Τα μαγικά κεϊκάκια των Χριστουγέννων

(Το παρακάτω παραμύθι δημιούργησαν τα παιδιά του Ειδικού Γυμνασίου Καβάλας κατά την επίσκεψη μας και στην δράση που πραγματοποιήσαμε για την εξωτερίκευση της φαντασίας τους χρησιμοποιώντας τα παραμυθοζάρια μας.)

Μια μέρα, κοντά στα Χριστούγεννα, αποφασίσαμε με την φίλη μου, την Ομορφούλα, να φτιάξουμε μικρά κέικ και να τα πασπαλίσουμε με την μαγική μας τρούφα.

Θα σας πούμε τώρα ένα μυστικό:

Αυτή η τρούφα είχε μαγικές ιδιότητες. Όταν την γεύονταν οι άνθρωποι, άλλοι άρχισαν να αποκτούν νέους φίλους, άλλοι ένιωθαν μέσα τους την αγάπη και άλλους τους έκανε να ονειρεύονται!

Όσο λοιπόν εμείς ετοιμάζαμε τα μικρά κέικ, η μυρωδιά από τους φούρνους, απλώθηκε σε όλο το χωριό. Ένα κοριτσάκι που περνούσε από έξω τρύπωσε μέσα στην κουζίνα και μας ρώτησε τι ήταν αυτό που φτιάχναμε και μοσχοβολούσε τόσο. Μας είπε πως την έλεγαν Λούση και ζήτησε αμέσως ένα κεκάκι.  Εμείς όμως περιμέναμε και κάτι άλλο για να της το προσφέρουμε… εκείνη τη μαγική λέξη που πρέπει να λέμε μεταξύ μας,  τη λέξη «παρακαλώ». 

Η μικρούλα το κατάλαβε και είπε πάλι:

Σας παρακαλώ, επειδή μύρισαν πολύ ωραία αυτά που φτιάχνετε, θα μπορούσατε να μου δώσετε ένα;

Βεβαίως! Ορίστε, διάλεξε! Από ποιον δίσκο θέλεις να πάρεις; 

…της απαντήσαμε, χωρίς όμως να της πούμε το μυστικό που έκρυβαν. Εκείνη διάλεξε το κέικ της φιλίας. Πριν φύγει μας είπε ότι πηγαίνει στο δάσος να παίξει μόνη της γιατί δεν είχε ….φίλους! Τι παράξενο, έ; Να διαλέξει ακριβώς αυτό το μαγικό συστατικό… Τρώγοντας λοιπόν το κέικ η μικρούλα, έφτασε στο δάσος. 

Εκεί συνάντησε ένα πανέμορφο, ψηλό, άσπρο άλογο με κόκκινες βούλες και ξανθή χαίτη που ανέμιζε καθώς το αεράκι φυσούσε. Πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο άλογο! Εκείνο έσκυψε και με ανθρώπινη φωνή της είπε:

Καλώς το καλό μου το κορίτσι, πώς έφτασες ως εδώ;

Η Λούση του εξήγησε και του είπε πού βρήκε το κέικ που έτρωγε. Η Λίζα, έτσι έλεγαν το άλογο, της είπε να ανέβει στην πλάτη της και να πάνε μαζί να διαλέξει και εκείνη ένα κεκάκι. Έφτασαν λοιπόν στην κουζίνα μας και όταν προσφέραμε τότε τους δίσκους μας να διαλέξει, το άλογο η Λίζα διάλεξε το κέικ της αγάπης! Αλλά επειδή ένα άλογο τρώει πάντα περισσότερο από τους ανθρώπους, έφαγε, όχι μόνον ένα, αλλά πέντε μικρά κεκάκια. 

Έτσι, βγαίνοντας από την κουζίνα μας, ερωτεύτηκε το πρώτο πλάσμα που συνάντησε. Ξέρετε τι ήταν; Μία πεταλούδα ασπρόμαυρη και πολύ γκρινιάρα. Εκείνη, πετώντας νευρικά από δω και από κει, πλησίασε τη Λούσι και τη Λίζα και κάθισε επάνω στη μύτη του αλόγου. Εκείνο, έτσι ερωτευμένο όπως ήτανε, θέλησε να την φιλήσει. Της έδωσε ένα απαλό φιλάκι με τη γλωσσίτσα του αλλά η γκρινιάρα πεταλούδα αντέδρασε άσχημα και έβαλε τις φωνές:

Πω πωωωωω, πώς βρωμάς έτσι; Είσαι και τόσο άσχημο! Τι παράξενη χαίτη είναι αυτή; Α πα πα… δεν θα ξανακαθίσω επάνω σου!

…είπε και πέταξε μακριά τους. Η Λούση και η Λίζα με λύπη μεγάλη, συνέχισαν το δρόμο τους και έφτασαν στο κάστρο, που ήταν ψηλά στον λόφο. Η γκρινιάρα ασπρόμαυρη πεταλούδα μπήκε από το παράθυρο μας και κάνοντας δυο-τρεις στροφές κάθισε επάνω στο κέικ των ονείρων. Ρούφηξε, ρούφηξε… και τότε άρχισε να αλλάζει… δεν ήταν πια άσπρη και μαύρη! Όοοοχι! Οι κεραίες της έγιναν τόσο κίτρινες που λαμπύριζαν σαν κορώνα. Και τα φτερά της πήραν ένα όμορφο ροζ, σαν βελούδο! Ακόμα και το πέταγμα της ήταν διαφορετικό ένιωθε χαρούμενη, ευτυχισμένη. Πήγαινε από δω και από κει χορεύοντας στον αέρα. Μέσα από το σώμα της φαινότανε η ψυχή της που ήτανε φωτισμένη! 

Πήρε λοιπόν και αυτή το δρόμο για το κάστρο, να βρει τη Λούσι και τη Λίζα που τόσο άσχημα τους είχε φερθεί. Όταν έφτασε εκεί είδε μέσα στην μεγάλη σάλα, ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήτανε γεμάτο με αστέρια. Τα αστέρια όμως δεν είχαν καθόλου λάμψη, ήταν σκοτεινά. Δίπλα καθότανε η Λούση και η Λίζα με σκυμμένο το κεφάλι. Έδειχναν πολύ στεναχωρημένες. Ακούγοντας το φτερούγισμα, σήκωσαν τα μάτια τους και, φυσικά, έτσι όπως είχε αλλάξει, ​δεν αναγνώρισαν την ασπρόμαυρη πεταλούδα.

Ποια είσαι εσύ;

Είμαι η γκρινιάρα πεταλούδα.  Τώρα όμως άλλαξα, είμαι χαρούμενη και από δω και μπρος θα με λένε Νικολέτα

…και πέταξε κοντά τους! Και τότε έγινε κάτι θαυμάσιο! Τα αστέρια άρχισαν να λάμπουν τόσο δυνατά που φαινόντουσαν ακόμα και από το χωριό. Και φυσικά τα είδαμε και εμείς,  η Ομορφούλα δηλαδή και εγώ. Χαμογελάσαμε μυστικά, ευχαριστημένες γιατί καταλάβαμε πως η αγάπη, η φιλία, και το όνειρο ενώθηκαν και ξεχύθηκαν σε όλο το χωριό!

Ψέματα ή αλήθεια έτσι λέν τα παραμύθια 

Advertisement
Categories: Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: