Ελληνικά παραμύθια

Ερμής και αγαλματοποιός

HermesΜύθος του Αισώπου – 

Κάποτε, ο Ερμής θέλησε να δει την αξία και την εκτίμηση που του είχαν οι άνθρωποι. Έτσι, μεταμορφώθηκε σε θνητό και κατέβηκε σε μια πόλη. Έτσι όπως γύριζε στην αγορά, μπήκε σε ένα εργαστήριο ενός αγαλματοποιού. Κοιτάζοντας γύρω του, πρόσεξε ένα αγαλματάκι του Δία κι ο Ερμής ρώτησε να μάθει την τιμή του. Ο αγαλματοποιός του απάντησε ότι κοστίζει μια δραχμή κι ο Ερμής χαμογέλασε. Έπειτα αντίκρισε ένα αγαλματάκι που απεικόνιζε την Ήρα. Ρώτησε πάλι τον αγαλματοποιό για την αξία του κι η απάντηση που πήρε του προξένησε έκπληξη, καθώς η Ήρα, κόστιζε πιο ακριβά. Λίγο παραπέρα, αντίκρισε κι ένα αγαλματάκι που απεικόνιζε τον ίδιο, δηλαδή τον Ερμή. Ο Ερμής θεώρησε ότι αυτός θα κοστίζει ακόμα πιο ακριβά μιας και είναι ο αγγελιαφόρος των Θεών που μεταφέρει τα μηνύματα στους ανθρώπους, αλλά και ο επικερδής Θεός για μεγάλη μερίδα των ανθρώπων. Έτσι, με σιγουριά για τον εαυτό του, ρώτησε να μάθει την τιμή του αγαλματιδίου κι ο αγαλματοποιός του απάντησε:

Αν αγοράσεις τα άλλα δύο, τον Ερμή θα σου τον κάνω δώρο!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ελάφι και λιοντάρι

Μύθος του Αισώπου –

Ελληνικό γραμματόσημο που απεικονίζει στιγμιότυπο από τον μύθο του Αισώπου "Ελάφι και λιοντάρι"

Ελληνικό γραμματόσημο που απεικονίζει στιγμιότυπο από τον μύθο του Αισώπου «Ελάφι και λιοντάρι»

Ένα ελάφι είχε διψάσει και βρέθηκε κοντά σε μια πηγή. Έσκυψε να πιει νερό και καθώς έπινε, είδε την αντανάκλασή του. Χάρηκε θαυμάζοντας τα υπέροχα κέρατά του. Μεγάλα και επιβλητικά, στόλιζαν το κεφάλι του. Έτσι όπως ήταν σκυμμένο, παρατήρησε και τα πόδια του και δεν του άρεσε που ήταν λεπτά και αδύναμα. Τον θαυμασμό για τα κέρατά του, διαδέχτηκε η στεναχώρια για την εικόνα στα πόδια του.

Ενώ έπινε ακόμη και σκεφτόταν αυτά, εμφανίστηκε ένα λιοντάρι κι άρχισε να κυνηγάει το ελάφι. Το ελάφι έτρεχε στην πεδιάδα πιο γρήγορα και ήταν πιο ευέλικτο από το λιοντάρι. Μετά από λίγο βρέθηκαν σε ένα δάσος και κάποια στιγμή το ελάφι, περνώντας κάτω από ένα χαμηλό δέντρο, σκάλωσαν τα κέρατά του στα κλαδιά του δέντρου. Έτσι, το λιοντάρι κατάφερε να το πιάσει κι άρχισε να το κατασπαράζει. Λίγο πριν ξεψυχήσει το ελάφι, ψιθίρισε…

Τί κακότυχο που είμαι. Θα μπορούσα να σωθώ από αυτά που αντιπαθούσα και τελικά με πρόδωσαν αυτά που εμπιστευόμουνα και περηφανευόμουνα για μένα.

Στους κινδύνους, η σωτηρία μπορεί να έρθει από «φίλους» που δεν το περιμέναμε κι αυτούς που εμπιστευόμασταν, τελικά να μας προδώσουν…

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ο ρήτορας Δημάδης

Μύθος του Αισώπου –

Ο ρήτορας ΔημάδηςΚάποτε, ο ρήτορας Δημάδης μιλούσε στους αθηναίους, αλλά αυτοί δεν τον πρόσεχαν καθόλου. Μιλούσαν μεταξύ τους, άλλοι χάζευαν αλλού, κλπ. Τότε ο Δημάδης τους ζήτησε να του επιτρέψουν να τους πει έναν μύθο του Αισώπου. Αυτοί δέχτηκαν κι ο Δημάδης ξεκίνησε:

Η Θεά Δήμητρα περπατούσε συντροφιά με ένα χελιδόνι κι ένα χέλι. Κάποια στιγμή φτάσανε σε ένα ποτάμι. Τότε το χελιδόνι πέταξε μακριά, ενώ το χέλι βούτηξε στα νερά του ποταμιού και χάθηκε…

Ο Δημάδης τότε σώπασε κι απόλυτη σιωπή επικράτησε στο ακροατήριο για λίγο. Σύντομα όμως άρχισαν να τον ρωτάνε με έκδηλο το ενδιαφέρον…

Κι η Θεά Δήμητρα τι έκανε;

Τότε ο Δημάδης τους απάντησε:

Τότε, η Θεά Δήμητρα εξοργίστηκε μαζί σας που παρατήσατε τα σοβαρά ζητήματα της πόλης μας και ασχολείστε με Αισώπειους μύθους!

Ο λόγος γίνεται για αυτούς που αδιαφορούν για τα απαραίτητα και ασχολούνται με τα ευχάριστα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Γουρούνι και αλεπού!

Μύθος του Αισώπου. Υπάρχει επίσης και μία παραλλαγή του με τον τίτλο «γουρούνι και πρόβατα». – 

Κάποτε, ένας που είχε μια φάρμα, φόρτωσε στο γαϊδούρι του ένα πρόβατο, μια κατσίκα κι ένα γουρούνι και πήγαινε για την πόλη. Σε όλη τη διαδρομή, το γουρούνι φώναζε. Τότε, μια αλεπού που έτυχε να το ακούσει, το ρώτησε, γιατί διαμαρτύρεται ενώ τα άλλα δύο ζώα μεταφέρονται τόσο ήσυχα. Το γουρούνι της απάντησε:

Δεν διαμαρτύρομαι χωρίς λόγο. Το πρόβατο είναι ήσυχο γιατί πολύ απλά ξέρει πως το χρειάζεται για το μαλλί του. Η κατσίκα θα του δώσει γάλα και κατσικάκια. Εγώ όμως δεν έχω να του δώσω τίποτα, οπότε με πάει για σφάξιμο. Κι εσύ στη θέση μου το ίδιο θα έκανες. 

Έργο του Milo Winter (1886-1956) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Γουρούνι και πρόβατα"

Έργο του Milo Winter (1886-1956) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Γουρούνι και πρόβατα»

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ο δειλός κυνηγός και ο ξυλοκόπος!

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε, ένας κυνηγός έψαχνε στο δάσος τα ίχνη ενός λιονταριού. Κάποια στιγμή εκεί που περπατούσε, συνάντησε έναν ξυλοκόπο. Ο κυνηγός τον ρώτησε αν έχει δει ίχνη λιονταριού ή την φωλιά του κι ο ξυλοκόπος του απάντησε:

Αν θες μπορώ να σου δείξω πού βρίσκεται και το ίδιο το λιοντάρι!

Τότε ο κυνηγός κιτρίνισε από τον φόβο του και με τρεμάμενη φωνή απάντησε:

Όχι, δεν είναι ανάγκη…μόνο τα ίχνη του ψάχνω.

Έργο του Arthur Rackham (1912) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου "Ο δειλός κυνηγός και ο ξυλοκόπος".

Έργο του Arthur Rackham (1912) εμπνευσμένο από τον μύθο του Αισώπου «Ο δειλός κυνηγός και ο ξυλοκόπος».

Η διήγηση είναι ό,τι πρέπει για τους ανθρώπους εκείνους που με τα λόγια τους μπορούν να κάνουν τα πάντα, αλλά στην πράξη αδυνατούν.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η γυναίκα κι ο γεωργός

Μύθος του Αισώπου!

"Ο άγγελος". Έργο του Jean-François Millet το 1859.

«Ο άγγελος». Έργο του Jean-François Millet το 1859.

Ήταν κάποτε μια γυναίκα που είχε πεθάνει ο άντρας της και πήγαινε κάθε μέρα στα νεκροταφεία και θρηνούσε. Εκεί κοντά, βρισκότανε και ένας γεωργός που όργωνε το χωράφι του. Την έβλεπε καθημερινά να περνάει για τα νεκροταφεία και επειδή του άρεσε και θέλησε να την γνωρίσει, μια μέρα παράτησε τα βόδια και την δουλειά του και πήγε και κάθισε δίπλα της στον τάφο και θρηνούσε κι αυτός. Η γυναίκα τον ρώτησε τότε γιατί κλαίει κι αυτός απάντησε:

Έχασα τη γυναίκα μου πρόσφατα και νιώθω ανακούφιση όταν κλαίω.

Το ίδιο συμβαίνει και με μένα…

…του απάντησε η γυναίκα κι ο γεωργός βρήκε το θάρρος να συνεχίσει.

Αφού λοιπόν και οι δύο νιώθουμε το ίδιο, γιατί να μην είμαστε μαζί; Εγώ θα σε αγαπώ όπως αγαπούσα την γυναίκα μου κι εσύ θα με αγαπάς όπως αγαπούσες τον άντρα σου.

Τα λόγια αυτά έπεισαν την γυναίκα και συμφώνησε. Την ίδια ώρα όμως, ένας κλέφτης πήγε στο χωράφι του γεωργού, έλυσε τα βόδια από τον ζυγό και τα πήρε μαζί του. Όταν ο γεωργός επέστρεψε και είδε ότι λείπανε τα βόδια άρχισε να οδύρεται και να χτυπιέται. Μόλις ήρθε κι η γυναίκα δίπλα του και τον είδε, του είπε:

Πάλι κλαις;

Κι ο γεωργός της απάντησε:

Τώρα κλαίω στ’ αλήθεια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η γριά κι ο γιατρός

Μύθος του Αισώπου!

"Η γριά με το κομπολόι", έργο του Paul Cezanne στα 1895-96

«Η γριά με το κομπολόι», έργο του Paul Cezanne στα 1895-96

Μια γριά γυναίκα είχε πρόβλημα στα μάτια της. Δεν έβλεπε καλά. Φώναξε λοιπόν έναν γιατρό και του ζήτησε να την θεραπεύσει. Του υποσχέθηκε μάλιστα, μπροστά σε μάρτυρες, ότι αν της γιατρέψει τα μάτια, θα του δώσει μια γενναία αμοιβή. Αν όμως γίνει το αντίθετο, δηλαδή αν δεν καταφέρει να την βοηθήσει, τότε δεν θα του έδινε τίποτα. Αφού συμφώνησαν, ξεκίνησαν την θεραπεία αμέσως.

Ο γιατρός πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι της γριάς και της τοποθετούσε στα μάτια κομπρέσες με φάρμακα. Όσο αυτή είχε τις κομπρέσες στα μάτια, ο γιατρός την έκλεβε, αφαιρώντας από το σπίτι, σιγά-σιγά και λίγο-λίγο,  πολύτιμα αντικείμενα, χρυσαφικά και χρήματα.

Όταν πέρασε ο καιρός και η θεραπεία ολοκληρώθηκε με επιτυχία, ο γιατρός ζητούσε από την γριά να του δώσει αυτά που του έταξε. Αυτή όμως, βλέποντας την κατάντια του σπιτιού της, αρνήθηκε να τον πληρώσει. Αυτός επέμενε κι έτσι την οδήγησε στην δικαιοσύνη. Η γριά στάθηκε μπροστά στους άρχοντες και τους είπε:

Ο γιατρός έχει δίκιο κατά πώς τα λέει. Του είχα τάξει αρκετά χρήματα σε περίπτωση που με θεραπεύσει. Τώρα, αυτός ισχυρίζεται ότι με γιάτρεψε κι ότι τα μάτια μου είναι καλά. Αλλά εγώ λέω ότι, όταν τα μάτια μου είχαν πρόβλημα, μπορούσα και έβλεπα τα αντικείμενα μέσα στο σπίτι μου. Τώρα που τα μάτια μου είναι καλά, δεν μπορώ να δω τίποτα μέσα στο σπίτι. Ούτε αντικείμενα, ούτε χρήματα. 

Με τον μύθο αυτό βλέπουμε ότι η πλεονεξία κάποιων πονηρών ανθρώπων, οδηγεί τους ίδιους στο να κατηγορηθούν τελικά εις βάρος τους. 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η χαμένη βασιλοπούλα

kivep_dialexta01

Από την συλλογή παραμυθιών του Παύλου Μπαλογιάννη «Διαλεχτά παραμύθια – Η σκλαβωμένη βασιλοπούλα»

Κάποτε στα παλιά χρόνια, τότε που υπήρχαν παλάτια και βασιλοπούλες, ζούσε σ’ ένα δάσος ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του. Παρόλο που ήταν φτωχοί δε διαμαρτύρονταν και ήταν πολύ αγαπημένοι. Ένα παράπονο είχαν μονάχα: δεν είχαν αποκτήσει ένα παιδάκι. Γι αυτό, κάθε μέρα παρακαλούσανε το Θεό να τους χαρίσει ένα παιδάκι και ας ήταν το πιο άσχημο στον κόσμο. Στο τέλος ο Θεός τους λυπήθηκε κι έδωσε και σ’ αυτούς ένα πολύ όμορφο, χαριτωμένο αγοράκι. Η χαρά του ξυλοκόπου και της γυναίκας του δεν περιγραφόταν.

Μια μέρα, ο ξυλοκόπος μάζεψε όλες τις οικονομίες που είχε, πουλώντας χρόνια και χρόνια τα ξύλα που έκοβε από το δάσος και πήγε στην πολιτεία να ψωνίσει. Το βραδάκι γύρισε πίσω στο φτωχικό του ο καλός άνθρωπος, φέρνοντας όλα όσα είχε αγοράσει. Ανάμεσα στ’ άλλα, έφερε και στο μικρό του γιο ένα σταυρό που πάνω του έγραφε: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου»

Την άλλη μέρα, ο ξυλοκόπος ξύπνησε με το χάραμα και είπε στη γυναίκα του:

Γυναίκα, σήμερα έχω πολλή δουλειά, αν θέλεις έλα να με βοηθήσεις δυο-τρεις ώρες να κόψουμε μερικά δέντρα. Θα πάμε με το ξημέρωμα όσο ο γιος μας θα κοιμάται ήσυχα στην κούνια του. Ώσπου να ξυπνήσει, εσύ θα έχεις γυρίσει και πάλι κοντά του, ενώ εγώ θα συνεχίσω μόνος τη δουλειά μου.

Έτσι κι έγινε. Πήγανε βαθιά στο δάσος και οι δύο μαζί και άρχισαν να κόβουν κάτι γέρικα ξερά δέντρα ώσπου να πάρει καλά η μέρα. Την ώρα όμως που αυτοί έλειπαν, το παιδάκι τους ξύπνησε στην κούνια του και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει σπαρακτικά, που δεν έβλεπε κανέναν κοντά του. Τόσο πολύ φώναζε κι έκλαιγε, που ξύπνησε τ’ αγρίμια του δάσους που κοιμούνται τη μέρα και το βράδυ βγαίνουν και κυνηγάνε την τροφή τους. Μαζί με τα άλλα αγρίμια, ξύπνησε και μια λυπημένη αρκούδα, που της είχανε πάρει πριν λίγες μέρες το αρκουδάκι της κάτι ξένοι κυνηγοί, όταν οι ίδια είχε βγει έξω για να βρει τροφή γι αυτήν και το μικρό της. Η αρκούδα με το κουτό της μυαλό, νόμισε πώς το παιδί έκλαιγε έτσι, γιατί είχε χάσει κι αυτό τους γονείς του, όπως το αρκουδάκι της. Μια και δυο λοιπόν, παίρνει φόρα, σπάει την ετοιμόρροπη πόρτα του καλυβιού, μπαίνει μέσα, πηγαίνει στην κούνια, παίρνει απαλά-απαλά με τα δόντια της, απ’ τις φορεσιές του το μικρό παιδάκι του ξυλοκόπου και το πάει στην σπηλιά της, που ήτανε βαθειά μέσα στο δάσος και κανένας δεν την έβρισκε.

Εκεί τάισε με το γάλα της το μικρό αγοράκι και το μεγάλωσε σιγά – σιγά. Πέρασαν πολλοί μήνες από τότε και αρκετά χρόνια, ώσπου το μωρό του ξυλοκόπου, ζώντας μέσα στην σπηλιά της αρκούδας, έγινε ολόκληρο παλικαράκι. Τότε όμως και η αρκούδα η κακομοίρα, που είχε στο μεταξύ γεράσει πολύ, άφησε ένα πρωί τον μάταιο τούτο κόσμο. Και το παιδί έμεινε ολομόναχο και απροστάτευτο. Μόνο του τώρα το παιδί, γυρνούσε όλη μέρα μέσα στο δάσος για να βρει τροφή και το βράδυ σαν έβγαιναν τα αγρίμια και τα θηρία για το κυνήγι τους, κρυβόταν βαθειά στην σπηλιά της αρκούδας, που την τρύπα της δεν την έβρισκε κανένας.

Τα χρόνια εκείνα, στην πολιτεία βασίλευε ένας καλός βασιλιάς που είχε μια μονάκριβη κόρη. Την βασιλοπούλα του αυτή, ο βασιλιάς την αγαπούσε τόσο πολύ, που την άφηνε και έκανε ότι ήθελε. Μια μέρα, η βασιλοπούλα πήγε στους στάβλους του πατέρα της, διάλεξε το πιο ατίθασο άλογο, καβάλησε πάνω του και καλπάζοντας άγρια, χάθηκε στα γειτονικά βουνά και τις εξοχές. Κατά το μεσημέρι έφτασε και στο μέρος που ζούσε το παιδί του ξυλοκόπου. Προχώρησε βαθειά στην καρδιά του δάσους. Σε μια στιγμή, το άλογο κουράστηκε που έτρεχε τόσες ώρες και στάθηκε για λίγο. Και ….τσάφ!!! πετάχτηκε ένα μεγάλο φίδι και δάγκωσε το άλογο στο πίσω του πόδι. Τρόμαξε το άλογο το ατίθασο τότε, κάνει άγριες κινήσεις και κλωτσώντας δεξιά κι αριστερά, μπροστά και πίσω, ρίχνει από τη ράχη του την βασιλοπούλα κι ύστερα το βάζει στα πόδια και πηγαίνει πίσω στο στάβλο του παλατιού.

Έτσι η βασιλοπούλα, που είχε χτυπήσει κιόλας, όπως έπεσε από το άλογο, βρέθηκε καταμόναχη στη μέση ενός απέραντου δάσους που ήταν γεμάτο αγρίμια. Άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει βοήθεια μήπως και βρισκόταν κανένας κατά τύχη εκεί κοντά και τη βοηθήσει. Για καλή της τύχη, άκουσε τις φωνές της ο μόνος άνθρωπος που καθόταν στο δάσος εκείνο, δηλαδή το παιδί του ξυλοκόπου. Έτρεξε κοντά της και την πήρε στην σπηλιά του όπου και περιποιήθηκε τις πληγές της και την έβαλε να ξαπλώσει σ’ ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα.

Σα γύρισε το άλογο στους βασιλικούς στάβλους μόνο του, χωρίς τη βασιλοπούλα, κατατρόμαξε όλο το παλάτι μα πιο πολύ απ’ όλους ο βασιλιάς. Νόμιζε ότι την βασιλοπούλα την είχαν κλέψει ληστές. Αμέσως μάζεψε ο βασιλιά τους στρατιώτες του, καβάλησαν τα άλογα τους και με οδηγό το ατίθασο άλογο ξεκίνησαν να πάνε στο μέρος όπου είχε ρίξει τη βασιλοπούλα. Όταν έφθασαν εκεί, οι στρατιώτες του βασιλιά περικύκλωσαν την περιοχή, άναψαν τους δαυλούς τους -γιατί στο μεταξύ είχε νυχτώσει- και άρχισαν να ψάχνουν όλες τις σπηλιές για να βρουν το λημέρι των ληστών, που είχαν πάρει -όπως νόμιζαν- τη βασιλοπούλα. Ψάχνοντας έφθασαν και στη σπηλιά της αρκούδας. Μπήκαν μέσα και μόλις αντίκρισαν την βασιλοπούλα, αμέσως ειδοποίησαν τον βασιλιά, που ήρθε χαρούμενος να δει την μονάκριβή του κόρη. Σαν είδε στην είσοδο της σπηλιά τον πατέρα της η βασιλοπούλα, έπεσε στην αγκαλιά του, τον φίλησε και του είπε:

Αυτό το παιδί εκεί πατέρα, μου έσωσε τη ζωή. Χωρίς αυτόν, θα με είχαν φάει τα αγρίμια του δάσους.

Αμέσως τότε ο βασιλιάς ευχαρίστησε το παιδί και το πήρε μαζί του στο παλάτι για να παίζει με την κόρη του, που της είχε σώσει τη ζωή. Εκεί το έμαθε γράμματα και το μόρφωσε σπουδαία γιατί το παιδί εκείνο ήταν πανέξυπνο και τετραπέρατο.

Μια μέρα όπως πλενότανε, το παιδί είχε αφήσει έξω από το λουτρό, μαζί με τη φορεσιά του και τον χρυσό σταυρό που του είχε δώσει ο πατέρας του ο ξυλοκόπος όταν ήτανε στην κούνια του. Έτυχε να περνάει τότε από κει και ο βασιλιάς. Είδε τον όμορφο εκείνο χρυσό σταυρό του παιδιού και από περιέργεια τον έπιασε στα χέρια του για να το δει καλύτερα: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου». Παραξενεμένος ο βασιλιάς είδε στην πλάτη του παιδιού ένα σημάδι σε σχήμα τριαντάφυλλου. Κάθισε και σκέφτηκε τότε…

«Για να γράφει έτσι ο σταυρός, πάει να πει ότι τον χάρισε στο παιδί, είτε ο πατέρας του, είτε η μητέρα του! Ακόμη, αυτό το σημάδι στην πλάτη του πολύ πιθανό να το έχει και ένας από τους γονείς του.»

Έβγαλε τότε κήρυκες σ’ όλη τη χώρα, που γύριζαν να βρουν τον άνθρωπο με το τριαντάφυλλο στην πλάτη. Το άκουσαν όλοι οι υπήκοοι ακόμη και ο ξυλοκόπος με τη γυναίκα του που είχανε χαμένο χρόνια και χρόνια το παιδί τους και ήταν απαρηγόρητοι. Και επειδή ο ξυλοκόπος είχε γεννηθεί κι αυτός, όπως και ο γιος του με ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη του, παρουσιάστηκε αμέσως στο παλάτι. Ο βασιλιάς τότε του έδειξε το χρυσό σταυρό του παιδιού του και τον ρώτησε σχετικά με το παιδί του.

Τον σταυρό αυτόν τον χάρισες στο παιδί σου όταν ήτανε στην κούνια του; Μήπως έχεις κι εσύ ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη σου;

Ναι!

…είπε συγκινημένος ο ξυλοκόπος. Αμέσως τότε, ο βασιλιάς παρουσίασε στον φτωχό ξυλοκόπο το γιο του. Πατέρας και γιος φιληθήκαν και αγκαλιαστήκαν κλαίγοντας. Έπειτα, ο βασιλιάς είπε:

Το παιδί σου το μόρφωσα και το σπούδασα. Είναι πολύ έξυπνο και τετραπέρατο. Έναν τέτοιο άνθρωπο θέλω να δώσω στην κόρη μου για άντρα της. Την Κυριακή αν θέλετε κι εσείς να γίνουν οι γάμοι των παιδιών μας.

Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν με χορούς και με τραγούδια τα δύο παιδιά κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η αχάριστη οικογένεια

Το παραμύθι αυτό είναι μια παραλλαγή του «ο ψαράς και το χρυσόψαρο»

Τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα ανδρόγυνο που ζούσε μέσα σε μια κανάτα γεμάτη ξύδι. Φυσικά δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένοι και κάθε μέρα μαλώνανε. Ένα πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Βαρέθηκα τόσο καιρό κλεισμένη εδώ μέσα. Δεν είναι ζωή αυτή πια, θα γίνουμε κι οι δυο μας τουρσί.

Δεν είναι δικό μου το λάθος, δικό σου είναι.

…της απάντησε ο άντρας κι έτσι, από κουβέντα σε κουβέντα, άρχισαν έναν τρικούβερτο καυγά κι ο τσακωμός τους βάσταξε πολλή ώρα. Ένα χρυσό πουλάκι που περνούσε από κει άκουσε τον καυγά τους και τους ρώτησε γιατί μαλώνανε.

Τι να ‘χουμε, δεν βλέπεις; Γίναμε τουρσί εδώ μέσα στην κανάτα με το ξύδι. Θέλουμε κι εμείς να ζήσουμε όπως όλος ο κόσμος σ’ ένα σπιτάκι.

Απάντησε η γυναίκα! Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο και τους είπε:

Το σπιτάκι αυτό είναι δικό σας τώρα. Να ζήσετε ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Κι αν καμιά φορά με χρειαστείτε χτυπήστε τρεις φορές τα χέρια σας και πέστε αυτό το τραγουδάκι. Εγώ μόλις το ακούσω θα πετάξω αμέσως κοντά σας.

το πουλάκι τους μετέφερε σε ένα όμορφο καλύβι

Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο

Αφού τους σφύριξε ένα όμορφο τραγουδάκι, πέταξε και χάθηκε. Το ανδρόγυνο ζούσε πολύ χαρούμενο και αγαπημένο. Χαιρόταν το όμορφο σπιτάκι τους με το λουλουδιασμένο κήπο τους. Όμως λίγο κράτησε η ευτυχία τους. Βλέποντας γύρω τους τα αγροκτήματα με στάβλους και ζώα ζήλευαν και το σπιτάκι τους δεν τους ικανοποιούσε πια! Ένα πρωί τραγούδησαν το τραγουδάκι που τους είχε πει το χρυσό πουλί και χτύπησαν τρεις φορές τα χέρια τους. Το πουλάκι εμφανίστηκε αμέσως και τους ρώτησε τι ήθελαν.

Καλό μας πουλί, το σπιτάκι μας είναι πολύ μικρό Πόσο πιο καλά θα ήμασταν αν είχαμε κι εμείς ένα μεγάλο αγρόκτημα, με στάβλους και ζώα, με χωράφια και δέντρα…

Το πουλάκι τους κοίταξε απορημένο με τα μικρά του παράξενα ματάκια, μα δεν είπε τίποτε. Τους πήρε και τους πήγε σ’ ένα αγρόκτημα που είχε όλα όσα είχαν επιθυμήσει κι ακόμα δεκάδες υπηρέτες και πολλές άλλες ανέσεις. Το ανδρόγυνο ήταν τώρα τρελό από τη χαρά του. Χόρευαν, τραγουδούσαν, μα για λίγο καιρό. Γιατί καθώς κατέβαιναν στην γειτονική πόλη κι έβλεπαν εκεί τα ωραία μεγάλα σπίτια και τους καλοντυμένους ανθρώπους ζήλευαν πάλι και το αγρόκτημα τους φαινόταν κόλαση μπροστά στη ζωή της μεγάλης πολιτείας. Έτσι, άρχισαν να θέλουν πάλι αλλαγή και μια μέρα λέει η γυναίκα στον άντρα της:

Είδες κι εσύ τι ωραία είναι στην πόλη! Εκεί δουλεύουν μόνο οι άντρες κι όχι πολύ. Οι γυναίκες δεν εργάζονται, φορούν όμορφα φορέματα και καλοπερνούν. Γιατί να μην πάμε κι εμείς στην πόλη; Βαρέθηκα πια εδώ. Να φωνάξεις το πουλί.

Φώναξε το εσύ…

…είπε ο άντρας βαριεστημένος. Το φώναξε λοιπόν με το γνωστό τρόπο, και του πουλάκι παρουσιάστηκε.

Τι θέλετε πάλι από μένα;

Βαρεθήκαμε, τη ζωή του χωριού. Θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι της πόλης, να καθόμαστε σ’ ένα όμορφο σπίτι και να φοράμε ρούχα κομψά.

…είπε η γυναίκα και το πουλάκι χωρίς να τους πει πάλι τίποτε τους πήγε στο ωραιότερο σπίτι της πόλης. Ήταν μεγάλο και άνετο. Στις ντουλάπες τους βρήκαν πολυτελή και κομψά ρούχα. Μα η χαρά τους δεν κράτησε και πάλι στο νέο αυτό σπίτι. Αυτή την φορά επιθυμούσαν να γίνουν ευγενείς και να μένουν σε μεγαλόπρεπα παλάτια, να έχουν υπηρέτες και άλογα και να φορούν πολυτελή ρούχα. Έτσι η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Φώναξε το πουλί!

Γιατί δεν το φωνάζεις του λόγου σου;

…της απάντησε εκείνος. Επιτέλους η γυναίκα του τον κατάφερε και ο άντρας τραγούδησε τον γνωστό σκοπό, χτύπησε και τα χέρια του τρεις φορές. Σαν ήρθε το χρυσό πουλί και τους ρώτησε τι ήθελαν, τους κοίταξε παραξενεμένο και τους είπε αυστηρά:

Μα του λόγου σας είστε αχάριστοι άνθρωποι! Με τίποτε δε μπορείτε να ευχαριστηθείτε. Θα σας κάνω ευγενείς, όπως μου ζητήσατε, μα και πάλι είμαι βέβαιο, πως δε θα μείνετε ευχαριστημένοι. Προσέξτε όμως. Μόνο αυτό σας λέω!

Αμέσως τους χάρισε ένα υπέροχο παλάτι, με αμάξια και άλογα, με εκατοντάδες υπηρέτες και υπηρέτριες και με όλα τα καλά που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος. Έτσι έγιναν ευγενείς κι όλη την μέρα πήγαιναν περίπατο, ή ξάπλωναν στις αναπαυτικές πολυθρόνες του σπιτιού τους και διάβαζαν χωρίς να κάνουν τίποτε. Μια μέρα κατεβήκαν στην πρωτεύουσα που θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Εκεί είδαν το βασιλιά και τη βασίλισσα με τις χρυσοκέντητες στολές τους να κάθονται σε μια ολόχρυση άμαξα. Ολόγυρα τους πήγαιναν αυλικοί και στρατιώτες και ο κόσμος συγκεντρωμένος στα πεζοδρόμια τους ζητωκραύγασαν και τους χαιρετούσαν με μαντήλια που τα ανέμιζαν στον αέρα. Η γυναίκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

Όταν γύρισε με τον άντρα της στο σπίτι, χτύπησε τρεις φορές τα χέρια της, τραγούδησε και το τραγουδάκι και αμέσως εμφανίστηκε το πουλί. Και οι δύο μαζί με μια φωνή ζήτησαν να γίνουν βασιλιάδες.

Το πουλάκι τους ξαναμάλωσε αλλά και πάλι τους έκανε αυτό που του ζήτησαν. Έτσι έγιναν βασιλιάδες και βασίλευαν σε όλη την χώρα. Γύρω τους είχαν υπουργούς και αυλικούς και έκαναν μεγάλες γιορτές και χορούς. Το βασίλειό τους έγινε σύντομα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα του κόσμου. Μετά από καιρό όμως αφού χόρτασαν τη βασιλική ζωή και δεν είχαν κάτι περισσότερο να επιθυμήσουν, άρχισαν και πάλι να βαριούνται.

Πρέπει να αποκτήσουμε μεγαλύτερη δόξα. Ας γίνουμε αυτοκράτορες.

…είπε μια μέρα η γυναίκα στον άντρα της.

Όχι αυτό δεν είναι αρκετό. Καλυτέρα να γίνουμε Θεοί.

Απάντησε ο άντρας και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, σηκώθηκε ένας φοβερός αέρας σε όλη τη χώρα. Ξαφνικά κοίταξαν από το παράθυρο τους και τι να δουν! Ένα πελώριο μαύρο πουλί, με μάτια που έλαμπαν σαν φωτιές στεκόταν εκεί και με μια βροντερή φωνή που έκανε τα πάντα να τρέμουν του είπε:

Θα ξαναπάτε πίσω στην κανάτα με το ξύδι και θα γίνεται τουρσί για τη μεγάλη αχαριστία σας.

Και την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα σε μια στενή κανάτα με ξύδι, ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μπορούν να κουνηθούν. Και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Το πάθημα της πονηρής αλεπούς

Το παραμύθι αναρτήθηκε από τον Τάσο Καπατζιά!

το πάθημα της πονηρής αλεπούςΠριν πολλά χρόνια, τότε που ακόμα τα ζώα μπορούσαν και μιλούσαν με τους ανθρώπους, σε ένα μακρινό χωριό ζούσε μια αλεπού. Μια αλεπού που πίστευε ότι ήταν η πιο πονηρή και έξυπνη αλεπού που υπάρχει. Συνέχεια καυχιόνταν ότι με την πονηράδα της ξεγελούσε τους ανθρώπους και τα περνούσε μια χαρά. Βέβαια πολλοί δε την πίστευαν και ποιο πολύ ένας καλός της φίλος, ο λύκος που την ήξερε καλά. Μια μέρα λοιπόν της είπε:

Ωραία τα λες αλεπού αλλά για να σε πιστέψω ότι λες αλήθεια θέλω να μου το αποδείξεις. Έτσι μόνο θα σε πιστέψω, τι θα κάνεις για πες μου;

Η αλεπού αφού σκέφτηκε λίγο, του απάντησε:

Για να μη νομίζεις ότι λέω ψέματα, κι εγώ με ένα αγκάθι θα σου φέρω ένα παιδί, αύριο τέτοια ώρα να είσαι εδώ και θα δεις!

…αυτά είπε η αλεπού και έφυγε για να κάνει αυτό που είπε. Χωρίς να χάσει καιρό παίρνει ένα αγκάθι το βάζει ανάμεσα στα δάχτυλα του ποδιού της και πλησιάζει μια γριά κάνοντας πως πονούσε πάρα πολύ. Η γριά μόλις την είδε προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Έτσι, έβγαλε το αγκάθι από το πόδι της αλεπούς. Η αλεπού αφού την ευχαρίστησε συνέχισε το δρόμο της. Μετά από λίγο επέστρεψε και ζήτησε το αγκάθι που της έβγαλε, τάχα για ενθύμιο, αλλά η γριά το είχε πετάξει και ήταν αδύνατο να το βρει. Η αλεπού άρχισε να κλαίει. Μάλιστα, έκλαιγε τόσο πολύ που η γριά την λυπήθηκε και τελικά της έδωσε μια κότα για να την παρηγορήσει. Η αλεπού σταμάτησε κατευθείαν το κλάμα και συνέχισε το δρόμο της. Μετά από λίγο πλησίασε έναν χωρικό και του ζήτησε να της φυλάξει για λίγο την κότα της για να τελειώσει μια δουλειά που είχε. Ο χωρικός δέχτηκε και την έβαλε μαζί με τα κουνέλια του. Η αλεπού μπήκε κρυφά και έφαγε την κότα αφήνοντας μόνο τα πούπουλα.

Μετά από λίγη ώρα γύρισε και ζήτησε την κότα της. Ο χωρικός πήγε να της την φέρει αλλά είδε μόνο τα πούπουλα. Μόλις το είπε στην αλεπού εκείνη άρχισε να κλαίει. Ο χωρικός την λυπήθηκε πολύ και της έδωσε την κουνέλα του για να την τιμωρήσει η αλεπού. Εκείνη μεμιάς σταμάτησε το κλάμα και συνέχισε το δρόμο της. Βράδιασε και η αλεπού πλησίασε έναν άλλο χωρικό και ζήτησε να της κρατήσει την κουνέλα μέχρι το πρωί. Ο χωρικός δέχτηκε και την έβαλε μαζί με τις κατσίκες του. Η αλεπού πάλι κρυφά πήγε και έφαγε την κουνέλα αφήνοντας μόνο το πετσί της και εξαφανίστηκε. Την άλλη μέρα το πρωί πήγε και ζήτησε την κουνέλα της αλλά ο χωρικός βρήκε μόνο το πετσί της. Η αλεπού έβαλε πάλι τα κλάματα και ο χωρικός επειδή την λυπήθηκε της έδωσε την κατσικούλα για να την τιμωρήσει. Η αλεπού και πάλι σταμάτησε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο της.

Η ώρα περνούσε και η πονηρή αλεπού έπρεπε να τελειώνει, δηλαδή να βρει το μωρό για να αποδείξει στο λύκο την εξυπνάδα της. Εκεί που περπατούσε άκουσε κλάματα μωρού και σκέφτηκε ότι εκεί έπρεπε να πάει για να πετύχει αυτό που ξεκίνησε. Χωρίς να χάσει καιρό πήγε και ζήτησε από τον νοικοκύρη να της φυλάξει για κάνα δυο ώρες την κατσικούλα της. Ο νοικοκύρης δέχτηκε και την έδεσε στο κρεβάτι του μωρού. Η αλεπού πάλι κρυφά μπαίνει στο δωμάτιο και τρώει την κατσικούλα αφήνοντας μόνο την προβιά της.

Μετά από δυο ώρες εμφανίστηκε και ζήτησε την κατσικούλα της. Ο νοικοκύρης όμως βρήκε μόνο την προβιά της. Αυτή τη φορά τα κλάματα της αλεπούς ήταν τόσο δυνατά που ακούγονταν σε όλο το χωριό. Ο νοικοκύρης την λυπήθηκε και της είπε να της δώσει μια άλλη κατσίκα. Αυτή τη φορά η αλεπού δε δέχτηκε και ζήτησε να της δώσει το μωρό του να το τιμωρήσει. Αυτό δε το δέχτηκε ο άνθρωπος και πήγαν στο πρόεδρο του χωριού να βρει μια λύση. Ο πρόεδρος του χωριού ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος που γνώριζε καλά την πονηρή αλεπού τα κατάλαβε όλα, αλλά δεν είπε τίποτα. Μάλιστα πήρε το μέρος της αλεπούς και η απόφαση που πήρε ήταν ότι έπρεπε να τιμωρηθεί το μωρό. Παίρνει λοιπόν ένα μεγάλο τσουβάλι και το δίνει στον νοικοκύρη για να βάλει μέσα το μωρό του και να το δώσει στην αλεπού.

Η αλήθεια ήταν πως κρυφά του είπε να βάλει μέσα τον ποιο άγριο σκύλο που είχε για να πάρει ένα καλό μάθημα η αλεπού. Αυτό έγινε. Πήγε σπίτι του και έβαλε μέσα τον ποιο άγριο σκύλο που είχε και τον παρέδωσε στην αλεπού κάνοντας μάλιστα το λυπημένο που θα έχανε το μωρό του. Η αλεπού χαρούμενη πάει και το δείχνει στο σκύλο με ενθουσιασμό για το ότι τα κατάφερε για άλλη μία φορά. Ο λύκος πείστηκε και έφυγε για το σπίτι του. Μόλις η αλεπού άνοιξε το τσουβάλι αντί για μωρό από μέσα πετάχτηκε ο σκύλος και ακόμα η αλεπού τρέχει για να μην την κάνει κομματάκια. Το μόνο που πέτυχε ήταν να φύγει ο λύκος και να μη δει το ρεζιλίκι της!

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λένε τα παραμύθια…

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: