Παραμύθια για ενήλικες

Το σκλαβί

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης. Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Από την παρουσίαση του παραμυθιού "το σκλαβί" στις 28 Μαϊου 2015

Από την παρουσίαση του παραμυθιού «το σκλαβί» στις 28 Μαϊου 2015

Στα παλιά τα χρόνια, τα χρόνια των βασιλιάδων, ένας βασιλιάς προσπαθούσε με την γυναίκα του να κάνει παιδί μα δεν τα κατάφερναν. Από τον φόβο του μήπως και δεν δει απόγονο, ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει παιδί με μια σκλάβα που είχαν στο παλάτι. Έτσι κι έγινε. Παρόλα αυτά, έμεινε έγκυος κι η γυναίκα του. Έτσι, μετά από μήνες εννέα, δύο αγόρια γεννήθηκαν κι άρχισαν να μεγαλώνουν μαζί. Παίζανε, διαβάζανε, πήγανε και τελειώσανε το σχολείο, πάντα μαζί. Το παιδί που είχε αποκτήσει με την σκλάβα, το σκλαβί, ήταν έξυπνο και φρόνιμο. Όχι όμως και το βασιλόπουλο που ήταν χοντροκέφαλο και κακομαθημένο. Συνέχεια γυρνούσε από ταβέρνες σε καταγώγια και μάταια από πίσω του έτρεχε και το σκλαβί για να τον συμβουλεύει. Μα το βασιλόπουλο, δεν έπαιρνε από λόγια κι όλο τριγύριζε με τους χαμένους και τους χαραμοφάηδες.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο είδε σε έναν πίνακα την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και την ερωτεύτηκε. Από τον έρωτα, αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι. Διάφοροι γιατροί περάσανε από το παλάτι, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τότε, το βασιλόπουλο πήρε μιαν απόφαση. Να πάει και να ψάξει να βρει την όμορφη του κόσμου, αφού αυτή ήταν η αιτία της αρρώστιας του. Είπε την ιδέα του στο σκλαβί. Το σκλαβί από την μεριά του, αγαπούσε πολύ το βασιλόπουλο κι έτσι αποφάσισε να πάει μαζί του για να το προσέχει.

Οι δύο νέοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά και πατέρα τους και του είπαν:

Πατέρα μου και βασιλιά, σοφέ και σεβαστέ μας.

Δώσε μας την ευχή σου εσύ και την καλή ορμήνια.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρουμε, να ζήσουμε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγουμε να πάμε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, αν δώσεις την ευχή σου!

Αυτά είπανε στον βασιλιά, μα για την όμορφη του κόσμου, δεν βγάλανε μιλιά. Ο βασιλιάς σούφρωσε το πρόσωπό του. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Έπειτα, ανασηκώθηκε, στάθηκε ανάμεσά τους, τους έπιασε από τον ώμο και με συμβουλευτική φωνή τους είπε:

Με την ευχή μου γιόκα μου κι εσύ σκλαβόπουλό μου,

με την ευχή μου και οι δυο να πάτε και να ‘ρθείτε.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρετε, να ζήσετε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγετε να πάτε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, την δίνω την ευχή μου!

Μα ο βασιλιάς, δεν έδωσε μονάχα την ευχή του. Έδωσε και κατάρα συνάμα, αν παρακούσουν τις συμβουλές του. Τις τρεις συμβουλές του. Συμβουλή πρώτη:

 Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το παλάτι,

και πριν να συναντήσετε το δάσος με τις λεύκες,

ένα καλύβι ξύλινο θα βρείτε εκεί πέρα.

Καλύβι δίχως κλειδαριά και δίχως νοικοκύρη.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή δεύτερη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το καλύβι

κι αφού επερπατήσετε το δάσος με τις λεύκες,

τεράστιο δέντρο, γέρικο θα υψωθεί μπροστά σας.

Δέντρο με δίχως φύλλωμα, δίχως σκιά στη ρίζα.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Καθίστε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή τρίτη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε αλάργ’ από το δάσος

κι αφού σε κάμπο πράσινο και ανθισμένο μπείτε,

καταμεσής του βρίσκεται πύργος καλοχτισμένος.

Η πύλη του ορθάνοιχτη κι οι σύρτες σκουριασμένοι.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Αυτές τις τρεις συμβουλές τους έδωσε μαζί με την ευχή του και δίχως να χάσουν χρόνο, οι δύο νέοι ξεκίνησαν την άλλη μέρα κιόλας το μακρινό τους ταξίδι.

Περπάτησαν πολύ. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες … παρά μία μέρα, είκοσι, όταν έφτασαν μπροστά σε ένα καλύβι. Ήταν ακριβώς όπως τους το είχε περιγράψει ο βασιλιάς. Μπήκανε μέσα. Γεμάτο μαξιλάρες και παχιά χαλιά. Κάθισαν να ξαποστάσουν και τότες άρχισαν να έρχονται μόνα τους, λογιώ-λογιώ φαγητά και γλυκά, πιοτά και καφέδες, ναργιλέδες και τσιμπούκια. Αφού φάγανε και ήπιανε κι αφού χορτάσανε, το βασιλόπουλο νύσταξε κι έστρωσε να κοιμηθεί. Μα το σκλαβί, θυμήθηκε τη συμβουλή του βασιλιά και είπε στο βασιλόπουλο:

– Μα τι κάνεις; Ξέχασες ότι ο αφέντης μας, μας έδωσε ευχή και κατάρα αν πέσουμε να κοιμηθούμε μέσα στο καλύβι;

– Τι λες βρε; Εδώ βρήκαμε τέτοιες μαξιλάρες και τέτοια στρώματα κι εσύ θες να τα αφήσουμε και να πάμε έξω να κοιμηθούμε;

– Ήταν συμβουλή του βασιλιά μας. Θες να την παρακούσουμε;

– Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά εγώ θα ξαπλώσω εδώ. Δεν βγαίνω έξω στο κρύο ή στον φόβο να με φάνε τα άγρια ζώα.

Το βασιλόπουλο ξάπλωσε κι όπως ήταν κουρασμένο, το πήρε αμέσως ο ύπνος. Το σκλαβί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Να δεις, που κάτι κακό θα γίνει εδώ, σκέφτηκε. Πήγε κι έκατσε στην πόρτα απέναντι. Έβγαλε το τόξο του και το ακούμπησε δεξιά του. Έβγαλε και το σπαθί του και το ακούμπησε αριστερά του. Πήρε και τον ναργιλέ κι άρχισε να καπνίζει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και σεισμός μεγάλος τάραξε το καλύβι κι εμφανίστηκε μπροστά του ένας δράκος, ένα θεριό μεγάλο με τρία κεφάλια. Βλέπει ο δράκος το σκλαβί να καπνίζει και το βασιλόπουλο να κοιμάται:

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε σε τούτο το καλύβι

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά χαλιά μου!

Ο δράκος θυμωμένος πολύ απευθύνθηκε προς το σκλαβί, το οποίο χωρίς να δείχνει και ιδιαίτερα ανήσυχο του απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θύμωσε ακόμα πιο πολύ και είπε στο σκλαβί:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Μα το σκλαβί δεν έδειξε καθόλου φόβο κι ανασηκωμένο πια, ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει και τα τρία κεφάλια του δράκου ο οποίος έπεσε με δύναμη κάτω. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στην στιγμή μέχρι τα γόνατά σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί κόβει με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Κόβει τις γλώσσες του και τις βάζει στο ταγάρι του. Κάνει κομμάτια το σώμα του και το θάβει μακριά από το καλύβι. Γυρνάει, ξεπλένει και καθαρίζει το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια πέφτει να κοιμηθεί. Μα ήδη είχε χαράξει, και μετά από λίγο ξύπνησε και το βασιλόπουλο από τον βαθύ του ύπνο. «Εϊ, ξύπνα…μου αρέσει που ήθελες να φυλάξεις και βάρδια…ξύπνα, ξημέρωσε!» Φώναξε το βασιλόπουλο στο σκλαβί κι εκείνο υποκρίθηκε πως ξύπνησε εκείνη τη στιγμή. «Συγχώρα με αδερφέ μου, αλλά φαίνεται πως με πήρε κι εμένα αμέσως ο ύπνος!»

Κάθισαν για λίγο περιμένοντας να αρχίσουν να έρχονται φαγητά για πρωινό, μα μάταια. «Δεν το έχουν έθιμο εδώ να φέρνουν πρωινό φαίνεται», ακούστηκε το βασιλόπουλο να μονολογεί, μα το σκλαβί κατάλαβε πως με τον θάνατο του δράκου σταμάτησε και το ανεξήγητο αυτό περιστατικό. Έτσι, σηκώθηκαν και πήραν πάλι το δρόμο για το ταξίδι τους. Περπάτησαν μέρες πολλές. Πέντε μέρες, δέκα και φτάσανε στο δάσος με τις λεύκες. Δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι και βρέθηκαν μπροστά σε ένα γέρικο δέντρο, χωρίς φύλλωμα και σκιά στην ρίζα του, όπως ακριβώς τους το είχε περιγράψει κι ο βασιλιάς αφέντης τους. Από κάτω του, μαξιλάρια και κιλίμια στρωμένα υπήρχαν. Κουρασμένοι και οι δυο τους, κάθισαν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μονάχα τους, φαγητά διάφορα και ποτά. Κι αφού φάγανε, συνέχισαν να έρχονται γλυκά, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Όταν τελειώσανε όλα, το βασιλόπουλο έγειρε και πάλι στα κιλίμια και τα μαξιλάρια για να κοιμηθεί μα το σκλαβί του θύμισε τα λόγια του βασιλιά τους. Του ζήτησε να σηκωθεί και να πάνε παραπέρα από το δέντρο να κοιμηθούν. Άδικα μιλούσε όμως. Το βασιλόπουλο είχε ήδη κοιμηθεί. Έτσι, το σκλαβί, κάθισε και πάλι ξύπνιο να φυλάει σκοπιά, φοβούμενο ότι κάτι κακό θα συμβεί ξανά. Τέντωσε το τόξο του και το έβαλε στο πλάι του. Έβγαλε το σπαθί του από την θήκη και το ακούμπησε κι αυτό κατάχαμα και περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα, η γης σείστηκε και εμφανίστηκε ένας δράκος με έξι κεφάλια. Ένα θεριό άγριο και τρομερό. Κοίταξε το σκλαβί που ήταν καθισμένο και το βασιλόπουλο που κοιμότανε του καλού καιρού.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στο γέρικό μου δέντρο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Δίχως φόβο το σκλαβί ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα τέσσερα κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και με δυο κινήσεις γρήγορες, του κόβει και τα άλλα δυο κεφάλια. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο δράκος, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό από κάτω ως την μέση.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Έκοψε και τις γλώσσες του και τις έβαλε στο ταγάρι του. Έκανε κομμάτια το σώμα του και το έθαψε μακριά από το δέντρο. Γύρισε, καθάρισε το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια έπεσε να κοιμηθεί. Μετά από ώρες, πρώτο ξύπνησε το βασιλόπουλο που άρχισε να φωνάζει και να κοροϊδεύει το σκλαβί… «Ξύπνα βρε υπναρά, μεσημέριασε!» Και το σκλαβί σηκώθηκε παριστάνοντας τον νυσταγμένο και πάλι. Κι αφού πήραν δυνάμεις, ξεκίνησαν πάλι το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησαν. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι, ώσπου φτάσανε σε πράσινο και ανθισμένο κάμπο. Καταμεσής του ορθώνονταν καλοχτισμένος πύργος. Οι πύλες του ήταν ορθάνοιχτες κι οι σύρτες σκουριασμένοι από καιρό. Ήταν ακριβώς όπως τους τον είχε περιγράψει κι ο αφέντης τους. Μπήκανε μέσα και μαγεύτηκαν από την ομορφιά. Ολομέταξα χαλιά και μάλλινα κιλίμια. Τεράστιες μαξιλάρες πάνω τους, να ξαπλώνεις και να χάνεσαι μέσα τους. Χρυσοί πολυέλαιοι να φωτίζουν την σάλα με δεκάδες κεριά ο καθένας. Σπάνιοι πίνακες ζωγραφικής μοναδικής αξίας και ομορφιάς στους τοίχους και παντού χρυσάφι και ελαφαντόδοντο.

Δεν πρόλαβαν να κάτσουν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μοναχά τους, λογής-λογής φαγητά και ποτά. Κι ύστερα, αφού φάγανε και ήπιανε, άρχισαν να έρχονται γλυκά και φρούτα, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Σαν τελειώσαν για τα καλά, το βασιλόπουλο έπεσε να κοιμηθεί έτσι που ήταν κουρασμένο.

Το σκλαβί δεν άντεξε βλέποντας πάλι το βασιλόπουλο να παρακούει τη συμβουλή του αφέντη τους και του είπε θυμωμένος.

– Πάλι τα ίδια; Εδώ θα πέσεις να κοιμηθείς;

– Και τι θες να κάμω;

– Να πάμε έξω από τον πύργο να κοιμηθούμε.

– Είσαι τρελός; Έχουμε βρει τέτοιες ανέσεις, τόσο μαλακά μαξιλάρια, τέτοια ζέστη κι εσύ θες να πάμε να κοιμηθούμε έξω στο κρύο με τα άγρια ζώα;

– Έτσι δεν πρόσταξε ο αφέντης μας;

– Ο αφέντης μας δεν είναι εδώ για να μας βλέπει τι κάνουμε και τι όχι.

– Ναι, αλλά σου πάει η καρδιά να παρακούσεις τις εντολές του;

– Δεν βλέπεις κι εσύ ότι ο βασιλιάς μας έχει γεράσει κι έχει ξεκουτιάνει; Πιστεύεις στα λόγια του; Εξάλλου και στα δύο προηγούμενα, τί το κακό μας βρήκε; Τίποτα. Οπότε άσε τις γκρίνιες και ξάπλωσε κι εσύ να κοιμηθείς.

…είπε το βασιλόπουλο κι έκλεισε τα μάτια του πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Όχι όμως και το σκλαβί, που για άλλη μια φορά ετοίμασε το τόξο και το σπαθί του και περίμενε το κακό. Κι όντως, κατά τα μεσάνυχτα, ο πύργος σείστηκε συθέμελα. Οι πολυέλαιοι κουνιόντουσαν πέρα-δώθε. Ένα άγριο μουγκρητό ακούστηκε κι ύστερα εμφανίστηκε από την πόρτα ένας τεράστιος δράκος με εννέα κεφάλια. Από τον θυμό του, έβγαζε καπνούς από την μύτη και το στόμα. Αντίκρισε το βασιλόπουλο που κοιμότανε βαριά και το σκλαβί που ήταν καθισμένο απέναντί του.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στον πέτρινό μου πύργο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Το σκλαβί ούτε και τώρα φοβήθηκε και ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα έξι κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και δίνοντας μάχη άγρια σώμα με σώμα, του κόβει και τα άλλα τρία κεφάλια. Σπαρταρούσε ο δράκος σαν το ψάρι έξω από το νερό και λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό ίσαμε το λαιμό σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε κι αυτόν τον δράκο κομματάκια και τον πέταξε έξω από τον πύργο, αφού πρώτα κράτησε τις γλώσσες του μέσα στο ταγάρι του. Έπλυνε και καθάρισε όλο το χώρο από τα αίματα κι ετοιμάστηκε να πέσει να κοιμηθεί. Μα η ματιά του έπεσε σε μια αρμαθιά κλειδιά που ήταν κρεμασμένη δίπλα στην πόρτα. Την ξεκρέμασε και τα μέτρησε. Σαράντα κλειδιά! Τι να ανοίγανε αυτά; Αναρωτήθηκε το σκλαβί κι άρχισε να ψάχνει τον πύργο. Έψαξε από εδώ…τίποτα. Έψαξε από εκεί…τίποτα. Σε μια στιγμή, σα να πάτησε πάνω σε κάτι κούφιο. Τράβηξε το χαλί που ήταν στρωμένο από πάνω και είδε μια καταπακτή. Την άνοιξε κι αντίκρισε πολλά σκαλοπάτια. Σαν κατέβηκε αρκετά σκαλιά κάτω από τη γη, βγήκε σε έναν μακρύ διάδρομο με πάρα πολλές πόρτες αριστερά και δεξιά. Τις μέτρησε και τις βρήκε σαράντα. Σαράντα κλειδιά για σαράντα πόρτες. Αυτό ήταν. Το σκλαβί, άνοιξε την πρώτη πόρτα και τα μάτια του γούρλωσαν. Ένα δωμάτιο γεμάτο ρουμπίνια. Ανοίγει την δεύτερη πόρτα και κοκάλωσε. Γεμάτο το δωμάτιο με βενέτικα φλουριά. Σμαράγδια στο τρίτο δωμάτιο, χρυσές λίρες στο τέταρτο…κάθε δωμάτιο έκρυβε κι έναν θησαυρό από νομίσματα ή πολύτιμους λίθους. Ανοίγει την τελευταία πόρτα κι είναι γεμάτο το δωμάτιο με διαμαντόπετρες μεγάλες ίσαμε ένα φιρίκι.

Τα έχασε το σκλαβί. Παρόλα αυτά, βάζει λίγα φλουριά στο ταγάρι του και λίγες διαμαντόπετρες και αρκετές λίρες στις τσέπες του. Ασφάλισε στη συνέχεια καλά όλες τις πόρτες και έκρυψε καλά την αρμαθιά τα κλειδιά. Σαν ανέβηκε επάνω, ξάπλωσε κι αυτός καθώς ήταν ξεθεωμένος κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.

Λίγες ώρες πέρασαν και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα. Πρώτο σηκώθηκε το βασιλόπουλο που άρχισε να σπρώχνει και να φωνάζει στο σκλαβί, «ξύπνα βρε υπναρά». Αφού ξύπνησαν καλά κι οι δύο κι αφού είδαν κι απόειδαν ότι ούτε εδώ έρχονται φαγιά και ποτά για πρωινό, σηκώθηκαν να φύγουν. Το σκλαβί μόνο, με το που βγήκαν από την πύλη, την τράβηξε, την κλείδωσε καλά κι έκρυψε τα κλειδιά στο περβάζι του παραθύρου.

Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου το βράδυ της ίδιας μέρας, έφτασαν σε μια πολιτεία! Ψάξαν να βρούνε σπίτι να κοιμηθούν. Χτύπησαν την πόρτα σε κάποιο και τους άνοιξε μια γριά. Καλοσυνάτο το σκλαβί της λέει:

– Καλησπέρα γιαγιάκα. Ερχόμαστε από μακριά και θέλουμε να βρούμε να ξαποστάσουμε κάπου. Σου είναι κόπος να μας αφήσεις να κοιμηθούμε σε σένα;

– Καλώς τα παλικάρια μου. Καθόλου κόπος δεν μου είναι, αλλά δεν έχω που να σας κοιμίσω. Μήτε σεντόνια, μήτε κουβέρτες, μήτε στρώματα και μαξιλάρια έχω.

– Δεν πουλάνε εδώ κοντά στρώματα, σεντόνια και μαξιλάρια;

– Πώς δεν πουλάνε γιόκα μου; Ό,τι λαχταρά η ψυχή σου. Σεντόνια λινά, σεντόνια μεταξωτά, σεντόνια βαμβακερά. Μαξιλάρια πουπουλένια, μαξιλάρια από άχερο. Κουβέρτες λογιώ-λογιώ, το ίδιο και τα στρώματα. Τα εργαστήρια είναι γεμάτα από δαύτα.

Βγάζει το σκλαβί από την τσέπη του κάμποσες λίρες, τις δίνει στη γιαγιά και της λέει να πάει να τους αγοράσει μερικά για να μπορέσουν να κοιμηθούν. Η γιαγιά, με το που έπιασε στα χέρια της τις λίρες, κόντεψε να τρελαθεί. Είχε χρόνια να δει στο χέρι της έστω και μια λίρα, πόσο μάλλον πολλές. Έτρεξε λοιπόν κι αγόρασε από όλα τα καλά, φτηνά και ακριβά. Πήρε για τους δύο νέους, μα πήρε και καινούργια για να έχει του λόγου της. Σα γύρισε στο σπίτι, το σκλαβί της έδωσε κι άλλες λίρες για να πάει να αγοράσει φαγητά, κρασί και καπνό για να φουμάρουν. Η γιαγιά έτρεξε και πάλι μέσα στην καλή χαρά και γύρισε γεμάτη καλούδια…μέχρι και του πουλιού το γάλα είχε φέρει. Στρώσανε γιορτινό τραπέζι και φάγανε όλοι μαζί. Αργά το βράδυ πέσανε να κοιμηθούν κι έτσι χαιρετήσανε άλλη μια μέρα στο ταξίδι τους.

Πρωί-πρωί σηκώθηκε το σκλαβί κι άρχισε να κάνει βόλτες και να ρωτάει για την πολιτεία που βρέθηκαν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε και το βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό τους δρόμους χαζεύοντας μπας και δει την όμορφη του κόσμου, μα τίποτα… γύρισε άπραγο. Το σκλαβί όμως, που ρώτησε πολύ κόσμο, έμαθε τα πάντα για την πολιτεία και το κυριότερο, έμαθε ότι εδώ ζει κι η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού, κόρη του βασιλιά που διαφεντεύει. Έμαθε επίσης και για τον καφενέ που συχνάζει ο βασιλιάς κι έτσι το σκλαβί και το βασιλόπουλο πηγαίνανε κι αυτοί εκεί και σύντομα πιάσανε φιλίες μαζί του κι όποτε θέλανε, πηγαίνανε τον βρίσκανε εκεί και κουβεντιάζανε.

Μια μέρα το σκλαβί έπιασε την γιαγιά και τη ρώτησε…

– Δε μου λες γιαγιά. Πώς μπορεί να δει κανείς την όμορφη του κόσμου; Είναι κρίμα να γυρίσω στην πατρίδα μου, να πω ότι πέρασα από εδώ και δεν την είδα.

– Την όμορφη του κόσμου; Δεν μπορείς να την δεις παλικάρι μου. Την έχουνε κλειδαμπαρωμένη στο παλάτι.

– Και δεν βγαίνει καθόλου έξω;

– Βγαίνει, αλλά αργά τη νύχτα, όταν σταματάει η κίνηση του δρόμου. Τότε μόνο, αλλά και πάλι τη συνοδεύουνε ογδόντα στρατιώτες. Σαράντα πάνε μπροστά και σαράντα πίσω και στη μέση η όμορφη του κόσμου κουκουλωμένη για να μη φαίνεται.

– Και πού πάνε γιαγιά;

– Πάνε στο σπίτι της δασκάλας. Εκεί μπαίνει μέσα μόνο η όμορφη κι οι στρατιώτες περιμένουν από έξω.

– Και τι κάνει στης δασκάλας;

– Μαθαίνει γράμματα παιδάκι μου. Μαθαίνει να γράφει, να πλέκει. Όσα δεν μπορεί να μάθει το πρωί όπως τα άλλα παιδιά, αυτή τα μαθαίνει το βράδυ εκεί.

– Και πόσο κάθεται εκεί;

– Κανά δυο ώρες. Έπειτα την βάζουν και πάλι στη μέση οι στρατιώτες και την γυρίζουν πίσω στο παλάτι.

– Και πού είναι το σπίτι της δασκάλας;

– Τι το θες το σπίτι της δασκάλας; Ακόμα και να πας, δεν μπορείς να μπεις μέσα. Κανένας δεν μπαίνει στο σπίτι της ούτε τη μέρα, πόσο μάλλον τη νύχτα.

Μα το σκλαβί, από εδώ το είχε, από εκεί το είχε, κατάφερε τη γριά και του είπε που είναι το σπίτι της δασκάλας. Σηκώθηκε το λοιπόν και κίνησε για εκεί. Το βρήκε και κοίταξε καλά τα κατατόπια. Έπειτα γύρισε σπίτι αλλά δεν είπε κουβέντα στο βασιλόπουλο.

Το ίδιο βράδυ, το σκλαβί πήρε μια χούφτα διαμάντια από το ταγάρι και τα έβαλε στην τσέπη του. Πήγε στο σπίτι της δασκάλας, σκαρφάλωσε τον φράχτη και τα έριξε στην αυλή της. Μετά από λίγο ήρθε κι η όμορφη του κόσμου με τη συνοδεία της. Χτύπησαν την πόρτα. Η δασκάλα βγήκε να τους ανοίξει μα η ματιά της έπεσε στο σημείο της αυλής που κάτι γυάλιζε. Πλησίασε και τι να δει… διαμάντια! Θάμπωσε! Τα πήρε, τα έκρυψε κι ύστερα υποδέχτηκε την όμορφη του κόσμου κι όταν μετά από δύο ώρες τελείωσε το μάθημα, την πήραν οι στρατιώτες κι έφυγαν για το παλάτι. Το επόμενο βράδυ την ίδια ώρα, το σκλαβί έκανε πάλι το ίδιο. Έριξε άλλη μια χούφτα διαμάντια στην αυλή της. Κι η δασκάλα πονηρεύτηκε. Πρέπει να ανακαλύψω ποιος είναι αυτός που ρίχνει τα διαμάντια στην αυλή μου. Το τρίτο βράδυ, την ώρα που το σκλαβί σκαρφάλωνε στον φράχτη, βγήκε η δασκάλα και τον έπιασε -άλλο που δεν ήθελε κι αυτός.

– Ποιος είσαι του λόγου σου και μου σκορπάς διαμάντια στην αυλή μου και τι θες από μένα;

– Από αυτά έχω πολλά, όσα κι αν μου ζητήσεις. Μονάχα για αντάλλαγμα θέλω να με βάλεις στο σπίτι για να δω την βασιλοπούλα.

– Τρελάθηκες μου φαίνεται. Αυτό δεν γίνεται. Αν το μάθει ο βασιλιάς, το αντάλλαγμα θα είναι τα κεφάλια μας.

Μα το σκλαβί με τον καλό του λόγο και την πονηριά, την κατάφερε και τον έμπασε. Τον έντυσε γυναίκα και του έδωσε ένα πανί, βελόνα και κλωστή για να προσποιείται πως τώρα μαθαίνει να ράβει.

Κατά τα μεσάνυχτα, έφτασε κι η βασιλοπούλα. Της ανοίγει η δασκάλα και την μπάζει στο σπίτι. Σαν είδε το σκλαβί, η βασιλοπούλα ταράχτηκε. Δεν το περίμενε. Πρώτη φορά έβλεπε άλλη γυναίκα στο σπίτι της δασκάλας.

– Γιατί είναι εδώ αυτή κυρά δασκάλα; Αν το μάθει ο πατέρας μου, θα θυμώσει πολύ.

– Μην χολοσκάς καλή μου. Μια ξαδέρφη μου τσοπάνισσα είναι που ήρθε για λίγες μέρες κοντά μου μπας και μάθει να ράβει για να μπαλώνει τα ρούχα στο σπιτικό της.

Με τούτα και με ‘κείνα, η δασκάλα καθησύχασε τη βασιλοπούλα και δέχτηκε το σκλαβί. Καθίσανε κι αρχίσανε το μάθημά τους. Που και που, η δασκάλα κοιτούσε και το σκλαβί και έκανε πως το μάλωνε -δήθεν- επειδή δεν έκανε σωστά τις βελονιές.

Να μην τα πολυλογούμε, η βασιλοπούλα και το σκλαβί -ως γυναίκα όμως- περνούσαν τα βράδια παρέα στο σπίτι της δασκάλας. Γίνανε φίλες, μιλούσαν και παίζανε. Ένα βράδυ όμως, πάνω στο παιχνίδι, η βασιλοπούλα κατάλαβε πως είχε απέναντί της έναν άντρα ντυμένο γυναίκα. Στην αρχή ταράχτηκε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μα η δασκάλα την καθησύχασε και αυτή τη φορά…

Μη χολοσκάς καλή μου κι ο νέος από εδώ, βασιλόπουλο είναι και μάλιστα πολύ καλό. Πλούσιο στο βιος μα και στην καρδιά του.

Η βασιλοπούλα δεν ήθελε και πολύ όπως φάνηκε και δεν άργησε να αγαπήσει το σκλαβί. Ένα βράδυ το σκλαβί, τη ρώτησε:

-Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα φύγουμε από αυτή τη πολιτεία;

– Εμένα με παντρεύουνε σε λίγες μέρες. Εδώ, ο γάμος κρατάει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κι έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας. Με το που θα περάσουν οι σαράντα μέρες κι οι σαράντα νύχτες, η νύφη μαζί με άλλες γυναίκες, πηγαίνουν έξω από την πόλη, στα νεκροταφεία και θυμιάζουν τα μνήματα των πεθαμένων τους. Αυτό που σκέφτομαι, είναι τότε να με κλέψεις. Θα κοιτάξω κι εγώ να ξεστρατίσω κάποια στιγμή από τις άλλες κι εσύ να είσαι έτοιμος με το άλογό σου, να με πάρεις να φύγουμε.

Το σκλαβί συμφώνησε κι αφού χαιρετηθήκανε, τράβηξε αυτός για το σπίτι της γριάς κι η βασιλοπούλα για το παλάτι.

Όλο το διάστημα που γινότανε αυτό, το βασιλόπουλο δεν έβλεπε το σκλαβί και είχε ανησυχήσει. Έτσι, εκείνο το βράδυ που έτυχε να συναντηθούν το ρώτησε για το λόγο της εξαφάνισής του.

– Βρε ‘συ…πού χάθηκες τόσο καιρό; Μήπως ξέχασες τον λόγο που φύγαμε από τα μέρη μας; Ήρθες μαζί μου για να με βοηθήσεις κι όχι για να σταθείς εμπόδιο στο ταξίδι μου.

– Άστα αδερφέ μου κι έμπλεξα άσχημα σε μια ταβέρνα όλο αυτόν τον καιρό. Είδα κι έπαθα για να ξεμπλέξω από εκεί. Μα τώρα είναι όλα καλά.

Δεν πέρασαν δυο-τρεις μέρες και ντελάληδες βγήκαν στους δρόμους της πολιτείας που μηνούσαν για το γάμο της βασιλοπούλας με τον γιο του βεζίρη, καλώντας όλον τον κόσμο να παραστεί. Ακούει τα μαντάτα το βασιλόπουλο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Έτσι, έμαθε πως η βασιλοπούλα είναι η όμορφη του κόσμου κι έτρεξε αμέσως στο σκλαβί.

– Αδερφέ μου, είμαστε τυχεροί. Εδώ μένει η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού. Μα είμαστε κι άτυχοι επειδή μόλις άκουσα από τους ντελάληδες πως την παντρεύουνε με τον γιο του βεζίρη.

– Τι μου λες;

Απάντησε το σκλαβί κάνοντας τον ανήξερο, μα το βασιλόπουλο δεν μπορούσε να το χωνέψει. Πήγε να τρελαθεί.

– Τι θα κάνω τώρα; Την χάνω πριν ακόμα την δω και την γνωρίσω. Δεν αντέχω, θα πνιγώ, θα πεθάνω.

– Μην σκας αδερφέ μου και θα την κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Αυτό θα κάνουμε κι έχε υπομονή.

Με τα λόγια αυτά και την υπόσχεση από το σκλαβί ότι θα την κλέψουν, ηρέμησε κάπως το βασιλόπουλο. Γύρισαν στο σπίτι και πιάσανε κουβέντα με την γριά. Την ρωτάει το σκλαβί…

– Δε μου λες γιαγιά, τι έθιμα έχετε εδώ στον τόπο σας για το γάμο;

– Α, παιδάκια μου. Σα γίνει ο γάμος, η νύφη βγαίνει με χρυσό δίσκο για να κεράσει τον κόσμο κι όλοι της προσφέρουν και κάτι. Φλουριά, κοσμήματα, ό,τι να ‘ναι, φτάνει μόνο να είναι κάποιας αξίας. Έτσι, δείχνει ο καθένας τη δύναμή του.

Να μην τα πολυλογούμε, έφτασε η μέρα του γάμου. Ήταν Κυριακή. Καλεσμένοι στο γάμο ήταν και το βασιλόπουλο και το σκλαβί, μιας και ήταν βασιλόπουλα κι οι δυο τους. Πριν φύγουν από το σπίτι, το σκλαβί έδωσε μια χούφτα διαμάντια στο βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό μερικά. Σαν φτάσανε στον γάμο κι αντίκρισε την βασιλοπούλα, το βασιλόπουλο κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Το σκλαβί από δίπλα όλο και το σκουντούσε λέγοντάς του να ηρεμήσει. Κι ύστερα, βγήκε η βασιλοπούλα με τον χρυσό δίσκο για να κεράσει. Βγάζει ο βασιλιάς και της δίνει μια χούφτα φλουριά. Ύστερα ο βεζίρης, της δίνει κι αυτός λίγα φλουριά. Όταν η βασιλοπούλα έφτασε στο βασιλόπουλο και στο σκλαβί, αυτοί της έδωσαν από μια χούφτα διαμάντια. Ήρθε κι άστραψε ο δίσκος και θαμπώθηκε ο βασιλιάς. Αυτά είναι βασιλόπουλα άξια. Μωρέ χάθηκε να ερχότανε κάποιος τέτοιος για γαμπρός μου; Μόνο που μου έτυχε αυτός ο γιος του βεζίρη!

Κι άρχισαν οι χοροί, τα γλέντια, τα παιχνίδια, τα φαγοπότια κι έτσι περνούσαν οι μέρες. Το πρωί της σαρακοστής μέρας, το σκλαβί ζήτησε από το βασιλόπουλο να ετοιμαστεί.

Ήρθε η ώρα αδερφέ μου. Σήμερα θα κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Ετοιμάσου.

Αφού πλήρωσαν τη γριά για τη φιλοξενία της, μόλις έπεσε ο ήλιος ανέβηκαν στα άλογα και βγήκαν από την πολιτεία. Φτάσανε στα νεκροταφεία και στήσανε καρτέρι παρακεί, πίσω από κάτι δέντρα. Σαν σκοτείνιασε καλά, εμφανίστηκε κι η βασιλοπούλα με την κουνιάδα της κι άλλες γυναίκες. Πριν περάσουν την πόρτα των νεκροταφείων, η βασιλοπούλα τους πήρε χαμπάρι και αθόρυβα μαζί με την κουνιάδα της ξεστράτισαν από τις άλλες και κίνησαν προς τα δέντρα. Αμέσως το σκλαβί αρπάζει τη βασιλοπούλα και την ανεβάζει στο άλογο. Γυρνάει και λέει του βασιλόπουλου.

Τι κοιτάς αδερφέ μου. Άρπαξε την άλλη και πάμε να φύγουμε.

Αρπάζει και το βασιλόπουλο την κουνιάδα της κι έγιναν καπνός. Οι άλλες οι γυναίκες έψαχναν να τις βρούνε μα τίποτα. Πουθενά. Γύρισαν γρήγορα στο παλάτι και είπανε τα κακά μαντάτα στον βασιλιά. Ο βασιλιάς πρόσεξε ότι λείπανε το δύο βασιλόπουλα που είχανε προσφέρει τα διαμάντια και υποψιάστηκε ότι αυτοί τις κλέψανε και δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Όχι όμως και ο γιος του βεζίρη, ο γαμπρός, που κόντεψε να σκάσει από το κακό του σαν τα άκουσε. Έστειλε αμέσως τους καλύτερους άντρες του να τις ψάξουν…κι ακόμα τις ψάχνουν θαρρώ.

Σκλαβί, βασιλόπουλο, βασιλοπούλα και κουνιάδα, ταξιδεύανε μαζί για την επιστροφή και μόνο μία στάση κάνανε στον πύργο για ξεκουραστούνε, αλλά και για να γεμίσει το σκλαβί τις αποσκευές τους με διαμάντια και φλουριά. Όταν φτάσανε στο παλάτι, ο βασιλιάς και πατέρας τους, τους δέχτηκε όλους με χαρά. Σαν μείνανε μόνοι, είπε το σκλαβί στη βασιλοπούλα:

– Το βασιλόπουλο θα παντρευτείς εσύ.

– Εγώ εσένα θέλω. Αν ήταν γι’ αυτόν δεν θα έφευγα από την πατρίδα μου.

– Το ίδιο είμαστε αυτός κι εγώ. Είναι αδερφός μου. Αυτός σε είδε πρώτος κι αυτός είναι η αιτία που ξεκινήσαμε το ταξίδι για να σε βρούμε. Έτσι είναι λοιπόν το σωστό. Να παντρευτείς αυτόν. Εγώ θα παντρευτώ την κουνιάδα σου.

Είχε δεν είχε, την κατάφερε τελικά το σκλαβί και η βασιλοπούλα παντρεύτηκε το βασιλόπουλο και το σκλαβί την κουνιάδα της. Οι γάμοι γίνανε με κάθε τιμή και κόσμος πολύς μαζεύτηκε για να τους τιμήσει. Το βράδυ του γάμου, πήγανε για να κοιμηθούνε, μα το σκλαβί είχε μια διαίσθηση ότι κάτι κακό θα συμβεί και ζήτησε από το βασιλόπουλο να τον αφήσει να κοιμηθεί παράμερα στην κάμαρά τους. Το βασιλόπουλο αντέδρασε στην παράξενη αυτή επιθυμία, μα στο τέλος τον λυπήθηκε και τον δέχτηκε. Πέσανε για να κοιμηθούνε και κοιμήθηκαν βαριά. Όχι όμως και το σκλαβί που έκατσε να φυλάει βάρδια. Ετοίμασε το τόξο του και το σπαθί του και περίμενε. Κατά τα μεσάνυχτα βρόντηξε ο τόπος κι εμφανίστηκε ένας τεράστιος δράκος, θεριό ανήμερο κι όρμηξε να φάει το βασιλόπουλο και την βασιλοπούλα. Το σκλαβί αμέσως τέντωσε το τόξο του και με δύο βέλη σημάδεψε την καρδιά του δράκου. Ο δράκος έπεσε ξερός από τα βέλη και ξεψυχώντας είπε του σκλαβιού:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στη στιγμή και κόκαλο να γίνεις.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις,

ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Έπειτα, κόβει τον δράκο κομμάτια και πάει και τον θάβει έξω από την πόρτα. Γυρνάει στο δωμάτιο και καθαρίζει τα αίματα από το πάτωμα. Μα κάτι μέσα του, του έλεγε πως το κακό δεν είχε περάσει ακόμα. Έτσι, με το σπαθί στο χέρι περιμένει πάνω από το κρεββάτι του ζευγαριού, μην τυχόν κι εμφανιστεί κι άλλος δράκος. Εκείνη τη στιγμή, νάσου και ξυπνάει το βασιλόπουλο. Βλέπει το σκλαβί από πάνω του με το σπαθί στο χέρι και τρόμαξε. Νόμιζε ότι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσει γιατί ήθελε την γυναίκα του. Έβαλε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο.

– Βρε συ, εμένα πας να σκοτώσεις; Τον αδερφό σου;

– Τι λόγια είναι αυτά που μου λες;

– Σαν ήθελες εσύ την όμορφη, τι την προξένευες σε εμένα; Ας την παντρευόσουνα εσύ από την αρχή, όχι να θες τώρα να με σκοτώσεις!

– Μα δεν θέλω να σε σκοτώσω, απλά σε προστατεύω από…

Το σκλαβί σώπασε αμέσως. Θυμήθηκε τα λόγια των δράκων. Δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να καυχηθεί.

– Να με προστατεύσεις από τι; Σε ποιον τα πουλάς αυτά βρε;

Από τις φωνές ξύπνησαν όλοι στο παλάτι και τα μαντάτα έφτασαν γρήγορα στα αφτιά του βασιλιά. Ο βασιλιάς το σκέφτηκε από την μια, το σκέφτηκε από την άλλη και τελικά διέταξε να σκοτώσουν το σκλαβί. Πρωί-πρωί, ήρθε ο δήμιος και το πήρε από το δωμάτιο για να το οδηγήσει στην πλατεία που θα γινότανε το κακό. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί να δει που θα κρεμούσαν το σκλαβί. Ο βασιλιάς, το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλα, μέχρι κι η Δωδεκάδα, οι πιστοί σύμβουλοι του βασιλιά ήταν εκεί. Το σκλαβί τότε, ζήτησε να φέρουν έναν παπά για να εξομολογηθεί. Σε αυτήν του την επιθυμία, δεν μπορούσαν να πουν όχι και η Δωδεκάδα συμφώνησε. Όταν ήρθε ο παπάς, το σκλαβί άρχισε να εξομολογείται δυνατά. «Δεν χρειάζεται να εξομολογείσαι και να σε ακούμε όλοι», του είπανε, μα το σκλαβί δεν έδωσε σημασία και συνέχισε στην ίδια ένταση.

– Εγώ θέλω να τα λέω δυνατά για να με ακούει όλος ο κόσμος. Αφέντη και βασιλιά μου…

– Μην με λες αφέντη βρε μπάσταρδε!

– Μπάσταρδος είμαι και το ξέρουν όλοι αυτό. Όταν φύγαμε για το ταξίδι, θυμάσαι τι μας είπες αφέντη;

– Μην με λες αφέντη σου είπα.

– Όταν ξεκινήσαμε το ταξίδι μας είπες ότι θα συναντήσουμε ένα καλύβι ξύλινο που θα έρχονται τα φαγητά μόνα τους, χωρίς ανθρώπου χέρι. Έπειτα ότι θα φτάσουμε σε ένα γέρικο δέντρο όπου κι εκεί τα φαγητά θα έρχονται μονάχα τους, όπως και στον πύργο που θα βρίσκαμε μέσα στο καταπράσινο κάμπο. Η προσταγή σου αφέντη μου…

– Μην λες αφέντη σου είπα… δεν είμαι αφέντης για σένα πια!

– Καλά το λοιπόν! Η προσταγή σου ήταν να φάμε και να πιούμε, μα σε καμιά περίπτωση να μην πέσουμε εκεί να κοιμηθούμε. Σωστά δεν τα λέω; Εγώ δεν κοιμήθηκα, αλλά ο αδερφός μου από εδώ…

– Μην με λες αδερφό. Δεν είμαι αδερφός σου πλέον… όχι από την ώρα που πήγες να με σκοτώσεις.

– … αλλά ο αδερφός μου από εδώ, παράκουσε τα λόγια σου και κοιμήθηκε πρώτα μέσα στο καλύβι. Εγώ όμως έμεινα ξύπνιος να φυλάω βάρδια και κατά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε δράκος που θυμωμένα μιλούσε, γιατί εκτός του ότι του φάγαμε τα φαγητά, του ήπιαμε τα κρασιά και καπνίσαμε από τους ναργιλέδες του, ξαπλώσαμε και να κοιμηθούμε στο δωμάτιό του. Κι ευθύς όρμηξε καταπάνω μας, μα εγώ κατάφερα να τον νικήσω με το τόξο μου. Πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε λέγοντας πως αν ποτέ μου καυχηθώ ότι τον σκότωσα, να γίνω μάρμαρο ίσαμε τα γόνατα. Αν δεν πιστεύετε, ορίστε και η απόδειξη. Αυτές είναι οι γλώσσες από τα τρία κεφάλια του.

Κι έβγαλε το σκλαβί τις τρεις γλώσσες από το ταγάρι του και τους τις έδειξε. Στη στιγμή όμως έγινε μάρμαρο από τις πατούσες μέχρι τα γόνατα. Ο κόσμος όλος πάγωσε μόλις το είδε κι άλλαξαν αμέσως στάση. Κρίμα στο παιδί, τί κακό το βρήκε. Κι άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν τον βασιλιά που τον ανάγκασε σε κάτι τέτοιο. Μα κι ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο μετάνιωσαν με ό,τι έγινε κι άλλαξαν κι αυτοί στάση απέναντί του. Αμάν βρε αδερφέ μου…. Αμάν βρε παιδί μου!

– Ώστε τώρα είμαι παιδί σου κι εσένα αδερφός σου; Το σκότωσα εκείνο το θεριό και αφού το έκοψα κομματάκια, το έθαψα για να μην το δεις κι ύστερα καθάρισα το μέρος. Κι έπειτα φύγαμε και προχωρήσαμε μέχρι που φτάσαμε στο γέρικο δέντρο…

– Σταμάτα βρε παιδί μου, μην συνεχίζεις και σε πιστεύουμε…

– Όχι, θα τα πω κατά πώς έγιναν και δεν φοβάμαι τίποτα!

– Μην μιλάς αδερφέ μου και δεν πειράζει όπως έγινες. Εμείς θα σε φροντίζουμε από εδώ και στο εξής.

– Όχι, εγώ θα τα πω. Όταν φτάσαμε λοιπόν στο γέρικο δέντρο, πάλι κοιμήθηκες αφού πρώτα φάγαμε του σκασμού. Και το ίδιο βράδυ, πάλι ήρθε δράκος, με έξι κεφάλια αυτή τη φορά κι εγώ με το τόξο και το σπαθί μου τον νίκησα. Μα πριν ξεψυχήσει κι αυτός, με καταράστηκε πως αν καυχηθώ για τη νίκη μου, να μαρμαρώσω μέχρι τη μέση. Ορίστε κι οι γλώσσες του.

Και δείχνοντας τις έξι γλώσσες ευθύς μαρμάρωσε το σκλαβί μέχρι τη μέση του.

Σταμάτα βρε παιδί μου και σε πιστεύουμε. Μην λες άλλα. Εμείς θα σε ζήσουμε από εδώ και στο εξής.

Ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο παρακαλούσαν πλέον για να σωπάσει κι ο κόσμος από κάτω φώναζε και διαμαρτυρόταν, μα το σκλαβί δεν έλεγε να σταματήσει.

Κι ύστερα φτάσαμε στον πύργο όπου κι εκεί πάλι κοιμήθηκες μέσα παρακούγοντας την προσταγή του βασιλιά μας. Εγώ πάλι δεν κοιμήθηκα, παρά μόνο περίμενα κι όταν φάνηκε μεγαλύτερος δράκος ετούτη τη φορά με εννιά κεφάλια, εγώ πάλι τον νίκησα κι αυτός με καταράστηκε πως αν ποτέ μου καυχηθώ να μαρμαρώσω μέχρι το λαιμό.

Και το σκλαβί μαρμάρωσε μέχρι το λαιμό. Τότε όλοι άρχισαν τα κλάματα και παρακάλια προς το σκλαβί να σταματήσει ακόμα και τώρα. Μα ο λόγος του είχε γίνει πλέον χείμαρρος ακράτητος.

Κι όταν φτάσαμε στην πολιτεία, εγώ βρήκα πρώτος την όμορφη του κόσμου. Εγώ έμαθα το πού πηγαίνει, ποιες είναι οι συνήθειες του τόπου κι εγώ ήμουν αυτός που σε παρακίνησε να την κλέψουμε. Αν την ήθελα για του λόγου μου, μπορούσα και τότε να σε σκότωνα και να έφευγα μαζί της για άλλες πολιτείες. Δεν το έκανα όμως. Ήρθαμε εδώ κι εγώ ήμουν αυτός που την κατάφερε να παντρευτεί εσένα. Μα το βράδυ του γάμου σας ένιωσα πως κάτι κακό θα γίνει κι αντί για να πάω να κοιμηθώ κι εγώ με την γυναίκα μου, σου ζήτησα να μου στρώσετε δίπλα σας να κοιμηθώ. Κι όταν σας πήρε βαρύς ύπνος, άλλος δράκος πιο τρομερός εμφανίστηκε κι όρμηξε να σας σκοτώσει, μα τον κατάφερα κι αυτόν με το τόξο και το σπαθί μου. Έξω από την πόρτα έθαψα τα κομμάτια του, μα πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε κι αυτός, πως αν καυχηθώ ποτέ μου, να μαρμαρώσω ολάκερος.

Τι τα θες; Τι να σας πω για την συνέχεια; Το σκλαβί μαρμάρωσε από κάτω, από τις πατούσες του, ίσαμε την τελευταία τρίχα της κεφαλής του. Έσκαψαν έξω από την πόρτα και βρήκαν τα κομμάτια του δράκου. Πείστηκαν όλοι τότε με τα λόγια του μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, εκτός από το να θρηνούνε. Το βασιλόπουλο σήκωσε το μαρμαρωμένο σκλαβί και το πήγε στο δωμάτιό του. Εκεί το είχε συνέχεια και το θυμιάτιζε κάθε πρωί και βράδυ.

Πέρασε ένας χρόνος περίπου κι η βασιλοπούλα γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Ήταν μέρες του Πάσχα κι ένα βράδυ στον ύπνο της η βασιλοπούλα είδε μια λευκοντυμένη γυναίκα. Ήταν η Παναγία και της είπε:

Αν θέλεις να ζωντανέψει ξανά ο κουνιάδος σου, τότε πρέπει να σφάξεις το παιδί σου και με το αίμα του να αλείψεις όλο το μάρμαρο. Έπειτα να βάλεις το παιδί σου στον φούρνο να γίνει στάχτη και με την στάχτη αυτή να πασπαλίσεις όλο το μάρμαρο. Τότε μόνο θα ξαναζωντανέψει.

Η βασιλοπούλα ξύπνησε καταϊδρωμένη. Ήξερε πως κι αυτή ευθύνεται κατά πολύ για ό,τι έπαθε το σκλαβί και λυπότανε πάρα πολύ. Σαν ξημέρωσε η Κυριακή του Πάσχα κι αφού το βασιλόπουλο έφυγε για την εκκλησία, η βασιλοπούλα πήγε στο δωμάτιο του παιδιού της. Το πήρε από την κούνια του και με ένα κοφτερό μαχαίρι το έσφαξε με δάκρυα στα μάτια. Κράτησε το αίμα του κι έπειτα το έβαλε στον φούρνο και το άφησε να καεί να γίνει στάχτη. Έπειτα, άλειψε καθώς της είπε η Παναγία, όλο το μάρμαρο με το αίμα κι από πάνω το πασπάλισε με τη στάχτη του παιδιού της. Τίποτα όμως δεν άλλαζε. Το σκλαβί παρέμενε μαρμαρωμένο κι η βασιλοπούλα φοβήθηκε ότι διαόλου τέχνασμα ήταν όλο αυτό κι όχι της Παναγίας. Μα τότε κατάλαβε πως κάτι δεν είχε κάνει καλά. Δεν είχε αλείψει τις πατούσες του. Ευθύς αμέσως, το έγειρε και τις άλειψε με όσο αίμα είχε απομείνει και τις πασπάλισε και με στάχτη.

Απανωτοί ήχοι έσπασαν τη σιωπή στο δωμάτιο. Ήταν το μάρμαρο που άρχισε να πέφτει κατάχαμα, όπως ο παλιός σοβάς από τους τοίχους όταν τους ξύνεις. Κι από κάτω φάνηκε να ζωντανεύει το σκλαβί, πολύ πιο όμορφο απ’ ότι ήταν παλιά. Χαρήκανε κι οι δυο τους κι αγκαλιάστηκαν. Τότε το σκλαβί, ζήτησε από την βασιλοπούλα να φορέσουν τα καλά τους -μέρα που είναι- και να πάνε στην εκκλησιά. Έτσι κι έγινε.

Όταν το βασιλόπουλο είδε την γυναίκα του να ζυγώνει στην εκκλησιά με ξένο άντρα, τα έχασε και θύμωσε πολύ. Βλέπετε, δεν αναγνώρισε το σκλαβί, επειδή είχε αλλάξει.

Κοίτα την άτιμη, έχει φίλο και δεν ντρέπεται καθόλου. Αντίθετα τον φέρνει στην εκκλησία και κάθονται και δίπλα-δίπλα.

Με το που σχόλασε η εκκλησιά, ούτε αντίδωρο δεν πήρε το βασιλόπουλο. Κίνησε γρήγορα να πάει στο παλάτι για να την τιμωρήσει. Μετά από λίγο, φάνηκαν κι η βασιλοπούλα με το σκλαβί, χαρούμενοι να μπαίνουν στο παλάτι. Αμέσως την άρπαξε το βασιλόπουλο κι άρχισε να της φωνάζει.

– Δεν ντρέπεσαι μωρή να έχεις φίλο και να τον φέρνεις στην εκκλησιά;

– Τι λόγια είναι αυτά; Για ποιον φίλο μιλάς. Δεν αναγνώρισες τον αδερφό σου;

Το βασιλόπουλο σάστισε. Γύρισε να δει το άγαλμα, μα αυτό πουθενά, παρά μόνο κομμάτια στο πάτωμα. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι ύστερα ζήτησε να μάθει πώς έγινε το θαύμα. Η βασιλοπούλα του εξήγησε τα πάντα. Για το όνειρο που είδε με την Παναγία και τι της είπε. Ύστερα, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παιδικό δωμάτιο για να του δείξει την άδεια κούνια… τι τα θες; Τα έχασαν όλοι τους επειδή αντίκρισαν το παιδί να κοιμάται γλυκά κι αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο κυνηγός Τρελονικόλας

Ο αφηγητής Νικόλαος Τσιαβδαρίδης γεννήθηκε το 1924  στο Σαχούμι Ρωσίας και οι γονείς του ήταν Πόντιοι. Ζει πλέον στο Κιζάρι Ροδόπης.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβίθι!

κυνηγοςΚάποτε ήταν ένα χωριό μακριά, μέσα στα δάση και τα βουνά. Εκεί ζούσε ο Τρελονικόλας που ήταν κάμποσο παλαβός, αλλά ήταν ωραίος άντρας και λεβέντης. Είχε ένα τουφέκι κυνηγιού, δυο σκυλιά και ένα καλό άλογο. Αγαπούσε πάρα πολύ το κυνήγι και σε αυτό ξόδευε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του. Τόσο πολύ αδιαφορούσε για τα υπόλοιπα που η γυναίκα του πέθανε από την καημό και την κούραση να αναλαμβάνει τα πάντα στην οικογένεια. Εφόσον ο Τρελονικόλας έχασε την γυναίκα του, έμεινε μοναχός του και προβληματιζόταν πως θα συνεχίσει από εδώ και μπρος. Για να ξεχνάει τον καημό του που το σπίτι του έμεινε έρημο, κυνηγούσε με περισσότερο πάθος. Αφού δεν είχε κανέναν να τον περιμένει, έφευγε νωρίς το πρωί με τα σκυλιά, το άλογό του και γύριζε αργά το βράδυ. Κάποια στιγμή αντάμωσε έναν παλιό του φίλο κυνηγό και κάθισαν να τα πούνε.

– Φίλε, λέει ο κυνηγός από το διπλανό χωριό, έμαθα πως έχασες την γυναίκα σου και λυπήθηκα. Εκείνη πέθανε και ησύχασε, ενώ εσύ έμεινες μόνος, χωρίς κανέναν να σε φροντίζει. Έτσι όπως είσαι σε λυπάμαι. Θα σου βρούμε μια καλή γυναίκα, αλλά και εσύ πρέπει να βάλεις λίγο νερό στο κρασί σου. Να βοηθάς λίγο και στις δουλειές του σπιτιού.

– Έχεις δίκιο φίλε μου, απαντάει ο Τρελονικόλας. Άμα συνεχίσω έτσι θα γίνω αγρίμι. Θα με βλέπουν οι άνθρωποι και θα τρομάζουν.

Πέρασε αρκετός καιρός και οι δυο φίλοι συναντήθηκαν αρκετές φορές. Αναφέροταν κάθε φορά και στην παντρειά. Κάποια μέρα ο Τρελονικόλας αποφασίζει να αλλάξει τρόπο ζωής και πηγαίνει να βρει τον φίλο του.

– Φίλε, του λέει, προσπάθησε να βρεις κάποια βολική γυναίκα να παντρευτώ και θα κάνω υπομονή να ζήσω όμορφα μαζί της.

Πέρασαν μερικές εβδομάδες και ο φίλος αναζητούσε νύφη. Σε ένα χωριό εκεί κοντά ζούσε μια πολύ εγωίστρια γυναίκα που κατάφερε να διώξει και τους δύο προηγούμενους άντρες της. Δεν άφηνε κανέναν εκτός από αυτή να αποφασίζει και να εξουσιάζει. Αυτή την γυναίκα βρήκε και πηγαίνει να συναντήσει τον Τρελονικόλα.

– Άκουσε φίλε μου, του λέει. Βρήκα μια γυναίκα για σένα, αλλά… Εγώ θα σου πω την αλήθεια και εσύ κάνε όπως νομίζεις, γιατί δεν θέλω να σε χάσω από φίλο μου. Η γυναίκα αυτή μέχρι στιγμής έχει διώξει δυο άντρες. Με κανέναν δεν μπόρεσε να κάνει σωστό σπιτικό. Κάνει αυτό που θέλει και δεν ακούει κανέναν άλλο. Την φοβούνται όλοι, γιατί δεν το βάζει κάτω με τίποτα.

Παρόλα αυτά τα μειονεκτήματα ο Τρελονικόλας δέχτηκε να πάνε να συζητήσουν με την γυναίκα. Ζεύουν το άλογο στην σούστα και πηγαίνουν στο σπίτι της. Χτυπάνε την πόρτα και η ζωντοχήρα τους ανοίγει και τους προσκαλεί στο σαλόνι. Τους φέρνει κεράσματα και κατόπιν μπαίνουν κατευθείαν στο θέμα.

–  Εγώ σκέφτηκα πολύ όσο να πάρω απόφαση να περάσω τα σκαλοπάτια του σπιτιού σου. Θελώ να γνωρίζεις τα ελαττώματά μου. Λατρεύω το κυνήγι, τα σκυλιά και το άλογό μου. Για να παντρευτώ είμαι αποφασισμένος να διορθώσω τις αδυναμίες μου αυτές. Τώρα θέλω να μου πεις τις δικές σου κακές συνήθειες.

– Θέλω να ξέρεις την βασική αρχή στην ζωή μου: “Όποιος σηκώνεται πρώτος το πρωί και κάνει τις δουλειές, αυτός θα κάνει κουμάντο ολόκληρη την μέρα. Αν δεν τηρηθεί, θα χωρίσουμε”.

Αφού το σκέφτηκε λίγο ο Τρελονικόλας της απάντησε:

– Άκουσε μια άλλη συμφωνία. Ένα εξάμηνο θα κάνεις κουμάντο εσύ, ένα εγώ. Όσο θα κάνεις εσύ κουμάντο θα ζούμε στο δικό σου σπίτι και όσο θα κάνω κουμάντο εγώ θα ζούμε στο δικό μου σπίτι. Δέχομαι από τώρα να κάνεις κουμάντο εσύ το πρώτο διάστημα και εγώ θα σε υπακούω χωρίς καμιά αντίρρηση.

Η γυναίκα σκέφτηκε λίγο τα λόγια αυτά και της φάνηκαν λογικά και δίκαια. Η ίδια όμως αμφέβαλλε για το αν θα κατάφερνε τελικά να κρατήσει το λόγο, τόσο η ίδια όσο και ο άντρας. Ήταν πονηρή.  Δέχτηκε γιατί έτσι κι αλλιώς αυτή θα έκανε κουμάντο στην αρχή. Θα έβλεπε πως πήγαιναν τα πράγματα και άμα δεν της ταίριαζε θα τον έκανε να φύγει. Αφού συμφώνησαν φώναξαν παπά, έκαναν τον φίλο τους κουμπάρο και έβαλαν τα στέφανα. Όπως ήταν η συνήθεια δεν έκαναν γλέντια, γιατί και οι δύο είχαν ξαναπαντρευτεί.

Αρχίσαν να ζούνε λοπόν στο σπίτι της γυναίκας. Αν η γυναίκα έλεγε στον Τρελονικόλα να πάει στο χωράφι, πήγαινε. Αν δεν ήθελε να πάει στο κυνήγι, δεν πήγαινε. Αν ήθελε να πάει για ύπνο, πήγαινε. Αν ήθελε να ανάψει το τζάκι, το άναβε. Μετά από κάποιο διάστημα ο άντρας αγανάχτησε και σκεφτότανε:  «Αφού πέρασε τόσος καιρός, ας κάνω λίγη ακόμα υπομονή να βγάλω δανεικά αυτά που έπαθα». Οι χωριανοί που τους έβλεπαν, απορούσαν με το πως παντρεύτηκαν αυτοί οι δύο. Πώς αυτός ο λεβέντης που πέθανε την πρώτη του γυναίκα υπηρετούσε σαν σκλάβος αυτή την τύραννο που σιγά σιγά είχε ημερώσει; Τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν και μάλιστα έβγαλαν ένα τραγούδι που ιστορούσε το παράξενο:

“Ποιος είναι άνθρωπος σοφός με λογισμό και γνώση

για να σκεφτεί και να μας πει αυτό που μας συμβαίνει

να βλέπουμε άντρα κυνηγό λεβέντη και βουνίσιο

να γίνεται σαν το αρνί στα χέρια μιας γυναίκας.

Πρωί να τρέχει στην δουλειά, βράδυ να πλένει πιάτα

 και να ζυμώνει το ψωμί, στο φούρνο να το ρίχνει.

Την σκούπα να έχει για δουλειά την πλύση για καμάρι

και το κεφάλι του σκυφτό, με ήλιο, με φεγγάρι.

Μη ψάχνετε στα μακρινά ελάτε στο χωριό μας,

Τρελονικόλας ήταν και γίνηκε ο καλός μας”.

Πέρασε ένα εξάμηνο και ο άντρας πλησιάζει την γυναίκα του και της λέει:

– Τόσο καιρό εσύ έκανες κουμάντο. Έχεις κανένα παράπονο;

– Όχι απαντάει η γυναίκα. Ότι και να πω, το έκανες.

– Αφού είναι έτσι από αύριο εγώ θα αναλάβω να κάνω κουμάντο. Θέλω να δω πόσο θα κρατήσεις τον λόγο σου. Τώρα πάμε για ύπνο και αύριο έχει ο Θεός.

Πήγαν και κοιμήθηκαν γλυκά και αγαπημένα. Πρωί πρωί σηκώνεται ο άντρας για κυνήγι και αφήνει την γυναίκα του να κοιμάται. Παίρνει το τουφέκι του, βγάζει τα σκυλιά και το άλογό του έξω μετά από ένα εξάμηνο. Πηγαίνει προς το βουνό και επιστρέφει το βράδυ με δύο λαγούς και τρεις πέρδικες. Η γυναίκα τον υποδέχτηκε χαρούμενη και ταχτοποίησε τα πάντα χωρίς να χρειαστεί να της πει κάτι ο άντρας της.

– Ετοίμασε ότι πρέπει για να πάμε αύριο στο δικό μου χωριό.

Την επόμενη μέρα, ανέβηκαν στην σούστα και το αλογάμαξο. Έφτασαν στο σπίτι του Τρελονικόλα και η ζωή τους περνούσε ήρεμα και ωραία. Ο άντρας φρόντιζε γα τις δικές του δουλειές και η γυναίκα έκανε από μόνη της δουλειές που αρμόζουν σε μια γυναίκα. Οι χωριανοί που ήξεραν τον Τρελονικόλα απορούσαν και έπλασαν ένα άλλο τραγούδι που το έλεγαν στα κρυφά.

“Ένα σπίτι στο χωριό μας ήταν άδειο και ορφανό.

Έφυγε ο Τρελονικόλας στο διπλανό χωριό.

Τον επλάνεψε γυναίκα όμορφη και βολική

και του πήρε τα μυαλά, τον κατάντησε αρνί.

Πόσο κρίμα, πόσο κρίμα αχ  σε σένα Νικολό

να σε κλαίνε οι περδικούλες από παν’ απ’ το βουνό”.

Ήρθε καιρός που γινότανε πανηγύρι σε ένα διπλανό χωριό και ο άντρας λέει στην γυναίκα του:

– Κόψε έναν κόκορα και βάλε τον να βράσει. Βάλε τα καλά σου να πάμε στο πανηγύρι.

Η γυναίκα υπάκουσε ενθουσιασμένη, καθώς από τότε που παντρεύτηκαν δεν είχε πάει πουθενά με τον άντρα της. Την επόμενη μέρα ζεύουν το άλογο στην σούστα, παίρνουν τα σκυλιά μαζί τους και βγαίνουν στο δρόμο. Λίγο πριν φτάσουν, συναντάνε ένα χωριό.

– Σιιιι, σιιι κάνει ο άντρας στο άλογο και σταματάει το κάρο. Γυναίκα κάτσε εδώ !

Ο Τρελονικόλας μπαίνει σε ένα μαγαζί και πίνει στα γρήγορα δυο ούζα. Μετά επιστρέφει στο κάρο και συνεχίζουν το ταξίδι. Εκεί που πήγαν έβλεπαν άλλες παρέες από γύρω χωριά να τρωγοπίνουν κι άλλες να χορέυουν. Έπαιζαν τα βιολιά, τα κλαρίνα και τα λαούτα. Οι περισσότεροι πιασμένοι χέρι χέρι χόρευαν ότι αγαπούσαν. Ο Τρελονικόλας βρίσκει μια καλή σκιά κάτω από ένα δέντρο, τραβάει την σούστα από κάτω, ξεζεύει το άλογο και του δίνει να φάει. Λύνει και τα σκυλιά να τρέξουν ελεύθερα. Ο άντρας παίρνει την γυναίκα και κάνουν μια βόλτα να βρούνε φίλους και γνωστούς. Κάθονται μαζί με μια παρέα από το χωριό τους και πιάνονται στο γλέντι και το χορό. Πέρασε χαρούμενα η μέρα και ο κόσμος άρχισε να φεύγει. Ο Τρελονικόλας ήπιε παραπάνω και δεν ετοιμαζόταν για να φύγουνε. Η γυναίκα σκεφτότανε να του πει “Άντε να φύγουμε!”, αλλά δεν το τολμούσε γιατί το κουμάντο το είχε ο άντρας. Ο Τρελονικόλας κατάλαβε την πρόθεση της γυναίκας του και πειράχτηκε. Πηγαίνει λοιπόν στον κορμό του δέντρου που είχαν αφήσει τα ζώα τους, ακουμπάει την πλάτη του και δίνει διαταγή στο σκύλο του:

– Αράπη ζέψε το άλογο να φύγουμε!

Ο σκύλος φυσικά δεν καταλάβαινε. Απλώς στο άκουσμα του ονόματός του κουνούσε την ουρά του και κοιτούσε τον αφέντη του. Διατάζει ξανά το σκυλί. Ο σκύλος αντιδράει με τον ίδιο τρόπο. Μετά από μια αποτυχημένη τρίτη προσπάθεια, παίρνει το τουφέκι του και πυροβολεί στον αέρα. Το σκυλί φεύγει τρομαγμέν0 μέχρι που χάθηκε από τα μάτια τους. Μετά απευθύνεται στο άλλο του σκύλο, λέγοντας:

– Τσακάλι ζέψε το άλογο να φύγουμε!

Ο σκύλος επίσης δεν κατάλαβε, πάρολο που το επανάλαβε πολλές φορές ο Τρελονικόλας. Στο τέλος εξαφανίστηκε μετά τον πυροβολισμό. Η γυναίκα έβλεπε τι γινότανε αλλά φοβότανε να μιλήσει λόγω της συμφωνίας με τον άντρα της, αλλά και επειδή φοβότανε μην τον εξοργίσει περισσότερο. Κάθισε ο Τρελονικόλας μια στιγμή να σκεφτεί τι να κάνει. Μετά από ένα λεπτό δίνει διαταγή στον άλογο του:

– Κίτσο πήγαινέ μας σπίτι επιτέλους!

Μετά από τρεις επίσης αποτυχημένες προσπάθειες, ο Τρελονικόλας πυροβολάει και το άλογο τους εγκαταλείπει επίσης. Η γυναίκα τρέμει από φόβο και στεναχώρια  που ο παλαβός ο άντρας της έδιωξε τα ζώα τους. Ο Τρελονικόλας δεν ήξερε τι να κάνει πλέον. Δίνει έπειτα διαταγή στην γυναίκα να φύγουν. Η καημένη μπαίνει στην θέση του αλόγου, πιάνει ένα πλοκάμι της σούστας και σέρνει το κάρο με τον άντρα πάνω του. Οι χωριανοί δεν πίστευαν στα μάτια τους, αντικρίζοντας την γυναίκα σε αυτή την ταπεινωτική κατάσταση. Όταν επιτέλους έφτασαν σπίτι, η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι εξαντλημένη, αλλά πολύ περισσότερο εκνευρισμένη. Λέει στον άντρα της:

– Αυτό που έκανες ήταν πολύ κακό, αλλά σε συγχωρώ γιατί ήσουν μεθυσμένος. Είμαι αποφασισμένη όμως να σε ακούω και να σε σέβομαι. Είσαι ελεύθερος να  μιλήσεις και να πεις αυτό που σκέφτεσαι.

– Γυναίκα είμαι κι εγώ αποφασισμένος να ζήσω μαζί σου. Κι αυτό γιατί ξεχασες τα παλιά και καταφέραμε να κάνουμε ένα σωστό σπιτικό. Από εδώ και πέρα μόνο στο πιοτό θελω να μου κάνεις κουμάντο. Χρειάζομαι κάποιον να με σταματάει όταν χάνω τον έλεγχο με το ποτό. Αν το αναλάβεις αυτό, θα σε κάνω αρχόντισσα του σπιτιού.

Κράτησαν τον λόγο τους και οι δύο. Ο Τρελονικόλας μάλιστα έγινε ο καλυτερος νοικοκύρης της περιοχής. Τελικά ο δύστροπος άντρας και η ανυπόταχτη γυναίκα έζησαν με ομόνοια. Έκαναν οικογένεια με πολλά παιδιά και όταν ήρθε η ώρα έφυγαν ήρεμα για τον άλλο κόσμο.

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Του Αράπη ο γιος

Κρητικό παραμύθι, δοσμένο το 1848 από το Γεώργιο Ι. Γιαννιδάκη, ετών 88. Το είχε μάθει από τον πατέρα του στα παιδικά του χρόνια.

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Cretois_CostumeΜια φορά κι έναν καιρό, ήτανε μια χήρα γυναίκα που είχε έναν μικρό σε ηλικία γιο. Δυσκολευόταν να τα βγάζουν πέρα, γιατί ήταν πολύ φτωχοί. Καθώς μεγάλωσε το παιδί, η μητέρα του τον έβαλε να ψάξει δουλειά για να την βοηθήσει. Αλλά την περίοδο εκείνη δουλειές πολλές δεν βρισκόταν, οπότε τα πράγματα χειροτέρευαν και κάποιες φορές δεν είχαν ούτε για να φάνε. Μια μέρα, ο γιος είπε στην μητέρα του:

– Μητέρα, θα πάρω αυτό το σακί και θα τραβήξω στην εξοχή να βρω ότι μπορέσω για να φάμε, γιατί έτσι που μας βλέπω, θα πεθάνουμε από την πείνα.

– Πήγαινε παιδί μου, με την ευχή την δική μου και του Θεού.

Παρόλο που περπάτησε όλη μέρα δεν βρήκε τίποτα για να φάνε. Τόσο μεγάλη ήταν η ανομβρία που δεν είχαν φυτρώσει ούτε χόρτα στην εξοχή. Επέστρεφε απελπισμένος σπίτι, όταν βρέθηκε μπροστά από ένα περιβόλι περιφραγμένο από ψηλούς πασσάλους, έτσι που ούτε μπορούσε να διακρίνει τίποτε εκεί μέσα, ούτε να μπει. Στην δύσκολη αυτή στιγμή, σκάλωσε ανάμεσα στους πασσάλους και βρέθηκε  σε ένα περιβόλι με άφθονα και δροσερά  λαχανικά. Γέμισε το σακί του πολύ γρήγορα, αλλά πριν προλάβει να πηδήξει, παρουσιάστηκε ένας Αράπης δυο μέτρα και του είπε:

– Με ποιο δικαίωμα μπήκες στο περιβόλι και έκλεψες τα λαχανικά μου; Δεν θα μου ξεφύγεις, θα σε φάω γιατί φαίνεσαι καλό μεζεδάκι.

Το παιδί δεν τα έχασε:

– Έχεις μεγάλο δίκιο, Αράπη μου, δεν έπρεπε να το κάνω αυτό. Δεν είχα την άδεια σου να πάρω τα λαχανικά. Αλλά αιτία είναι η φτώχεια μου. Η μάνα μου κινδυνεύει να πεθάνει από την πείνα, γι’ αυτό έπρεπε να βρω κάτι να φάμε. Είμαι στην διάθεσή σου και μπορείς να με κάμεις ό,τι θέλεις.

– Μπράβο μικρέ. Βλέπω αναγνωρίζεις το σφάλμα σου κι αφού με εξήγησες ότι το έκανες για την μητέρα σου, σε συγχωρώ. Πολύ μου αρέσεις και θέλω να σε κάνω δικό μου παιδί.

– Άμα γίνω εγώ παιδί σου, η μητέρα μου τι θα απογίνει; Θα πεθάνει από την στεναχώρια της και την πείνα. Αυτό θα ήταν δίκαιο;

– Εγώ θα σου δώσω να πας στην μάνα σου τόσο χρυσάφι, όσο χρειάζεται για ολόκληρη την ζωή της. Δέχεσαι;

– Δέχομαι ασφαλώς,

…απάντησε το παιδί.

– Πρόσεξε μικρέ να τηρήσεις την συμφωνία μας, γιατί διαφορετικά όπου και να πας θα σε βρω και θα σε τιμωρήσω.

Το παιδί άδειασε τότε τα λάχανα, πήρε το τσουβάλι και ακολούθησε τον Αράπη στο θησαυροφυλάκιο του. Τα έχασε από το θέαμα που αντίκρισε. Έβαλε στο σακί του όσο χρυσάφι μπορούσε να σηκώσει και έφυγε στην μαμά του με την υπόσχεση να γυρίσει στο παλάτι του Αράπη. Μόλις τον είδε η μητέρα του, έτρεξε να τον αγκαλιάσει με κλάματα στα μάτια:

– Γιε μου, πού ήσουν δυο μέρες τώρα και κόντεψα να τρελαθώ από την αγωνία μου;

Το παιδί τα διηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί στην μητέρα του. Η μητέρα του λυπήθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να εμποδίσει τον γιο της. Δεν μπορούσε να αθετήσει την συμφωνία που είχε κάνει με τον Αράπη. Αποχαιρέτησε την μητέρα του, πήρε την ευχή της και χωρίστηκαν για πάντα.

Το παιδί έφτασε στο παλάτι του Αράπη και μόλις χτύπησε την πόρτα, ο Αράπης εμφανίστηκε αμέσως μπροστά του και του είπε:

– Καλώς τον γιο μου!

– Καλώς σε βρήκα πατέρα!

– Ευτυχώς που με είπες πατέρα, γιατί αλλιώς θα σου έδινα ένα γερό ξύλο.

– Ευτυχώς που με είπες και εσύ γιο σου, γιατί αλλιώς θα το έβαζα στα πόδια να φύγω.

– Μου αρέσει που είσαι θαρραλέος. Έλα κάθισε να φάμε, να σου πω κάποια πράγματα που πρέπει να ξέρεις. Κοίταξε εκείνο το σπαθί στον τοίχο, μαζί με την εξάρτυσή του και το φέσι. Δίχως το φέσι, το σπαθί δεν έχει καμία αξία. Δες να καταλάβεις!

Σηκώνεται ο Αράπης και ζώνεται το σπαθί με την εξάρτυσή του. Βάζει το φέσι στην συνέχεια και εξαφανίζεται.

– Πού είσαι;

– Είμαι μπροστά σου,

…ακούστηκε η φωνή του Αράπη. Έβγαλε το φέσι και εμφανίστηκε ξανά.

– Βλέπεις ότι με αυτό το φέσι γίνεσαι αόρατος. Έτσι μπορείς να νικήσεις και τον πιο μεγάλο αντίπαλο, γιατί θα χτυπάς εσύ κι αυτός δεν θα βλέπει μπροστά του κανέναν για να τον αντικρούσει! Εγώ ξέρω ότι θα πεθάνω σύντομα. Θα με θάψεις στο μνημείο που έχω δίπλα στο παλάτι. Αν δεν με κλάψεις σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, δεν θα μπορέσω να ησυχάσω και θα κινδυνεύεις συνέχεια από μένα.

Πράγματι έτσι κι έγινε. Ο θετός του γιος κληρονόμησε όλα τα καλά του, αφού τον έκλαψε σαράντα μερόνυχτα, όπως του είχε πει. Γύρισε, μια μέρα, από το μνημείο πεινασμένος. Χτύπησε τα χέρια του, όπως έκανε ο Αράπης και παρουσιάστηκε μπροστά του μια κοπέλα και του είπε:

– Είμαι σκλάβα σου, στις διαταγές σου, τι επιθυμείς;

– Πεινάω πολύ. Τι έχει η κουζίνα;

– Έχει απ’ όλα. Ακόμα και γλώσσες!

– Φέρε λοιπόν από όλα!

Το τραπέζι μπροστά του γέμισε με πλούσια φαγητά, ανάμεσα σε αυτά και μια γλώσσα, την οποία επέλεξε να φάει τελευταία. Μόλις πήγε να την φάει, γλίστρησε από τα χέρια του κι έπεσε κάτω. Σκύβει να την φάει, αλλά άνοιξε στην γη ένας λάκκος. Πήγε να την πάρει και μπήκε μέσα στο λάκκο, ο οποίος όλο και βάθαινε. Τότε ακούει μια φωνή και του λέει:

– Άδικα με κυνηγάς. Δεν είμαι η γλώσσα για να με φας, αλλά η Χρυσή Κοπέλα και μένω στα Χρυσά Ξύλα. Έλα να με βρεις και να με πάρεις γυναίκα σου. Εγώ θα σε περιμένω.

Ο γιος του Αράπη αναστατώθηκε τόσο πολύ από αυτά που άκουσε και αποφάσισε να βρει την Χρυσή Κοπέλα για να την κάνει δική του. Την επόμενη κιόλας ημέρα, ζώστηκε το μαγικό σπαθί, πήρε το μαγικό φέσι και κατέβηκε στο στάβλο να σελώσει το φτερωτό άλογο του Αράπη. Το καβάλησε και το άλογο πέταξε ψηλά με προορισμό τα Χρυσά Ξύλα. Ενώ ταξίδευε συνάντησε έναν άλλο καβαλάρη σε φτερωτό άλογο και τον ρώτησε:

– Ποιος είσαι;

– Είμαι του Αέρα ο γιος.

– Κι εγώ είμαι του Αράπη ο γιος. Θέλεις να γίνουμε αδέλφια;

– Θέλω ευχαρίστως, απάντησε του Αέρα ο γιος.

Πλησίασαν τότε, έκαναν μια μικρή πληγή με το μαχαίρι στο δάχτυλό τους και τα ένωσαν. Φιληθήκανε και σφίξανε τα χέρια αδελφικά. Ύστερα από κάμποσες ώρες ταξίδι με τα φτερωτά τους άλογα, συνάντησαν κι έναν άλλο καβαλάρη σε φτερωτό άλογο. Τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν ποιος είναι.

– Είμαι της Γης ο γιος.

Του εξήγησαν ότι είχαν αδελφωθεί και δέχτηκε να γίνει κι αυτός αδελφός τους. Έτσι έγινε πάλι η τελετή της αδερφοσύνης και συνέχισαν τρεις πλέον το ταξίδι. Την επομένη, αντάμωσαν έναν ακόμη καβαλάρη σε φτερωτό άλογο. Αφού έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις και δόθηκαν εξηγήσεις…

– Εγώ είμαι της Θάλασσας ο γιος και δέχομαι να γίνω αδελφός σας.

Χάραξαν πάλι τα δάχτυλά τους και έγιναν οι τέσσερις αδέλφια και συνοδοιπόροι στο ταξίδι. Επειδή όμως το ταξίδι ήταν μακρινό, αποφάσισαν να σταματήσουν στην πρώτη πόλη που θα συναντήσουν για να ξεκουραστούν. Εκεί που κατέβηκαν βρήκαν ένα σημείωμα που έγραφε «Στην αριστερή πτέρυγα του παλατιού κατοικεί η μια κόρη του βασιλιά. Κάθε μέρα καταλεί σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια. Όποιος ανακαλύψει που καταλεί αυτά τα παπούτσια θα πάρει τον θρόνο που θα του παραχωρήσει ο βασιλιάς και την άλλη του κόρη ως γυναίκα του. Όποιος αποτύχει του κόβουν το κεφάλι». Μόλις το διάβασαν λέει του Αράπη ο γιος στους άλλους:

– Τι λέτε αδέλφια να παρουσιαστώ στον βασιλιά και να επιχειρήσω να βρω που καταλεί η κόρη του τα παπούτσια;

Τα αδέλφια του προσπάθησαν να τον αποθαρρύνουν, αλλά του Αράπη ο γιος, τους έπεισε ότι είναι σίγουρος για την επιτυχία του. Έτσι πήγε στον βασιλιά, ο οποίος τον πήγε στα διαμερίσματα της κόρης του και της τον παρουσίασε ως τον άνθρωπο που θα έλυνε το μυστήριο που έκρυβε. Η νέα κοίταξε τον γιο του Αράπη και του είπε ειρωνικά:

– Καημένε πόσο λυπούμαι να χάσεις τα όμορφα νιάτα σου. Αύριο ο βασιλιάς θα σου κόψει το κεφάλι, όπως έχει κάνει και σε τόσους ανόητους  σαν κι εσένα.

– Άφησε τις ειρωνείες και σκέψου για το δικό σου κεφάλι. Δεν μπορείς να είσαι βέβαιη ποιος θα δικάζεται αύριο.

Ο βασιλιάς τους άφησε μόνους και έφυγε στα διαμερίσματά του. Τότε η βασιλοπούλα πρόσφερε στον νέο ένα ποτό. Εκείνος το έχυσε διακριτικά μέσα από το σακάκι του στο στήθος του, γιατί κατάλαβε πως θα είχε μέσα υπνωτικό. Κάθισε έπειτα σε μια πολυθρόνα και καμώθηκε πως τον έπαιρνε ο ύπνος, πως προσπαθούσε να αντισταθεί στην νύστα του και η βασιλοπούλα γελούσε περιπαιχτικά.  Σε λίγη ώρα έκανε πως ροχάλιζε. Είδε τότε την βασιλοπούλα να κατεβάζει από ένα ράφι έναν καθρέφτη. Έπιασε ένα πανί και τον έτριψε δυο φορές. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα εμφανίστηκε ο πατέρας του. Έπειτα την είδε να κατεβάζει ένα πανέρι με 12 μήλα. Έδινε ένα μπάτσο στο καθένα και από κάθε ένα έβγαινε ένα αραπάκι. Ο Αράπης φορτώθηκε τα σαράντα ζεύγη και είπε:

– Πάμε τώρα. Αρκετά καθυστερήσαμε.

Αμέσως αφού βγήκαν έξω ο νέος έβαλε το φέσι, έγινε αόρατος και τους πήρε από πίσω. Περπατούσαν με μεγάλη ταχύτητα και κάθε τόσο σταματούσαν να αλλάξουνε παπούτσια. Ο νέος έγραφε σε ένα σημειωματάριο τα μέρη που πηγαίνανε. Όταν γύρισαν στο παλάτι, είχε ξημερώσει. Όλα τα παπούτσια τα είχαν καταλύσει. Ο νέος τους πρόλαβε, αφού ήταν αόρατος και μπήκε πρώτος. Έβγαλε το φέσι και το έκρυψε μέσα στο πουκάμισό του και κάθισε στην πολυθρόνα. Γέλασε η κόρη του βασιλιά σαν τον αντάμωσε στην ίδια θέση να κοιμάται. Σκούπισε το πρόσωπο του Αράπη τρεις φορές και έτσι ξανάγινε καθρέφτης και τον έβαλε πάνω στο ράφι. Έδωσε και ένα μπάτσο σε κάθε αραπάκι και μετατράπηκαν πάλι σε μήλα, τα οποία έβαλε σε πανέρι. Ειδοποίησε τον πατέρα της να έρθει να πάρει τον ανόητο νέο για να του κόψει το κεφάλι. Ο νέος όμως σηκώνεται και ακολουθεί τις κινήσεις της κόρης του βασιλιά, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν ο Αράπης και τα αραπάκια. Τότε με περηφάνια είπε στον βασιλιά:

– Με αυτήν την παρέα γυρίζει η κόρη σου όλη νύχτα. Εδώ έχω γραμμένα όλα τα μέρη που πηγαίνουν. Γύρισαν σχεδόν όλη την Ευρώπη και την Ασία.

Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να τους κρεμάσουν όλους, μαζί και την κόρη του που προσέβαλε τον τόπο της και την τιμή του λαού της. Ο βασιλιάς κάλεσε τον γιο του Αράπη για να τον ευχαριστήσει και να πραγματοποιήσει την συμφωνία τους, να του δώσει το βασίλειο και την άλλη του κόρη. Ο Γιος του Αράπη τον ευχαρίστησε, αλλά του είπε ότι ήταν ήδη παντρεμένος. Ωστόσο είχε για αδελφό, τον γιο του Αέρα, γενναίος και πολύ καλό νέος επίσης. Εκείνος μπορούσε να παντρευτεί την κόρη του. Έτσι έγινε ένας μεγάλος γάμος και όλος ο λαός γλέντησε μαζί τους. Καθώς τα αδέλφια αποχαιρετιόνταν, ο γιος του Αράπη είπε στον παντρεμένο πλέον αδελφό του:

– Αδελφέ μου, θα συνεχίσω τώρα το ταξίδι για τα Χρυσά Ξύλα. Σου δίνω αυτό το χρυσό τραπεζάκι με τούτο το ραβδί πάνω. Άμα ακούσεις να χτυπάει το ραβδί τρεις φορές, σημαίνει πως κινδυνεύω και να τρέξεις να με βοηθήσεις αμέσως.

Τα τρία αδέλφια ταξίδεψαν μερικές μέρες και αποφάσισαν να σταματήσουν στην πρώτη χώρα που θα συναντήσουν για να ξεκουραστούν. Στην πολιτεία που κατέβηκαν είδαν ένα σημείωμα που έλεγε ότι ένα μέρος του παλατιού είναι στοιχειωμένο και γίνονται τρομαχτικά πράγματα μετά τα μεσάνυχτα. Όποιος κατορθώσει να βγει σώος ένα βράδυ από εκεί, θα πάρει την κόρη του βασιλιά για γυναίκα του και πολλά δώρα για τους δικούς του. Τότε παρουσιάζεται του Αράπη ο γιος για να το αναλάβει παρά την προσπάθεια του βασιλιά να τον μεταπείσει.

– Εγώ θα πάω και δεν φοβούμαι. Μόνο σε παρακαλώ να μου δώσεις μια μπουκάλα ρακή και μια σακούλα καρύδια, να τρώγω και να πίνω, να μην με πάρει ο ύπνος μέχρι να έρθουν τα στοιχειά.

Έτσι κι έγινε. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε βοή μεγάλη κι έγινε ένας τρομαχτικός σεισμός. Αυτός παρόλο που η καρέκλα κόντεψε να πέσει εξακολούθησε να πίνει ατάραχος. Έπειτα βλέπει στην κορυφή του πύργου να παρουσιάζονται δυο πόδια και ακούει μια φωνή που φώναζε »Πέφτω, πέφτω, πέφτω…».

– Πέσε, αλλά πρόσεξε να μην πέσεις επάνω στην μπουκάλα με την ρακή και σπάσει.

Τότε πέφτουν τα δύο πόδια μπροστά του. Αυτός τα παίρνει και τα ακουμπά σε ένα τοίχο όρθια. Κάθεται πάλι και συνεχίζει να τρώει και να πίνει. Με τον ίδιο τρόπο έπεσε μπροστά του και ένα σώμα χωρίς κεφάλι και χωρίς χέρια και ο νέος το βάζει πάνω στα πόδια, στον τοίχο. Μετά από λίγο πέφτουν πάνω στο τραπέζι με τα ίδια πάλι λόγια τα χέρια και το κεφάλι, τα οποία τοποθετούνται πάνω στα υπόλοιπα μέλη. Αφού ήπιε μερικές  ρακές  ξάπλωσε και κοιμήθηκε βαθιά. Το πρωί πήγε ο βασιλιάς με την συνοδεία του να θάψει τον νέο, αφού ήταν σίγουρος ότι θα τον έβρισκε νεκρό. Από τους θορύβους που έκαναν για να μπούνε, ξύπνησαν του Αράπη τον γιο, ο οποίος φώναξε νευριασμένος:

– Τέλος πάντων, δεν μπορώ ούτε μια ώρα να κοιμηθώ ήσυχα;

Ο βασιλιάς και οι συνοδοί του έτρεξαν τρομαγμένοι να φύγουν γιατί νόμιζαν ότι τους μιλούσε το φάντασμα. Ο γιος του Αράπη τους καθησύχασε και τους είπε να πάνε να θάψουν το πραγματικό φάντασμα που βρίσκεται στον πύργο.  Ο βασιλιάς τον συγχάρηκε για το θάρρος του και του πρότεινε να πάρει την κόρη του για γυναίκα του. Ο γιος του Αράπη του αντιπρότεινε να την δώσει στον αδελφό του, τον γιο της Γης, γιατί αυτός ήταν ήδη παντρεμένος. Ο βασιλιάς συμφώνησε κι έγιναν οι γάμοι. Μα πριν προλάβει να γίνει ο αποχωρισμός, έδωσε στον αδερφό του μια χρυσή μπουκάλα κι ένα χρυσό τραπεζάκι και του είπε:

– Αδελφέ μου, εγώ θα συνεχίσω το ταξίδι μου  για τα Χρυσά Ξύλα. Άμα δεις να κοχλάζει η ρακή που έχει μέσα, να ξέρεις ότι κινδυνεύω και χρειάζομαι εγκαίρως την βοήθειά σου.

Έφυγε έπειτα με τον γιο της Θάλασσας και συνέχισαν τις επόμενες μέρες το ταξίδι τους παρέα. Σταμάτησαν για ακόμα μια φορά σε μια πολιτεία να ξεκουραστούν. Εκεί διάβασαν σε μια επιγραφή ότι σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων έξω από πόλη βρίσκεται μια πηγή που προσφέρει  νερό στην περιοχή. Εκεί όμως βρίσκεται και ένα μεγάλο θηρίο που άλλαξε την πορεία του νερού και για να τους δώσει πίσω την πηγή,  χρειάζεται να του πηγαίνουν κάθε μέρα έναν άνθρωπο για γεύμα. Αν βρισκόταν κάποιος θαρραλέος να το σκοτώσει και ήταν νέος θα έπαιρνε τον θρόνο και την μοναχοκόρη του βασιλιά. Αν ήταν γέρος, θα κέρδιζε χρυσάφι και αξιώματα. Του Αράπη ο γιος προσφέρθηκε να αντιμετωπίσει το θεριό παρά τον μεγάλο κίνδυνο που του τόνιζε ο βασιλιάς. Ανέβηκε στο βουνό και έφτασε στην σπηλιά, όπου ήταν και η πηγή. Φώναξε:

– Έβγα έξω θεριό να μονομαχήσουμε. Αλλιώς θα πιστέψω ότι είσαι δειλό.

Το θεριό βόγκηξε τόσο δυνατά που σείστηκε ο τόπος. Όρμησε έξω να τον κατασπαράξει με τα κοφτερά  δόντια και νύχια. Του Αράπη ο γιος φόρεσε το φέσι και έγινε αόρατος. Το θηρίο με την ταχύτητα που επιχείρησε να επιτεθεί, έπεσε στο κενό. Για σιγουριά όμως ο νέος τον κάρφωσε τρεις φορές στο στήθος με το σπαθί. Γύρισε το νερό προς την πολιτεία και ξεκίνησε να επιστρέψει στο βασίλειο. Όλο το βασίλειο και ο λαός είδε το νερό να έρχεται προς το μέρος του και υποδέχτηκαν με θερμό ενθουσιασμό και τιμές του Αράπη τον γιο. Στο παλάτι δήλωσε ότι είναι ήδη παντρεμένος αλλά ο αδερφός του είναι ελεύθερος για παντρειά. Έτσι ο γιος της Θάλασσας παντρεύτηκε με πανηγυρισμούς και μεγάλο γλέντι την κόρη του βασιλιά. Πριν φύγει  είπε στον αδερφό του:

– Αδερφέ μου, σου αφήνω αυτό το χρυσό τραπεζάκι με την νταμουτζάνα που έχει μέσα καθαρό νερό. Άμα δεις να κοκκινίζει, σημαίνει ότι βρίσκομαι σε κίνδυνο και να έρθεις χωρίς καθυστέρηση να με βοηθήσεις.

Πήρε το φτερωτό άλογο και ταξίδευε μέρες για να φτάσει στον αρχικό του προορισμό, τα Χρυσά Ξύλα. Εκεί πήγε σε ξενοδοχείο και άρχισε να αναζητάει την Χρυσή Κοπέλα. Μετά από λίγο καιρό έμαθε ότι ήταν αιχμάλωτη στο παλάτι του βασιλιά. Αυτή προσπαθούσε με διάφορες δικαιολογίες να αποφύγει τον γάμο με τον βασιλιά, γιατί περίμενε του Αράπη τον γιο. Το παλικάρι πλήρωσε με πολύ χρυσάφι έναν δούλο του παλατιού για να της δώσει μήνυμα ότι έχει φτάσει και θέλει να την κλέψει. Η κοπέλα πέταξε από την χαρά της για τον ερχομό του αγαπημένου της. Αμέσως δήλωσε στον βασιλιά ότι είναι η ώρα να τον παντρευτεί, αφού της κάμει τρία θελήματα:

– Θέλω να μου κάνεις μια χρυσή κλώσα με δώδεκα χρυσά πουλάκια. Η κλώσα να κράζει με κλου, κλου και τα χρυσά πουλάκια να κάνουν πι, πι, πι. Αυτό είναι το πρώτο θέλημα και όταν το εκτελέσεις , θα σου πω το δεύτερο.

Με εντολή του βασιλιά, ο τελάλης ανακοίνωσε στους χρυσοχόους το θέλημα της κοπέλας και πρόσθεσε ότι όποιος αναλάβει και αποτύχει, θα χάσει το κεφάλι του. Κανείς δεν τολμούσε φυσικά, εκτός από τον γιο του Αράπη. Ο τελευταίος παρουσιάστηκε σε έναν χρυσοχόο και του ζήτησε να δηλώσει ότι θα κάνει ο ίδιος το θέλημα, γιατί δεν είχε δικό του εργαστήρι.

– Πήγαινε στο καλό άνθρωπέ μου. Για τόσο κουτό με πέρασες να δηλώσω τέτοιο πράγμα; Κι αν εσύ αποτύχεις, θα χάσω εγώ την ζωή μου;

– Είμαι σίγουρος ότι μπορώ να φτιάξω την κλώσα με τα πουλάκια. Επίσης σου δίνω τον λόγο μου ότι άμα χάσω, θα παρουσιαστώ στον βασιλιά να πω ότι το έκανα εγώ και θα πληρώσω με την δική μου ζωή. Άμα τα καταφέρω θα πάρεις εσύ την πληρωμή και τα αξιώματα που δίνει ο βασιλιάς. Έτσι, ό,τι και να γίνει θα είσαι κερδισμένος.

Ο χρυσοχόος πείστηκε να δεχτεί και παρουσιάστηκε στον βασιλιά να του ζητήσει μεγάλη ποσότητα από χρυσάφι. Το πήγε στον γιο του Αράπη, ο οποίος κλείστηκε σε ένα δωμάτιο, έκοψε το χρυσάφι σε μικρά κομμάτια και το έριχνε από το παράθυρο να το πάρουν οι περαστικοί μέχρι τα ξημερώματα. Στην συνέχεια, άνοιξε ένα μπαουλάκι κι από μέσα έβγαλε την χρυσή κλώσα με τα πουλάκια. Φώναξε τον χρυσοχόο και άρχισε να τα βάζει να φωνάζουν, δηλαδή η κλώσα έκανε κλου, κλου και τα πουλάκια πι, πι, πι.

– Μπράβο σου παλικάρι μου, αυτό που έφτιαξες είναι πραγματικό αριστούργημα, έργο τέχνης. Εγώ με εμπειρία 30 χρόνων δεν θα μπορούσα όχι μόνο να τα δημιουργήσω, αλλά ούτε να τα αντιγράψω.

Ο χρυσοχόος τα πήγε στον βασιλιά και κέρδισε την πλούσια αμοιβή. Η Χρυσή Κοπέλα τα πήρε με κρυφή χαρά, γιατί ήξερε ότι μόνο ο αγαπημένος της ήταν δυνατόν να τα φτιάξει. Είπε στον βασιλιά:

– Τώρα θέλω ένα φόρεμα να έχει πάνω του τον ουρανό με τα άστρα που να μην το έχει αγγίξει ούτε χέρι, ούτε ψαλίδι, ούτε βελόνι.

Ο ντελάλης ανακοίνωσε ότι όποιος ράφτης το καταφέρει θα πάρει μεγάλα δώρα σαν τον χρυσοχόο. Τα άκουσε ο γιος του Αράπη και πήγε να βρει τον καλύτερο ράφτη. Του πρότεινε να τον κρατήσει στο ραφτάδικό του και να τον εκπροσωπήσει στον βασιλιά. Ο ράφτης αρνήθηκε αρχικά για τους ίδιους λόγους που του είχε πει και ο χρυσοχόος. Ο γιος του Αράπη του έδωσε τον λόγο του ότι δεν θα κινδύνευε, αλλά ήταν πιθανόν να κερδίσει πολλά. Ο ράφτης σκέφτηκε με προσοχή την πρόταση του νέου και δέχτηκε. Ζήτησε από τον βασιλιά πολλά τόπια μεταξωτό ύφασμα διάφορων χρωμάτων. Τα έφερε στον γιο του Αράπη, ο οποίος πάλι κλείστηκε μόνος του σε ένα δωμάτιο, έκοψε τα υφάσματα σε κομμάτια τόσο μεγάλα όσο χρειαζόταν για ένα φόρεμα. Ένα ένα κομμάτι, το πετούσε από το παράθυρο και το μάζευαν χαρούμενοι οι διαβάτες. Όταν ξημέρωσε έβγαλε από μια μεγάλη κούτα το περίφημο φόρεμα που ζητούσε το Χρυσό Κορίτσι. Έμεινε άφωνος ο ράφτης με το έργο που αντίκριζε και χάρηκε γιατί θα γινότανε πάμπλουτος. Έτσι κι έγινε μόλις  πήγε στον βασιλιά για την παράδοση. Η Χρυσή Κοπέλα όταν πήρε το φόρεμα, της ζητήθηκε να πει αμέσως το τρίτο θέλημα. Ο βασιλιάς δεν άντεχε να περιμένει περισσότερο να την κάνει γυναίκα του. Η Χρυσή Κοπέλα επίσης ανυπομονούσε να συναντήσει του Αράπη τον γιο και ζήτησε από τον βασιλιά να την οδηγήσει τους μεγάλους τεχνίτες που πραγματοποίησαν τα θελήματά της για να τους επαινέσει και να τους ευχαριστήσει. Ο βασιλιάς διέταξε να ετοιμάσουν την βασιλική άμαξα για να πάνε πρώτα στον χρυσοχόο. Ο χρυσοχόος τους είπε ότι αυτά τα κατασκεύασε ένας τεχνίτης που έφυγε. Έτσι συνέχισαν να βρούνε τουλάχιστον τον ράφτη. Εκεί ο ράφτης τους παρουσίασε του Αράπη τον γιο. Η Χρυσή Κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του και είπε στον βασιλιά:

– Αυτός είναι που έφτιαξε την κλώσα, το φόρεμα και αυτός είναι ο άντρας που αγαπώ και με αγαπάει. Αυτόν θα παντρευτώ.

Ο βασιλιάς εξοργισμένος έφυγε και το ζευγάρι πήγε στο ξενοδοχείο. Προγραμμάτισαν να επιστρέψουν στο παλάτι του Αράπη για να κάνουν τον γάμο τους και να ζήσουν ευτυχισμένοι. Ο βασιλιάς όμως έμαθε από κατασκοπεία και μια μάγισσα ότι η δύναμη του νέου αυτού πήγαζε από το σπαθί, την εξάρτυση και το φέσι. Του τα έκλεψε. Μετά με τις οδηγίες της μάγισσας, πέταξε το σπαθί στην θάλασσα, το φέσι στον αέρα και έθαψε μέσα στην γη την εξάρτυση. Όταν γύρισε ο γιος του Αράπη και δεν βρήκε τα πολύτιμα πράγματα στο δωμάτιό του, ανησύχησε πολύ και ένιωσε αδύναμος. Κρυβόταν από τους φρουρούς του βασιλιά που εύκολα μπορούσαν πλέον να του πάρουν το κεφάλι. Τότε άρχισε να χτυπά το χρυσό ραβδί που είχε χαρίσει στον γιο του Αέρα, να κοχλάζει η μπουκάλα με την ρακή του γιου της Γης και κοκκίνισε το νερό στην νταμουτζάνα που είχε ο γιος της Θάλασσας. Όλα τα αδέλφια κατάλαβαν ότι ο γιος του Αράπη κινδύνευε και έσπευσαν να βοηθήσουν. Όταν φτάσανε έμαθαν τι είχε συμβεί και του είπαν:

– Μη φοβάσαι αδερφέ μας. Γρήγορα θα έχουμε τα πράγματά σου κοντά μας.

Κάλεσε τότε ο γιος της Γης όλα τα πλάσματα που περπατάνε και τους ζήτησε να του βρουν και να του φέρουνε την εξάρτυση. Μετά από λίγο ένα ποντικάκι την έφερε. Κάλεσε και ο γιος του Αέρα όλα τα πετούμενα και τα έστειλε να βρούνε να φέρουνε το μαγικό φέσι. Σε λίγη ώρα ένα σπουργιτάκι το έφερε χαρούμενο. Τέλος κάλεσε ο γιος της Θάλασσας όλα τα ψάρια να του φέρουνε το σπαθί. Ένα δελφίνι του το παρέδωσε. Αφού ο γιος του Αράπη φόρεσε και πάλι τα πράγματά του, δυνάμωσε,  αλλά και πείνασε. Χτύπησε τα χέρια του και παρουσιάστηκε ένα τραπέζι γεμάτο με χίλια λογιών φαγώσιμα. Έφαγαν και ήπιαν όλα τα αδέλφια μαζί και στο τέλος αποχαιρετίστηκαν και επέστρεψε ο καθένας με το φτερωτό του άλογο στο βασίλειό του. Πήρε και ο γιος του Αράπη την Χρυσή Κοπέλα και ζήσανε στο παλάτι τους καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Το Λιοντάρι, το Καπλάνι κι ο Aητός

Το παρακάτω παραμύθι είναι περισσότερο για τους ενήλικες. Είναι από τα παραμύθια της προφορικής μας παράδοσης που μπλέκονται τα ζώα με τους ανθρώπους σε έναν κόσμο. Επίσης, έντονη είναι και η ύπαρξη του μαγικού στοιχείου, της μεταμόρφωσης. Είναι από τα παραμύθια που ο παραμυθάς μπορούσε να το τραβήξει για ώρες και να καθηλώσει το ακροατήριό του. Δεν μπορείς να βρεις κάτι διδακτικό, οπότε μόνο ψυχαγωγικό θα το χαρακτήριζες…

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Κάποτε, ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν τρεις γιους και τρεις κόρες. Σαν γέρασε το βασιλικό ζευγάρι κι ο βασιλιάς έπεσε στο κρεβάτι, λίγο πριν κλείσει τα μάτια του φώναξε τους γιους του και τους είπε:

Εγώ παιδιά μου θα πεθάνω σύντομα. Εσείς, φροντίστε να παντρέψετε τις αδερφές σας πρώτα κι ύστερα να παντρευτείτε κι εσείς.

Γυρνώντας προς τον μικρότερο γιο, του είπε:

Όσο για σένα, σου έχω μια ξωτική στο κρυσταλένιο δωμάτιο. Όμως πρώτα, φρόντισε τις αδερφές σου!

Για τις επόμενες μέρες, ο βασιλιάς, έδινε κι άλλες συμβουλές στους γιους του και μετά από λίγο καιρό πέθανε. Πάνω στον χρόνο, πέθανε κι η βασίλισσα κι έτσι τα παιδιά έμειναν ορφανά.

Πέρασε κάμποσος καιρός κι ένα πρωί, χτύπησε την πόρτα τους ένας απρόσμενος επισκέπτης.

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν τα βασιλόπουλα…

liontariΕγώ είμαι, το λιοντάρι. Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μεγάλη σας αδερφή.

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι πέντε μέρες μακριά, μα για εσάς είναι πέντε χρόνια!

Πέντε χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε. Πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στο λιοντάρι.

Αυτός είναι η τύχη σου και δεν πρέπει να στην αρνηθούμε.

Κι αφού φιλήθηκαν, αποχαιρέτισαν ο ένας τον άλλον και το λιοντάρι έφυγε με την μεγαλύτερη αδερφή.

Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένας δεύτερος επισκέπτης χτύπησε την πόρτα τους…

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν τα βασιλόπουλα…

Εγώ είμαι, το καπλάνι (τίγρης). Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μεσαία σας αδερφή.tigris

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι δέκα μέρες μακριά, μα για εσάς είναι δέκα χρόνια!

Δέκα χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε και πάλι. Πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στο καπλάνι κι έτσι αποχαιρέτισαν και τη δεύτερη αδερφή τους.

Λίγες μέρες αργότερα, χτύπησε και πάλι η πόρτα τους…

Ποιός είναι; Και τι θέλεις;

Αποκρίθηκαν για ακόμη μία φορά τα βασιλόπουλα…

Εγώ είμαι, ο αητός. Ήρθα να πάρω για γυναίκα μου την μικρή σας αδερφή.

aitos

Και που είναι το σπίτι σου; Εδώ ή σε άλλη πολιτεία;

Σε άλλη πολιτεία. Για εμένα είναι δεκαπέντε μέρες μακριά, μα για εσάς είναι δεκαπέντε χρόνια!

Δεκαπέντε χρόνια; Είναι πολύ μακριά. Αν αρρωστήσει καμιά φορά ή αν μας χρειαστεί, δεν θα μπορέσουμε να έρθουμε να την δούμε. Δεν στην δείνουμε!

Μα και πάλι, ο μικρότερος αδερφός διαφώνησε και πήρε την αδερφή του από το χέρι και την οδήγησε στον αητό. Έτσι, οι τρεις αδερφές παντρεύτηκαν και σειρά πήραν τα αγόρια. Πρώτος παντρεύτηκε ο μεγάλος και στην συνέχεια ο μεσαίος. Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός, ο οποίος έπραξε κατά την επιθυμία του πατέρα του. Κατέβηκε στο κρυσταλένιο δωμάτιο για να πάρει την ξωτική, μα μόλις άνοιξε την πόρτα, αυτή έφυγε μακριά του αφού πρώτα του είπε:

Αν θέλεις να με βρεις και να με παντρευτείς, τότε να φτιάξεις σιδερένιο δεκανίκι και σιδερένια παπούτσια και να έρθεις στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους.

Ο μικρότερος αδερφός δεν τα έχασε και δεν άφησε το χρόνο να περάσει. Έκατσε κι έφτιαξε -όπως του ζήτησε η όμορφη ξωτική κόρη- σιδερένιο δεκανίκι και σιδερένια παπούτσια και ξεκίνησε το ταξίδι για να την βρει. Αφού περπάτησε για πέντε χρόνια, έφτασε στο σπίτι της μεγάλης του αδερφής, αυτής που παντρεύτηκε το λιοντάρι. Έκατσε στο πεζούλι λίγο να ξεκουραστεί κι εκείνη την ώρα, βγήκε η δούλα του σπιτιού που πήγαινε στο πηγάδι να γεμίσει νερό τον μαστραπά (πήλινη κανάτα). Της ζήτησε λίγο νερό για να πιεί μα αυτή αρνήθηκε και τότε την θερμοπαρακάλεσε. Η δούλα λύγισε και τελικά του έδωσε να πιει νερό. Αυτός, στα κρυφά, έριξε στο μαστραπά το δαχτυλίδι του κι ύστερα της τον έδωσε κι αυτή μπήκε μέσα. Όταν αδειάσανε το νερό στα ποτήρια, η μεγάλη αδερφή βρήκε στον πάτο του μαστραπά το δαχτυλίδι και το αναγνώρισε. Γύρισε στην δούλα και της είπε:

Σε ποιον έδωσες να πιει νερό;

Σε κανέναν κυρά μου.

Σε ποιον έδωσες; Πες μου και μην φοβάσαι…

Να, ένας περαστικός κάθισε στο πεζούλι μας να ξαποστάσει και μου ζήτησε νερό. Εγώ στην αρχή αρνήθηκα, αλλά μετά τον λυπήθηκα και του έδωσα.

Πες του να έρθει μέσα…

Η δούλα βγήκε από το σπίτι κι έφερε μέσα τον μικρό αδερφό. Μόλις ειδωθήκανε αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Έπειτα, άρχισε να της λέει όλα όσα έγιναν, μα πριν προλάβει να τελειώσει ακούστηκε από έξω θόρυβος.

Έρχεται ο άντρας μου το λιοβτάρι. Έλα να σε κρύψω γιατί μπορεί να σε κατασπαράξει.

…και δείνοντάς του ένα χτύπημα τον μεταμόρφωσε σε σκούπα. Την πήρε και την ακούμπησε δίπλα στην πόρτα. Σε λίγο, φάνηκε και το λιοντάρι, που περνώντας την πόρτα είπε:

Χμμμ, βασιλικό αίμα μου μυρίζει.

Λογικό είναι άντρα μου…αφού σε δρόμους που περπατούν βασιλιάδες κυκλοφορείς συνέχεια…τι άλλο να σου μύριζε;

…του απάντησε ψύχραιμα και του ζήτησε να καθίσει στο τραπέζι να φάνε. Εκεί, άνοιξε πρώτη την κουβέντα και είπε του λιονταριού:

Πες μου άντρα…αν ερχότανε να με δει ο μεγάλος μου αδερφός, τί θα του έκανες;

Θα τον κατασπάραζα!

Αν ερχότανε ο μεσαίος μου αδερφός;

Θα τον έκοβα μικρά κοματάκια!

Αν ερχότανε ο μικρός αδερφός μου;

Αυτόν θα τον φιλούσα σταυρωτά!

Η βασιλοπούλα, αφού σιγουρεύτηκε είπε του λιονταριού:

Πρέπει να σου πω ότι ο μικρός μου αδερφός είναι εδώ.

Και γιατί τον κρύβεις τότε;

Έτσι, πήρε την σκούπα και την χτύπησε ξανά, επαναφέροντας τον αδερφό της. Το λιοντάρι τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον ρώτησε γιατί ήρθε. Το βασιλόπουλο του τα εξήγησε όλα και τέλος ρώτησε του λιονταριού αν ξέρει που θα βρει «τις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους». Το λιοντάρι του απάντησε πως δεν γνωρίζει, αλλά το επόμενο πρωί, κάλεσε να παρουσιαστούνε μπροστά του όλα τα ζώα και τα ρώτησε. Κανένα τους όμως δεν γνώριζε κι έτσι το βασιλόπουλο αφού τους χαιρέτισε συνέχισε το ταξίδι του για να βρει τις ίλινες, τις μπίλινες.

Περπάτησε άλλα πέντε χρόνια κι έφτασε στο σπίτι της μεσαίας του αδερφής. Εκεί, έκατσε και πάλι στο πεζούλι του σπιτιού να ξεκουραστεί όταν μετά από λίγο βγήκε η δούλα με τον μαστραπά για να τον γεμίσει νερό από το πηγάδι. Το βασιλόπουλο της ζήτησε να πιει λίγο νερό κι αυτή του έδωσε. Αφού ήπιε, έριξε το δαχτυλίδι του στο μαστραπά κι όταν το είδε μετά η αδερφή του, το αναγνώρισε και τον φώναξαν μέσα στο σπίτι. Εκεί που μιλούσαν, ακούστηκε από έξω να πλησιάζει το καπλάνι κι η αδεφή του που φοβήθηκε τον χτύπησε και τον μεταμόρφωσε σε φαράσι. Σαν πέρασε την πόρτα το καπλάνι, είπε της βασιλοπούλας:

Χμμμ, βασιλικό αίμα μου μυρίζει.

Λογικό είναι άντρα μου…αφού σε δρόμους που περπατούν βασιλιάδες κυκλοφορείς συνέχεια…τι άλλο να σου μύριζε;

Του έστρωσε τραπέζι και την ώρα που τρώγανε τον ρώτησε:

Πες μου άντρα…αν ερχότανε να με δει ο μεγάλος μου αδερφός, τί θα του έκανες;

Θα τον κατασπάραζα!

Αν ερχότανε ο μεσαίος μου αδερφός;

Θα τον έκοβα μικρά κοματάκια!

Αν ερχότανε ο μικρός αδερφός μου;

Αυτόν θα τον έκανα αδερφό μου!

Ήρθε, αλλά τον έκρυψα γιατί φοβήθηκα μην τον φας.

Η βασιλοπούλα, αφού σιγουρεύτηκε για τα αισθήματα του άντρα της προς τον αδερφό της, χτύπησε το φαράσι και τον επανέφερε στην αρχική του μορφή. Το καπλάνι και το βασιλόπουλο αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι έπειτα ο μικρός αδερφός εξήγησε στο καπλάνι τα καθέκαστα.

Ξέρεις που θα βρω τις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους;

Δεν ξέρω, αλλά αύριο το πρωί θα φωνάξω όλα τα ζώα και θα τα ρωτήσω. Κάποιο θα ξέρει!

Μα για κακή του τύχη, κανένα από τα ζώα δεν τις γνώριζε κι έτσι, το βασιλόπουλο, αφού τους χαιρέτισε όλους, ξεκίνησε και πάλι το ταξίδι του. Περπάτησε για άλλα πέντε χρόνια μέχρι που έφτασε στην τρίτη του αδερφή. Έκατσε πάλι στο πεζούλι να ξαποστάσει κι όταν βγήκε η δούλα, της ζήτησε νερό να πιει. Αυτή του έδωσε κι αυτός έριξε μετά το δαχτυλίδι του στον μαστραπά. Η αδερφή του το αναγνώρισε και τον φώναξαν μέσα. Πάνω που μιλούσαν, εμφανίστηκε κι ο αητός που τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Όταν έμαθε για το λόγο του ερχομού του, είπε πως δεν γνωρίζει που βρίσκονται οι ίλινες οι μπίλινες, αλλά το επόμενο πρωί, θα καλούσε όλα τα πουλιά για να τα ρωτήσει. Έτσι κι έγινε. Το άλλο πρωί, όλα τα πουλιά παρουσιάστηκαν μπροστά στον αητό, αλλά κανένα δεν γνώριζε την απάντηση. Από την συγκέντρωση, έλειπε μόνο μια κουτσή γερακίνα που ήρθε καθυστερημένη.

Εγώ ξέρω που θα βρείτε τις ίλινες, τις μπίλινες!

Τότε, φρόντισε να μεταφέρεις τον ανταδερφό μου εκεί.

Όντως, η γερακίνα πήρε το βασιλόπουλο και πετάξανε μαζί και μετά από μέρες ενώ πλησιάζανε στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, στα μαρμαρένια τα βουνά, στους κρουσταλλένιους κάμπους, σπάσανε τα σιδερένια παπούτσια του. Εκεί είδε το βασιλόπουλο την καλή του μαζί με άλλες ξωτικές. Την πήρε μαζί του στο βασίλειο και την παντρεύτηκε. Ζήσανε όμορφα κι ευτυχισμένα….

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: