μαζί τους, μην και πάψουν οι βροχές πριν η γης καρπίσει.

Ο θαυματοποιός τους είπε πως θα μείνει μαζί τους μέχρι η γη να καρπίσει και πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Ο Δήμαρχος πρόσφερε στον θαυματοποιό το σπίτι του, για όσο καιρό μείνει στην πολιτεία τους, εκείνος τον ευχαρίστησε, μα δε το δέχτηκε, ζήτησε όμως να του δείξουν αν υπάρχει κάποια σπηλιά στη γύρω από την πόλη περιοχή. Πρόθυμα κάποιοι κάτοικοι οδήγησαν τον θαυματοποιό σε μια μικρή σπηλιά που υπήρχε λίγο πιο έξω από την πόλη, στους πρόποδες ενός βουνού. Πριν οι κάτοικοι φύγουν για να αφήσουν τον θαυματοποιό να βολευτεί στην σπηλιά του, ο Δήμαρχος τον ρώτησε αν χρειάζεται νερό ή τροφή από την ελάχιστη που κι εκείνοι είχαν. Ο θαυματοποιός ευχαρίστησε τον Δήμαρχο λέγοντάς του πως δεν χρειάζεται ούτε τροφή, ούτε νερό και πως του αρκεί η ησυχία της σπηλιάς.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι κάτοικοι χαρούμενοι με τις συχνές πια βροχές, είχαν ξεχυθεί στα χωράφια κι όργωναν, έσπερναν, φύτευαν, κάνοντας κι όλες τις άλλες αγροτικές εργασίες που προετοίμαζαν τη γη για να καρπίσει.

Αλλά κι οι μάστορες του πηλού είχαν ξεχειλίσει τις στέρνες τους, δουλεύοντας αδιάκοπα, να μαλακώσουν τον πηλό που είχε στεγνώσει μέσα τους. Μα ο πηλός, είχε γίνει σκληρός σα βράχος, δεν μαλάκωνε με τίποτα, ούτε να δουλευτεί μπορούσε αλλά ούτε και να βγει από τις στέρνες για να φιαχτεί καινούργιος, κάνοντας τις στέρνες άχρηστες.

Η γη ήθελε χρόνο να καρπίσει κι υπομονή. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν είχαν πια. Η πείνα σπάραζε τα σωθικά τους.

Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει και τρόπο να τους δώσει τον πηλό να μαλακώσουν, για να τον δουλέψουν και να τον στείλουν στην αγορά, να πάρουν ψωμί να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους, μέχρι να καρπίσει η γης.

Ο θαυματοποιός πρόθυμα δέχτηκε να τους βοηθήσει, λέγοντάς τους πως δεν χρειάζεται να παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν. Και πως τρόπο να μαλακώσει τον ξερό πηλό δεν είχε, μα τέχνη άλλη πιο θαυμαστή από την τέχνη του πηλού, θα τους διδάξει.

Την υπόσχεσή του, πράξη έκανε και πριν ακόμη χαράξει η νέα μέρα, σάκους γέμιζε με άμμο απ’ τα πιο βαθιά και μεγάλα ρυάκια που κυλούσαν στις πλαγιές των βουνών, γύρω από την χώρα. Τα κουβάλησε ως το μεγάλο καμίνι της πολιτείας, εκεί που πριν οι μάστορες του πηλού ψήναν τα πήλινα κανάτια τους. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι ολομόναχος να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του, που αντηχούσε σε ολάκερη την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί. Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες το μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να μάχεται να δαμάσει τη φωτιά και την άμμο. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση καμιά.

Απ’ έξω, ζωσμένο να ‘χει το καμίνι ο λαός, λουσμένος αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα. Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του.

Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός να σμίγει την άμμο με τη φωτιά κι απ’ τη σμίξη τους να ξεχύνεται καυτό λευκό ρετσίνι, που μ’ ένα καλάμι από το στόμα του, αέρα να φυσά μες το καυτό λευκό ρετσίνι κι εκείνο να φουσκώνει, να κρυώνει και τη μορφή να παίρνει κανατιού. Κανάτι αλλιώτικο, διάφανο, τόσο που η ματιά μέσα του κοίταγε αλλά και πίσω από αυτό.

Σάστισε ο λαός με τούτο δω το θαύμα. Ο θαυματοποιός σήκωσε στα χέρια του το διάφανο κανάτι και λέει στο λαό: «Γυαλί το λένε τούτο δω κι η τέχνη του είναι θαυμαστή». Μετά πήρε δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρεις μέρες και τρεις νύχτες τους δίδαξε τη θαυμαστή τέχνη του γυαλιού. Που κι αυτοί με την σειρά τους θα την διδάξουν σε άλλους για να γίνουν πολλοί οι μάστορές του.

Με ενθουσιασμό μεγάλο οι κάτοικοι ξεκίνησαν το έργο του γυαλιού, δίνοντάς του μορφές διάφορες, κούπες, γαβάθες, λαγίνια, κανάτια κι ό,τι άλλο μπορεί να βάλει ο νους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού ακούραστοι εργάτες του, το μάθαιναν και το δούλευαν γιομάτοι λαχτάρα.

Ο θαυματοποιός άφηνε τ’ απόβραδα τη σπηλιά του και κατέβαινε στη μεγάλη πλατεία της πολιτείας, όπου τα παιδιά μαζεύονταν γύρω του για να τους πει ιστορίες από άγνωστους και μακρινούς τόπους. Εκείνος το έκανε με μεγάλη ευχαρίστηση κι όταν τέλειωνε τις αφηγήσεις του, για να τα καληνυχτίσει έβγαζε μικρούς ήλιους από τα μανίκια του, που σαν ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό, έσκαγαν κι έπεφταν σαν χρυσή βροχή στα μαλλιά των παιδιών, που πλημμύριζαν την πολιτεία με τα χάχανα τους.

Οι μέρες κυλούσαν κι οι μάστορες του γυαλιού, ακούραστοι εργάτες του, το δούλευαν με λαχτάρα, γεμίζοντας μεγάλα κοφίνια με γυαλικά και ξερό άχυρο ανάμεσά τους για ασφάλεια, έτοιμα να φορτωθούν στα κάρα και να τραβήξουν το δρόμο της αγοράς. Να πάνε σε γειτονικές πολιτείες να πουληθούν, για να αγοραστεί ψωμί, να ταϊστούν αυτοί και τα παιδιά τους μέχρι η γης να καρπίσει.

Σαν ήρθε η μέρα να φορτωθούν τα κάρα, οι αμαξηλάτες γύρισαν ένα προς ένα τα σπίτια της πολιτείας για να βρουν βόδια και άλογα να σύρουν τα κάρα. Μα ούτε βόδια, ούτε άλογα είχε η πολιτεία. Τα περισσότερα τα είχε σκάσει η ανοβριά, και όσα είχαν απομείνει, τροφή είχαν γίνει από τους κατοίκους για ν’ αντέξουν την πείνα.

Στεναχώρια έπεσε μεγάλη. Δούλευαν πολύ να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια για να τα πουλήσουν και να φέρουν ψωμί στην πολιτεία, μα τώρα φορτωμένα στα κάρα, άχρηστα ήταν αφού δεν είχαν βόδια κι άλογα να τα σύρουν. Κάποιοι δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι ζεύτηκαν τα κάρα αυτοί, να τα τραβήξουν στο δρόμο της αγοράς, μα το φορτίο βαρύ κι αυτοί ασθενικοί από την πείνα, μακριά δεν πήγαν. Μη έχοντας τι άλλο να κάνουν, μαζεύτηκαν όλοι έξω από τη σπηλιά του θαυματοποιού και με μπροστάρη τον Δήμαρχο άρχισαν να παρακαλούν, να θερμοπαρακαλούν, να χιλιοπαρακαλούν τον θαυματοποιό να τους βοηθήσει για μια ακόμη φορά. Εκείνος πρόθυμος να βοηθήσει, τους είπε πως δεν χρειάζεται να τον παρακαλέσουν, αρκεί που το ζήτησαν.

Πριν χαράξει το φως της μέρας, ο θαυματοποιός μ’ ένα ξύλινο καρότσι γύρναγε τους δρόμους και τα σοκάκια της πολιτείας μαζεύοντας άχρηστα σιδερικά, κουβαλώντας τα ως το μεγάλο καμίνι, εκεί που οι μάστορες του γυαλιού σμίγανε τη φωτιά με την άμμο για να φιάξουν τα γυάλινα κανάτια τους.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι ολομόναχος, να τραγουδά το αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι, που αντηχούσε σε ολάκαιρη την πολιτεία, απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα εκατό τραγουδιστάδες μαζί.

Τρία μερόνυχτα κλεισμένος μες στο μεγάλο καμίνι να τραγουδά και να λιώνει το σίδερο στη δυνατή φωτιά, φτιάχνοντας ένα μεγάλο καζάνι με χοντρά τοιχώματα. Τρία ολάκερα μερόνυχτα χωρίς ανάπαυση. Απ΄ έξω ζωσμένο να ‘χει το καμίνι τον λαό, λουσμένος ν’ αγωνιά, προσμένοντας το θαύμα.

Στο χάραμα της τέταρτης μέρας ο θαυματοποιός παύει το τραγούδι του κι ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του καμινιού, για να βλέπει ο λαός τις πράξεις του. Το βλέμμα στύλωσε ο κόσμος, σε θαύμα που δεν είχε ματαδεί. Μπρος τους ο θαυματοποιός με τα δυο του χέρια μες στο μεγάλο σιδερένιο καζάνι με τα χοντρά τοιχώματα, να δένει το νερό με τη φωτιά. Κι από το δέσιμο αυτό, μια τεράστια στήλη ατμού ξεπήδησε με τέτοια ορμή και δύναμη, που σείστηκε ολάκερη η πολιτεία, μα ο θαυματοποιός όριζε τούτη τη τεράστια στήλη ατμού, τη δάμαζε και την κατεύθυνε σαν να ‘ταν παιδικό παιχνίδι «θαυμαστή η δύναμη του ατμού» τους λέει, «σαν δαμαστεί το πιο μεγάλο κάρο με το πιο βαρύ φορτίο, μπορεί να κινήσει».

Αμέσως παίρνει από το πλήθος δέκα έξυπνους ανθρώπους και για τρία μερόνυχτα τους μάθαινε πώς να φτιάχνουν μικρά καζάνια για να δέσουν μέσα τους τη φωτιά και το νερό, και πώς να δαμάσουν την ορμή του ατμού για να κινήσουν τα βαριά τους κάρα.

Μ’ ενθουσιασμό το πλήθος έπιασε δουλειά φτιάχνοντας μικρά καζάνια, που μέσα τους έδενε η φωτιά με το νερό δαμάζοντας την ορμή του, στήριξαν τα μικρά καζάνια πάνω στα φορτωμένα κάρα και τα κάρα κινήθηκαν… Τι θαύμα τούτο(!), τα κάρα τρέχαν γρηγορότερα και σήκωναν περισσότερο φορτίο απ’ ό,τι όταν τα έσερναν τα ζώα.

Φορτωμένα με γυαλί, τράβηξαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα για να πάνε στις γειτονικές πολιτείες και φορτωμένα γύρισαν απ’ αυτές, φορτωμένα με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο αγαθό η μάνα γης καρπίζει.

Μεγάλη χαρά πλημμύρισε την πολιτεία, μεγάλο γλέντι στήθηκε γιομίζοντας η πόλη ευωδιές από τα φαγητά που ψήνανε οι κυράδες. Μα η χαρά δεν κράτησε πολύ, γιατί ο φόβος της πείνας στην ψυχή τους είχε καρφωθεί.

Την άλλη μέρα το πρωί, στη μεγάλη πλατεία συγκεντρώθηκαν και με μπροστάρη τον Δήμαρχο, αποφάσεις με μπούσουλα το φόβο της πείνας πήρανε.

Να φιάξουν μεγάλες αποθήκες είπαν, και γεμάτες να τις έχουν ακόμη κι αν δεν χορταίνουν το ψωμί, οικονομία αυστηρή να κάνουν και Νόμους σύνταξαν, που τη σπατάλη να τιμωρούν. Είπαν ακόμη πως όσα έχει ο καθένας θα τρώει, και χόρτασε-δεν χόρτασε, παραπάνω δεν θα ζητάει. Και πως ούτε σε ξένους ζητιάνους ή οδοιπόρους, που από την πολιτεία τους περνούν, ψωμί δεν θα δίνουν. Όποιος ζητάει, δεν θα παίρνει, είπαν, κι αυτό θα είναι Νόμος.

Με τα μούτρα πέσαν στην δουλειά οι κάτοικοι, μεγάλες φιάξαν αποθήκες,, μεγάλες και πολλές, κι άρχισαν να τις γεμίζουν. Φορτωμένα με γυαλί τράβαγαν το δρόμο της αγοράς τ’ ατμοκίνητα κάρα, φορτωμένα γύριζαν με στάρι, ρύζι, λάδι, πατάτες κι ό,τι άλλο ο νους βάζει και γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες.

Η γη της πολιτείας κάρπισε κι αυτή κι έβγαλε πλούσια σοδειά, που με την σειρά της στις μεγάλες αποθήκες στοιβάχτηκε, γέμιζαν οι μεγάλες αποθήκες κι όλο κι έφιαχναν καινούργιες που τις γέμιζαν κι αυτές, μα όσο γέμιζαν οι αποθήκες, τόσο άδειαζαν οι ψυχές των κατοίκων της πολιτείας.

Είχαν γίνει λιγομίλητοι και σκυθρωποί, ολημερίς μετρούσαν τι θα φάνε και τι θα φυλάξουν και τα μετρούσαν δυο και τρεις φορές για να ‘ναι σίγουροι πως δεν κάνουν σπατάλη.

Είχαν γίνει σκυθρωποί και καχύποπτοι, στραβοκοίταγαν ο ένας τον άλλον, μην κι έφαγε κανείς περισσότερο απ’ ό,τι ορίζει ο Νόμος, αλλά και τα παιδιά τους τα είχαν κάνει λιγομίλητα, σκυθρωπά και καχύποπτα, δεν πήγαιναν πια στην πλατεία για ν’ ακούσουν τις ιστορίες του θαυματοποιού, ούτε έπαιζαν πια στις αλάνες όπως πριν.

Ο θαυματοποιός βλέποντας την παράλογη συμπεριφορά των κατοίκων, σταμάτησε να κατεβαίνει στην πολιτεία, αλλά την παρατηρούσε σκεφτικός από ένα ψηλό σημείο κοντά στη σπηλιά.

Αλλά κι οι κάτοικοι τον είχαν πια ξεχάσει, γιατί το μυαλό τους δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το να γεμίσουν τις αποθήκες τους. Μοναχά ο Δήμαρχος έστελνε κάθε μέρα δυο από τους κατοίκους να δουν αν ο θαυματοποιός ήταν ακόμη στη σπηλιά, κι αυτό γιατί φοβόταν πως αν φύγει, μαζί τους θα φύγουν κι οι βροχές και θα χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού.

Κείνη την αλλόκοτη εποχή που οι κάτοικοι της πλούσιας πια πολιτείας είχαν χάσει πια τη λογική τους, ένας φτωχός, πεινασμένος και ταλαιπωρημένος οδοιπόρος έφτασε στην πολιτεία.

Σαν είδε τους πρώτους κατοίκους, τους παρακάλεσε, τους θερμοπαρακάλεσε, τους χιλιοπαρακάλεσε να του δώσουν λίγο νερό κι ένα κομμάτι ψωμί για να στυλωθεί στα πόδια του, γιατί είχε μέρες άνυδρος και νηστικός κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά. Μα εκείνοι, του είπαν να φύγει και πως ψωμί δεν περισσεύει, ούτε νερό, γυρίζοντάς του την πλάτη, τρέχοντας να κλειδαμπαρωθούν στα σπίτια τους.

Ο άμοιρος οδοιπόρος χτύπησε πόρτες, παρακάλεσε, έκλαιγε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό, μα κανείς δεν του αποκρίθηκε, λες κι η πολιτεία ήταν έρημη, λες πως δεν ήταν πολιτεία ανθρώπων, μα σκληρός βράχος στη μέση της ερήμου, παρακαλούσε, θερμοπαρακαλούσε, χιλιοπαρακαλούσε για λίγο ψωμί και μια γουλιά νερό ο άτυχος άνθρωπος, μ’ απόκριση καμιά κι η πείνα του σπάραζε τα σωθικά και του θόλωνε το νου.

Λίγο πιο κάτω δυο κάτοικοι ξεφόρτωναν σε μια μεγάλη αποθήκη ένα κάρο γεμάτο κοφίνια με ψωμιά. Σαν το είδε αυτό ο πεινασμένος άνθρωπος, ο νους του ξεστράτισε, σάλεψε η λογική κι όρμηξε σα πληγωμένο αγρίμι πάνω τους, ρίχνοντάς τους στο χώμα. Σαστισμένοι εκείνοι, μείναν ακίνητοι, προσπαθώντας να καταλάβουν τι γίνηκε.

Ο δύστυχος άνθρωπος αρπάζει ένα ψωμί κι αρχίζει να τρέχει. «Κλέφτης, κλέφτης!» άρχισαν να φωνάζουν οι δυο πεσμένοι στο χώμα κάτοικοι. Σε λίγες στιγμές η πολιτεία πλημμύρισε οργισμένους ανθρώπους, που σαν τεράστιο χέρι, είχε αρπάξει σφιχτά τον κλέφτη του ψωμιού, φωνές, αντάρες, κακό σειόταν όλη η πολιτεία.

Το πλήθος των οργισμένων ανθρώπων μαζεύτηκε γρήγορα στη μεγάλη πλατεία και με μπροστάρη τον Δήμαρχο τιμώρησαν τον κλέφτη του ψωμιού κι η τιμωρία ήταν βαριά. Εκεί, στη μέση της πλατείας, το οργισμένο πλήθος των κατοίκων της πλούσιας πολιτείας, με μπροστάρη τον Δήμαρχο, κρέμασε τον άτυχο οδοιπόρο.

Ο θαυματοποιός που είδε τι έγινε από το ψηλό σημείο κοντά στην σπηλιά του, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μα το κακό δεν το πρόλαβε.

«Τι κάνατε;» ρωτάει τους κατοίκους γεμάτος απόγνωση.

«Τιμωρήσαμε τον εγκληματία» απαντά με όψη επίσημη ο Δήμαρχος.

«Λίγο ψωμί ζήτησε μονάχα» του λέει ο θαυματοποιός.

«Κλέφτης ήταν, τιμωρία του άξιζε» φώναξε ο Δήμαρχος.

«Η πείνα δεν είναι έγκλημα να θέλει τιμωρία. Η πείνα είναι αρρώστια και θέλει γιατρειά» απάντησε σχεδόν άγρια ο θαυματοποιός.

«Τι είναι αυτά που λες;» φώναξε ο Δήμαρχος. «Εμείς είμαστε ορκισμένοι να τηρούμε τους Νόμους και τα ψηφίσματα της πολιτείας. Μόνο έτσι θα φυλάξουμε το βιος μας και δεν θα πεινάσουμε ξανά, κι αυτό είναι το δίκιο μας».

«Το δίκιο σας είναι τυφλό και τ’ άδικο δεν βλέπει» απαντάει απογοητευμένος ο θαυματοποιός. «Σε πολιτεία ανθρώπων που είδαν καλό, μα καλό δεν δείξανε, θέση δεν έχω κι ώρα μου να φύγω είναι».

Σαν τ’ άκουσε αυτά ο Δήμαρχος τραντάχτηκε ολάκερος από την ταραχή του κι άρχισε να φωνάζει προς τους κατοίκους: «Αν φύγει, μπορεί να φύγουν μαζί του κι οι βροχές και να χαθεί η μαγιά του γυαλιού και του ατμού!»

Στο άκουσμα των λόγων του Δημάρχου το πλήθος κύκλο έκαμε γύρω από τον θαυματοποιό κι οι πιο δυνατοί και ρωμαλέοι κάτοικοι τον άρπαξαν από τα χέρια και τα πόδια, ενώ ακουγόταν ο Δήμαρχος να φωνάζει: «Στη φυλακή! Κλείστε τον στη φυλακή!»

Ο θαυματοποιός δεν αντιστάθηκε καθόλου, μα λίγο πριν τον κλείσουν στο κελί είπε στο πλήθος και στον Δήμαρχο: «Σαν έρθει καταμεσήμερο, νύχτα και μεσονύχτι, όλα θα γένουν όπως τους πρέπει».

Οι μέρες περνούσαν κι οι κάτοικοι συνέχισαν να γεμίζουν τις μεγάλες αποθήκες τους, λιγομίλητοι, σκυθρωποί και καχύποπτοι. Τώρα μάλιστα είχαν βάλει και φύλακες με δόρατα και σπαθιά στους δρόμους που οδηγούσαν στην πολιτεία για να διώχνουν τους περαστικούς οδοιπόρους. Είχανε βάλει επίσης και χωροφύλακες που ολημερίς μετρούσαν το φαΐ που έτρωγαν οι κάτοικοι, για σιγουριά πως δεν τρώει κανείς περισσότερο από ό,τι ορίζει ο Νόμος.

Τα ατμοκίνητα κάρα φορτωμένα με γυαλί φεύγαν για άλλες πολιτείες, φορτωμένα με τ’ αγαθά που κάρπιζε η γης γύριζαν, τα λιβάδια τους καταπράσινα κι αυτά και πλούσια κάρπιζαν και ξανακάρπιζαν ασταμάτητα και μεγάλες αποθήκες γέμιζαν ίσαμε πάνω.

Μα ένα καλοκαιρινό μεσημέρι, εκεί που ο ήλιος στο πιο ψηλό σημείο είχε φτάσει, άρχισε το φως του να χάνεται, να τον σκεπάζει το φεγγάρι, λες και μες στο καταμεσήμερο ήρθε νύχτα και μεσονύχτι.

Σούσουρο έγινε στην πολιτεία κι ο κόσμος στους δρόμους βγήκε, γιατί τα λόγια του θαυματοποιού θυμήθηκαν, μα τα θυμήθηκαν αργά.

Ο θαυματοποιός μες στο κελί του, σαν το φεγγάρι σκέπασε τον ήλιο, το μεταλλικό του μπαστούνι σήκωσε και τα κάγκελα της φυλακής παραμέρισαν για να περάσει. Πέρασε το χοντρό σκοινί που είχε δεμένο το μεγάλο ξύλινο μπαούλο στον ώμο του και στηρίζοντας το κορμί του στο μεταλλικό μπαστούνι του, ξεκίνησε για την έξοδο της πολιτείας.

Σαν τον είδαν οι κάτοικοι να φεύγει, τρέξανε να τον εμποδίσουν, μα εκείνος το χέρι του σήκωσε κι άνεμος δυνατός τους κράταγε μακριά, ενώ πίσω του μια πυκνή απλωνόταν ομίχλη, τόσο πυκνή που μια πιθαμή μπρος δεν έβλεπες.

Ολάκερη η πολιτεία ανάστατη κι οι κάτοικοι τυφλοί απ’ την πυκνή ομίχλη. Κάποιοι φοβήθηκαν πολύ κι έκαναν να φύγουν απ’ την πολιτεία, μα η ομίχλη λες και τους μπέρδευε το δρόμο βάζοντάς τους να κάνουν κύκλους από κει που ‘χαν ξεκινήσει. Έμοιαζε να τους έχει φυλακισμένους στην ίδια τους την πολιτεία.

Μονάχα ο θαυματοποιός ανεμπόδιστος έφτασε ως το τέλος της πολιτείας κι έξω απ’ αυτό, με το μεταλλικό μπαστούνι χάραξε έναν μεγάλο κύκλο στο χώμα που στο κέντρο του άναψε μια πολύ μεγάλη φωτιά. Άνοιξε το μεγάλο ξύλινο μπαούλο, πήρε το τουμπερλέκι του και καθισμένος καταγής άρχισε τ’ αλλόκοτο κι ακαταλαβίστικο τραγούδι του που πλημμύριζε την πολιτεία απ’ άκρη σ’ άκρη, λες και δεν τραγουδούσε ένας, μα χίλιοι τραγουδιστάδες μαζί.

Για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες έλεγε το παράξενο τραγούδι που το συνόδευε ο ήχος από το ξύλινο όργανο. Για σαράντα μερόνυχτα η πολιτεία σκεπασμένη από την πυκνή ομίχλη που μπέρδευε τα μυαλά των κατοίκων. Για σαράντα μερόνυχτα αντηχούσε το τραγούδι του, λες κι ολάκερη η πολιτεία ήταν σκεπασμένη από μια τεράστια καμπάνα που χτυπούσε συνέχεια.

Σαν πέρασαν σαράντα μερόνυχτα, το τραγούδι έπαψε, χάθηκε και η ομίχλη, μα η πολιτεία πουθενά. Λες και κάποιο τεράστιο χέρι την είχε πάρει. Στη θέση της μια τεράστια έκταση ξερής άμμου.

Ο θαυματοποιός σηκώθηκε, περπάτησε ως την άκρη του μεγάλου κύκλου, έσκυψε και μάζεψε μια γυάλινη σφαίρα, όχι πιο μεγάλη από μια πιατέλα φαγητού, όπου μέσα της βρίσκονταν ολάκερη η πολιτεία, με τους ανθρώπους, τα λιβάδια, τα ζώα, τ’ ατμοκίνητα κάρα και τις μεγάλες αποθήκες. «Τα παιδιά δεν θα γεράσουν κι οι γέροι δεν θα πεθαίνουν. Αθάνατοι θα μείνετε δίχως το δώρο της λαλιάς, δίχως μιλιά ο ένας στον άλλον, ολομόναχοι και ξεχασμένοι στα όρια της πολιτείας κλεισμένοι» είπε, κι έβαλε την γυάλινη σφαίρα μ’ ολάκερη την πολιτεία μέσα στο μεγάλο ξύλινο μπαούλο του και πέρασε στον ώμο του το χοντρό σκοινί που το είχε δεμένο και στηρίζοντας το σώμα του στο μακρύ μεταλλικό μπαστούνι, τράβηξε το δρόμο του λέγοντας… «όταν ζητάς, όταν χρειάζεσαι, πρέπει να δίνεις όταν χρειάζεται και σου ζητήσουν. Ειδάλλως, μένεις μονάχος και χάνεσαι».

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Πελοπίδας και Ντάλια

pelopidas kai daliaΗ παρακάτω ιστορία γράφτηκε από το μέλος των Παραμυθάδων Χρήστο Τσίρκα για τις ανάγκες του Φεστιβάλ Παιχνιδιού της ΔΗΜΟΦΕΛΕΙΑΣ του δήμου Καβάλας «Φτου και παίζει» του ευρωπαϊκού προγράμματος «Europe is our playground». Πρόκειται για μια γνωριμία με τους δύο ήρωες-μασκότ του φεστιβάλ. Τον Πελοπίδα τον Πυγολαμπίδα και την Ντάλια την Βεντάλια.

«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Μια ιστορία θα σας πω για ένα κοριτσάκι που δεν της άρεσαν καθόλου τα παιχνίδια. Τα μισούσε. Κι όποτε έβλεπε τα άλλα παιδιά να παίζουν, πάντα γινότανε η αιτία για να τους χαλάσει το παιχνίδι.

Για παράδειγμα, όποτε παίζανε κρυφτό, καθότανε σε ένα ψηλό σημείο και φώναζε δυνατά, μαρτυρώντας πού έχει κρυφτεί ο καθένας. Τέτοιες σκανταλιές έκανε συνέχεια για να χαλάσει το παιχνίδι των άλλων.

Το κορίτσι αυτό το λέγανε Ντάλια η Βεντάλια.

Εγώ, γνωρίζω πολύ καλά τον πατέρα της, τον Πελοπίδα τον Πυγολαμπίδα και το παράξενο της ιστορίας αυτής είναι, ότι ο ίδιος, σαν παιδί ήταν ακριβώς το αντίθετο από την Ντάλια. Έπαιζε συνέχεια με τα υπόλοιπα παιδιά και μάλιστα πολλά και διαφορετικά παιχνίδια.

Ο Πελοπίδας μεγάλωσε την εποχή που οι γειτονιές πλημμύριζαν τα καλοκαίρια από παιδιά. Φωνές, παιχνίδια, τσακωμοί, χαρές και στεναχώριες. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία. Κάθε μέρα η ίδια όμορφη ιστορία. Από νωρίς το απόγευμα και μέχρι αργά το βράδυ, το ένα παιχνίδι διαδέχονταν το άλλο. Μήλα, αγαλματάκια, κουτσό, κικιρίκια κι αργά το βράδυ, με το που σκοτείνιαζε, κρυφτό.

Μα όταν πήγε στο γυμνάσιο, ο μπαμπάς του Πελοπίδα θεώρησε ότι ο γιος του μεγάλωσε και πως έπρεπε να αρχίσει να τον βοηθάει στην δουλειά του. Έτσι, ο Πελοπίδας άρχισε να παίζει λιγότερο και να περνάει περισσότερο χρόνο στο φούρνο του πατέρα του, μέχρι που έπαψε να παίζει τελείως.

Έμαθε καλά τη δουλειά και σύντομα έγινε αυτός φούρναρης και μάλιστα πολύ καλός. Έβγαζε το πιο νόστιμο και καλοψημένο ψωμί της περιοχής. Κι όσο για τα κουλούρια του, ποτέ δεν μπορούσες να φας μόνο ένα.

Σαν έγινε άντρας ο Πελοπίδας, μια γυναίκα γνώρισε κι αγάπησε και σύντομα την παντρεύτηκε. Πάνω στον χρόνο, φέρανε στον κόσμο και την Ντάλια, μα στη γέννα η γυναίκα του πέθανε.

Ο Πελοπίδας μεγάλωσε την Ντάλια μόνος του χωρίς καμιά βοήθεια από κανέναν. Άθελά του όμως έκανε ένα μεγάλο λάθος. Από το φόβο του που έχασε τη γυναίκα του και προκειμένου να μην χάσει και τη Ντάλια, την ανάγκαζε να έρχεται καθημερινά στον φούρνο αμέσως μετά το σχολείο. Όσο για τα καλοκαίρια, η Ντάλια περνούσε όλη την μέρα της στο φούρνο βοηθώντας τον πατέρα της ή διαβάζοντας.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γίνει αντικοινωνική. Να απεχθάνεται τις συναναστροφές με άλλους, οπότε και τις παρέες και τα παιχνίδια με τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς.

Ο Πελοπίδας δεν είχε καταλάβει τη ζημιά που είχε προκαλέσει στη Ντάλια. Ένα μεσημέρι, ο Πελοπίδας είχε βγει έξω από τον φούρνο του κι έριχνε στα πουλιά ότι ψίχουλα είχε μαζέψει στα ράφια του. Εκείνη την ώρα Κάτι παιδιά περνούσαν κι άρχισαν να τον σχολιάζουν

Να…αυτός είναι ο μπαμπάς της ακατάδεχτης που μας αποφεύγει και μας κοροϊδεύει συνέχεια…

Άκουσα ότι την κλειδώνει στην αποθήκη…

Αρχικά ο Πελοπίδας δεν κατάλαβε ότι εννοούσαν αυτόν, αλλά όταν διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει άλλος εκεί κοντά, τα έχασε…αναστατώθηκε. Γύρισε στο σπίτι του στεναχωρημένος και πολύ προβληματισμένος. Όλο το βράδυ δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Τότε ήταν που συνειδητοποίησε ότι η Ντάλια περνούσε όλο τον ελεύθερο χρόνο μαζί του χωρίς να παίζει με τα παιδιά της ηλικίας της.

Το επόμενο πρωί, έπιασε την μονάκριβη κόρη του να της μιλήσει. Όσο κι αν της εξηγούσε ότι ήταν λάθος του που την κρατούσε στον φούρνο αντί να την αφήνει να παίζει με τα υπόλοιπα παιδιά στην γειτονιά, τόσο η Ντάλια αδιαφορούσε και λειτουργούσε σαν μαγεμένη. Σαν ένα ξωτικό, ένα σκανταλιάρικο καλικαντζαράκι, να της έκλεψε κρυφά την παιδικότητά της.

Αύριο μην έρθεις στον φούρνο. Πήγαινε να παίξεις με τα παιδιά…

…της είπε στο τέλος της συζήτησής του ο Πελοπίδας, μα η Ντάλια του απάντησε αδιάφορα:

Μπα, δεν θέλω…προτιμώ να έρθω μαζί σου.

Εκείνο το βράδυ ο Πελοπίδας είδε στον ύπνο του ένα παράξενο όνειρο. Ήταν μια γυναικεία φιγούρα –που ο ίδιος θεώρησε ότι ήταν η γυναίκα του που είχε πεθάνει-, ντυμένη στα άσπρα με καλυμμένο το πρόσωπό της. Εμφανίστηκε μπροστά του μέσα από μια λάμψη φωτός και του είπε με φωνή που νόμιζες ότι έβγαινε από πηγάδι.

Πελοπίδααααααα….Πελοπίδααααααα! Το ξέρω πως πονάς για την κόρη σου. Το ξέρω πως η έννοια σου είναι στην Ντάλια, μα αυτή είναι μαγεμένη. Μαγεμένη από την λάθος αγάπη σου. Έχει χάσει την διάθεση για παιχνίδι και παρέες. Δεν θέλει φίλους ούτε και παιχνίδια. Αλλά μην ανησυχείς. Υπάρχει ελπίδα. Δύσκολα μεν, αλλά υπάρχει. Τα μάγια της Ντάλιας θα λυθούν μόνο όταν άνθρωποι από πέντε χώρες βρεθούν στον ίδιο χώρο κι αρχίσουν να παίζουν και τα παιχνίδια τους κρατήσουν για πέντε μέρες. Εκεί μόνο η Ντάλια θα βρει την γιατρειά, αρκεί να καταφέρει να βρει και τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που θα τις θέσουν άνθρωποι των χωρών αυτών. Μην χάνεις την ελπίδα σου Πελοπίδα. Βοήθα την Ντάλια να ζήσει την ζωή που χάνει μέρα με την μέρα.

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε από την γυναίκα στο όνειρό του ο Πελοπίδας και ξύπνησε καταϊδρωμένος. Από εκείνη την μέρα ψάχνει να βρει το μέρος που θα συναντηθούν άνθρωποι από πέντε χώρες και θα αρχίσουν τα παιχνίδια, μα τίποτα δεν έχει καταφέρει…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια…

…κι αν νομίζεται ότι το παραμύθι μας τελειώνει εδώ κι έτσι απότομα, γελιέστε. Γελιέστε γιατί αυτή τη στιγμή, βλέπω στο βάθος να πλησιάζει ο Πελοπίδας κι η Ντάλια.

(Η ιστορία αυτή ακουγότανε κάθε μέρα στην έναρξη του φεστιβάλ και σε αυτό το σημείο κάνανε την εμφάνισή τους οι δύο ήρωες. Ακολουθούσε ένας μικρός διάλογος μεταξύ των δύο ηρώων και του αφηγητή:)

Πελοπίδα και Ντάλια καλώς ορίσατε. Χαιρόμαστε πολύ που σας έχουμε μαζί μας.

Νιώθω πολύ συγκινημένος γιατί το όνειρο που είχα δει κάποτε, τώρα βγαίνει αληθινό. Έχουν μαζευτεί εδώ άνθρωποι από πέντε χώρες και θα αρχίσουν να παίζουν παιχνίδια;

Κάπως έτσι…

Πάμε να φύγουμε μπαμπά…δεν μου αρέσει εδώ.

Περίμενε Ντάλια και νομίζω ότι τώρα ξεκινάει το δικό μας παραμύθι.

(Εκείνη την στιγμή, ο αφηγητής έθετε στον Πελοπίδα και την Ντάλια μια ερώτηση ή τους έβαζε μια δοκιμασία κι αυτοί με την σειρά τους έπρεπε να απαντήσουν σωστά ή να την φέρουν σε πέρας. Μπορούσαν βέβαια να έχουν βοήθεια από τον κόσμο. Μία ερώτηση-δοκιμασία για κάθε μέρα του φεστιβάλ κι αν όλα πήγαιναν καλά, τότε θα λύνονταν τα μάγια της Ντάλιας και θα γινότανε και πάλι ένα παιδί με διάθεση για παιχνίδι και παρέες.)

Το παραμύθι μας, δεν τελειώνει εδώ, ούτε και σήμερα. Πέντε μέρες θα κρατήσει. Μέχρι ο Πελοπίδας κι η Ντάλια να μπορέσουν να βρούνε τις απαντήσεις τους. Κι εσείς αγαπητοί μας φίλοι, μπορείτε να τους βοηθήσετε αν γνωρίζετε κάτι. Κι αν όλα πάνε καλά, τότε η Ντάλια θα γίνει και πάλι παιδί. Θα αρχίσει και πάλι να χαμογελάει και να έχει διάθεση για παιχνίδι, διάθεση για ζωή….

Ας αρχίσουν τα παιχνίδια λοιπόν…αρχή των παιχνιδιών, καλησπέρα της αφεντιάς σαααααααααααααααςςςςςςςςςςς!

(Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στο φρούριο της Καβάλας, η ερώτηση ήταν «πότε χτίστηκε». Μετά από ώρα και με την βοήθεια του κόσμου, δόθηκε η απάντηση «15ος αιώνας». Την δεύτερη μέρα που η γιορτή μεταφέρθηκε στο παρκάκι της πλατείας Κάνιγγος στην περιοχή Σούγελο, η ερώτηση ήταν «τι σημαίνει Σούγελο» κι η σωστή απάντηση που δώσανε ήταν «δρόμος του νερού». Την τρίτη μέρα στο παρκάκι του Αγίου Λουκά, υπήρξε δοκιμασία και πιο συγκεκριμένα, να βρούνε μια παλιά φωτογραφία που να απεικονίζει παιδιά να παίζουν ή κάποιο παλιό παραδοσιακό παιχνίδι-αντικείμενο. Μετά από ώρα τελικά, εμφανίστηκε μια παλιά φωτογραφία από την κυρία Έμυ και τον κύριο Γιώργο. Την προτελευταία μέρα που η γιορτή μεταφέρθηκε στον προαύλιο χώρο του γυμναστηρίου της Καλαμίτσας, η ερώτηση ήταν «από τι φτιάχνονταν το αρχαίο παιχνίδι, κότσια» και η απάντηση ήρθε μετά από ώρα «από τα πίσω πόδια του κατσικιού». Την τελευταία μέρα με την λήξη του φεστιβάλ, υπήρξε μια ακόμα δοκιμασία. Η Ντάλια έπρεπε να δεχτεί μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, τουλάχιστον εκατό αγκαλιές από παιδιά….

Η Ντάλια, έγινε πλέον ένα παιδί που αγαπάει τα παιχνίδια και αγαπάει και τα υπόλοιπα παιδιά…ίσως να βοήθησαν οι 116 αγκαλιές που δέχτηκε και που θα ήταν ακόμα περισσότερες αν δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός)

 

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

«Παραμύθια Δανικά»

«Παραμύθια Δανικά»

Ο Δημήτριος Βικέλας έκανε τη μετάφραση κάποιων παραμυθιών του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Από τον Αποστόλη @moloch82 για όλα τα παιδιά με καρκίνο

Σήμερα πέθανε ένα παλικάρι. Αντιμετώπισε θαρραλέα την αρρώστια που λέγεται καρκίνος και ο θάνατός του έγινε αφορμή να γεμίσουν δάκρυα τα μάτια πολλών ανθρώπων και αγάπη οι ψυχές τους. Το παραμύθι που ακολουθεί, το έγραψε πριν από δύο χρόνια στο προσωπικό του ιστολόγιο και «απευθύνεται σε παιδιά που πρέπει να αντιμετωπίσουν έναν καρκίνο». Αν σας αγγίξει η ιστορία, επισκεφτείτε τη δική του σελίδα με το παραμύθι (κάντε κλικ στον τίτλο του παραμυθιού παρακάτω) και αφήστε του κάποιο σχόλιο.

Στη μνήμη του Αποστόλη.

 

Ο Καβουράκης και το ταξίδι του

Μια μικρή ιστορία για τα παιδιά που με τη φαντασία τους μπορούν να νικήσουν τα πάντα.

Ο Άκης είναι ένα παιδί σαν όλα τα άλλα. Πάει στη γ’ τάξη του Δημοτικού σε μια όμορφη γειτονιά της Αθήνας, από εκείνες που τα παιδιά μαζεύονται μετά τα μαθήματά τους και παίζουν μπάλα και κρυφτό. Είναι αρκετά καλός μαθητής, χωρίς να διαβάζει πολύ και αυτό τον κάνει διπλά χαρούμενο όταν του λέει μπράβο η δασκάλα. Κι ο Δήμος είναι καλός μαθητής, ίσως καλύτερος από τον Άκη, αλλά δε βγαίνει ποτέ να παίξει τα απογεύματα γιατί η μαμά του τον βάζει να διαβάζει πολύ και μετά τον εξετάζει.
Μια μέρα του φθινοπώρου, ο Άκης γύριζε σπίτι από το σχολείο φορτωμένος με τα μπράβο του και χαρούμενος σκεφτόταν ότι η μητέρα του θα του είχε φτιάξει κεφτεδάκια με πατάτες που του αρέσουν. Ύστερα, θα πήγαινε μια βόλτα με τον παππού και ίσως του έπαιρνε και μια σοκολάτα να μοιραστούν στην παιδική χαρά. Ο παππούς βέβαια θα έπαιρνε ένα μικρό κομματάκι γιατί λέει ότι είναι ήδη γεμάτος ζάχαρη. Τον Άκη δε θα τον πείραζε να είναι γεμάτος ζάχαρη σκέφτηκε καθώς έφτανε σπίτι.
Ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα του σπιτιού ένιωσε ένα μικρό, πολύ μικρό πόνο στο πόδι του. Όπως τότε που ο Μιχάλης, εκείνο το παιδί που κάνει τη δασκάλα να τραβάει τα μαλλιά της και είναι πολύ αστεία όταν το κάνει, είχε τσιμπήσει το μπράτσο του για να του πάρει το καινούριο του μολύβι. Τι να έγινε εκείνο το μολύβι, αναρωτήθηκε και ξέχασε τον πόνο.
Οι μέρες περνούσαν άλλες όμορφες σαν εκείνη τη μέρα που πήγε με το μπαμπά και τη μαμά να δουν τα δελφίνια κι άλλες άσχημες όπως τότε που η γειτόνισσα με τις γάτες δεν του έδωσε τη μπάλα που έπεσε στον κήπο της. Αυτό που δεν άλλαζε όμως ήταν εκείνος ο περίεργος πόνος στο πόδι του, λίγο πιο πάνω από το γόνατο. Ο Άκης νόμιζε ότι το είχε χτυπήσει κάποια στιγμή παίζοντας μπάλα. Βλέπετε όσοι δεν ήξεραν ποδόσφαιρο στη γειτονιά του, φαίνεται προσπαθούσαν να κλωτσήσουν τα πόδια των άλλων αντί για τη μπάλα. Δεν το κατάλαβε ποτέ του ο Άκης το γιατί. Το πιο περίεργο δε, ήταν ότι τις περισσότερες φορές ο πόνος ήταν πιο δυνατός το βράδυ, όταν έπεφτε να κοιμηθεί.
Ένα βράδυ σαν όλα τα άλλα, καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε στο κρεβάτι του. Διάβασε μερικές σελίδες από το βιβλίο με το νεαρό μάγο που αφού μεγάλωσε έπιασε δουλειά στο τσίρκο και έσβησε το φως να κοιμηθεί. Έβλεπε πολλά και περίεργα όνειρα αλλά αυτό που θα έβλεπε απόψε δεν χώραγε στη φαντασία του! Καθώς ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του δίπλα στο μαξιλάρι του ήρθε και στάθηκε ένα μικρό γυαλιστερό καβουράκι. Ο Άκης, αν και είχε δει πολλά καβουράκια στη ζωή του στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί, δυσκολεύτηκε να καταλάβει τι είναι. Βλέπετε κάτι το σκοτάδι, κάτι το κοστούμι με τη γραβάτα. Ε; Για στάσου! Από πότε τα καβουράκια φοράνε ρούχα; Και τι δουλειά είχε στο μαξιλάρι του Άκη;
Άπλωσε λοιπόν το χέρι του να το πιάσει αλλά δεν τα κατάφερε. «Είναι όνειρο», σκέφτηκε ο Άκης και χαμογέλασε έτοιμος να συνεχίσει τον ύπνο του.
-Ψίτ;
-…
-Ψίτ; Ναι εσύ ο περίεργος που δεν έχεις καν δαγκάνες. Μ’ ακούς;
Ο Άκης γύρισε σαστισμένος! Το καβούρι στον ύπνο του μιλούσε!
-Ναι. Ποιος είσαι και τι κάνεις στο κρεβάτι μου κοστουμαρισμένος;
-Αφενός δεν είμαι στο κρεβάτι σου. Επικοινωνώ μαζί σου μέσα από τα όνειρά σου. Κανονικά είμαι γατζωμένος μέσα στο δεξί σου πόδι. Όσο για το κοστούμι, οι πληροφορίες μου λένε ότι εδώ στη Γη παίρνετε περισσότερο στα σοβαρά όσους φοράνε κοστούμι και γραβάτα.
Έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Άκης. Να για παράδειγμα ο διευθυντής στο σχολείο που φοράει πάντα κοστούμι και γραβάτα είναι πάντα σοβαρός. Και όταν μιλάει τον ακούνε όλοι με προσοχή. Ακόμη και η δασκάλα. Μα αυτό σε απασχολεί Άκη; Τι εννοεί γατζωμένος μέσα στο πόδι σου; Και από πού έρχεται αν όχι από τη θάλασσα;
Αυτά τον ρώτησε λοιπόν τον κύριο Καβουράκη κι εκείνος του εξήγησε.
Στην άλλη άκρη του γαλαξία μας, όχι πολύ μακριά από εδώ αν δεν έχει κίνηση και ξέρεις τους σύντομους δρόμους, υπάρχει ένας μικρός πλανήτης με το όνομα (ο άλλος) Ποσειδώνας. Όχι αυτός που είναι εδώ στη γειτονιά μας. Ο άλλος. Γι’ αυτό και λέγεται έτσι. Πολύ μικρός πλανήτης, ακόμη και σε σχέση με τη Γη που δεν είναι και κανένα θηρίο. Ο πλανήτης αυτός είναι καλυμμένος με νερό θαλασσινό και μέσα κατοικούν λογής λογής θαλασσινά ζωάκια. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, κάτι σαν βασιλιάς, είναι ένας κάβουρας που αγαπάει πολύ αυτό που κάνει και είναι έτσι όλοι χαρούμενοι. Ο κ. Καβουράκης είναι γιός του. Πρίγκηπας σα να λέμε. Επειδή η ζωή στον (άλλο) Ποσειδώνα είναι κάπως μονότονη για έναν πρίγκηπα, με όλους τους άλλους κάβουρες να τον υπηρετούν και να τον προσέχουν ο κ. Καβουράκης κάνει συχνά ταξίδια με το μίνι διαστημόπλοιό του.
Όλα πήγαιναν μια χαρά, μέχρι που κατέβηκε στη Γη να δει τις παραλίες μας και να χαιρετήσει κάτι ξαδέρφια του που είχαν έρθει χρόνια πριν μετανάστες να γνωρίσουν τον κόσμο. Το διαστημόπλοιό του φαίνεται να μάζεψε βρώμα από μια παραλία που δεν καθάρισε κανένας και δεν κατάφερνε να απογειωθεί μέχρι το διάστημα. Την τελευταία φορά που δοκίμασε, έπεσε και καρφώθηκε μέσα στο πόδι του Άκη.
-Έτσι που λες Άκη μου. Και τώρα έχω μπλέξει εδώ και δεν μπορώ να φύγω.
-Ναι αλλά εγώ πονάω! Σκέφτομαι μάλιστα να πω στη μαμά να με πάει στο γιατρό. Αν και αυτός συνήθως με κυνηγάει με τα εμβόλια.
-Γι’ αυτό κι εγώ επικοινώνησα μαζί σου Άκη. Πρέπει να πας στο γιατρό για να βολευτούμε και οι δυο.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή εσύ θα σταματήσεις να πονάς κι εγώ θα μπορέσω να πάω σπίτι μου. Ίσως δεν ήταν τελικά και τόσο βαρετά…
-Καλά, εμένα θα με κάνει καλά ο γιατρός. Εσύ πως θα πας σπίτι;
-Θυμάμαι από το Πανεπιστήμιο της Ατλαντίδας, όπου σπούδαζα διαστημική της θάλασσας ότι τα ανθρώπινα φάρμακα μπορούν να δουλέψουν ως καύσιμα για το διαστημόπλοιό μου! Οπότε αν πάρεις αρκετά θα μπορέσω να το ξεκινήσω και αν πατήσω αρκετό γκάζι να ξεσφηνώσω από το πόδι σου!
Αφού χαιρετήθηκαν, ο Άκης ξύπνησε και περίμενε μέχρι το πρωί. Σκεφτόταν τι να κάνει. Από τη μια φοβόταν το γιατρό. Όχι τον ίδιο δηλαδή αλλά τις βελόνες του. Δεν είναι ότι πιο ευχάριστο να σε τσιμπάνε με βελόνες! Αν ήταν θα το είχαν και στο λούνα Παρκ! Από την άλλη όμως λυπόταν τον κ. Καβουράκη με το μπλέξιμό του και είχε κουραστεί κι εκείνος να πονάει. Αποφάσισε λοιπόν να πει στη μαμά του να τον πάει στο γιατρό αλλά να μην πει τίποτε για το νέο φίλο του.
Από την άλλη μέρα κιόλας, ο Άκης άρχισε να πηγαίνει στο νοσοκομείο. Είχε πολλές βελόνες και πολλά τσιμπήματα. Από την πρώτη μέρα κιόλας άρχισε να φεύγει ο πολύς πόνος. Ο κ. Καβουράκης ερχόταν κάθε βράδυ, του έλεγε πόσα ακόμη καύσιμα χρειάζεται και για να τον ευχαριστήσει που άντεχε όλες αυτές τις βελόνες και την κούραση από τα φάρμακα του έλεγε ιστορίες από τον πλανήτη του αλλά και από τα ταξίδια του. Για εκείνη τη φορά που ένα περαστικό διαστημόπλοιο έχυσε λάδια στον (άλλο) Ποσειδώνα και τρίβανε με τα σφουγγάρια όλο το βυθό, για τον περίεργο πλανήτη με τα ηφαίστεια όπου συνάντησε κάποτε με ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα και τον ρωτούσε μήπως είδε πουθενά κάποιο Πρίγκηπα. Είπε στο τριαντάφυλλο ότι κι εκείνος είναι πρίγκηπας, αλλά εκείνο έψαχνε έναν άλλο πιο μικρό και πιο ξανθό. Ακούστηκε ενδιαφέρον τύπος…
Όταν τα καύσιμα ήταν πια αρκετά ο κ. Καβουράκης χαιρέτησε τον Άκη και ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Έλα όμως που δεν υπολόγισε κάτι ακόμα!
-Άκη! Έχουμε πρόβλημα!
-Μα τι λες; Όλα πάνε μια χαρά! Εγώ είμαι καλύτερα, το σκάφος σου είναι σχεδόν γεμάτο καύσιμα, η μαμά θα φτιάξει αύριο κέικ με σοκολάτα!
-Τα μαλλιά σου.
-Τα μαλλιά μου είναι μια χαρά. Τα χτενίζω μόνος μου και μερικές φορές βάζω και ζελέ για να στέκονται όπως του μπαμπά.
-Ναι αλλά… προκαλούν παρεμβολές.
-Παρε..τι;
-Παρεμβολές. Να πώς να σου πω, πως είναι στην τηλεόραση που μερικές φορές δεν πιάνει καλά το κανάλι; Έ απ’ αυτό μόνο που τώρα δεν πιάνει καλά το τιμόνι. Αριστερά πατάω εγώ, δεξιά στρίβει το σκάφος μου.
-Κι όλα αυτά από τα μαλλιά μου;
-Ναι! Τα μαλλιά είναι στους ανθρώπους σαν τις κεραίες!
-Ωραία και τι προτείνεις; Να τα κόψω;
-Βασικά όσο κοντά και να τα κόψεις δεν λύνεται το πρόβλημα. Πρέπει να τα ρίξουμε. Για λίγο! Μέχρι να απογειωθώ και να απομακρυνθώ! Μετά θα ξαναβγούν στ’ ορκίζομαι!
-Μα θα γίνω σαν τον παππού που όταν περνάει κάτω από λάμπα γυαλίζει το κεφάλι του!
-Ναι αλλά εσένα θα είναι για λίγες μέρες μόνο! Άντε ένα δυο μήνες το πολύ. Σε παρακαλώ! Μην με ταλαιπωρείς για τρίχες κατσαρές!
Ο Άκης το σκέφτηκε λίγο και τελικά συμφώνησε. Δεν ήταν δα και τόσο τραγικό! Θα έβαζε τη γιαγιά να του φτιάξει έναν όμορφο σκούφο, ίσως με τα χρώματα της ομάδας του! Δε θα χρειαζόταν και να χτενίζεται, που το βαριόταν λίγο. Ειδικά όταν τον χτένιζε η μαμά ίσως ακόμη και να πονούσε!
Την άλλη μέρα τα μαλλιά του άρχισαν να πέφτουν. Οι γονείς του και οι συγγενείς του τον κοιτούσαν σα να στενοχωριόντουσαν αλλά εκείνος ήξερε το λόγο και ήταν σχεδόν χαρούμενος που όλα πήγαιναν μια χαρά.
Όταν τελικά έπεσαν όλα, ο κ. Καβουράκης ξεκίνησε το ταξίδι του! Ο Άκης σταμάτησε να πηγαίνει στα νοσοκομεία και γύρισε στο σχολείο του, τη μπάλα του, τις βόλτες με το ζαχαρένιο του παππού. Πολλές φορές θυμάται πόσο κουράστηκε για να βοηθήσει το φίλο του αλλά δεν έχει σημασία πια. Περιμένει το καλοκαίρι να πάει στην παραλία κάτω από το σπίτι στο νησί για να μάθει νέα από τα ξαδέρφια του κ. Καβουράκη!

Categories: Παραμύθια στα δίχτυα | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: