Θρησκευτική παράδοση

Το μοιρολόι της Παναγίας ή Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής

Τα κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής ή αλλιώς το μοιρολόι της Παναγίας, αναφέρονται στην σταύρωση του Χριστού και έχουν θρηνητικό ύφος.

Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, κορίτσια που ψέλνουν το μοιρολόι της Παναγίας, γυρνάνε τα σπίτια κρατώντας στεφάνια με λουλούδια τα οποία αμέσως μετά τα τοποθετούν είτε στον επιτάφειο είτε στον τάφο συντοπίτη τους που πέθανε πρόσφατα.

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές και εκδοχές ανάλογα με την περιοχή. Μια από αυτές είναι η ακόλουθη!

 

Το μοιρολόι της Παναγίας

Σήμερον μαύρος ουρανός, σήμερον μαύρη μέρα

σήμερον όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερον έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά και οι τρισκαταραμένοι,

για να σταυρώσουν τον Χριστό, τον πάντων βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνο μυστικό, να μην το λάβουν όλοι.

Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το Μονογενή της.

Φωνή εξήλθ’ εξ ουρανού υπ’ αρχαγγέλου στόμα

σώνουν Κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες

και τον Υιό σου πιάσανε και στον φονιά τον πάνε.

Σαν κλέφτη τον επιάσανε και σαν φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου τις αυλές εκεί τον τυραννάνε.

-Χαλκιά, χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτιάνει πέντε.

Συ, φαραέ, που τα ’φτιασες, πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλτε τα δυό στα πόδια του, τ’ άλλα τα δυό στα χέρια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του

να τρέξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Η Παναγιά πλησίασε και τα δεξιά κοιτάζει, κανένα δε γνωρίζει.

Κοιτά και δεξιότερα, βλέπει τον Αη Γιάννη:

-Αη Γιάννη, Αη Γιάννη Πρόδρομε και Βαπτιστά του Υιού μου,

μην είδες τον Υιόκα μου τον διδάσκαλό σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω

Δεν έχω χέρι, πάλαμο για να σου τον εδείξω.

Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο

όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;

Εκείνος είναι ο γιόκα σου και ο διδάσκαλός μου.

Η Παναγιά του μίλησε, η Παναγιά του λέει:

-Δε μου μιλείς παιδάκι μου, δε μου μιλείς παιδί μου;

-Τι να σου πω Μανούλα μου που διαφορά δεν έχεις;

Μόνο το Μέγα Σάββατο κοντά το μεσημέρι

που θα λαλήσει ο πετεινός, σημαίνουν οι καμπάνες.

Categories: Θρησκευτική παράδοση | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Το γαϊδουράκι των Βαϊων.

Στα πολύ παλιά τα χρόνια, σε μια μακρινή χώρα ζούσε ένα γαϊδουράκι. Το γαϊδουράκι αυτό είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένο από την ζωή του. Είχε μία μανούλα που το αγαπούσε και το φρόντιζε και ένα αφεντικό που του έδινε μπόλικη τροφή και δεν του έβαζε ποτέ βαρύ φορτίο στις πλάτες του. Ούτε καν ο ίδιος δεν το είχε καβαλικέψει. Όμως αυτό δεν ήταν καθόλου χαρούμενο και όλο γκρίνιαζε στην μανούλα του:

Ουφ, τι αδικία! Γιατί να μην είμαι ένα ωραίο άλογο; Γιατί να είμαι τόσο άσχημο και να έχω τόσο μεγάλα αυτιά;

Μα εκείνη το μάλωνε:

Είναι ντροπή να θέλουμε να είμαστε κάτι διαφορετικό. Ο καλός Θεός τα έπλασε όλα με σοφία και όλα για κάποιον λόγο υπάρχουν σ΄ αυτόν τον κόσμο.

Μα εκείνο ήταν πάντα κατσουφιασμένο.

Μια μέρα το αφεντικό του του έβαλε χαλινάρι και ξεκίνησε για την αγορά. Στον δρόμο όμως τους πλησίασαν μερικοί άνθρωποι και κάτι συζήτησαν με το αφεντικό. Εκείνος τότε έδωσε το  χαλινάρι σε έναν από τους άντρες και το γαϊδουράκι οδηγήθηκε μπροστά σε έναν αδύνατο άνθρωπο, με πολύ γλυκό πρόσωπο και με μάτια που, όταν σε κοίταζαν, νόμιζες ότι έφταναν μέχρι τα βάθη της καρδιάς σου. Αφού χάιδεψε την μουσούδα του, ανέβηκε απαλά στην ράχη του και όλοι μαζί ξεκίνησαν για την πολιτεία. Όσο προχωρούσαν τόσο περισσότερος κόσμος τους ακολουθούσε. Κι όταν έφτασαν πια στην πολιτεία, ήρθαν να τους προϋπαντήσουν παιδιά που κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα κλαδιά από φοίνικες, γυναίκες με τα μωρά στην αγκαλιά, γέροι άνθρωποι που στηριζόταν σε μπαστούνια. Σκόρπιζαν στον δρόμο λουλούδια και φώναζαν:

Αλληλούια, αλληλούια! Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου!

Και το γαϊδουράκι προχωρούσε, όλο και προχωρούσε με τον Κύριο στην ράχη του. Και σε κάθε του βήμα αισθανόταν την καρδιά του να γεμίζει αγαλλίαση. Ένιωθε πιο σπουδαίο από όλα τα άλογα του κόσμου. Σκεφτόταν ότι η μανούλα του είχε δίκιο όταν του έλεγε ότι το κάθε πλάσμα της γης έχει τον δικό του ξεχωριστό και μοναδικό ρόλο. Καταλάβαινε ότι, αυτό, που μέχρι εκείνη την ημέρα δεν κουβάλησε τίποτε στην πλάτη του, τώρα κουβαλούσε ό,τι πιο ιερό υπήρχε πάνω στην γη!

Και όταν η πομπή σταμάτησε, ο Κύριος κατέβηκε από την ράχη του, το κοίταξε με καλοσύνη και το χάιδεψε απαλά. Κι εκείνο έσκυψε το κεφάλι γιατί κατάλαβε πως μπροστά του είχε τον Δημιουργό του!

Categories: Θρησκευτική παράδοση | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το έθιμο «Η κυρά-Σαρακοστή»

Το έθιμο

Το έθιμο της κυρά Σαρακοστής είναι πολύ παλιό. Δυστυχώς, σιγά-σιγά χάνεται. Η κυρά Σαρακοστή ήταν ένα είδος ημερολογίου για τα σπιτικά. Το πρωί της Καθαρής Δευτέρας οι νοικοκυρές φτιάχνουν από ζυμάρι μια γυναικεία φιγούρα.Έχει επτά ποδαράκια, ένα για κάθε εβδομάδα μέχρι να έρθει το Μεγάλο Σάββατο. Όμως στο πρόσωπο δεν υπάρχει το στόμα, για να δείξει ότι αρχίζει η νηστεία. Δεν υπάρχουν και αυτιά γιατί δεν ακούει τίποτε εκτός από την προσευχή. Στα χέρια για στολίδι κρατάει τον Σταυρό, για να δείχνει ότι πηγαίνει στην εκκλησία. Στο τέλος κάθε εβδομάδας τρώγεται ένα ποδαράκι. Το τελευταίο συνήθιζαν να το βάζουν μέσα στο αναστάσιμο ψωμί και ήταν γούρι για όποιον το έβρισκε.

Η συνταγή

3 φλιτζάνια αλεύρι
1 φλιτζάνι αλάτι
1 φλιτζάνι νερό

Ψήνουμε για 20-30 λεπτά, ίσα ίσα για να στεγνώσει. Το αλάτι είναι πολύ για να κρατήσει χωρίς να χαλάσει μέχρι το Πάσχα.

Το τραγούδι

Υπάρχει κι ένα τραγουδάκι για την κυρά Σαρακοστή και ο ρυθμός του είναι όπως το τραγουδάκι «Δεν περνάς κυρά Μαρία.

«Την κυρά Σαρακοστή
που είναι έθιμο παλιό
οι γιαγιάδες μας την φτιάχναν
με αλεύρι και νερό.

Για στολίδι της κρατούσε
στην ποδιά της τον Σταυρό
και το στόμα της ξεχνούσαν
γιατί νήστευε καιρό.

Και μετρούσανε τις μέρες
με τα πόδια της τα επτά
κόβαμε ένα την βδομάδα
μέχρι να’ρθει η Πασχαλιά»

 

Categories: Ήθη και έθιμα, Θρησκευτική παράδοση, Λαογραφία | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Γιατί βάζουμε φλουρί στην βασιλόπιτα;

Μέγας ΒασίλειοςΌταν την Καππαδοκία την είχαν οι Ρωμαίοι, κάποια στιγμή έστειλαν έναν διοικητή ο οποίος ήταν πολύ αυστηρός, σκληρός και φιλοχρήματος άνθρωπος. Το πρώτο πράγμα που έκανε λοιπόν μόλις έφτασε στην επαρχία ήταν να πάρει από τους χριστιανούς ό,τι είχαν και δεν είχαν. Από νομίσματα μέχρι χρυσαφικά και κοσμήματα.

Εκείνη την εποχή δεσπότης ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Για μέρες σκεφτόταν και προσπαθούσε να βρει λύση προκειμένου να γλυτώσει τους χριστιανούς και να ταπεινώσει τον διοικητή αλλά μάταια. Δοκίμασε όλους τους τρόπους, τον πήρε με το καλό, το παρακάλεσε αλλά τίποτα. Τότε έμαθε πως ο διοικητής είχε μανία με τα ζάρια και έτσι του πρότεινε να παίξουν μια μέρα οι δυο τους. Αν έχανε ο ρωμαίος θα έχανε όλα τα σακιά χρυσού που είχε μαζέψει από τους χριστιανούς. Αν έχανε ο Μέγας Βασίλειος θα έχανε την περιουσία του.
Ο διοικητής αμέσως δέχτηκε την πρότασή του γιατί εκτός του ότι ήταν το αγαπημένο του παιχνίδι κανείς δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε που να τον έχει κερδίσει.
Παίξανε λοιπόν αλλά η τύχη αυτή την φορά δεν χαμογέλασε στον ρωμαίο σιοικητή. Ο Μέγας Βασίλειος αφού κέρδισε πήρε πίσω όλα τα σακιά με τα χρήματα και τα κοσμήματα.
Όμως ήταν πάρα πολλά. Πώς θα τα γύριζε πίσω στους χριστιανούς αφού δεν ήξεραν τί είχε δώσει ο καθένας;
Τότε ο Μέγας Βασίλειος σκέφτηκε και είπε να του φτιάξουν πίτες και να βάλουν μέσα τα χρυσαφικά των χριστιανών. Μετά τις έκοψε και τις μοίρασε στον κόσμο και ο καθένας πήρε ο,τι χρυσαφικό του έτυχε στο κομμάτι του.

Γι’ αυτό λοιπόν κι εμείς, προς ανάμνηση, την Πρωτοχρονιά φτιάχνουμε πίτες με φλουρί και παίζουμε τυχερά παιχνίδια.

Categories: Θρησκευτική παράδοση, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο Άγιος Γεώργιος και ο δράκος

Μια από τις πιο γνωστές ιστορίες που έχει δράκο, βασιλοπούλα, ιππότη και φυσικά τον κακό, είναι αυτή με τον Αγ. Γεώργιο και τον δράκο. 

Ο Άγιος Γεώργιος λοιπόν καταγόταν από την Καππαδοκία. Έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού που ήθελε να διώξει κάθε χριστιανό. Οι γονείς του προέρχονταν από αριστοκρατική οικογένεια και ήταν χριστιανοί. Όταν ήταν δέκα ετών έμεινε ορφανός από πατέρα και έτσι η μητέρα του αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στην Παλαιστίνη. Εκεί μεγάλωσε ο Γεώργιος και κάθε μέρα που περνούσε φαινόταν ολοένα και περισσότερο οι αρετές της ψυχής του. Ήταν πιστός, ειλικρινής, ανδρείος, ηθικός και θαρραλέος. Όσο ο Γεώργιος υπηρετούσε στο στράτευμα του Διοκλητιανού, όταν  επέστρεψε στην Καππαδοκία από πόλεμο πέρασε από την πόλη Αλαγία της επαρχίας Αττάλειας της Μ. Ασίας.

Τότε η πόλη αυτή υπέφερε από ένα μεγάλο κακό. Υπήρχε ένας πελώριος δράκοντας με μακριά ουρά και πράσινα λέπια που έμοιαζε σαν έναν κροκόδειλο, που φώλιαζε στους βάλτους της Σιλέν, μια λίμνη που βρισκόταν έξω από την πόλη. Κάθε μέρα κατασπάραζε ο,τι έβρισκε μπροστά του. Είτε ήταν ζώο, είτε ήταν άνθρωπος. Τότε οι ντόπιοι αφού είδαν και απόειδαν κατέστρωσαν ένα σχέδιο. Κάθε μέρα έστελναν στον δράκοντα από δύο πρόβατα ο καθένας τους γιατί έτσι πίστευαν πως θα χορτάσουν το θηρίο. Στην αρχή το σχέδιο έδειχνε να πετυχαίνει αλλά πολύ σύντομα έφαγε όλα τα πρόβατα των κατοίκων και έτσι ο δράκος βγήκε πάλι για… κυνήγι. Τότε ο βασιλιάς με βαριά καρδιά και μη έχοντας άλλη επιλογή πρότεινε να θυσιάζουν στον δράκοντα από ένα παιδί κάθε μέρα με την ελπίδα πως ο δράκοντας θα χορτάσει ώσπου ο Θεός να τους λυπηθεί και να κάνει κάποιο θαύμα για να τους απαλλάξει από αυτό το βασανιστήριο.

Οι μέρες όμως περνούσαν και το θαύμα που περίμεναν δεν συνέβαινε. Ώσπου έφτασε η μέρα να θυσιαστεί η ίδια η κόρη του βασιλιά, η όμορφη βασιλοπούλα. Την έδεσαν λοιπόν και αυτήν στον ξύλινο στύλο όπου έδεναν και τα υπόλοιπα παιδιά και περίμενε και αυτή τον θάνατό της. Κανένας δεν περίμενε πως το θαύμα που για τόσο καιρό προσεύχονταν και περίμεναν θα γίνονταν εκείνη την ημέρα. Η βασιλοπούλα έχασε το χρώμα της και άρχισε να τρέμει από τον φόβο της μόλις άκουσε πίσω της βαριά βήματα αφού πίστευε πως ήρθε το τέλος. Μόλις γύρισε το κεφάλι της να δει ποιος προκάλεσε όλο αυτόν τον θόρυβο είδε κάτι που δε φανταζόταν. Ήταν ένας ιππότης με ασημένια πανοπλία και έναν σταυρό στον θώρακά του. Κατέβηκε από το άσπρο του άλογο και κρατώντας μια μεγάλη ασπίδα πλησίασε το τρομοκρατημένο κορίτσι. Η βασιλοπούλα μόλις την πλησίασε άρχισε να του εξηγεί την κατάσταση απ’ την οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει. Εκείνος με την σειρά του της είπε ποιος ήταν. Ότι τον έλεγαν δηλαδή Γεώργιο, καταγόταν απ’ την Καππαδοκία και ήταν στρατιώτης του Ρωμαϊκού στρατού πριν ασπαστεί τον χριστιανισμό. Τώρα ο μόνος κύριός του ήταν ο Θεός και κήρυττε τον λόγο του όπου κι αν πήγαινε.

Άγιος ΓεώργιοςΓια τον Γεώργιο ο δράκοντας συμβόλιζε το κακό και γι’ αυτό τον λόγο έπρεπε να τον νικήσει. Αντί να τραπεί σε φυγή λοιπόν για να σωθεί, έλυσε την βασιλοπούλα, την ανέβασε στο άσπρο άλογο και προετοίμασε τον εαυτό του για μάχη με το πελώριο θηρίο. Μετά από λίγη ώρα μέσα από την λίμνη εμφανίστηκε το τεράστιο κεφάλι του ερπετού και ακολουθούσε το ογκώδες σώμα του με τα τεράστια φτερά. Ο δράκοντας κινιόταν πάρα πολύ γρήγορα. Μόλις είδε τον ιππότη επιτάχυνε κι άλλο το βήμα του και άνοιξε τα φτερά του. ο Γεώργιος χωρίς να χάσει χρόνο έσφιξε την λόγχη στην παλάμη του για να χτυπήσει δυνατά τον δράκοντα. Με όση δύναμη είχε κάρφωσε τη λόγχη που είχε διαπεράσει το στόμα του δράκου βγαίνοντας πίσω από τον λαιμό του. Με αυτόν τον τρόπο τον τραυμάτισε θανάσιμα.

Με την ζώνη της βασιλοπούλας έδεσαν τον δράκο, τον ανέβασαν στο άλογο και τον οδήγησαν στο κάστρο. Εκεί ο βασιλιάς έδωσε υπόσχεση στον Γεώργιο πως αν έσφαζε τον δράκο, αυτόw καθώς και όλοι οι υπήκοοί του θα βαφτίζονταν χριστιανοί. Έτσι κι έγινε. Ο Γεώργιος τους απάλλαξε μια και καλή από τον τύραννο που τους βασάνιζε τόσο καιρό και ο βασιλιάς κράτησε την υπόσχεσή του. Αφού αποχαιρέτησε ο Γεώργιος, βασιλιά και βασιλοπούλα, συνέχισε τον δρόμο του που θα τον οδηγούσε πολύ σύντομα στο να γίνει μάρτυρας του χριστιανισμού.

Categories: Θρησκευτική παράδοση | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: