Λαογραφία

Του γιοφυριού της Άρτας

Άλλη μια παραλογή, από τις πιο διαδεδομένες και γνωστές στον ελλαδικό χώρο, είναι αυτή «Του γιοφυριού της Άρτας». Όπως και σε όλες, έτσι κι εδώ, είναι μια από τις πολλές εκδοχές της και σίγουρα, η όχι και τόσο διαδεδομένη. Το θέμα της είναι γνωστό στην πλειοψηφία μας. Ο Νικόλαος Πολίτης στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού Λαού» γράφει για την συγκεκριμένη:

«Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορυττόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον. Όσον δ’ ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του κτίσματος. Εις την δοξασίαν ταύτην αναφέρονται και αρχαίοι ελληνικοί μύθοι και βυζαντιναί παραδόσεις περί θυσίας ανθρώπων κατά την θεμελίωσιν μεγάλων οικοδομημάτων. Η ψυχή του θύματος υπετίθετο ότι δια των υπερφυσικών δυνάμεων, τας οποίας έχουν αι επί γης απολελυμέναι των δεσμών του σώματος ψυχαί, ηδύνατο να προσλαμβάνει κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, και είχε ρώμην υπεράνθρωπον, προωρισμένη δε να φυλάττη και περιέπη το οικοδόμημα, εις το οποίον προσηλώθη, ήτο φοβερά εις τους επιχειρούντας να το παραβλάψωσι και ικανή ν’ αποτρέπη τους απειλούντας αυτό κινδύνους. Το θύμα εγίνετο το στοιχειό του οικοδομήματος, διό στοιχείωσις ελέγετο υπό των βυζαντινών ή δια θυσίας οικοδόμησις.

Εις τοιαύτην παράδοσιν στηρίζεται και το πανελλήνιον τραγούδι του γιοφυριού της Άρτας, του οποίου παραλλαγαί αναφέρονται και εις άλλας γεφύρας ή άλλα οικοδομήματα (οίον της γεφύρας του Σπερχειού, του Πηνειού, των Αδάνων, της βρύσης της Αράχοβας, του υδραγωγείου των ∆έρκων, κλπ.). Παρέλαβον δε την ελληνικήν ταύτην παράδοσιν, προσαρμόσαντες εις επιχώρια οικοδομήματα, και οι άλλοι λαοί της ελληνικής χερσονήσου (Ρωμούνοι, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι)…»

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Η συγκεκριμένη εκδοχή της παραλογής είναι αυτή που θα δουλέψουμε οι Παραμυθάδες σε συνεργασία με το «Θέατρο Κύκλος» για την παράσταση «Καταλόγια ΙΙΙ»

Του γιοφυριού της Άρτας

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες

γεφύριν εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.

Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαίν οι μαθητάδες.

Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας

Ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται.

Και το στοιχειό ‘ποκρίθηκε απ’ τη δεξά καμάρα:

Α δε στοιχειώσετ’ άνθρωπο γιοφύρι δε στεργιώνει.

Και μη στοιχειώσετ’ ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη

παρά του πρωτομάστορα την ώρια τη γυναίκα

πόρχετ’ αργά τ’ αποταχύ και πάρωρα το γιόμα.

Τ’ ακούει ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:

αργά ντυθεί, αργά ‘λλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γεφύρι.

Και το πουλί παράκουσε κι αλλιώς επήγε κ’ είπε

Γοργά ντύσου γοργ’ άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι.

Και νάτη που ξεφάνηκε από την άσπρη στράτα.

Τη βλέπει  ο πρωτομάστορας, ραγίζετ’ η καρδιά του.

Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέγει:

Καλήν εσπέρα μάστορες κι εσείς οι μαθητάδες

μα τι έχει ο πρωτομάστορας κι είναι βαργωμισμένος;

Το δαχτυλίδι το ‘πεσε στην πρώτη την καμάρα

και ποιος να μπει και ποιος να βγει το δαχτυλίδι νά’ βρει;

Εγώ να μπω, εγώ να βγω το δαχτυλίδι νά’ βρω.

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ στη μέση εμπήκε.

Τράβα καλέ μ’ την άλυσο, τράβα την αλυσίδα

τι όλο τον κόσμο ανέγυρα και τίποτας δεν ήβρα!

Ένας πιχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη.

Πιάνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

Τρεις αδερφάδες είμαστε κι οι τρεις κακογραμμένες.

Η μια ‘χτισε το Δούναβη, η άλλη τον Εφράτη

κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.

Ως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γιοφύρι

κι ως  πέφτουν τα μαλλάκια μου να πέφτουν οι διαβάτες.

Κόρη το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε

τι έχ’ς αδερφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

Κι αυτή το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δίνει.

Ως στέκουν τα ψηλά βουνά να στέκει το γιοφύρι

κι ως φεύγουν τ’ άγρια πουλιά να φεύγουν οι διαβάτες

τι έχω μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει.

Το στοιχειό στο γιοφύρι της Άρτας από τις πρώτες δύο παρουσιάσεις της παράστασης Καταλόγια.

Το στοιχειό στο γιοφύρι της Άρτας από τις πρώτες δύο παρουσιάσεις της παράστασης Καταλόγια.

Categories: Λαογραφία, Παραλογές | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Της μάνας φόνισσας

Μια από τις πιο συγκλονιστικές παραλογές μας. Ο Ν. Πολίτης γράφει στην εισαγωγή του για την συγκεκριμένη παραλογή στο βιβλίο «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού»:

Το άγριον άσμα περί του μυσαρού εγκλήματος της παιδοκτόνου μητρός απηρτίσθη εκ μυθολογικών στοιχείων, τα οποία ανευρίσκονται και εις αρχαίους ελληνικούς μύθους και εις άσματα και παραμύθια διαφόρων λαών ευρωπαϊκών και ασιατικών. Γυναίκες, κατά τους ελληνικούς μύθους, παραθέτουν προς βρώσιν εψημένα τα κρέατα των ιδίων των τέκνων εις τους συζύγους (Πρόκνη-Τηρεύς, Αηδών- Πολύτεχνος) η αδελφή εις τον πατέρα τα του αδελφού της (Αρπαλύκη-Κλύμενος) ή αδελφός εις αδελφόν τα των τέκνων τούτου (Ατρεύς-Θυέστης) ή πάππος εις τον πατέρα τα του εγγονού (Λυκάων-Ζεύς). Λόγος δε του ανοσίου κακουργήματος φέρεται η εκδίκησις. Αλλ’ εις το έλληνικόν άσμα, ενώ ο φόνος του παιδός αιτιολογείται εκ του φόβου της μητρός μήπως καταγγείλη τας ενόχους σχέσεις αυτής, ουδόλως υπεμφαίνεται ο λόγος ο εξωθήσας αυτήν να παραθέση προς βρώσιν εις τον σύζυγον το ήπαρ του τέκνου των. Τον λόγον τούτον ίσως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του συνδυασμού προς την διατύπωσιν του επεισοδίου εν πολλοίς παραμυθίοις. Η μήτηρ ετοίμασε το ήπαρ όπως χρησιμεύση ως μαγικόν φάρμακον, ως τοιούτο δε παρέθεσε προς βρώσιν εις τον σύζυγον. Είναι δε το ήπαρ κατά τας δοξασίας πολλών λαών έδρα των σωματικών και των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου.Παραλλαγαί τινες του άσματος αναφέρουσι και ονόματα των προσώπων, τα δ’ ονόματα ταύτα είναι τα συχνάκις απαντώντα εις τακριτικά άσματα. Του πατρός το όνομα είς τινας τούτων είναι Ανδρόνικος (ή Ανδρόνιχος και κατά παραφθοράν Ανδρουλής), του παιδιού Κωσταντής (Ανδρόνικος ο πατήρ, Κωνσταντίνος ο ονομαστότερος υιός και εις το έπος του Διγενή).

Της Μάνας φόνισσας

Ο Ανδρόνικος εκίνησε να πάει λαφοκυνήγι.

Εκίνησε κι ο Κωσταντής στο δάσκαλο να πάγει.

Το καλαμάρι αστόχησε, γυρίζει να το πάρει.

Βρίσκει την πόρταν ανοιχτή, την πόρταν ανοιγμένη,

βρίσκει τη μάνα τ’ αγκαλιά με ξένο παλικάρι.

– Ας είναι ας είναι μάνα μου κι α δε το μολοϊσω

κι α δε το πω τ’ αφέντη μου ν’ αδικοθανατήσω.

– Τ’ είδες ορέ και τι θα πεις και τι θα μολοϊσεις;

– Καλό είδα γω, καλό θα πω, καλό θα μολοϊσω,

κακό είδα γω, κακό θα πω, κακό θα μολοϊσω.

Και με το μόσκο το πλανά και με τα λεφτοκάρια

και στο κελάρι το ‘μπασε και σαν τ’ αρνί το σφάζει.

της μανας φονισσας

Φιγούρες της μάνας φόνισσας και του Κωνσταντή, από την παράσταση «Καταλόγια» σε σκηνοθεσία του Θοδωρή Οικονομίδη για το Θέατρο «Κύκλος»

Σα μακελάρης φυσικός του βγάνει το συκώτι.

Σ’ εννιά νερά το ξέπλενε και ξεπλεμούς δεν είχε

και πάλε το ξανάπλενε και πάλεν αίμα στάζει

και στο τηγάνι το ‘βαλε για να το τηγανίσει.

Και νάσου κι ο Ανδρόνικος στους κάμπους καβαλάρης

βροντομαχούν τα ρούχα του και λάμπουν τ’ αρματά του.

Φέρνει τα λάφια ζωντανά, τ’ αγρίμια μερωμένα,

φέρνει κι ένα λαφόπουλο, του Κωσταντή παιγνίδι.

Κοντοκρατεί το μαύρο του και την εχαιρετάει.

– Γειά σου χαράσου ποθητή και που ‘ν ο Κωσταντής μας

– Τον έλουσα, τον άλλαξα και στο σκολειό τον πήγα.

Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του και στο σκολειό πηγαίνει.

– Δάσκαλε που ‘ν ο Κωσταντής και που ‘ναι το παιδί μου;

– Εχω δυό μέρες να το ειδώ και τρεις να το διαβάσω.

Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, στο σπίτι του πηγαίνει.

– Γυναίκα που ‘ν ο Κωσταντής και που ‘ναι το παιδί μας;

– Στης πεθεράς μου το ‘στειλα κι όπου κι αν είναι θάρθει.

Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του, στης μάνας του πηγαίνει.

– Μάνα μου, που ‘ν ο Κωσταντής ο μικροκωσταντίνος;

– Δυο μέρες έχω να το ειδώ και τρεις να το φιλήσω

κι αν δε το ειδώ ως το βραϊδύ, θε να παραλοήσω.

Βιτσιά δίνει τ’ αλόγου του στο σπίτι του πηγαίνει.

– Σκύλα και που ‘ν ο Κωσταντής και που ΄ναι το παιδί μου.

– Κάπου παιγνίδιν έβρικε και θε να παιγνιδίζει.

– Γυναίκα βάλε μου να φάω, να φάω να γιοματήσω,

να πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

να πα να βρώ τον Κωσταντή, το φύτρο της καρδιάς μου.

Το συκωτάκι του ‘βαλε σ’ εν’ ασημένιο πιάτο.

Πρώτη βουκιάν όπου ‘βαλε το συκωτάκι πήρε,

το συκωτάκι μίλησε, το συκωτάκι λέγει:

– Αν είσαι σκύλος φάε με κι οβριός απέταξέ με

κι αν είσαι κι ο πατέρας μου σκύψε και φίλησέ με.

Και τη βουκιά του απέλεσε, τριγύρο του κοιτάζει,

εμαύρισ’ η καρδούλα του, εθάμπωσε το φώς του,

τα δάκρια τρέξαν ποταμός και κόντεψε να πέσει.

Μ’ αναντριγιώθει κι έσυρε το δαμασκί σπαθί του

και στο λαιμό της το ‘βαλε της κόβει το κεφάλι.

Λιανά λιανά την έκοψε, στον ήλιο την απλώνει.

Κι από τον ήλιο στο σακί κι απ’ το σακί στο μύλο.

Κι ο μύλος εξεράλεθε κ’ η φτερωτή ετραγούδα:

– Αλεθε μύλο μ’ άλεθε κακιάς κούρβας κεφάλι

κάνε τ’ αλέυρια κόκκινα και την πασπάλη μαύρη

για να ‘ρχουντ’ οι γραμματικοί να πέρνου για μελάνι

για να ‘ρχουνται κ’ οι όμορφες να πέρνου κοκκινάδι.

Categories: Λαογραφία, Παραλογές | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Παραλογές

Με αφορμή την έναρξη των δοκιμών μας πάνω στις παραλογές, αποτέλεσμα των οποίων θα είναι η παράσταση «Καταλόγια III» σε συνεργασία με το «Θέατρο Κύκλος», θα αναζητήσουμε και θα επιχειρήσουμε να γνωρίσουμε την δημοτική μας παράδοση όπως έχει φτάσει μέχρι σήμερα ως προφορική παράδοση. Έτσι, στην κατηγορία «Λαογραφία» που δημιουργούμε σήμερα στην σελίδα μας, θα αναρτούμε όλα αυτά τα δημώδη άσματα και παραμύθια που όμως δεν απευθύνονται σε παιδιά, λόγω της σκληρότητας των θεμάτων τους,

Παραλογή

παραλογέςΟι παραλογές αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών. Έχουν όλα τα γνωρίσματα που διακρίνουν γενικά τη δημοτική ποίηση. Παράλληλα, όμως, παρουσιάζουν και ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με τα οποία ξεχωρίζουν από τις άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών. Συγκεκριμένα, οι παραλογές, ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών, παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) είναι συνήθως πολύστιχα ποιήματα με αφηγηματικό και επικολυρικό χαρακτήρα. Από την άποψη αυτή, πλησιάζουν κάπως και συγγενεύουν με τα ακριτικά τραγούδια. Ορισμένες μάλιστα φορές, δεν είναι και τόσο ευδιάκριτα τα όρια μεταξύ των παραλογών και των ακριτικών τραγουδιών.

β) ως αφηγηματικά τραγούδια αναπτύσσουν ένα μύθο (=μια υπόθεση, μια ιστορία) που εξελίσσεται σταδιακά και έχει όλα τα γνωρίσματα και τα στοιχεία της αφηγηματικής ποιητικής γραφής: αρχή και δέση του μύθου, σταδιακή εξέλιξη και κορύφωση και, τέλος, λύση

γ) αντλούν το περιεχόμενό τους από αρχαίους ελληνικούς μύθους, από νεότερες παραδόσεις, από διάφορα δραματικού χαρακτήρα κοινωνικά περιστατικά, από την ιστορική μνήμη, ή έχουν υπόθεση εντελώς πλαστή

δ) παρουσιάζουν έντονα παραμυθιακά και εξωλογικά στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που η λογική μας δεν τα δέχεται ως πραγματικά και φυσικά

ε) παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό της αφηγηματικής πυκνότητας στην πλοκή του μύθου, με αποτέλεσμα να διακρίνονται από έναν γρήγορο και γοργό ρυθμό στην όλη ροή και εξέλιξη του μύθου

στ) διαφέρουν ριζικά από άλλα αφηγηματικά τραγούδια, γιατί η υπόθεσή τους παρουσιάζει στοιχεία έντονης δραματικότητας.

 Όλα αυτά τα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά μπορεί κανείς εύκολα να τα διαπιστώσει και να τα επισημάνει στις δύο καλύτερες παραλογές: «Του Νεκρού αδελφού» και «Του γεφυριού της Άρτας». Στην πρώτη λ.χ. από αυτές τις δύο παραλογές μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε: τον εμφανή αφηγηματικό χαρακτήρα του τραγουδιού· την ύπαρξη ενός μύθου, μιας δηλαδή υπόθεσης, με εμφανή τα στοιχεία της δέσης, της σταδιακής κορύφωσης και της λύσης· την υπόθεση που είναι πλαστή αλλά απηχεί και συγκεκριμένες κοινωνικές καταστάσεις· τα υπάρχοντα στο μύθο εξωλογικά στοιχεία (π.χ. η έγερση του νεκρού Κωνσταντή από το μνήμα)· την έντονη δραματικότητα που κορυφώνεται στους καταληκτικούς στίχους της παραλογής.

 [Ο Ν. Πολίτης χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο «παραλογές», για να ξεχωρίσει τα διηγηματικά παραμυθιακά ποιήματα από άλλες κατηγορίες δημοτικών τραγουδιών. Ο Πολίτης, σχετικά με την καθιέρωση του όρου «παραλογές», στηρίχθηκε σε μια πληροφορία, που αναφέρει ο Δ. Καμπούρογλου στην «Ιστορία των Αθηναίων» (1889): «Τα ποιητικά της δημώδους μούσης προϊόντα, τα φέροντα τον τύπον επών ή επυλλίων, ωνομάζοντο παραλογαί».

Σύμφωνα με τη γνώμη του Στ. Κυριακίδη η λέξη «παραλογή» έχει προέλθει από την αρχαία ελληνική «παρακατολογή» (με απλολογία κατά το γνωστό σχήμα: αμφιφορεύς – αμφορεύς), που ήταν όρος θεατρικός και σήμαινε ένα είδος μελοδραματικής απαγγελίας. Ο ίδιος μελετητής ασχολήθηκε με το ευρύτερο πρόβλημα της καταγωγής των ελληνικών παραλογών. Στη μελέτη του «Αι ιστορικαί αρχαί της δημώδους νεοελληνικής ποιήσεως» (1934) υποστήριξε την πολύ βάσιμη άποψη ότι η προέλευση και η καταγωγή των παραλογών είναι αρχαιοελληνική.

Συγκεκριμένα ο Κυριακίδης ανάγει την προέλευση των παραλογών στον τραγικό παντόμιμο, που προήλθε από τη διάσπαση της ελληνικής τραγωδίας και που η ύπαρξή του μαρτυρείται στην Ελλάδα από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Στον παντόμιμο συμμετέχει ένα ή περισσότερα πρόσωπα, που λέγουν μ’ έναν ορισμένο μουσικό τρόπο το κείμενο, ενώ παράλληλα ένας χορευτής αναπαριστάνει με κινήσεις μόνο τα λεγόμενα. Ο παντόμιμος, που από την ελληνιστική εποχή πέρασε στη Ρώμη και από κει στο Βυζάντιο, εξελίχθηκε βαθμιαία σε ιδιαίτερο θεατρικό είδος και ανέπτυξε ανεξάρτητες δικές του υποθέσεις, που είχαν αφηγηματικό – μυθικό χαρακτήρα με μιαν αφθονία δραματικών στοιχείων. Από αυτούς τους ανεξαρτητοποιημένους παντόμιμους, που είχαν πάρει χαρακτήρα ορχηστρικών ασμάτων, πιστεύει ο Κυριακίδης ότι προήλθαν οι παραλογές. ]

(πηγή: Ψηφιακό σχολείο: Διαδραστικά Σχολικά Βιβλία)

Categories: Λαογραφία | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: