Ελληνικά παραμύθια

Η κηδεία της γουρούνας

Αρχής του παραμυθιού καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Ήταν κάποτε ένας κτηνοτρόφος, όχι πολύ μεγάλος σε ηλικία. Έβγαζε καλά χρήματα από τα ζώα και ήξερε να διασκεδάζει. Ήταν και πολύ χωρατατζής. Του άρεσε να κάνει πλάκες στους άλλους.

Μια φορά, του είχε ψοφήσει η γουρουνομάνα του. Κίνησε λοιπόν για την εκκλησία και συνάντησε τον παπά μόλις τελείωσε η λειτουργία. Με σοβαρό ύφος του ζήτησε να κηδέψει την γουρούνα του. Ο παπάς στην αρχή νόμισε ότι τον κοροϊδεύει μα όταν είδε ότι ο κτηνοτρόφος επέμενε, ο παπάς έβαλε τις φωνές.

Μα τι μου τσαμπουνάς βρε χριστιανέ μου. Πώς είναι δυνατόν να κηδέψω ένα ζώο; Μία γουρούνα; Αν είναι δυνατόν!

Ο παπάς άλλαξε πολλά χρώματα από τα νεύρα του και ήταν έξω φρενών. Ο κτηνοτρόφος πάλι ήταν πολύ ήρεμος και μόλις ο παπάς σταμάτησε να μιλάει του είπε πως θα τους έδινε πέντε χρυσές λίρες ανταμοιβή. Μόλις άκουσε για τις λίρες ο παπάς, άλλαξε τροπάριο αμέσως και γρήγορα δέχτηκε να κάνει την κηδεία της γουρούνας.

Μετά από μέρες το νέο μαθεύτηκε κι έφτασε στα αφτιά του δέσποτα. Εξαγριωμένος πήρε τον δρόμο για το χωριό και ζήτησε να συναντηθεί με τον κτηνοτρόφο και τον παπά. Άρχισε να τους φωνάζει και τους δύο. Να τους μαλώνει και να τους αποκαλεί αμαρτωλούς και ασεβείς. Ο παπάς μαζεύτηκε σε μια γωνιά και ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί από την ντροπή του. Μα ο κτηνοτρόφος ήρεμος και πάλι γύρισε και είπε στον δέσποτα.

Δέσποτα, συγχώρα με αν μέσα στον πόνο μου σε ξέχασα, μα επιθυμία της γουρούνας ήταν να σου δώσω κι εσένα δέκα χρυσές λίρες.

Ο δεσπότης σαν το άκουσε αυτό, κοίταξε κατάματα τον κτηνοτρόφο και του είπε:

Λες αλήθεια; Βρε την μακαρίτισσα…ώστε με θυμήθηκε κι εμένα στα τελευταία της; Να με ενημερώσετε στα σαράντα για να έρθω να της διαβάσω κι εγώ καμιά ευχή!

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Ο γέροντας των Φώτων!

Διασκευή-Απόδοση: Αδελαϊς Ράπτη

Μια φορά, σε ένα φτωχό χωριό, ζούσανε δυο φίλοι, ο Γιωργής κι ο Κωσταντής. Εκεί δεν υπήρχαν μεγάλα χωράφια και τα ζώα ήταν λίγα. Έτσι οι οικογένειες τα έβγαζαν δύσκολα πέρα.
Όμως οι άνθρωποι ήταν πολύ χαρούμενοι. Κάθε πρωί καλημερίζονταν. Για τις δουλειές του καθενός μαζευόταν όλο το χωριό και βοηθούσαν ο ένας τον άλλον. Τα βράδυα κανένας δεν κλείδωνε την πόρτα του γιατί δεν φοβόταν.
Μόνο οι δυο φίλοι ήταν πάντα σκυθρωποί. Όλα τους φαινόταν λίγα. Δεν χόρταιναν, δεν γέλαγαν, όλα τους ενοχλούσαν! Αποφάσισαν λοιπόν να φύγουν από το χωριό. Κι ας ήταν παραμονές Χριστουγέννων. Όλοι οι χωριανοί κατέβηκαν στην άκρη του χωριού και τους έδωσαν από κάτι να βάλουν στο ταγάρι τους, ό,τι μπορούσε ο καθένας. Τελευταίος έμεινε ο γέρος σοφός του χωριού τους.

Εγώ δεν έχω σπουδαία πράγματα να σας δώσω. Πάρτε από ένα κουτί που όμως θα το ανοίξετε όταν θα έχετε ανάγκη μεγάλη. Και θα σας πω και μια συμβουλή…
Μια σαύρα, ένας κύκλος και δυο κλειδιά θα σας σώσουν!

…είπε ο γέροντας και τους αποχαιρέτισε.

Έντεκα μέρες περπάταγαν ώσπου βρέθηκαν σε ένα φαλακρό βουνό. Μήτε δέντρο, μήτε νερό δεν έβρισκες εκεί. Παντού βράχια. Μόνο ψηλά στην κορυφή φαινόταν δέντρα πολλά και στην μέση τους ένα έλατο τόσο ψηλό και μεγάλο που λες και ακούμπαγε τον ουρανό.
Ξεκίνησαν λοιπόν τον ανήφορο να φτάσουν εκεί, να ξεκουραστούν. Μα όσο αυτοί ανέβαιναν τόσο η κορυφή ξεμάκραινε. Οι δυο φίλοι σταμάτησαν απελπισμένοι και κάθησαν σε έναν βράχο να βρουν μια λύση. Τότε πετάχτηκε ο Γιωργής και είπε στον φίλο του:

Μια σαύρα! Πρέπει να βρούμε μια σαύρα, όπως μας συμβούλεψε ο γερο-σοφός! Ας χωριστούμε και όποιος την βρει, την ακολουθεί. Μόλις νυχτώσει θα γυρίσουμε εδώ και θα μοιραστούμε ό,τι βρήκαμε.

Ο Κωσταντής όσο κι αν έψαξε δεν βρήκε τίποτε. Ο Γιωργής όμως βρήκε μια σαύρα ανάμεσα στις πέτρες και την ακολούθησε με προσοχή. Εκείνη πήγε και χώθηκε στην τρύπα ενός βράχου. Σκύβει ο Γιωργής να δει και βλέπει έναν μικρό λάκκο με λίγο νεράκι και δίπλα δύο χούφτες βρασμένους σπόρους. Άπλωσε το χέρι να βάλει τους σπόρους στο μαντήλι και το νερό στο παγούρι. Όμως, από την πολλή πείνα και δίψα, δεν άντεξε. Έπεσε με τα μούτρα και ήπιε κι έφαγε χωρίς να κρατήσει τίποτε για τον καημένο τον Κωνσταντή. Γύρισε λοιπόν, πίσω με άδεια τα χέρια και βρήκε τον φίλο του μισοπεθαμένο. Ο Γιωργής, γεμάτος λύπη κι ενοχή, τον άφησε εκεί και συνέχισε τον δρόμο για τη κορυφή μήπως και βρει τίποτε να φέρει. Μέχρι να φτάσει επάνω η πείνα και η δίψα είχαν και πάλι θεριέψει.

Όταν πια ανέβηκε, βρέθηκε σε έναν πανέμορφο κήπο, γεμάτο δέντρα με όμορφους καρπούς. Στην μέση, υψωνόταν το τεράστιο έλατο που το έβλεπαν από τους πρόποδες του βουνού. Δίπλα του υπήρχε μια λίμνη με καθάρια νερά. Τρέχει ο Γιωργής να πιει νερό, μα μόλις ακούμπησε τα χείλια του στην άκρη της, η λίμνη… ξεράθηκε! Άπλωσε το χέρι του να κόψει ένα μήλο από το διπλανό δέντρο μα η μηλιά ξεράθηκε κι αυτή! Ο Γιωργής τραβήχτηκε απογοητευμένος πίσω και τότε η λίμνη ξαναγέμισε νερό και η μηλιά έβγαλε ξανά ζουμερά μήλα. Προσπάθησε πολλές φορές να πλησιάσει μα κάθε φορά συνέβαινε το ίδιο. Είχε αρχίσει πια να νυχτώνει, όταν ξαφνικά, εμφανίστηκε μπροστά του ένας ψηλός γέροντας, με κάτασπρα μαλλιά και λαμπερά λευκά ρούχα.

%ce%bf-%ce%b3%ce%ad%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%b1%cf%82-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%86%cf%8e%cf%84%cf%89%ce%bdΕίμαι ο Γέροντας των Φώτων. Εδώ είναι το σπίτι μου. Τα δέντρα και η λίμνη είναι φίλοι μου και έχουν εχθρό τους όποιον προδίδει την φιλία. Και ξέρουμε ότι, πριν λίγο, εσύ πρόδωσες τον καλύτερό σου φίλο. Όμως σήμερα, είναι παραμονή των Φώτων και σε λυπήθηκα. Αποφάσισα να σου δώσω μια ευκαιρία να σώσεις την ζωή σου αν σώσεις κι εσύ την μοίρα της γης!

…είπε ο γέρος; κι έδειξε το μεγάλο έλατο στον Γιωργή, που είχε χάσει την μιλιά του από τον φόβο του. Ύστερα είπε πάλι:

Σε αυτό το δέντρο κατοικεί η μοίρα της γης. Κάθε Χριστούγεννα βγαίνουν παράξενοι καλικάντζαροι, που δεν μοιάζουν με τους άλλους, και προσπαθούν να ρίξουν κάτω το δέντρο. Κρύψου καλά και μόλις τους δεις σκέψου έναν τρόπο να σώσεις το δέντρο και την μοίρα της γης. Απόψε είναι η τελευταία τους ευκαιρία.

Αυτά είπε κι εξαφανίστηκε! Κρύφτηκε ο Γιωργής και περίμενε. Σε λίγο, εμφανίστηκαν οι καλικάντζαροι, άγριοι, βρώμικοι και αντί για χέρια είχαν κάτι μακριές κουτάλες που έφταναν μέχρι το χώμα. Άναψαν μεγάλη φωτιά, έβαλαν επάνω ένα καζάνι με νερό κι έριξαν μέσα βατράχια, φίδια και σκουλήκια να τα μαγειρέψουν. Όταν όμως το σιχαμερό φαγητό τους ετοιμάστηκε δεν μπορούσαν να βάλουν στο στόμα τους ούτε μια μπουκιά γιατί τα κουταλόχερά τους ήταν τόσο μακριά που κανένας δεν μπορούσε να ακουμπήσει το φαγητό στα χείλη του. Θυμωμένοι τότε και αγριεμένοι από την πείνα, ορμούσαν με δύναμη επάνω στο δέντρο που ίσα ίσα κρατιόταν από μια άκρη και ήταν έτοιμο να πέσει κάτω και να χαθεί έτσι η μοίρα της Γης.

Ο Γιωργής προσπαθούσε με αγωνία να βρει έναν τρόπο να μην γίνει το κακό. Θυμήθηκε τότε την δεύτερη συμβουλή του γερο-σοφού συγχωριανού του. Ένας κύκλος σκέφτηκε και πετάχτηκε από την κρυψώνα του. Οι καλικάντζαροι, μόλις τον είδαν, σταμάτησαν να χτυπούν το δέντρο και όρμησαν να σκοτώσουν εκείνον. Μα ο Γιωργής τους φώναξε:

Περιμένετε! Μπορώ να σας βοηθήσω να φάτε και να χορτάσετε.

Εκείνοι τον αγριοκοίταξαν αλλά σταμάτησαν και περίμεναν τα λόγια του με δυσπιστία και ανησυχία. Πεινούσαν χρόνια τώρα και θέλανε να ακούσουν τι είχε να τους πει αυτός ο ανθρωπάκος.

Ακούστε τι θα κάνετε! Σχηματίστε όλοι έναν κύκλο γύρω από το καζάνι με το φαγητό. Θα βουτάτε τις κουτάλες σας, θα γεμίζετε με φαγητό και θα ταϊζετε αυτόν που είναι απέναντί σας. Έτσι, χωρίς να κουραστείτε και βοηθώντας ο ένας τον άλλον, θα χορτάσετε όλοι!

Οι καλικάντζαροι με τα κουταλόχερα, κοιτάχτηκαν απορημένοι, έκαναν έναν κύκλο γύρω από το καζάνι και, δειλά-δειλά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά, άρχισαν να ταϊζουν ο ένας τον άλλον. Και όσο χόρταιναν τόσο ηρεμούσαν και άρχισαν να γελάνε σαν τα παιδιά και μερικοί έκαναν και τούμπες από την χαρά τους!
Τότε, εμφανίστηκε πάλι δίπλα στον Γιωργή ο λευκός γέροντας και σηκώνοντας το χέρι του, του έδειξε το δέντρο της Γης που, όση ώρα οι καλικάντζαροι έτρωγαν και γέλαγαν, εκείνο είχε δέσει και ήταν πάλι ολόκληρο. Κοίταξε χαμογελώντας τον Γιωργή και του είπε:

Εύγε! Τα κατάφερες!

Ο Γιωργής όμως έσκυψε το κεφάλι και απάντησε:

Kαι τι να το κάνω; Τι με νοιάζει; Εγώ έχασα τον καλύτερό μου φίλο!

Μην απελπίζεσαι, Γιωργή! Ο δρόμος σου τώρα αρχίζει!

…και με αυτά τα λόγια ο γέροντας των Φώτων χάθηκε πάλι.

Όμως, κι ο Γιωργής, πριν προλάβει να τον φωνάξει, βρέθηκε ξανά μπροστά στον βράχο που τον είχε οδηγήσει η σαύρα. Κι όταν έσκυψε να κοιτάξει μέσα από την τρύπα του βράχου, είδε έκπληκτος ότι ο λάκκος είχε πάλι νεράκι και δίπλα του υπήρχαν ακόμη οι βρασμένοι σπόροι. Χωρίς να χάσει λεπτό γέμισε το παγούρι του, έβαλε και τους σπόρους στο μαντήλι του και έτρεξε να συναντήσει τον αγαπημένο του φίλο. Όταν έφτασε στο σημείο που είχαν χωριστεί με τον φίλο του, βρήκε τον Κωνσταντή να τον περιμένει σαν να μην είχαν χωριστεί την προηγούμενη μέρα. Μα τι είχε συμβεί; Ήταν όνειρο; Ήταν θαύμα;

Τίποτε δεν βρήκα, Γιωργή.

…του είπε λυπημένος ο φίλος του.

Μην στεναχωριέσαι Κωνσταντή. Κάτι βρήκα εγώ και για τους δυο μας.

Ήταν λιγοστό αυτό που έφαγαν και ήπιαν μα πήρανε λίγο δύναμη και άρχισαν να κουβεντιάζουν τι θα κάνουν. Έβαλε ο Κωσταντής το χέρι στο δισάκι του μήπως βρει τίποτε χρειαζούμενο και έπιασε το κουτί που τους είχε δώσει ο γέρο-σοφός την μέρα που άφηναν το χωριό τους. Έβγαλε κι ο Γιωργής το δικό του. Για μεγάλη τους έκπληξη μόλις άνοιξαν τα δυο κουτιά, είδανε ότι τα κλειδιά που υπήρχαν μέσα ήταν τα κλειδιά του σπιτιού τους.
Κατάλαβαν λοιπόν, ποιο ήταν το μήνυμα. Ότι δηλαδή, το ομορφότερο μέρος του κόσμου ήταν ο δικός τους τόπος, οι δικοί τους άνθρωποι που τους αγαπούσαν. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής και όταν έφτασαν στο χωριό όλοι έτρεχαν και τους αγκάλιαζαν.

Από τότε τριγυρνούσαν πάντα μαζί και ήταν πάντα χαμογελαστοί και ευγενικοί με όλους και βοηθούσαν όποιον είχε ανάγκη.

Ψέμματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια!!!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,,,,, | Σχολιάστε

Οι γάμοι των Θεών

Μύθος του Αισώπου – 

Όλοι οι αρχαίοι Θεοί, παντρεύτηκαν με κλήρο που τράβηξαν. Τελευταίος από τους άντρες έμεινε ο Θεός Πόλεμος και μοναδική γυναίκα Θεά, η Ύβρις. Αυτήν ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε ο Πόλεμος κι από τότε την ακολουθεί όπου πηγαίνει.

Έργο που απεικονίζει 20 αρχαίους Θεούς, από τον Raffaello Sanzio, γνωστό ως Raphael (1483-1520)

Έργο που απεικονίζει 20 αρχαίους Θεούς, από τον Raffaello Sanzio, γνωστό ως Raphael (1483-1520)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Ηρακλής και Πλούτος

Μύθος του Αισώπου –

Ο Ηρακλής του Λύσιππου (4ος αιώνας π.Χ.)

Ο Ηρακλής του Λύσιππου (4ος αιώνας π.Χ.)

Όταν ο Ηρακλής έγινε ίσος με τους Θεούς, παραβρέθηκε μια μέρα σε ένα γεύμα μαζί τους. Ήταν με όλους φιλικός και εγκάρδιος. Μόλις όμως συνάντησε τον Πλούτο, έστρεψε το πρόσωπό του σε άλλη μεριά.

Ο Δίας που το πρόσεξε, τον πλησίασε και του ζήτησε εξηγήσεις, γιατί ενώ είναι φιλικός με όλους τους Θεούς, περιφρονεί τον Πλούτο. Ο Ηρακλής τότε του απάντησε:

Τον περιφρονώ γιατί όσο βρισκόμουνα ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Πλούτος συναναστρεφότανε κυρίως τους κακούς.

Διήγηση για όσους απόκτησαν πλούτο, αλλά δεν έχουν καλή συμπεριφορά!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Παίζουμε ένα…παραμύθι;

Ένα παιχνίδι για να δημιουργούμε παραμύθια, ένα παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους. Χθες, «ρίξαμε τα ζάρια» και το παιχνίδι άρχισε διαδικτυακά στην ομάδα των Παραμυθάδων στο facebook. Οι φιγούρες-εικόνες, μας δείχνανε το δρόμο και η φαντασία του καθενός άρχισε να ζωγραφίζει με τις λέξεις. Πιο συγκεκριμένα: Τα ζάρια φέρανε, ένα αυτοκίνητο, μια φωτιά, έναν δράκο, ένα κέικ, δέντρο, κλειδί, δαχτυλίδι, αεροπλάνο κι έναν μαγνήτη. Η Μέλη Μίχα, η Γεσθημανή Κούφτα, η Αρετή Τσιφλίδου, η Αδελαϊδα Ράπτη, η Μαρία Παπακωνσταντίνου, η Αναστασία Ασβεστά κι η Ευαγγελία Θεοδωρίδου, φαντάστηκαν κι έγραψαν:

Κυβομυθίες

«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από χρόνια, ζούσε ένα νεαρό ζευγάρι. Οι δυο τους ήταν πολύ αγαπημένοι, αλλά η μοίρα κάποια στιγμή θέλησε να τους χωρίσει. Μία μέρα και εκεί που κάθονταν αμέριμνοι και έπιναν το καφεδάκι τους… χτύπησε το τηλέφωνο! Η φωνή στην απέναντι γραμμή έλεγε πως το αγόρι έπρεπε να ταξιδέψει μακριά. Χωρίς να υπάρχει άλλη λύση, με ένα αποχαιρετιστήριο φιλί εκείνος μπήκε στο αεροπλάνο και πέταξε μακριά.

Πέρασε πόλεις και χωριά, απέραντες πολιτείες. Ταξίδεψε πάνω από ωκεανούς, θάλασσες φουρτουνιασμένες, ώσπου κάποια στιγμή το αεροπλάνο προσγειώθηκε σε μια μαγική πολιτεία! Το αγόρι περπάτησε ώρες πολλές σκεφτικό σαν κάτι να το βασάνιζε. Κάποια στιγμή βρέθηκε μπροστά σε ένα πανύψηλο δέντρο και κάθισε λίγο να ξεκουραστεί! Δεν ήταν όμως ένα συνηθισμένο δέντρο, δεν έμοιαζε με τα άλλα δέντρα είχε κάτι το μαγικό εκεί κάτω στο μεγάλο κορμό του.

Εάν παρατηρούσες λίγο πιο καλά θα διέκρινες ότι οι ρίζες που φαίνονταν από το έδαφος σχημάτιζαν ένα δαχτυλίδι.

Τι περίεργο

…μονολόγησε το αγόρι και άρχισε να παρατηρεί περισσότερο ώσπου τελικά διέκρινε ότι σχηματιζόταν επίσης και δύο γράμματα. Δεν ήταν τυχαία γράμματα. Ήταν τα αρχικά του δικού του ονόματος και της αγαπημένης του.

Γιατί όμως βρέθηκε εκεί; αναρωτήθηκε το αγόρι.

Έσκυψε λίγο πιο κοντά να δει καλύτερα και τότε μια δύναμη, κάτι σαν δυνατός μαγνήτης τον τράβηξε από το μικρό σιδερένιο βαρελάκι που φορούσε στο λαιμό του. Του το είχε δώσει η καλή του όταν έφευγε, με την εντολή να το ανοίξει όταν πια δεν θα άντεχε να ζει μακριά της.

Είχε μέσα ένα κλειδί. Το πήρε και άρχισε να ψάχνει τι θα μπορούσε να ανοίξει μ’αυτό. Τελικά, εκεί στη ρίζα του δέντρου ανάμεσα στα αρχικά τους είδε μια κλειδαριά. Έβαλε το κλειδί και άνοιξε. Μια σκάλα εμφανίστηκε και άρχισε να την κατεβαίνει.

Πριν πατήσει το πόδι του στο τελευταίο σκαλί ένας γουργουριστός θόρυβος ακούστηκε. Γύρισε πίσω και δύο κίτρινα φώτα αναβόσβησαν και τελικά έμειναν σταθερά να τον φωτίζουν. Αυτό τον βοήθησε να δει ότι κάτω από την σκάλα δεν υπήρχε τίποτα. Έπρεπε να τεντώσει το πόδι του προς την πλευρά που το παράξενο πλάσμα στεκόταν ακόμα και γουργούριζε. Κατάφερε εύκολα να φτάσει το έδαφος, σταθεροποιήθηκε και πλησίασε το….πλάσμα, το οποίο δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα μικρό παλιό mini cooper.

Το αγόρι μπήκε στο αυτοκίνητο. Μέσα στο μικρό αυτοκίνητο το αγόρι αντίκρισε κατάπληκτο έναν δράκο. Το αγόρι φοβήθηκε πολύ, αλλά δεν το έδειξε. Ο δράκος τον πλησίασε και τότε το αγόρι έκλεισε έντρομο τα μάτια του! Όμως ο δράκος απ’ ότι φαινόταν δεν ήθελε να κάνει κακό στο αγόρι, ίσα-ίσα, με ανθρώπινη λαλιά του είπε:

Τόσα χρόνια κλεισμένος εδώ μέσα δεν έχω αντικρύσει κανέναν, η χαρά μου είναι μεγάλη που σε βλέπω, γι’ αυτό λοιπόν, είμαι έτοιμος να εκπληρώσω μια επιθυμία σου.

Το αγόρι ξεκίνησε να λέει την επιθυμία του…

Επιθυμώ ένα καπ κέικ!

…είπε!

Με σοκολάτα με φράουλα με όλα τα καλά!!! Να γλυκαθώ να τρελαθώ και ξάπλα να την πέσω να ονειρευτώ, να θυμηθώ πως στο κορίτσι αρέσω!

Κι έτσι αφού ο δράκος με μια μόνο κίνηση του φερε το cup cake, πήρε απο το χέρι το αγόρι και πήγαν σε ενα μέρος ήρεμο, που πέταγαν πουλιά χρυσοπράσινα, είχε δέντρα που αντί για φρούτα, είχαν τηγανίτες με μήλο και σοκολάτα. Είχε όμως ένα ξέφωτο. Πήγαν δράκος και αγόρι κάθισαν και με μια κίνηση ο δράκος άναψε μια φωτιά. Τότε το αγόρι ρώτησε τον δράκο για την ζωή του. Και άρχισε ο δράκος να λέει και να λέει…μα σταμάτησε και ρώτησε το αγόρι για τη δική του ζωή. Ήταν βλέπεις πιο σύντομη η ζωή του αγοριού σε σχέση με την ζωή του δράκου που ζούσε τόσααααα χρόνια. Και άρχισε το αγόρι να λέει τη ζωή του και όταν έφτασε στην αγαπημένη του, ένας λυγμός και ένα δάκρυ τον έκανε και σταμάτησε…και πήρε μια βαθιά ανάσα αλλά ο δράκος έκλεισε το μάτι και ωωωωωπ ήρθε ο Ύπνος και πήρε το αγόρι. Ταξίδευε στα όνειρά του μα σαν ξύπνησε βρέθηκε στην αγκαλιά της αγαπημένης του.

Και γλέντια τρικούβερτα γινήκαν και ήμουν και εγώ εκεί και μου ‘δωκαν να πιω μια κούπα απο κρασί!»

Αν κάποιος από εσάς, θέλει να δοκιμάσει την φαντασία του, … κοπιάστε. Γράψτε μας την δική σας εκδοχή με τις συγκεκριμένες φιγούρες κι εμείς θα το αναρτήσουμε στην σελίδα μας. Καλη ψυχαγωγία!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια στα δίχτυα | 1 σχόλιο

Ο Συμιγδαλένιος

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα της αφεντιάς σας.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Το παλάτι του πρώτου βασιλείου. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχαν δύο βασίλεια. Στο ένα ζούσε ένας βασιλιάς μαζί με την γυναίκα του και την καλόκαρδη κόρη τους. Και στο άλλο ένας άλλος βασιλιάς που επίσης ζούσε με την γυναίκα του και την κόρη του. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα του πρώτου βασιλείου ήθελαν να παντρέψουν την μονάκριβή τους. Μια μέρα λοιπόν λέει ο βασιλιάς στην κόρη του:

Άκου κόρη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να παντρευτείς και να κάνεις κι εσύ την δική σου οικογένεια.

Να παντρευτώ πατέρα μου αλλά ακόμα δεν έχει έρθει η ώρα.

…απάντησε η κόρη του.

Ο βασιλιάς δεν πήρε πολύ στα σοβαρά την απάντηση της κόρης του κι έτσι άρχισε να τις φέρνει διάφορους γαμπρούς για να επιλέξει τον καλύτερο.

Όχι πατέρα μου. Δεν θέλω κανέναν από αυτούς. Κάτι άλλο θέλω. Μπορείς να μου το κάνεις;

Πες το κόρη μου και αμέσως θα φροντίσω να το έχεις.

Να, θέλω να μου φέρεις ένα τσουβάλι αμύγδαλα, ένα τσουβάλι σιμιγδάλι κι ένα τσουβάλι ζάχαρη.

Να σου τα φέρω κόρη μου αλλά τι θα τα κάνεις όλα αυτά;

Φέρτα εσύ και μη σε νοιάζει.

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι 2

Η βασιλοπούλα με το σιμιγδάλι. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Ο βασιλιάς λοιπόν δεν έχασε καιρό. Πήγε πήρε ο,τι του ζήτησε η μονάκριβή του και περίμενε να δει τι θα τα έκανε. Τότε η βασιλοπούλα του είπε:

Ευχαριστώ πατέρα μου. Τώρα θα κλειδωθώ στο δωμάτιό μου για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και δεν θέλω να με αναζητήσει κανείς.

Ο βασιλιάς και η βασίλισσα αν και ανησύχησαν σεβάστηκαν την επιθυμία της κόρης τους. Για σαράντα ολόκληρες ημέρες δεν την ενόχλησαν καθόλου.

Η βασιλοπούλα κλειδώθηκε στο δωμάτιό της, έσπασε τα αμύγδαλα, τα καθάρισε όλα, ζύμωσε το σιμιγδάλι μαζί με την ζάχαρη και έφτιαξε έναν άνθρωπο. Αφού τον έφτιαξε καθόταν από πάνω του, τον λιβάνιζε και του έλεγε:

Δεν μου μιλείς μάτια μου, δε μου μιλείς φως μου;

Αυτό το έκανε για σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες και έκλαιγε και λυπότανε πολύ. Το τελευταίο βράδυ ξαφνικά μέσα στην απόλυτη ησυχία ακούστηκε μια φωνή:

Αχ! Τι γλυκά που κοιμόμουνα κι εσύ με ξύπνησες. Ποια είσαι;

Ήταν ο σιμιγδαλένιος. Η βασιλοπούλα σαστισμένη γεμάτο χαρά όμως απάντησε:

Εγώ είμαι αυτή που σε έπλασα και που θα σε παντρευτώ.

Βγαίνει από το δωμάτιο η βασιλοπούλα πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει τα ευχάριστα νέα.

Πατέρα και μητέρα μου, αυτός είναι ο άντρας που θα παντρευτώ. Ο Σιμιγδαλένιος μου. Τον έπλασα εγώ η ίδια. Έβαλα όλη μου την αγάπη. Τον έκανα από αμύγδαλο που συμβολίζει την γονιμότητα για να κάνουμε πολλά παιδιά, και από ζάχαρη για να είναι η ζωή μας γλυκιά και τέλος από σιμιγδάλι για να είμαστε πάντα ευτυχισμένοι.

Στο παλάτι όλοι ήταν χαρούμενοι. Κάλεσαν όλον τον κόσμο στον γάμο. Και ξεκίνησαν τα τραγούδια, οι φωνές, τα γέλια…

Τώρα μεταφερόμαστε στο δεύτερο βασίλειο, που σε αυτό ζούσε όπως είπαμε ένας άλλος βασιλιάς με την γυναίκα και την κόρη του. Η κόρη όμως αυτού του βασιλιά ήταν κακιά, εγωίστρια και κακομαθημένη και τα ήθελε όλα δικά της. Έτσι λοιπόν μόλις έμαθε για τον σιμιγδαλένιο τον ήθελε για δικό της άντρα. Ο πατέρας της, της έλεγε:

Βρε κόρη μου, που να τον βρούμε; Αφού τον έχει άλλη.

Δε με νοιάζει. Εγώ τον θέλω για μένα. Αν δεν μου τον φέρεις θα αρρωστήσω.

Πράγματι, αρρώστησε η κόρη του από τον καημό. Τι να κάνει ο βασιλιάς. Δεν μπορούσε να βλέπει την κόρη του σε αυτήν την κατάσταση. Έτσι συνεννοήθηκε με την γυναίκα του και είπαν:

Λοιπόν γυναίκα θα φτιάξουμε ένα πλοίο και θα το φορτώσουμε με χρυσαφικά, γυαλικά, ρούχα… ό,τι μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους. Θα πάει το πλοίο στο διπλανό βασίλειο για να πουλήσει την πραμάτεια του και μόλις ανέβει ο σιμιγδαλένιος στο πλοίο για να αγοράσει αυτό που θέλει θα τον κλέψουμε.

Η βασίλισσα μην έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και διέταξαν αμέσως τους εργάτες να ετοιμάσουν το πλοίο. Αφού το έφτιαξαν ο βασιλιάς είπε στο πλήρωμα:

Θα πάτε κάτω από το σπίτι που βρίσκεται ο Σιμιγδαλένιος και μόλις τον δείτε να ανεβαίνει στο πλοίο θα σηκώσετε τα πανιά και θα φύγετε αμέσως. Προσέξτε όμως να μη σας δει κανείς.

Φόρτωσαν το πλοίο και ξεκίνησαν. Σύντομα, έφτασε κάτω από το σπίτι του Σιμιγδαλένιου. Μόλις ξύπνησαν οι δούλες και είδαν το πλοίο γεμάτο χρυσαφικά, ασημικά, γυαλικά και ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς πήγαν αμέσως στην βασιλοπούλα να της το πουν. Τότε η αθώα βασιλοπούλα χωρίς να σκεφτεί το κακό που ήθελε να της κάνει η βασιλοπούλα του δεύτερου βασιλείου είπε στον Σιμιγδαλένιο να πάει στο πλοίο και να πάρει ό,τι θέλει.

Τι τα θέλουμε εμείς όλα αυτά; Δε τα χρειαζόμαστε.

Σιμιγδαλένιε μου από αυτά τα γυαλικά δεν έχουμε. Από αυτά θέλω να πας να πάρεις.

Όχι βρε γυναίκα. Δεν τα χρειαζόμαστε. Τόσα γυαλικά έχουμε.

Να πας Σιμιγδαλένιε μου, να πας. Αυτά που έχουμε έχουν παλιώσει.

Καλά λοιπόν, πηγαίνω.

Τι να κάνει λοιπόν ο Σιμιγδαλένιος, πήγε. Το πλήρωμα αμέσως τον αναγνώρισε. Τον έβαλε στο πλοίο και όση ώρα του έδειχναν ό,τι καλό είχαν, σήκωσαν τα πανιά και εξαφανίστηκαν. Τον πήρανε τον Σιμιγδαλένιο και τον πήγαν στο παλάτι του άλλου του βασιλιά. Εκεί η βασιλοπούλα τον περίμενε πως και πως. Μόλις τον είδε τον πλησίασε και του έδωσε να πιει ένα ποτήρι νερό.

Καλωσόρισες ξένε στο παλάτι μας. Ορίστε! Πάρε να πιεις αυτό να δροσιστείς.

Ο Σιμιγδαλένιος χωρίς να το σκεφτεί πίνει το νερό και στη στιγμή ξέχασε την γυναίκα του. Ξέχασε όλη την μέχρι τότε ζωή του. Η βασιλοπούλα είχε βάλει στο νερό ένα μαγικό φίλτρο για να μην θυμάται τίποτα. Έτσι αφού τον ξεγέλασε με αυτόν τον τρόπο τον πήρε για άντρα της.

Ας αφήσουμε τώρα τον Σιμιγδαλένιο με τη δεύτερη γυναίκα του και ας πάμε στην πρώτη.
Η πρώτη γυναίκα του μόλις ήρθε το μεσημέρι και δεν φάνηκε ο Σιμιγδαλένιος άρχισε να αναρωτιέται και να ανησυχεί.

Που είναι ο Σιμιγδαλένιος; Γιατί δεν επέστρεψε; Έφυγε; Και αν έφυγε που πήγε; Και γιατί να φύγει; Σιμιγδαλένιε μου; Σιμιγδαλένιε μου που είσαι;

Άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ο βασιλιάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τότε η βασιλοπούλα είπε στον πατέρα της.

Πατέρα μου θα φύγω.

Μα που θα πας παιδάκι μου;

Θα φύγω πατέρα. Θα πάω να βρω τον σιμιγδαλένιο μου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Η βασιλοπούλα ψάχνει τον σιμιγδαλένιο της. Από την ζωγράφο-εικαστικό Κωνσταντίνα Σιδηροπούλου.

Χωρίς να χάσει καιρό βγήκε στους δρόμους η βασιλοπούλα και άρχισε να τον ψάχνει. Γύριζε μέρες, νύχτες… Έγινε αγνώριστη. Μια μέρα εκεί που περπατούσε συνάντησε μια γυναίκα. Με το στήθος της πάνιζε, με το στήθος της φούρνιζε. Την πλησίασε και της είπε.

Θεία, τι κάνεις εδώ; Κάτσε να σε βοηθήσω.

Της φτιάχνει ένα πανόξυλο και της λέει:

Να θεία, έτσι πανίζουν και φουρνίζουν.

Τότε η θεία της απαντάει:

Αχ παιδάκι μου! Ο Θεός να στο ξεπληρώσει το καλό που μου έκανες.

Θεία, θέλω να με γιατρέψεις.

Και τι γιατρειά θέλεις να σου κάνω;

Ποια είσαι εσύ;

Εγώ παιδάκι μου είμαι μάνα, κι έχω τον ήλιο γιο.

Αχ θεία. Να καθίσω να του πω για τον Σιμιγδαλένιο μου.

Ου… Παιδάκι μου… Τρελάθηκες; Αν καθίσεις θα σε φάει.

Κρύψε με εσύ θεία να του πω κι εγώ τον καημό μου. Σε παρακαλώ.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα, την λυπήθηκε η μάνα του ήλιου και την έκρυψε κάτω από το τραπέζι. Μόλις βασίλεψε ο ήλιος πήγε στην μάνα του.

Καλησπέρα σταυρομάνα.

Καλησπέρα γιε μου.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να την βρω εγώ την ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Απαπα.. Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Κατέβασε η μάνα του το καζάνι με το φαγητό, του έβγαλε ψωμί, νερό και αφού ο ήλιος έφαγε όλο το φαγητό του λέει:

Πεινάς άλλο παιδάκι μου;

Όχι μάνα.

Σαν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτήν;

Όχι μάνα, όχι, δεν πεινάω άλλο.

Σαν δεν πεινάς να βγει μια κοπελιά να σου πει τον καημό της. Βγες παιδάκι μου.

Της λέει η θεία και η βασιλοπούλα βγήκε και λέει στον ήλιο:

Ήλιε μου λαμπρέ, λαμπρέ και λαμπρογεμισμένε, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω καλή μου εγώ; Εγώ το πρωί βγαίνω και το βράδυ είμαι πίσω. Στο φεγγάρι να πας που γυρίζει όλη νύχτα. Άντε μάνα, δώς της και ένα καρύδι.

Έδωσε η μάνα το καρύδι, τους ευχαρίστησε η βασιλοπούλα, τους χαιρέτησε και ξεκίνησε να πάει να βρει το φεγγάρι. Μόλις έφτασε στην μάνα του φεγγαριού, αυτή μαγείρευε και ετοίμαζε για να έρθει το φεγγάρι να φάει. Η βασιλοπούλα άρχισε να την παρακαλάει για να πει τον καημό της στον γιο της. Μετά από λίγο λέει η φεγγαρομάνα:

Άντε, φύγε τώρα γιατί θα έρθει το φεγγάρι και θα σε φάει αν σε δει.

Αχ θεία κρύψε με κάπου να πω τον πόνο μου στον γιο σου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου;

Σε παρακαλώ θεία, κρύψε με σε παρακαλώ.

Καλά λοιπόν. Έλα εδώ.

Ανοίγει ένα ντουλάπι και την βάζει μέσα. Έφεξε ο Θεός και έφτασε το φεγγάρι σπίτι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει μάνα.

Που να βρεθεί εδώ ανθρώπινη ψυχή παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας; Φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα. Έχει τίποτα να φάω;

Όλα τα καλά σου έφτιαξα παιδάκι μου.

Του ετοίμασε το τραπέζι, έβγαλε φαγητά, ψωμιά, όλα τα καλά, κάθισε το φεγγάρι και έφαγε. Αφού τέλειωσε το φαγητό του, του λέει η μάνα του:

Παιδάκι μου έφαγες;

Έφαγα μάνα.

Αν είχες δηλαδή μια ανθρώπινη ψυχή την έτρωγες κι αυτή;

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Άντε βγες κορίτσι μου να πεις τον πόνο σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και του λέει:

Φεγγάρι μου λαμπρό, λαμπρό και λαμπρογεμισμένο, εδώ ψηλά που περπατείς και χαμηλά κοιτάζεις, μην είδες τον αντρούλη μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δω εγώ κορίτσι μου; Εγώ βγαίνω από βράδυ σε πρωί. Στα αστέρια να πας. Που είναι πολλά. Αν δεν τον έχει δει το ένα θα τον έχει δει το άλλο. Άντε μάνα, φίλεψέ την ένα αμύγδαλο.

Παίρνει το αμύγδαλο η βασιλοπούλα, τους χαιρετάει και φεύγει με δάκρυα στα μάτια και ραγισμένη την καρδιά. Έφυγε απογοητευμένη και πήγε να βρει τα αστέρια μήπως κάποιο είδε τον καλό της. Όταν έφτασε στο σπίτι τους, την καλοδέχτηκε η μάνα τους όπου κι αυτή ετοίμαζε φαγητό για τα παιδιά της. Αφού την βοήθησε η βασιλοπούλα να ετοιμάσει το φαγητό γιατί τα αστέρια ήταν πολλά και δεν θα προλάβαινε να τα ετοιμάσει όλα μόνη της, πλησίαζε η ώρα που θα έφταναν τα αστέρια. Τότε γυρίζει η μάνα τους και λέει στην βασιλοπούλα:

Άντε φύγε τώρα. Θα έρθουνε τα αστέρια να φάνε και θα σε φάνε αν σε βρουν εδώ.

Αχ θεία, δεν με κρύβεις κάπου για να τους πω τον πόνο μου; Αυτά πολλά είναι. Όλο και κάποιο αστέρι θα είδε τον Σιμιγδαλένιο μου.

Που να σε κρύψω παιδάκι μου; Αν γλιτώσεις από τον έναν δεν γλιτώνεις από τον άλλον.

Έκλαιγε η βασιλοπούλα και δεν έλεγε να φύγει. Τι να κάνει και η μάνα τον αστεριών, την λυπήθηκε και την έκρυψε πίσω από την πόρτα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα αστέρια.

Καλημέρα μάνα.

Λέει το μεγαλύτερο αστέρι.

Κάπου εδώ, κάπου εκεί, κάπου ανθρώπινη ψυχή μυρίζει.

Που να βρεθεί ανθρώπινη ψυχή εδώ παιδάκι μου; Εγώ είμαι, η μάνα σου. Θέλεις να με φας, φάε με.

Ο Θεός να μην το δώσει μάνα.

Στην στιγμή εμφανίστηκαν και τα άλλα αστέρια.

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα

Καλημέρα μάνα…

Κάθισαν όλα στο τραπέζι, τους έβγαλε η μάνα τους να φάνε και αφού φάγανε και ήπιανε τους ρωτάει:

Αν είχατε μια ανθρώπινη ψυχή την τρώγατε κι αυτή;

Ο Θεός να μη το δώσει μάνα.

Αφού είναι έτσι λοιπόν, άντε κορίτσι μου βγες τώρα και πες τον καημό σου.

Βγαίνει η βασιλοπούλα και τους λέει:

Αστέρια μου λαμπρά, λαμπρά και λαμπρογεμισμένα, ψηλά όπου διαβαίνετε και χαμηλά κοιτάτε, μην είδατε τον άντρα μου, που ‘ναι σιμιγδαλένιος;

Που να τον δούμε εμείς κορίτσι μου; Εμείς βγαίνουμε το βράδυ και γυρίζουμε το πρωί.

Είπε το μεγαλύτερο αστέρι.

Εγώ κοπέλα μου νομίζω πως τον είδα.

Πετάχτηκε το μικρότερο αστέρι.

Τον είδες; Πού; Πού βρίσκεται; Πες μου σε παρακαλώ.

Δεν είμαι σίγουρος κορίτσι μου. Αλλά, για μια στιγμή. Είπες σιμιγδαλένιος είναι;

Ναι αστεράκι μου. Εγώ τον έφτιαξα, μόνη μου. Από αμύγδαλο, ζάχαρη και σιμιγδάλι. Δεν μπορεί να μην τον είδατε κάπου. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Ναι, ναι. Αυτός ήταν. Σίγουρα. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν.

Λοιπόν, πού τον είδες;

Σε ένα παλάτι, εφτά μερόνυχτα δρόμο από εδώ.

Αστεράκι μου, μπορείς σε παρακαλώ πολύ να με πας εκεί;

Το μεγαλύτερο αστέρι θύμωσε και δεν ήθελε να βοηθήσει την βασιλοπούλα. Πίστευε ότι έτσι θα γινόταν κακός ο αδερφός του με το να προδώσει που ακριβώς είναι ο Σιμιγδαλένιος. Μα η βασιλοπούλα τον καθησύχασε λέγοντάς του πως δεν θα το μάθει ποτέ κανείς. Έτσι το μεγαλύτερο αστέρι συμφώνησε .

Καλά λοιπόν. Αν δεν το μάθει κανείς εντάξει. Άντε αδερφέ μου βοήθησε το κορίτσι να βρει τον αγαπημένο της. Να προσέχετε. Μάνα δως της κι ένα φουντούκι.

Η βασιλοπούλα πήρε το φουντούκι, τους ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά της κι έφυγε με το μικρό αστέρι για την Κρήτη. Μόλις έφτασε στο παλάτι η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε μια δούλα και της λέει:

Καλημέρα! Έρχομαι από ένα μακρινό χωριό και χάθηκα. Μπορείς να πεις στην κυρά σου να με αφήσει να κοιμηθώ σε ένα δωμάτιο; Είμαι φτωχιά και ορφανή.

Πήγε η δούλα το είπε στην κυρά της και αυτή συμφώνησε. Την έβαλαν λοιπόν σε ένα μικρό δωμάτιο. Εκείνη την στιγμή να και ο Σιμιγδαλένιος. Κλειδώνεται η βασιλοπούλα στο δωμάτιο και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα που δεν την θυμήθηκε ο άντρας της. Μόλις ξημέρωσε έσπασε το καρύδι που της είχε δώσει η μάνα του ήλιου και βγήκε από μέσα ένα χρυσό μαγκάνι.
Όταν οι δούλες πήγαν να δουν αν είναι όλα εντάξει με την ξένη είδαν να λαμπυρίζει από μακριά το μαγκάνι. Πήγαν αμέσως να το πουν στην κυρά τους. Τότε τους λέει αυτή:

Άντε, πάτε και ρωτήστε την τί θέλει να της δώσουμε για να το αγοράσουμε.

Πάνε οι δούλες την ρωτάνε και απαντάει η βασιλοπούλα:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε τα πουλώ με λεφτά. Τον Σιμιγδαλένιο μόνο να μου δώσει η κυρά σας μια βραδιά.

Πήγαν οι δούλες, το είπαν στην κυρά τους. Έξαλλη αυτή απαντάει:

Τι; Για τα μούτρα της τον έχω τον Σιμιγδαλένιο;

Οι δούλες όμως την έπεισαν. Του έδωσαν πάλι το νερό με το μαγικό φίλτρο για να κοιμηθεί και να μην θυμάται τίποτα και της τον πήγαν. Μόλις της τον έφεραν η βασιλοπούλα τον ξάπλωσε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει κλαίγοντας.

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ δεν είμαι αυτή που σε έπλασε;

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε μα δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δε σταμάτησε να κλαίει. Το επόμενο πρωί οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στην κυρά τους.

Μετά από κανα δυο μέρες, σπάζει το αμύγδαλο που της είχε δώσει η μάνα του φεγγαριού. Μόλις το έσπασε βγήκε από μέσα μια χρυσή ανέμη. Την ώρα εκείνη μπαίνουν στο δωμάτιο οι δούλες και βλέπουν την ανέμη. Αμέσως πήγαν να το πουν στην κυρά τους:

Αχ κυρά για σένα είναι αυτή η ανέμη.

Άντε, πάντε να την ρωτήσετε τι θέλει για να την αγοράσουμε κι αυτήν.

Πήγανε στην βασιλοπούλα και την ρώτησαν, μα αυτή τους απάντησε:

Εγώ δεν θέλω ούτε γρόσια, ούτε φλουριά, ούτε λεφτά, τον Σιμιγδαλένιο θέλω μόνο για μια βραδιά ακόμα.

Η δεύτερη βασιλοπούλα πάλι αντέδρασε στην επιθυμία αυτή αλλά οι δούλες της πάλι την κατάφεραν. Του έδωσαν πάλι το μαγικό φίλτρο και της τον πήγαν. Η βασιλοπούλα έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς μάτια μου; Δε μου μιλείς φως μου; Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου.

Ο Σιμιγδαλένιος άκουγε αλλά πάλι δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βασιλοπούλα δεν σταμάτησε να κλαίει από τον καημό της. Την άλλη μέρα το πρωί ήρθαν πάλι οι δούλες και τον πήραν.
Μετά από κανα δυο μέρες σπάζει και το φουντούκι, που της είχε δώσει η μάνα των αστεριών. Μέσα από το φουντούκι βγήκε αυτήν την φορά μια χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλάκια της. Εκείνη την στιγμή νασου πάλι οι δούλες. Κατεβαίνουν γρήγορα στην κυρά τους, της το λένε και ήθελε να τα αγοράσει και αυτά. Η βασιλοπούλα για αντάλλαγμα ζήτησε για άλλο ένα βράδυ τον Σιμιγδαλένιο. Πάλι θύμωσε η δεύτερη βασιλοπούλα αλλά την κατάφεραν και αυτήν την φορά ο δούλες.

Ετοίμασαν πάλι το μαγικό φίλτρο, αλλά αυτήν την φορά ο Σιμιγδαλένιος κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά και έκανε πως το ήπιε ενώ το έχυσε όταν δεν τον έβλεπε κανείς και έκανε τον κοιμισμένο. Τον πήγανε στη βασιλοπούλα, αυτή έκλεισε την πόρτα, τον έβαλε πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να του μιλάει:

Δε μου μιλείς Σιμιγδαλένιε μου; Δε μου μιλείς φως μου;

Όταν ξαφνικά ο Σιμιγδαλένιος αντέδρασε:

εεε.. σταμάτα να κλαις. Ποια είσαι;

Εγώ είμαι Σιμιγδαλένιε μου. Η γυναίκα σου. Αυτή που σε έπλασε. Μα δεν θυμάσαι τίποτα;

Μα τι λες; Και πως έγινες έτσι; Γιατί έγινες έτσι;

Έτσι έγινα γιατί σε έχασα και σε έψαχνα για μέρες ολόκληρες. Αλλά τώρα σε βρήκα. Και δεν θα φύγω από εδώ αν δεν φύγουμε μαζί.

Αργά το βράδυ ο Σιμιγδαλένιος με την βασιλοπούλα φύγανε μαζί χωρίς να τους καταλάβει κανείς. Γυρίσανε στο παλάτι τους και ζήσανε ξανά μαζί. Κάνανε πολλά παιδιά και ήταν ευτυχισμένοι.
Όσο για την δεύτερη βασιλοπούλα αρρώστησε από τον καημό της και δεν βγήκε ποτέ ξανά από το παλάτι.

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λεν’ τα παραμύθια.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οχιά και νεροφίδα!

Μύθος του Αισώπου – 

Μια οχιά, πήγαινε συχνά σε μια κρήνη¹ για να ξεδιψάσει. Εκεί όμως, έμενε μια νεροφίδα, η οποία εμπόδιζε όσο μπορούσε την οχιά. Με το πέρασμα του χρόνου, η διαμάχη μεταξύ τους ολοένα και μεγάλωνε. Έτσι, αποφάσισαν να μονομαχήσουν και ο νικητής να είναι αυτός που θα κάνει χρήση της κρήνης. Συμφώνησαν για την μέρα και το μέρος της μονομαχίας και λίγες μέρες πριν, η οχιά δέχτηκε επίσκεψη από τα βατράχια της περιοχής. Τα βατράχια δεν συμπαθούσαν τη νεροφίδα και δήλωσαν στην οχιά ότι θα την υποστηρίξουν στην μονομαχία, συμμαχώντας μαζί της.

Έφτασε η μέρα και η μονομαχία της οχιάς με τη νεροφίδα ξεκίνησε. Όσο μονομαχούσαν, τα βατράχια είχαν καθίσει στο πλάι κι απλά φώναζαν. Όταν τελείωσε η μονομαχία και βρήκε νικήτρια την οχιά, αυτή γύρισε προς τα βατράχια και τα κατηγόρησε ότι, όχι απλά δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους, δηλαδή να την βοηθήσουν, αλλά αυτά κάθονταν απέναντί τους και τραγουδούσαν. Και τα βατράχια απάντησαν:

Σκίτσο της ζωγράφου-εικαστικού Κωνσταντίνας Σιδηροπούλου με αφορμή τον μύθο του Αισώπου «Οχιά και νεροφίδα»

Σκίτσο της ζωγράφου-εικαστικού Κωνσταντίνας Σιδηροπούλου με αφορμή τον μύθο του Αισώπου «Οχιά και νεροφίδα»

Μάθε φίλη μας, πως η δική μας βοήθεια δεν είναι με τα χέρια, αλλά με την φωνή μας!

Η διήγηση του μύθου αυτού μας δείχνει ότι όπου και όταν χρειάζονται χέρια για βοήθεια, τα λόγια δεν είναι αρκετά!

¹ Φυσική πηγή νερού

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Δίας και φίδι.

Μύθος του Αισώπου – 

ΔΙΑΣ ΚΑΙ ΦΙΔΙ 3

Ο μύθος του Αισώπου «Δίας και φίδι» σε ελληνικό γραμματόσημο.

Όταν ο Δίας τέλεσε τον γάμο του, όλα τα ζώα ανέβηκαν να του προσφέρουν ένα δώρο. Μέσα σε αυτά ήταν και το φίδι που, έρποντας, πλησίασε τον Δία, έχοντας στο στόμα του ένα τριαντάφυλλο. Μόλις ο Δίας είδε το φίδι, του είπε:

Απ’ όλα τα ζώα μπορώ να δεχτώ την προσφορά τους ακόμα κι από τα πόδια τους. Από το δικό σου στόμα όμως, δεν παίρνω τίποτα.

Με την διήγηση αυτή μας δείχνει ότι τα δώρα και οι χάρες που κάνουν οι κακοί, πάντα φοβίζουν.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Οι εχθροί

Μύθος του Αισώπου – 

Πίνακας του Carlo Antonio Tavella (1668-1738)

Πίνακας του Carlo Antonio Tavella (1668-1738)

Κάποτε, ταξίδευαν με ένα καράβι δύο εχθροί. Επειδή δεν ήθελαν να έχουν επαφή μεταξύ τους, ο ένας πήγε και κάθισε στην πλώρη του καραβιού, ενώ ο άλλος στην πρύμνη. Μετά από ώρες ξέσπασε άγρια κακοκαιρία και το καράβι κινδύνευε να βυθιστεί. Τότε, αυτός που καθότανε στην πρύμνη, ρώτησε τον καπετάνιο, ποιό μέρος του καραβιού θα βουλιάξει πρώτα κι ο καπετάνιος του απάντησε ότι το πλοίο θα αρχίσει να βουλιάζει από την πλώρη. Ο φόβος του θανάτου από τον πνιγμό άρχισε να τον κυριεύει, αλλά μετά από σκέψη μονολόγησε:

Τελικά δεν μου είναι τόσο λυπηρό που θα πεθάνω αφού θα δω να πεθαίνει πρώτα ο εχθρός μου που κάθεται στην πλώρη.

Η διήγηση μας δείχνει ότι πολλοί άνθρωποι, δεν ενδιαφέρονται για το αν θα πάθουν κάποιο κακό οι ίδιοι, φτάνει να δούνε τους εχθρούς τους να παθαίνουν τα ίδια και χειρότερα πριν από αυτούς!

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο έρωτας στους ανθρώπους

Μύθος του Αισώπου –

έρωτας στους ανθρώπουςΌταν ο Δίας δημιούργησε τους ανθρώπους, αυτοί είχαν τα πάντα με τα οποία είναι εφοδιασμένοι και σήμερα. Ο έρωτας όμως δεν κατοικούσε ακόμα στις ψυχές των ανθρώπων. Κι αυτό γιατί ο Θεός Έρωτας πετούσε μόνο ψηλά και έχοντας τεντωμένο το τόξο του, σημάδευε μόνο τους Θεούς.

Επειδή όμως ο Δίας φοβήθηκε μήπως χαθεί το ωραιότερο δημιούργημά του -ο άνθρωπος- έστειλε τον Έρωτα για να γίνει φύλακας του ανθρώπινου γένους.

Ο Θεός Έρωτας λοιπόν, πήρε αυτήν την εντολή από τον Δία, αλλά δεν θέλησε να κατοικήσει σε όλες τις ψυχές. Σε όποια ψυχή δεν είχε ήθος και αγνότητα, δεν επιχειρούσε να μπει, αλλά έστελνε για να τη προσέχουν, τους κοινούς Έρωτες, που ήταν τα παιδιά των Νυμφών.

Σε λίγες ψυχές  κατοίκησε ο ίδιος και τις διέγειρε σε ερωτική μανία, εξασφαλίζοντας έτσι πολλά καλά στο γένος των ανθρώπων.

Όταν λοιπόν δεις, ανθρώπινη φύση που είναι αργή και δυσκίνητη στην αγάπη, να ξέρεις πως αυτή η ψηχή δεν αξιώθηκε ποτέ τα δώρα του Θεού Έρωτα.

Όταν όμως δεις κάποιον να είναι έντονος και θερμός στη σκέψη κι όταν τον δεις να ορμάει σαν φλόγα στην ερωτική αγάπη, να ξέρεις ότι αυτό είναι το δώρου του Θεού Έρωτα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: