Παραμύθια παιδιών

Το δέντρο που ήθελε φίλους

Το παρακάτω παραμύθι γράφτηκε από τους μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Παληού χρησιμοποιώντας τα «ζάρια των παραμυθιών» και με την βοήθεια των Παραμυθάδων. Αφορά την δράση που πραγματοποιήθηκε στο εορταστικό διήμερο την Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017 με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και την οποία διοργάνωσαν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός», το ΝΠΔΔ «Δημοτική Κοινωνική Αλληλεγγύη – Προσχολική Αγωγή Καβάλας» και τον Σύλλογο Εικαστικών Τεχνών και Φιλότεχνων Καβάλας Art Attack.

Τα παιδιά, ρίξανε τα ζάρια και οι εικόνες με τις οποίες έπρεπε να δημιουργήσουν ένα παραμύθι ήταν:

 

Ήταν κάποτε ένα ροζ λουλούδι 🌸 που το έλεγαν Χαρά. Το έλεγαν έτσι γιατί ήταν πάντα ευτυχισμένο επειδή είχε γύρω του πολλούς φίλους-λουλούδια. Εκεί κοντά ζούσε και ένα δέντρο 🌲 που το έλεγαν Κλωνάρη. Ο Κλωνάρης ήταν πάντα στεναχωρημένος. Ένιωθε μοναξιά γιατί ήταν πάρα πολύ ψηλός και δεν μπορούσε να κάνει παρέα με τα λουλουδάκια. Το μόνο που έκανε ήταν να τα κοιτάζει. Ο καημένος αποζητούσε φίλους και ζήλευε τα μικρά λουλούδια.

Μία μέρα έπιασε μία δυνατή βροχή. Ένας άνθρωπος πλησίαζε τον Κλωνάρη κρατώντας μία ομπρέλα ☔ Η ομπρέλα ήταν κι αυτή λυπημένη. Δεν της άρεσε καθόλου να βρέχεται. Ευχόταν να την έκλεινε ο κύριός της και να ξεκουραστεί λιγάκι.

Πλάι στον Κλωνάρη βρισκόταν ένα ποταμάκι. Από την πολλή βροχή το ποταμάκι ξεχείλισε. Τότε ένα ψαράκι 🐟παρασύρθηκε από το νερό και κατρακύλησε δίπλα στα λουλούδια. Όμως κι εκείνα τα καημένα είχαν γείρει τα κεφαλάκια τους από το βάρος της βροχής.

Φάνηκε τότε να πλησιάζει και ένα κοριτσάκι.👧 Ήταν κι αυτό μουσκεμένο μέχρι το κόκκαλο.

Ο Κλωνάρης βλέποντας όλους γύρω του να φοβούνται άπλωσε τα μακριά και πλούσια κλαδιά του και τους προστάτεψε. 

Ο κύριος έκλεισε την ομπρέλα και στάθηκε κοντά στον κορμό του.

Το κοριτσάκι σταμάτησε να φοβάται. Έπιανε ένα ένα τα λουλουδάκια στις χούφτες του κι εκείνα σήκωναν πάλι τα κεφαλάκια τους. Όταν σταμάτησε η βροχή πήρε και το ψαράκι και το έριξε πίσω στο ποτάμι να βρει τους φίλους του.

Και ένα ουράνιο τόξο γέμισε με χρώματα τον ουρανό.

Ήταν όλοι χαρούμενοι. Και περισσότερο ο Κλωνάρης που μπόρεσε να βοηθήσει και να έχει κάτω από τα κλαδιά του τόσους πολλούς νέους φίλους.

Άρχισε να νυχτώνει. Ένα πεφταστέρι 🌠είδε την χαρούμενη συντροφιά και χαμήλωσε για να τους δει από κοντά. Ήταν όμως ντροπαλό και κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Το φως του όμως ήταν τόσο δυνατό που το σύννεφο έλαμπε. Οι φίλοι τον κατάλαβαν και τον φώναξαν κοντά τους. Έγιναν μία παρέα όλοι μαζί.

Το κοριτσάκι έκανε μία ευχή στο αστέρι:
«Ο κόσμος να είναι πάντα έτσι όμορφος και η φιλία να κρατάει για πάντα»!

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Μολυβοπεριπέτειες – Της Βασιλικής Ηλιάδου

Το παρακάτω παραμύθι, το έγραψε η δεκάχρονη Βασιλική Ηλιάδου και μας το έστειλε για να το φιλοξενήσουμε στην ηλεκτρονική βιβλιοθήκη μας. Εμείς, χατήρι δεν χαλάμε και ειδικά στα παιδιά. Επειδή όμως μας ήρθε ως εικόνες, σας το παρουσιάζουμε στην ανάλογη μορφή. Για να το διαβάσετε σελίδα-σελίδα, δεν έχετε παρά να πατήσετε το κουμπί της παύσης/αναπαραγωγής στην εικόνα.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Παραμύθι του Αυγούστου – Της Ελένης Ιωάννου

Στο πλαίσιο επικοινωνίας μεταξύ των φίλων μας και του ιστολογίου μας, σήμερα δίνουμε το βήμα στην φίλη μας Ελένη Ιωάννου. Με μήνυμα που μας έστειλε, αναδημοσιεύουμε ένα παραμύθι-ποίημα που έγραψε η ίδια, εμπνευσμένη από το έργο «Ο Αύγουστος» του μεγάλου ζωγράφου μας Γιάννη Τσαρούχη.

Έργο του Γιάννη Τσαρούχη με τίτλο "Αύγουστος"

Έργο του Γιάννη Τσαρούχη με τίτλο «Αύγουστος»

Νέος ωραίος ο Αύγουστος
με τ’ άσπρα του φτερά
και με θλιμμένο πρόσωπο,
καθήμενος σ’ αρχαία πέτρα
υμνούσε το καλοκαιράκι
ως άλλος φτερωτός τζίτζικας.
~
Έσκαγαν τα καρπούζια από τη ζέστη
και έτρεχαν οι χυμοί στο ξεραμένο χώμα
και εκείνος λαίμαργα
με βία τ’ άρπαζε και δάγκωνε
την κόκκινή τους σάρκα καθώς
τα έριχνε στο όμορφό του στόμα.
~
Τίποτε δεν έκανε
τίποτε δεν τον ένοιαζε
μόνο τ’ ωραίο του κορμί
άπλωνε στον ήλιο τον καυτό
σαν τ’ ασπροσέντονα,
θαρρείς για να στεγνώσει.
~
Απ’ τον ιδρώτα που έλουζε
το σμιλεμένο και γυμνό του σώμα
στο καυτό λιοπύρι του καλοκαιριού,
απ’ τον ιδρώτα που έσταζε στο χώμα,
φύτρωναν όμορφα λουλούδια
τ’ Αύγουστου χαμολούλουδα.
~
Και εκείνος τραγουδούσε,
τραγουδούσε μέρα και νύχτα,
καθήμενος στο βράχο
δίπλα στα πράσινα καρπούζια
και βαριόταν, βαριόταν
θλιμμένος καθώς κι όμορφος.
~
Όμως από την πολύ βαρεμάρα
τα φτερά σκονίστηκαν
δε τα χρησιμοποιούσε, ξέφτισαν,
άχρηστα για εκείνον ήταν
κι έπεσαν καταγής
πάνω σε μυρμηγκοφωλιά.
~
Τα εργατικά μυρμήγκια
ευθύς την ευκαιρία δεν έχασαν
και άρχισαν να μαζεύουν
κομμάτι κομμάτι για τροφή
τα αραχνοΰφαντα φτερά
του όμορφου τεμπέλη.
~
Κι έμεινε ο Αύγουστος δίχως φτερά.
Και -τώρα; σκέφτηκε
-πως θα πετάξω;
να φύγω πριν έρθει το Φθινόπωρο;
-Θα ξεπαγιάσω το Χειμώνα
θα με ‘βρει η Άνοιξη στο χώμα!
~
Κι έτσι ο Αύγουστος
ο δεκαπενταύγουστος, ο συκολόγος,
δίχως τ’ άσπρα του φτερά, γυμνός
είναι στη γη, το καλοκαίρι.
Μα τον καλοδεχόμαστε εμείς
σαν τ’ άσπρο περιστέρι.
~
Γιατί μας φέρνει τους καρπούς
τα ώριμα σταφύλια, τα σύκα
τη ξεγνοιασιά και το φιλί στα χείλια,
όλοι καλοπερνάμε και γιορτάζουμε
την Παναγία δοξάζουμε
κάνουμε βουτιές και πάμε διακοπές.
~
Δε πρέπει όμως να ξεχνάμε ποτέ
πως η γλυκιά ζωή δεν είναι
τραγούδι και διασκέδαση
έχει ευθύνες και πρέπει πάντα
να προετοιμαζόμαστε για
το μέλλον που θα έρθει.
Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: | 1 σχόλιο

Η Ηλιένα και η Συννεφένια – Της Εύης Καπατζιά

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν στην Ελλαδοουρανούπολη  δύο κορίτσια. Tη μία τη λέγανε Ηλιένα και την άλλη Συννεφένια  και ήτανε πολύ καλές και αχώριστες φίλες. Πριν από καιρό όμως τη φιλία τους τη χάλασε ένα πρόβλημα. Η Ηλιένα και η Συννεφένια μάλωναν για το ποια ήταν η καλύτερη, δηλαδή ποια έκανε τον καλύτερο καιρό..:

Εγώ κάνω ήλιο και οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν! Άρα εγώ είμαι η καλύτερη!

…έλεγε η Ηλιένα.

Όχι ! Εγώ είμαι η καλύτερη! Εγώ στέλνω βροχή και ποτίζω τα δέντρα , τους θάμνους, τα λουλούδια και όλα τα φυτά! Χωρίς εμένα όλα θα ξεραίνονταν ! Είμαι η σωτηρία της ομορφιάς των τόπων ! Εγώ είμαι καλύτερη δύο φορές από εσένα !

…έλεγε η Συννεφένια…και αυτό συνεχιζόταν πολύ καιρό, όποτε συναντιόντουσαν κάπου ή όταν πήγαν να δουν η μία την άλλη άρχιζε ο τσακωμός τους . Οι άλλες τους φίλες όταν τις έβλεπαν να τσακώνονται καθώς περνούσαν τις έλεγαν …:

Μα γιατί τσακώνεστε για βλακείες ;  Και οι δυο σας είστε πολύ καλές , κάθε κοπέλα έχει το χάρισμά της . Μη χαλάτε τη φιλία σας για τέτοια πράγματα…

Και οι φίλες τους που ερχόντουσαν στο σπίτι τους κι έκαναν παρέα τις έλεγαν…

Έλα τώρα !  Μην τσακώνεστε για χαζά !και οι δυο είστε πολύ καλές και χρήσιμες για τη φύση και για τους ανθρώπους…

Μην τσακώνεστε για ασήμαντα πράγματα ! Καλύτερες είστε και οι δύο μα το ποιο καλύτερο είναι η φιλία!

…τους έλεγαν τα μικρά τους αδέλφια.

Η Ηλιένα και η Συννεφένεια όμως δεν άκουγαν κανέναν, ούτε ακόμα και τους γονείς τους. Μια μέρα, όταν καθόντουσα , μία σκέψη τους πέρασε από το μυαλό τους και αποφάσισαν να πάνε στον βασιλιά Ουρανό. Ο Ουρανός ήταν ο βασιλιάς της Ελλαδοουρανούπολης , είχε μπλε μαλλιά και χιτώνα .
Ήτανε πολύ έξυπνος και σοφός περισσότερο ακόμα και από τον ίδιο τον Οδυσσέα. Το παλάτι του ήταν πολύ μακριά , βαθιά χωμένο σε ένα δάσος με πελώρια δέντρα. Ήταν μπλε και είχε μπλε σημαίες . Τα σύννεφα του ουρανού  σκέπαζαν το βασίλειο και του έδιναν μια παράξενη ομορφιά γεμάτη μυστήριο.
Έτσι και έγινε , η Ηλιένα και η Συννεφένια ανέβηκαν πάνω στα άρματά τους και ξεκίνησαν πετώντας για τον προορισμό τους. Το άρμα της Ηλιένας ήταν ένας κίτρινος ήλιος και το άρμα της Συννεφένιας ήταν ένα γκρι σύννεφο . Σε τρεις ώρες έφτασαν στο παλάτι του βασιλιά . Κατέβηκαν από τα άρματά τους , μπήκαν μέσα και παρουσιάστηκαν στον εξοχότατο ..:

Καλημέρα σας μεγαλειότατε…

…του είπανε η Ηλιένα και η Συννεφένια σκύβοντας το κεφάλι τους με σεβασμό.

Καλημέρα και σε σας , κυρίες. Ποιος καλός άνεμος σας έφερε εδώ ;

… ρώτησε ο βασιλιάς Ουρανός.

Ήρθαμε να σας κάνουμε μία ερώτηση.
Σας ακούω.
Ποια από εμάς είναι η καλύτερη; Δηλαδή ποια κάνει τον καλύτερο καιρό.

Ο άρχοντας σκέφτηκε λίγο  και μετά ρώτησε…:

Τι καιρό κάνετε ;

Εγώ κάνω ήλιο!

… είπε η Ηλιένα.

Κι εγώ βροχή.

… είπε η Συννεφένια. Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε, σκέφτηκε αλλά δυσκολεύτηκε  τι απάντηση να δώσει αφού και οι δύο ήταν χρήσιμες …:

Για να σκεφτώ την ερώτησή σας και να σας την απαντήσω μου χρειάζεται πολύς χρόνος , άρα πρέπει να περιμένετε λίγο καιρό. Γυρίστε τώρα στα σπίτια σας και όταν θα βρω την απάντηση θα σας ξανακαλέσω.

Μάλιστα !

…είπαν τα κορίτσια και αφού ξανά υποκλίθηκαν έφυγαν. Ο Ουρανός έμεινε σκεφτικός καθισμένος πάνω στο θρόνο του.

Πώς να καταφέρω να σκεφτώ να δώσω τη σωστή απάντηση, αφού και οι δυο είναι καλή και χρήσιμοι για τον άνθρωπο και τη φύση. Κανένας ποτέ δε μου έκανε τέτοια ερώτηση. Κάθε κοπέλα και άντρας από την Ελλαδοουρανούπολη είναι χρήσιμος ότι καιρό και αν κάνει γιατί στη γη χρειάζεται και ο ήλιος και η βροχή αλλά ακόμα και η παγωνιά όλα κάτι έχουν να μας δώσουν. Όμως , γιατί αυτές οι κοπέλες να φέρονται έτσι ;

…και μπήκε στη σκέψη να βρει την απάντηση. Δέκα μέρες ο δίκαιος βασιλιάς σκεφτόταν τη λύση χωρίς να μπορεί να βρει την απάντηση. Γιατί ξέρετε και το ήξερε και εκείνος ότι ήταν αδύνατον για κανένα βασιλιά να σκεφτεί και να απαντήσει αυτή την ερώτηση. Ο κάθε καιρός είναι καλός και ο καθένας έχει τις χάρες του. Την δέκατη λοιπόν μέρα κάλεσε στο παλάτι του τη σύμβουλό του , τη Λευκομίχλη. Η Λευκομίχλη ήταν μια κοπέλα με άσπρα μακριά μαλλιά, κατάλευκο δέρμα και φορούσε ένα άσπρο μακρύ φόρεμα. Έμενε πάνω σε λευκά σύννεφα, λευκότερα και από τα σύννεφα της Ελλαδοουρανούπολης. Έβλεπε από ψηλά τι κάνουν οι πολίτες . Αυτά όλα τα σημείωνε σε πολύ μακριά χαρτιά που έφταναν μέχρι το πάτωμα. Η Λευκομίχλη υπάκουσε στο κάλεσμα του βασιλιά και τον επισκεύτικε κρατώντας τις τεράστιες σημειώσεις της και υποκλίθηκε ….:

Καλημέρα σας Μεγαλειότατε.

Καλημέρα Λευκομίχλη.

Γιατί με καλέσατε;

Λοιπόν  Λευκομίχλη, σε κάλεσα εδώ να μου λύσεις ένα πρόβλημα . Την Τετάρτη  ήρθαν εδώ δύο κορίτσια από την Ελλαδοουρανούπολη και μου έκαναν μία ερώτηση, ποια κάνει τον καλύτερο καιρό. Εγώ δεν μπορώ να σκεφτώ αυτή την ερώτηση αφού θεωρώ ότι και οι δύο έχουν πολλά να μας δώσουν. Αυτό το ξέρουν όλοι οι Ελλαδοουρανοπολίτες και άλλοι από ξένες χώρες. Εσύ μήπως μπορείς να μου βοηθήσεις και να μου δώσεις μία σωστή και δίκαιη απάντηση;

Η Λευκομίχλη αφού σκέφτηκε λίγο, απάντησε…:

Μήπως από αυτές τις κοπέλες η μία είχε κίτρινα μαλλιά και η άλλη είχε γκρι ;

Ναι.

Τι καιρό κάνουν ;

Η μία κάνει ήλιο και η άλλη βροχή.

Α ! Ξέρω  για αυτές τις κοπέλες και γιατί ήρθαν εδώ.

Σε ακούω.

Λοιπόν αυτά τα δύο κορίτσια είναι η Ηλιένα και η Συννεφένια , δυο κοπέλες από την Ελαδοουρανούπολη. Τον τελευταίο καιρό έχουν ένα πρόβλημα , μαλώνουν για το ποια ήταν η καλύτερη. Την Τετάρτη, τη μέρα που μου είπες ότι ήρθαν καθόντουσαν, τότε μια ιδέα τους κατέβηκε από το μυαλό και αποφάσισαν να έρθουν σε σας για να σας κάνουν αυτή την ερώτηση επειδή είστε έξυπνος και δίκαιος.

Πότε άρχισε ο τσακωμός τους;

Θα σας πω, το έχω γράψει σε μια από τις σημειώσεις μου. Περιμένετε να το βρω.

…και άρχισε να ψάχνει στις τεράστιες σημειώσεις της .

Το βρήκα !

Φώναξε με ενθουσιασμό, ενώ κρατούσε μία σημείωση που είχε το χρώμα των σταχυών, χρυσό.

Λοιπόν τι λέει ;

Θα σας πω, έγινε λίγο καιρό πριν πάρουν την απόφαση να έρθουν σε εσάς. Μια μέρα καλοκαιρινή, γεμάτη ζέστη , η Ηλιένα και η Συννεφένια πήγαν στην γη για να πάνε βόλτα που το είχαν αποφασίσει πριν από καιρό . Έβαλαν τα καλοκαιρινά καλά τους ρούχα , τα μεγάλα καπέλα τους, τις σαγιονάρες τους, τα σακίδια τους και ξεκίνησαν τη βόλτα τους. Πρώτα θα περπατούσαν, μετά θα καθόταν σε ένα μέρος να χαλαρώσουν , να φάνε το φαγητό τους που είχαν στα σακίδια τους και να συζητήσουν διάφορα θέματα . Καθώς περπατούσαν , είδαν απέναντι τους ένα χωράφι που ήταν σκεπασμένο από χρυσά στάχυα, το πλησίασαν . Όταν έφτασαν κοντά πίσω από ένα δέντρο είδαν δύο άντρες που φορούσαν μεγάλα κίτρινα καπέλα . Στη γη αυτούς που έχουν χωράφια με στάχυα τους λένε γεωργούς. Τους άκουσαν λοιπόν να λένε για τα καλά του ήλιου και της βροχής. Ένιωσαν περίεργα . Σιγά σιγά άρχισαν να φέρονται περίεργα η μια την άλλη , ώσπου μια μέρα άρχισαν να  μαλώνουν για το ποια ήταν η καλύτερη . Αυτό συνεχίζετε μέχρι σήμερα!

Η Λευκομίχλη αφού διάβασε τη σημείωση της την τύλιξε και την άφησε μαζί με τις άλλες.

Ώστε έτσι ξεκίνησε η ιστορία και για αυτό μου έκαναν αυτή την  ερώτηση!

…είπε κατάπληκτος ο Ουρανός.

Θέλετε να σας πω κάτι άλλο ;

Όχι , μπορείς να φύγεις.

Η Λευκομίχλη έφυγε. Ο Ουρανός έμεινε σκεπτικός. Θα μπορούσε να πει στην Ηλιένα και τη Συνεφένεια ότι  δεν μπορούσε να σκεφτεί την απάντηση και το γιατί. Όμως ο Ουρανός δεν ήθελε να αφήσει τα δύο κορίτσια να έχουν αυτό το πρόβλημα . Έτσι για να σταματήσουν , αποφάσισε να τις δώσει ένα μάθημα. Τις κάλεσε την άλλη μέρα πρωί πρωί και τις είπε..:

Για να δω ποια είναι η καλύτερη σκέφτηκα έναν άλλο τρόπο που θεωρώ ότι είναι δίκαιος και σωστός . Θα κάνετε έναν αγώνα για το ποια κάνει τον καλύτερο καιρό και όποια νικήσει αυτή θα είναι η καλύτερη!

Η Ηλιένα και η Συννεφένια άρχισαν να χοροπηδούν χαρούμενες  και ο Ουρανός συνέχισε :

Οι κριτές θα    είναι  οι άνθρωποι και η φύση. Ο καιρός σας θα κρατήσει είκοσι μέρες  και η απόφασή τους θα αναδείξει τη νικήτρια.

Πότε θα γίνει ;

…ρώτησε με αγωνία η Συνεφένεια.

Αύριο, όταν φανούν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου

…απάντησε ο Ουρανός.

Μάλιστα θα έρθουμε!

…είπαν και τα δυο κορίτσια μαζί.

Τώρα μπορείτε να φύγετε , να θυμάστε αύριο εδώ, όταν φανούν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου. Εντάξη ;

– Μάλιστα Κύριε!

…. είπαν τα κορίτσια κι αφού υποκλήθηκαν  έφυγαν και επέστρεψαν στα σπίτια τους. Ήταν πολύ χαρούμενες. Αύριο θα ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής τους. (Επιτέλους!  Για να δούμε ; Ποια από αυτές είναι η καλύτερη;
Ανυπομονούσαν να δουν οι κοπέλες το αποτέλεσμα και σίγουρα η κάθε μία πίστευε για τον εαυτό της ότι θα νικούσε κάνοντας τον ποιο όμορφο καιρό. Μήπως έχουν άδικο ; Ας γυρίσουμε στη ιστορία μας και στο τέλος θα δούμε.)

Την επόμενη μέρα, όταν φάνηκαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου , τράβηξαν και πάλι η Ηλιένα και η Συννεφένια για το παλάτι του Ουρανού. Ήταν πολύ χαρούμενες , γιατί σήμερα επιτέλους θα γινόταν ο διαγωνισμός. Μπήκαν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν.

Καλημέρα σας μεγαλειότατε

…είπαν και υποκλήθηκαν .

Γεια σας και πάλι , είστε έτοιμες;

…είπε ο Ουρανός.

Ναι!

Λοιπόν αρχίζουμε ! Να θυμάστε όμως όπως τα είπαμε.

Η Ηλιένα και η Συννεφένια έφυγαν από το παλάτι. Κάθε μία από αυτές θα πετάξει στη γη και θα κάνει το καιρό της που θα κρατήσει είκοσι μέρες , όπως είπε ο Ουρανός. Πρώτα από αυτές θα άρχιζε η Ηλιένα, ανέβηκε πάνω στο άρμα της και πέταξε για τη γη. Όταν έφτασε στη γη , χρησιμοποίησε τη φυσική δύναμη του καιρού της λέγοντας..:

Ζέστη του ήλιου , λάμψη και λιακάδα ενωθείτε   και δώστε καιρό ήλιο!

Επειδή στη γη είχε συννεφιά με τη μαγεία της τα εξαφάνισε  και έφερε τον ήλιο. Οι άνθρωποι χάρηκαν που είχε ήλιο. Θα μπορούσαν να πάνε στη θάλασσα , να πετάξουν χαρταετό , να πάνε βόλτα και να κάνουν ένα σορό άλλα πράγματα . Η χαρά τους  μεγάλωσε ακόμα ποιο πολύ όταν έμαθαν ότι πολλές μέρες θα είχε ήλιο. Έτσι περνούσε ο καιρός όμως συνέβει κάτι που δεν τους πέρασε καθόλου από το μυαλό τους .  Από τον πολύ ήλιο και τη ζέστη τα φυτά άρχισαν να ξεραίνονταν , οι άνθρωποι  ζεσταίνονταν πολύ , ίδρωναν και πολύ αρρώστησαν παθαίνοντας  ηλίαση. Όταν πέρασαν οι είκοσι μέρες , η Ηλιένα έκανε τον καιρό όπως πριν και επέστρεψε απογοητευμένη στο σπίτι της. Μετά ήρθε η σειρά της Συννεφένιας και αφού ανέβηκε στο δικό της  άρμα πέταξε για τη γη. Όταν έφτασε εκεί, χρησιμοποίησε τη φυσική δύναμη του καιρού της , λέγοντας τα παρακάτω λόγια:

Βροχερή δροσιά , σταγόνα και σύννεφο ενωθείτε και κάντε καιρό βροχής !

Τότε στη γη συννέφιασε , ακούστηκε ένας κεραυνός κι άρχισε να βρέχει. Οι άνθρωποι όταν είδαν ότι έβρεχε χάρηκαν πολύ. Τόσες μέρες είχε ήλιο, ζέστη , ξηρασία και λαχταρούσαν μια βροχούλα για να ποτιστούν τα φυτά  και τα δέντρα γιατί κόντευαν να ξεραθούν.   Έτσι, όλοι χάρηκαν με τη βροχή και την υποδέχτηκαν με χαρά. Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ. Από την πολλή βροχή τα φυτά άρχισαν να χαλάνε και τα λουλούδια άρχισαν να χάνουν το ωραίο χρώμα τους. Τα σπίτια των ανθρώπων πλημμύρισαν , τα παιδιά έκλαιγαν γιατί δεν μπορούσαν να βγουν έξω και να παίξουν.
Όταν πέρασαν οι είκοσι μέρες , η Συννεφένια επέστρεψε απογοητευμένη στο σπίτι της. Την επόμενη μέρα συναντήθηκαν για να μάθουν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης . Η Ηλιένα μόλις την  είδε  την ρώτησε αν κέρδισε  και η απάντηση ήταν πως όχι. Έτσι απογοητευμένες ξεκίνησαν για το παλάτι περπατώντας . Σε όλο το δρόμο καμία δε μιλούσε και προχωρούσαν λυπημένες  .  Τι θα πούνε τώρα στο βασιλιά! Περπάτησαν για πολλή ώρα  ώσπου έφτασαν στο παλάτι. Μπήκαν μέσα και παρουσιάστηκαν  στο βασιλιά . Ο Ουρανός  είδε τα κορίτσια απογοητευμένα και τα ρώτησε..:

Τι συμβαίνει ;  Γιατί είστε έτσι ; Κέρδισε καμιά;

Πού να σας τα λέμε μεγαλειότατε

…είπε η Ηλιένα.

Καμιά δε κέρδισε κάναμε τον καιρό μας και τον κρατήσαμε είκοσι μέρες όπως μας είπατε . Όμως η κριτές μας δεν έκριναν κανένα καιρό καλύτερο .Κάναμε έναν διαγωνισμό για το τίποτα!

…είπε απογοητευτικά η Συννεφένια.

Ελπίζω από αυτήν την ατυχία σας να πείρατε  ένα καλό μάθημα. Πως κανένας καιρός δεν είναι καλύτερος, όλοι είναι το ίδιο καλοί και χρήσιμοι  για τον  άνθρωπο και τη φύση . Όλα χρειάζονται και η βροχή και ο ήλιος ακόμα και η παγωνιά, όλα έχουν κάτι να μας προσφέρουν . Πιστεύω να πήρατε το μάθημά σας .

Τα κορίτσια έμειναν με το στόμα ανοιχτό και ο Ουρανός συνέχισε … :

Είδατε ; τόσο καιρό τσακώνεστε για βλακείες . Χαλάσατε και τον κρίκο της φιλία σας . Τώρα  αρκετά είπαμε ! Ώρα να πάτε στα σπίτια σας . Προσπαθήστε να διορθώσετε τα πράγματα που φέρατε με το τσακωμό σας και να συμφιλιωθείτε μεταξύ σας.

Η Ηλιένα και η Συννεφένια έφυγαν από το παλάτι με σκυμμένο το κεφάλι . Στο δρόμο σκεφτόταν τα λόγια του σοφού και δίκαιου βασιλιά…..:

Είχε δίκιο , ξέραμε ότι όλα χρειάζονται και ο ήλιος και η βροχή αλλά η αιτία του τσακωμού μας  ήταν οι άνθρωποι του χωραφιού

…είπε η Ηλιένα.

Έχεις δίκιο , τσακωνόμασταν για βλακείες τόσο καιρό. Ξεχάσαμε πως όλα χρειάζονται , εξαιτίας των ανθρώπων

…απάντησε η Συννεφένεια.

Θέλεις να γίνουμε  πάλι φίλες και να ξαναγίνουν τα πράγματα όπως πριν ;

Ναι πάρα πολύ.

Στο τέλος αυτής της κουβέντας επικράτησε σιωπή. Τα κορίτσια σκεφτόταν πως όταν αλλάξουν τα πράγματα όλα θα ξαναγίνουν κανονικά .Αυτές  θα περνούσαν καλά  τόσο ανά μεταξύ τους όσο και με τις φίλες τους χωρίς να τσακώνονται.  Μετά από πολλές ώρες φτάσανε στην Ελλαδοουρανούπολη .  Ήδη ήταν απόγευμα , προτού αποχωριστούν για να πάνε στα σπίτια τους δώσανε τα χέρια και υποσχέθηκαν να μη μαλώσουν ποτέ ξανά. Τελικά κατάλαβαν την άδικη κόντρα τους και χάρη στο δίκαιο και σοφό βασιλιά κατάλαβαν το λάθος τους . Από τότε τα πράγματα και η φιλία τους έγιναν όπως πριν και δεν ξαναπήγαν ποτέ στη γη !!!!!!!!!!

Ψέματα ή αλήθεια
έτσι λεν’ τα παραμύθια…

ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ  ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2013

# Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή η χρησιμοποίησή του
χωρίς την συγκατάθεση της Εύης Καπατζιά..#

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: | Σχολιάστε

«Η Θάλασσα και ο Γέος» της Εύης Καπατζιά

Παρουσιάζουμε σήμερα το δεύτερο παραμύθι που έγραψε η μικρή μας φίλη Εύη Καπατζιά, με τον τίτλο «Η Θάλασσα και ο Γέος».

——————————————————————————————————————————

Μια φορά κι έναν καιρό, στην αρχαία εποχή ζούσε στα βάθη της γης μια όμορφη κοπέλα που τη λέγανε Θάλασσα. Ζούσε μαζί με τους γονείς της, τον Χωματένιο και την Καφεδίνη σε ένα παλάτι που ο τόπος δεν είχε ούτε ένα πράσινο φύλλο. Η Θάλασσα ήθελε πολύ να ανέβει στην επιφάνεια της γης. Να δει πως είναι, να δει τι έχει, να δει ποιοι ζούσαν. Αλλά οι γονείς της δεν την άφηναν.

-Είναι πολύ επικίνδυνο να είσαι στην επιφάνεια της γης. Καλύτερα να μείνεις εδώ που είναι ασφαλής …της είπε ο Χωματένιος, ο πατέρας της.

-Καλύτερα να μείνεις εδώ αγάπη μου. Στην επιφάνεια της γης είναι επικίνδυνα και έχει κακά πλάσματα…της είπε η Καφεδίνη η μητέρα της.

Ένα απόγευμα όμως, όταν ο πατέρας της έλειπε σε συνέδριο των θεών και η μητέρα της έλειπε σε επίσκεψη, η Θάλασσα βρήκε την ευκαιρία και είπε σε μια βοηθό της, την Ατλάντια Λακούνα:

-Λακούνα, εγώ φεύγω πάω στην επιφάνεια της γης για να τη δω και να την εξερευνήσω.

-Κυρία, δεν μπορείτε να φύγετε από τα βάθη της γης. Δε σας αφήνουν οι γονείς σας….της είπε η Λακούνα.

-Μην ανησυχείς, έτσι κι αλλιώς οι γονείς μου λείπουν. Εξάλλου θα επιστρέψω πριν γυρίσουν… είπε η Θάλασσα.

-Καλά ένταξει… είπε η Λακούνα.

Έτσι η Θάλασσα έφυγε, βγήκε στην επιφάνεια της γης, πέρασε τους χωματένιους τόπους και μετά έφτασε σε ένα καταπράσινο τόπο. Η Θάλασσα έμεινε με το στόμα ανοιχτό!! Πρώτη φορά έβλεπε έναν τόπο τόσο όμορφο, τόσο καθαρό και καλύτερο από το δικό της. Το μέρος ήταν καταπράσινο με μαλακό πράσινο γρασίδι, παντού υπήρχαν όμορφα λουλουδάκια και σε μερικές γωνιές είχε γαλάζια ρυάκια. Σε αυτό το μέρος ζούσε κι ένα παλικάρι, το έλεγαν Γέο, ήταν γιος της νύμφης Ναύσικας και ζούσαν σε μια όμορφη σπηλιά. Επειδή η μητέρα του έλειπε συχνά ο Γέος πήγαινε μια βόλτα ή καθόταν στο σπίτι και έκανε δουλειές. Ξαφνιάστηκε όταν είδε τη Θάλασσα:

-Γεια σου, ποια είσαι; ….ρώτησε ο Γέος.

-Είμαι η Θάλασσα, εσύ ποιος είσαι;

-Εγώ είμαι ο Γέος..απάντησε.

Για δυο λεπτά κοιτάχτηκαν στα μάτια από έρωτα. Μετά ο Γέος ρώτησε τη Θάλασσα:

-Θέλεις να με παντρευτείς;

Ένας άντρας όταν ερωτεύεται μια γυναίκα δεν της το λέει κατευθείαν. Όταν γνωριστούν καλύτερα της το λέει. Ο Γέος το ήξερε αλλά επειδή την ερωτεύτηκε και ήταν όμορφη είπε να της το πει!! Η Θάλασσα επειδή ζούσε στα βάθη της γης δεν ήξερε τίποτα για τους ανθρώπους, έτσι απάντησε στο Γέο:

-Ναι!

Η Θάλασσα και ο Γέος πήγαν να ετοιμάσουν τα πράγματα για το γάμο τους. Πρώτα έπρεπε να διαλέξουν σε ποιο μέρος θα γίνει ο γάμος τους και διάλεξαν το δάσος με τα πεύκα. Το δάσος με τα πεύκα ήταν ένα μέρος με πράσινο γρασίδι, κάτω στο χώμα είχε μεγάλες άσπρες πέτρες και σε μερικές γωνιές είχε όμορφα λουλουδάκια. Αφού αυτό το μέρος διάλεξαν το στόλισαν, το έφτιαξαν για να είναι όμορφο όταν έρθει η μέρα για να παντρευτούν. Όταν τελείωσαν η Θάλασσα και ο Γέος έπρεπε να αποφασίσουν τι χρώμα θα ήταν το τραπεζομάντιλο του τραπεζιού, τελικά αποφάσισαν να είναι πράσινο και να έχει ροζ λουλούδια. Μετά όταν το έστρωσαν στο τραπέζι έπρεπε να σκεφτούν τι φαγητό θα είχαν στο γάμο:

-Φρούτα, είπε ο Γέος. Τα φρούτα είναι υγιεινά και κάνουν καλό στην υγεία και για γλυκό τούρτα φράουλα.

Κι έτσι έβαλαν πάνω στο τραπέζι φρούτα,λαχανικά και μια όμορφη τούρτα φράουλα. Όταν τελείωσαν τις ετοιμασίες καμάρωσαν το έργο τους και έφυγαν χαρούμενοι για να πάνε μια βόλτα. Περνούσαν πολύ ωραία στη βόλτα τους, μιλούσαν, έβλεπαν τα μέρη καθώς περπατούσαν, ο Γέος της εξηγούσε για τα πλάσματα που ζούσαν στην επιφάνεια της γης και της έλεγε για τα μέρη που περνούσαν, τι ήταν, τι ονόματα είχαν και άλλα πολλά. Αφού έπεσε η νύχτα η Θάλασσα και ο Γέος καληνυχτίστηκαν και ο καθένας τράβηξε στο σπίτι του. Όταν ο Γέος έφτασε στο σπίτι του είπε στη μητέρα του τη νύφη Ναύσικα τι έγινε και ότι ήταν ερωτευμένος με τη Θάλασσα. Εκείνη θύμωσε και είπε στο Γέο:

-Γιε μου, δεν μπορείς να παντρευτείς τη Θάλασσα! Αυτή ζει στα βάθη της γης και εσύ εδώ! Αυτό το ανάποδο πράγμα δε μπορεί να γίνει!

-Σε παρακαλώ μαμά, άσε με να την παντρευτώ, την αγαπώ, είναι η γυναίκα που ήθελα….την παρακάλεσε ο Γέος.

-Όχι αυτό δε γίνεται!..του είπε.

-Μητέρα; θυμάσαι όταν με είπες ότι επειδή έγινα δεκαεννιά χρονών να διαλέξω μια γυναίκα να παντρευτώ όποια θέλω και με αυτή να ζήσω ευτυχισμένος;

-Ναι, το θυμάμαι, του απάντησε η μητέρα του.

-Κι εγώ θέλω να παντρευτώ τη Θάλασσα, δε με νοιάζει αν έρχεται από τα βάθη της γης αλλά εγώ την αγαπώ και θα ζήσω ευτυχισμένος μαζί της για πάντα. Για αυτό σε παρακαλώ άφησε με να την παντρευτώ κι άμα δε θέλεις θα τη παντρευτώ είτε θέλεις είτε όχι..της είπε ο Γέος.

-Καλά εντάξει, είπε η μητέρα του, μπορείς να την παντρευτείς αλλά αρκεί να είσαι ευτυχισμένος.

-Τέλεια!

είπε ο Γέος και αφού έφαγε το βραδινό του, που ήταν γάλα και ένα σάντουιτς που είχε μέσα ντομάτα και ένα μαρουλόφυλλο πήγε για ύπνο για να είναι ξεκούραστος αύριο που είναι η μέρα του γάμου του. Εν τω μεταξύ, η Θάλασσα έφτασε στο σπίτι της και είδε τους γονείς της να την περιμένουν με ένα βλέμμα θυμωμένο:

-Πού ήσουν όλη αυτήν την ώρα παιδί μου ;..την ρώτησε θυμωμένα ο Χωματένιος, ο πατέρας της.

-Στην επιφάνεια της γης,..απάντησε η Θάλασσα.

-Στην επιφάνεια της γης; Δε σε είπαμε να μη πας εκεί γιατί είναι επικίνδυνα; ρώτησε άγρια η Καφεδίνη, η μητέρα της.

-Ναι, το είπατε αλλά εγώ πήγα εκεί επειδή το ήθελα. Πάντος ήταν πολύ όμορφα εκεί όπου μάλιστα γνώρισα ένα αγόρι. Τον έλεγαν Γέο και μου έκανε πρόταση γάμου.

-Α, δε γίνεται αυτό! Αυτός ζει στην επιφάνεια της γης κι εμείς εδώ!…είπε η Καφεδίνη.

-Το ξέρω, κι εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί του. Μπορώ να τον παντρευτώ; ρώτησε η Θάλασσα.

-Όχι, δεν μπορείς ! Εσύ πρέπει να παντρευτείς κάποιων από εμάς, όχι έναν από την επιφάνεια της γης !…την μάλωσε η Καφεδίνη.

-Σε παρακαλώ μαμά, άσε με να τον παντρευτώ …παρακάλεσε η Θάλασσα.

-Όχι και όχι …..έλεγε η Καφεδίνη.

-Καφεδίνη, σταμάτα ! Εγώ λέω να την αφήσουμε να κάνει αυτό που θέλει.Έτσι κι αλλιώς η κόρη μας μεγάλωσε και πρέπει να κάνει τις δικές της αποφάσεις. Λοιπόν, παιδί μου; Αν παντρευτείς το Γέο θα είσαι ευτυχισμένη;….ρώτησε ο Χωματένιος.

-Ναι !….απάντησε η Θάλασσα.

-Τότε μπορείς να τον παντρευτείς, θέλω να είσαι πάντα ευτυχισμένη με ότι απόφαση κι αν πάρεις.

-Σε ευχαριστώ πατέρα

είπε η Θάλασσα και τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλάκι. Μετά φόρεσε το νυχτικό της, έφαγε το βραδινό της και πήγε χαρούμενη για ύπνο περιμένοντας να ξυπνήσει για άλλη μια ωραία μέρα και μάλιστα αυτή η μέρα θα ήταν η καλύτερη από όλες. Το πρωί όταν φάνηκαν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου ξύπνησαν η Θάλασσα και ο Γέος και πήγαν να ετοιμαστούν, γιατί σήμερα ήταν η μέρα του γάμου τους. Οι καλεσμένοι φόρεσαν τα κοστούμια τους, όλοι με ωραία ρούχα και πήγαν στο γάμο. Στο γάμο ήρθαν και οι γονείς τους. Μετά ήρθαν και οι νεόνυμφοι και άρχισε η τελετή. Η Θάλασσα είχε γαλάζιο νυφικό, γαλάζιο πέπλο και είχε τα μαλλιά της κότσο. Ο Γέος είχε πράσινο κοστούμι και πράσινο παπιγιόν.

-Να είστε ευτυχισμένοι!

-Να ζήσετε!

Τους ευχόντουσαν οι καλεσμένοι τους. Μετά κάθισαν στο τραπέζι να φάνε. Όταν τελείωσε ο γάμος η Θάλασσα πήγε μαζί με το Γέο στο σπίτι του. Γιατί τώρα που ήταν παντρεμένοι η Θάλασσα πρέπει να συνεχίσει την υπόλοιπη ζωή της μαζί με τον άντρα της. Όχι να ζουν τη ζωή τους χωριστά.

Όταν πέρασαν τα χρόνια η Θάλασσα γέννησε παιδιά, πάρα πολλά. Πρώτα γέννησε τις φάλαινες, τα δελφίνια, τους καρχαρίες και τους ξιφίες. Δεύτερα γέννησε τα ψάρια, τα καβούρια και τους αστερίες. Τρίτα γέννησε τα χταπόδια, τα χάλια, τις μέδουσες και ότι βάζει ο νους μας. Εν το μεταξύ, η νύμφη Ναύσικα, η μητέρα του Γέου, μετάνιωσε που άφησε το γιο της να παντρευτεί τη Θάλασσα. Ήθελε να τη ξεφορτωθεί, να γίνουν τα πράγματα όπως πριν και ο Γέος να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα από την επιφάνεια της γης. Όχι από αλλού. Μέρες σκεφτόταν, ώσπου μια μέρα το βρήκε. Εκείνη τη μέρα ο Γέος έλειπε σε μια δουλειά. Έτσι η Ναύσικα βρήκε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει το σχέδιο της για να ξεφορτωθεί τη Θάλασσα μια για πάντα. Κατέβηκε λοιπόν από το δωμάτιο της, μπήκε στην κουζίνα και πλησίασε τη Θάλασσα, που μαγείρευε για μεσημεριανό μια λαχανόσουπα. Η Ναύσικα ρώτησε τη Θάλασσα αν θα ήθελε να πάνε μία βόλτα και η Θάλασσα δέχτηκε. Έτσι, όταν τελείωσαν τις δουλειές του σπιτιού έφυγαν από τη σπηλιά και άρχισαν τη βόλτα τους. Η Ναύσικα έφερε τη Θάλασσα ως το τέλος του καταπράσινου τόπου τους όπου μπροστά απλώνονταν οι χωματότοποι.

-Α! Ξέχασα να σου πω κάτι αλλά θα σε στεναχωρήσει….είπε η Ναύσικα. Ο Γέος μου είπε να σου πω ότι στην πραγματικότητα δεν είχε δουλειά, πήγε να συνεχίσει την υπόλοιπη ζωή του με μια άλλη κοπέλα.

-Πώς ; είναι αλήθεια αυτό που μου λες ;…ρώτησε η Θάλασσα ταραγμένη και δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της.

-Ναι, δυστυχώς είναι αλήθεια ….είπε η Ναύσικα.

-Αχ!Όχι! Φώναξε η Θάλασσα κι άρχισε να κλαίει.

Τότε όταν έκλαιγε άρχισαν να βγαίνουν μπλε ατμοί, να βγαίνουν, να βγαίνουν ώσπου η Θάλασσα έγινε ένας μπλε ατμός και ανέβηκε ψηλά στον ουρανό σχηματίζοντας ένα μεγάλο σύννεφο που σκέπασε τον ουρανό. Ξαφνικά ακούστηκε μια βροντή κι άρχισε να βρέχει. Το καταπράσινο γρασίδι είχε βραχεί, τα δέντρα και όλα τα υπόλοιπα φυτά. Όταν σταμάτησε η βροχή όλα είχαν καταβραχεί, οι χωματότοποι όλοι είχαν καταπλημμυρίσει, μέχρι πάνω, είχαν γίνει σαν πισίνες! Η Θάλασσα είχε μεταμορφωθεί σε νερό, μπλε νερό, που ήταν βαθύ και πήρε το όνομά της.

Εν τω μεταξύ, ο Γέος όταν έφτασε στο σπίτι είδε ότι η Θάλασσα έλειπε. Έτσι πήγε να τη ψάξει. Έψαξε από ‘δω έψαξε από ‘κει πουθενά η Θάλασσα. Δεν τη βρήκε σε κανένα μέρος του καταπράσινου τόπου. Ο Γέος στεναχωρήθηκε πολύ. Περνούσαν οι μέρες και όποτε έβγαινε έξω έψαχνε τη Θάλασσα με την ελπίδα μήπως τη βρει, αλλά δυστυχώς δε βρήκε κανένα ίχνος της. Μια μέρα, όταν ήταν καθισμένος δίπλα στη θάλασσα, απογοητευμένος και απελπισμένος γιατί είχαν περάσει πάρα πολλές μέρες που είχε ψάξει τη Θάλασσα αλλά δε τη βρήκε, ξαφνικά, άκουσε μία φωνή από το νερό:

-Γέε ; εδώ κάτω, μ΄ ακούς ; εγώ είμαι η Θάλασσα.

Ο Γέος, όταν άκουσε αυτή τη φωνή την αναγνώρισε, ήταν η φωνή της Θάλασσας.

-Θάλασσα; Εσύ είσαι; Ποιος σε μεταμόρφωσε έτσι;

-Η μητέρα σου μου είπε ότι αγαπάς άλλη και πήγες να ζήσεις μαζί της. Αλλά με το καιρό κατάλαβα ότι ήταν ψέμα…..απάντησε η Θάλασσα.

-Πώς να αγαπήσω άλλη; Εσένα αγαπώ. Πάντα σ΄ αγαπούσα. Κι όταν εξαφανίστηκες. Σε αγαπάω και τώρα που είμαι μαζί σου κι ας είσαι νερό. Θα σε αγαπάω ότι κι αν είσαι, για πάντα…..είπε ο Γέος

-Κι εγώ σ΄ αγαπάω….είπε η Θάλασσα.

Ο Γέος γονάτισε, έσκυψε στο νερό και το φίλησε, δηλαδή φίλησε τη Θάλασσα. Ξαφνικά, ο Γέος μεταμορφώθηκε σε κίτρινη ομίχλη που σκέπασε όλο το μέρος για δύο λεπτά. Όταν πέρασαν τα δύο λεπτά συνέβηκε κάτι παράξενο. Το χώμα είχε κιτρινίσει και τα φυτά που είχε είχαν μεταμορφωθεί σε κοχύλια. Το νερό άρχισε να ψιλοκυματίζει, δηλαδή η Θάλασσα χάρηκε που ήταν μαζί της ο Γέος και ήθελε να έρθει κοντά του. Η άμμος, έτσι ονομάστηκε το κίτρινο χώμα έμπαινε μέσα στο νερό, δηλαδή ο Γέος χάρηκε που ήταν μαζί με τη Θάλασσα και ήθελε να πάει κοντά της.

Επιτέλους! Η Θάλασσα και ο Γέος ήταν πάλι μαζί! Μαζί όμως για πάντα! Από τότε αυτό το μέρος ονομάστηκε παραλία. Τα παιδιά της Θάλασσας και του Γέου μόλις έμαθαν για την παραλία και τι είχε έφυγαν από τη σπηλιά και πήγαν να μείνουν εκεί. Άλλα έμειναν στην άμμο κι άλλα στη θάλασσα. Η Θάλασσα γεννάει παιδιά και σήμερα: τα σύννεφα που ταξιδεύουν με τον αέρα και στέλνουν βροχή. Τον αφρό, που έχουν πάνω τα αφρισμένα κύματα, την αλμύρα την φουρτούνα και τη γαλήνη που συνήθως κάνει τη θάλασσα ήρεμη το πρωί. Κι ο Γέος προσέχει τα άλλα τα παιδιά τους που ζούσαν στην άμμο και τα αυγά τους που έθαβαν μέσα του.

Ψέματα ή αλήθεια….. έτσι λένε τα παραμύθια!!!

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΕΥΗ ΚΑΠΑΤΖΙΑ

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

«Η μικρή κούκλα» της Εύης Καπατζιά

Η Εύη Καπατζιά αφιέρωσε στους Παραμυθάδες το παραμύθι που έγραψε "Η μικρή κούκλα" και μας το διάβασε στην εκδήλωση της κοπής της πίτας μας. Την ευχαριστούμε θερμά!

Η Εύη Καπατζιά αφιέρωσε στους Παραμυθάδες το παραμύθι που έγραψε «Η μικρή κούκλα» και μας το διάβασε στην εκδήλωση της κοπής της πίτας μας. Την ευχαριστούμε θερμά!

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε μια κουφάλα ενός κούφιου δέντρου μία κούκλα, που δεν είχε όνομα. Η κούκλα είχε ξανθά μακριά μαλλιά, μωβ φόρεμα και ήταν ξυπόλητη. Ζήλευε πολύ καθώς έβλεπε κορίτσια να κρατάνε κούκλες όταν έβγαιναν έξω, να τις παίζουν στα μαγαζιά ή μαζί με τις φίλες τους. Ήθελε κι εκείνη να την έχει ένα κορίτσι. Μια μέρα όταν κοιμόταν άκουσε 3 παιδιά που ήταν δίπλα στο δέντρο να μιλάνε:

– Σιγά σιγά έρχεται Πρωτοχρονιά. Την παραμονή Πρωτοχρονιάς θα έρθει ο Αϊ Βασίλης και θα μας φέρει τα δώρα μας,

είπε ένα αγόρι.

– Τι δώρο θέλεις να σου φέρει;

τον ρώτησε το κορίτσι με τα κόκκινα μαλλιά.

– Θέλω να μου φέρει το αρχηγείο των πολεμιστών, που είναι το τελευταίο στη συλλογή μου. Εσένα τι δώρο θέλεις να σου φέρει;

– Εγώ θέλω να μου φέρει το διαμαντένιο κάστρο.

– Παιδιά, είστε σίγουροι ότι εγώ ήμουν καλό παιδί;

ρώτησε η Αλεξάνδρα, η αδερφή του κοριστσιού με τα κόκκινα μαλλιά.

– Φυσικά και ήσουν!

της απάντησε.

– Τότε θέλω να μου πάρει δώρο ένα κόκκινο γατάκι.

– Παιδιά! Ελάτε! Χτύπησε κουδούνι!

τους φώναξαν οι άλλοι τους φίλοι.

– Ελάτε! Πάμε!

είπε το αγόρι και τα παιδιά έφυγαν τρέχοντας. Στο μεταξύ η κούκλα άκουσε τη συζήτηση των τριών παιδιών και σκέφτηκε και σκέφτηκε: «Χμ! Τα παιδιά είπαν ότι αυτός ο Αϊ Βασίλης φέρνει ότι δώρα θέλουν και έρχεται παραμονή Πρωτοχρονιάς». Ξαφνικά μια ιδέα της κατέβηκε από το μυαλό. «Το βρήκα! Λοιπόν, θα πάω να βρω τον Αϊ Βασίλη και θα του πω το πρόβλημά μου. Ίσως θα μπορέσει να με πάρει και να με πάει σε ένα κορίτσι να με έχει. Θέλω όμως να είναι καλό».

Έτσι η κούκλα σηκώνεται, βγαίνει από την κουφάλα του δέντρου και ξεκίνησε να βρει τον Αϊ Βασίλη για να του πει το πρόβλημά της και να τη βοηθήσει. Πέρασε πάρα πολύς καιρός. Άλλοτε με βροχές, άλλοτε με καταιγίδες, άλλοτε με χαλάζι και άλλοτε με ισχυρούς ανέμους. Όμως η κούκλα δεν σταμάτησε, η θέληση και η επιθυμία της την έκανε να συνεχίσει. Πέρασε πάρα πολλές πόλεις: Ελευθερούπολη, Χορτοκόπι, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις. Ένα βράδυ όμως, όταν περπατούσε στους δρόμους της Έδεσσας, είχε ισχυρότατους ανέμους. Πάρα πολύ ισχυρούς. Παρόλα αυτά, η κούκλα κατάφερνε να τους περνάει. Ώσπου οι άνεμοι δυνάμωσαν πάρα πολύ, η κούκλα δεν μπορούσε να κρατηθεί στο έδαφος, δηλαδή έσκυβε με τα χέρια της στο στήθος και περπατούσε σιγά σιγά για να μην την πάρει ο αέρας. Ξαφνικά οι άνεμοι δυνάμωσαν πιο πολύ από το αναμενόμενο. Ο άνεμος πήρε την κούκλα και την χτύπησε σε ένα δέντρο. Τότε τα χιόνια που είχε πάνω του έπεσαν πάνω της και στο ίδιο σημείο σχηματίστηκε ένα μικρό νησάκι. Όταν συνήλθε από την λιποθυμία της η κούκλα είδε ότι όλα γύρω της ήταν σκοτεινά.

– Τι συμβαίνει; Γιατί είναι όλα σκοτεινά;

αναρωτήθηκε. Ξαφνικά, ο τόπος κουνήθηκε λίγο.

– Γιατί όλα κουνιούνται;

ξαναρωτήθηκε και μετά ένιωθε σαν ο τόπος να πετούσε. Όταν πέρασαν κάμποσες ώρες η κούκλα άκουσε φωνές παιδιών:

– Ελάτε! Πάμε να ανοίξουμε τα δώρα μας!

– Ναιαι!

Τα παιδιά που φώναζαν ήταν 3 κοριτσάκια που έτρεχαν να ανοίξουν τα δώρα τους. Ήταν η Ιωάννα και η Μαρία τα δίδυμα και η μεγάλη αδερφή τους η Μαριάννα.

– Γιούπι! Ο Αϊ Βασίλης μ’ έφερε το δώρο που ήθελα,

είπε η Μαρία.

– Κι εμένα το ίδιο,

είπε η Ιωάννα.

– Που είναι το δώρο μου;

ρώτησε η Μαριάννα.

– Να το! Κάτω από το δέντρο,

είπε η Μαρία. Εν τω μεταξύ, η κούκλα άκουσε τη συζήτηση φοβισμένη. Εκείνη τη στιγμή, ο τόπος άρχισε να φωτίζεται και μετά σταμάτησε να φωτίζεται. Τότε είδε ένα κοριτσάκι με καστανά μάτια να την κοιτάζει. Η Μαριάννα πήρε την κούκλα από το κουτί και την κοίταξε.

– Είσαι πολύ όμορφη, θα σε ονομάσω Ξανθομαλλούσα.

Η Ξανθομαλλούσα κατάλαβε τι είχε γίνει. Όταν ήταν κουκουλωμένη στα χιόνια την πήρε ο Αϊ Βασίλης, την έβαλε σε ένα κουτί και την έφερε σε αυτό το σπίτι. Τελικά την βοήθησε ο Αϊ Βασίλης. Πραγματοποίησε την επιθυμία της. Έτσι θα άρχιζε μια νέα ζωή για αυτήν. Από τότε η Ξανθομαλλούσα περνούσε καλά στο σπίτι της Μαριάννας. Έκανε φίλους τα παιχνίδια και τις κούκλες της Μαριάννας, χαιρόταν που η Μαριάννα την έπαιζε μόνη της ή με τις φίλες της ή με τις αδερφές της. Όταν η Μαριάννα και οι φίλες της δεν παίζουν άλλο κούκλες και τις αφήνουν να παίξουν ένα άλλο παιχνίδι ή όταν η Μαριάννα λείπει στο σχολείο ή όταν δεν παίζει με τα παιχνίδια, η Ξανθομαλλούσα συζητάει με τους καινούργιους της φίλους.

Ψέματα ή αλήθεια…Έτσι  λεν’ τα παραμύθια.

Με εκτίμηση Εύη Καπατζιά

ΚΑΛΗ ΠΑΡΑΜΥΘΟΧΡΟΝΙΑ!

Οι ήρωες του παραμυθιού όπως τους φαντάστηκε και τους ζωγράφισε η Εύη Καπατζιά

Οι ήρωες του παραμυθιού όπως τους φαντάστηκε και τους ζωγράφισε η Εύη Καπατζιά

Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,, | 1 σχόλιο

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: