«Η συμμορία του Παραμυθά» της Δέσποινας Σωτηρέλη!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε από την Δέσποινα Σωτηρέλη ενώ η εικονογράφηση έγινε από την εικοσάχρονη κόρη της, Μαρία Γκουτζίνη.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Η συμμορία του Παραμυθά»

 

 

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει…

 

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λεν τα παραμύθια, σε μια χώρα όχι και τόσο μακρινή, ζούσε ένας παραμυθάς.

Ένας γεράκος συμπαθητικός με γένια που σέρνονταν ως το πάτωμα. Να φανταστείτε, όταν ήθελε να σκουπίσει, έδενε τα γένια του στην μαγκουρίτσα του και σβουρτ σβουρτ όλα έλαμπαν στη στιγμή.

Αυτός ο γεράκος που λέτε, δεν είχε καμιά περιουσία αλλά ένιωθε πως είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος της Γης μας! Θέλετε να μάθετε γιατί;

Θέλετε είπατε; Ε, θα σας εξηγήσω αμέσως!

Βλέπετε, ο παραμυθάς μας είχε το πιο θαυμάσιο άλογο. Ένα θηλυκό άλογο! Πανέμορφο, λευκό και δυνατό με μακριά καλοχτενισμένη χαίτη και τα πιο αστραφτερά, καθάρια μάτια! Το ονόμαζε ΦΑΝΤΑΣΙΑ!

Όποια στιγμή ήθελε, καβαλίκευε τη Φαντασία του και ταξίδευε στα πιο μαγικά μέρη. Σε μέρη μακρινά, μέρη που ακόμη ούτε και οι πιο διάσημοι εξερευνητές δεν είχαν ανακαλύψει, μέρη παραμυθένια, μέρη βγαλμένα λες από άλλους γαλαξίες! Μπορούσε να ταξιδέψει σε όποια εποχή ήθελε, να γυρνάει πίσω στον χρόνο ή να ταξιδεύει στο μέλλον! Μπορούσε ακόμη να τρώει ό,τι λαχταρούσε η όρεξή του!

Θυμάμαι μια φορά που μου διηγήθηκε για την περιπέτειά του στη χώρα των γιγάντων. Ήταν πολύ επικίνδυνη εκείνη η περιπέτεια, μου είχε πει, αλλά ευτυχώς μπορούσε, βάζοντας τη Φαντασία του να δουλέψει, να μοιάζει κι εκείνος σαν γίγαντας! Όμως… αυτή είναι μια ιστορία για άλλη φορά…

Ας αρχίσω λοιπόν από την αρχή.

Ο παραμυθάς μας, όπως όλοι οι παραμυθάδες, αγαπούσε περισσότερο από το κάθε τι, να μαζεύει γύρω του τα μικρά παιδάκια και να τους αφηγείται παραμύθια και ιστορίες για τις περιπέτειές του και για τις περιπέτειες άλλων παραμυθάδων.

Και τα παιδιά… Αχ, τι να σας λέω! Πόσο πολύ τον αγαπούσαν τον σοφό γεράκο παραμυθά τους τα μικρά παιδιά! Δεν έχαναν ευκαιρία να τρέχουν κοντά του κι εκείνος να τους κερνάει τα πιο νόστιμα γλυκίσματα! Σοκολάτες; Καραμέλες; Όχιιι. Όχι τέτοια γλυκίσματα. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ! Παραμύθια τα κερνούσε και γέμιζε ο κόσμος χρώματα!

«Πες μας ακόμη ένα!», του φώναζαν εκείνα ικετευτικά. Και το ένα γινόταν δυο και τα δυο τρία και περνούσαν οι ώρες μέλι με τα παραμύθια μέλι του γερο-Παραμυθά.

Πέρασαν τα χρόνια και τα παιδιά γινήκανε μεγάλοι και κίνησαν να ζήσουν τις δικές τους περιπέτειες…

Κι ήρθε που λέτε, ένα πρωινό διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ο παραμυθάς μας, ανοιγόκλεισε τα μάτια του ξαφνιασμένος. «Ο ήλιος σαν να ξέχασε να με ξυπνήσει σήμερα» είπε. Φόρεσε το μακρύ, φθαρμένο του σακάκι και με αργό βήμα κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Την άνοιξε με τα ροζιασμένα του χέρια κι ετοιμάστηκε να υποδεχθεί τους μικρούς του φίλους.

Όμως συνέβη κάτι αναπάντεχο…. Τα χαμογελαστά πρόσωπα που πρόσμενε να αντικρύσει δεν ήσαν εκεί. Κοντοστάθηκε για λίγα λεπτά με τη ματιά του καρφωμένη στην κορυφή του λόφου κι έπειτα προς την πλαγιά, στο χωμάτινο μονοπάτι από εκεί που ως χθες κατηφόριζαν με δρασκελιές τα παιδιά. Μερικά, τα πιο μικρά, έκαναν και καμιά τούμπα που και που και σαν καλοί Σαμαρείτες οι μεγαλύτεροι τους άρπαζαν και τους έβαζαν στους ώμους τους.

Ένα καρδιοχτύπι ανυπομονησίας έκανε την εμφάνισή του σε μορφή αναστεναγμού.

«Άργησαν…» σκέφτηκε, αλλά δεν άφησε το ηθικό του να πέσει. «Έχουν μικρά ποδαράκια, θα ‘ρθουν όπου να ‘ναι.» Και αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα. Μα περίμενε…περίμενε… και τα παιδιά δεν έρχονταν.

Αααχχχχχ…

Άδικα περίμενε μήπως φανούν. Τα παιδιά δε φάνηκαν εκείνη τη μέρα, ούτε την επόμενη… Και περνούσαν οι μέρες… Και περνούσαν τα χρόνια…

Ώσπου μια μέρα, όπως έσβηναν οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου, έσβηνε και η ελπίδα του γερο-Παραμυθά να ξαναδεί τα παιδιά. Η απουσία των αγνών παιδικών ψυχών γινόταν όλο και μεγαλύτερη και λαβώθηκε η γεμάτη αγάπη καρδιά του.

Και ο κόσμος άλλαξε.

Τα χρώματα άρχισαν να μπερδεύονται μεταξύ τους κι αντί για ζωή και φως, έγιναν ένα κράμα θλίψης και νοσταλγίας. Ένα θαμπό γκρι πήρε τη θέση τους και τύλιξε την πλάση ολόκληρη. Όπως οι πλαστελίνες που όταν τις ανακατέψεις όλες μαζί, χάνουν τη ζωντάνια τους.

……

Σε κάποιες άλλες γωνιές της γης, τα παιδιά, ενήλικες πλέον, χωμένοι στις σκοτούρες και στη βιασύνη της ζωής, παγιδευμένοι σε ένα άχρωμο παρόν, αναπολούσαν τις όμορφες στιγμές των παιδικών τους χρόνων κοντά στον αγαπημένο σοφό γέροντα.

Μια μέρα, ο Αλέξης, περιτριγυρισμένος από τόνους χαρτούρας, σφραγίδες και υποθέσεις, έφερε στη θύμησή του το πανέμορφο εκείνο άλογο του Παραμυθά.

Κι όσο σκεφτόταν τη Φαντασία, τόσο η δική του φαντασία άρχισε να καλπάζει. Και τον παρέσυρε μαζί της σε χώρες μακρινές μα αγαπημένες. Άγνωστες αλλά συνάμα τόσο γνώριμες. «Έχω ξανάρθει εδώ» συλλογίστηκε και οι έγνοιες φαίνονταν να απομακρύνονται. Και ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από τους ώμους του και να διαλύεται η αγωνία του. Και να σου που ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του κι έγινε πάλι παιδί.

Οπλαρχηγός! Με το ξύλινο σπαθί που του ‘χε κάνει δώρο ο πατέρας ορθωμένο στο δεξί και στο αριστερό τη σφυρίχτρα! «Σφφφρρρρρρρ!!! Εν δυο!» Αρχηγός της παιδικής εκείνης συμμορίας του Θάνου, του Κωστή και του Γιαννάκη! Ε, καμιά φορά έπαιρναν και το Μαριώ παρέα. Και τι που ήταν κορίτσι. Μεγαλύτερο σαματά κι από τους τέσσερις μαζί έκανε!

Άθελά του, κουνώντας το σπαθί πάνω κάτω, έκανε μια τόση δα θηλιά στο μεταξένιο γκρι φουστάνι του ουρανού. Από την τρύπα, δραπέτευσε η πιο μικρή δέσμη φωτός που είχε δει ποτέ. Πρέπει να χόρεψε αρκετές ώρες μαζί της ο Αλέξης. Ήταν βλέπετε, πρίμα μπαλαρίνα κι ο Αλέξης, ο Καρυοθραύστης της!

«Ξέρω τι πρέπει να κάνω!» είπε αποφασιστικά ο Αλέξης και δίχως να χάσει καιρό, έτρεξε να ξανανταμώσει με τους φίλους του.

Όλοι μαζί, σκαρφαλωμένοι, άλλος στο κουνιστό αλογό του, άλλος στο ξύλινο, σαρακοφαγωμένο πατινί κι άλλοι στα ετοιμόρροπα, σκουριασμένα ποδήλατά τους, έκαναν έφοδο στο σπίτι του παραμυθά μας, στο σπίτι του γερο-Παραμυθά τους. Ποτέ άλλοτε, δεν έτρεξαν με τόση λαχτάρα να τον προϋπαντήσουν, δρασκελώντας όπως τότε, το κατηφορικό, χωμάτινο μονοπάτι.

……

Ερημιά… Βρήκαν την πόρτα ανοιχτή. Στα ξανανιωμένα παιδικά βλέμματά τους, σχηματίστηκε μια αγωνία . «Να χτυπήσουμε;» δεν πρόφτασε να ρωτήσει η Μαριώ όταν ο Κωστής ήδη διάβαινε το κατώφλι. «Γερο-Παραμυθά!» είπαν με ένα στόμα ο Αλέξης κι ο Θάνος. «Γερο-Παραμυθά!» φώναξε τώρα με τη σειρά του κι ο Γιάννης που ήταν πάντα ο πιο δισταχτικός.

Πέρασαν τη φτωχική κάμαρη. Αυτή που χωρούσε τον πλούτο του κόσμου ολόκληρου. Μερικά σκονισμένα βιβλία και μνήμες. Αναμνήσεις και βιώματα που θα μπορούσαν να γεμίσουν τις πιο λαμπρές βιβλιοθήκες.

Ένας αχνός, ανεπαίσθητος θόρυβος ακούστηκε. «Σωπάστε να ακούσουμε!» μίλησε αυστηρά ο Θάνος.

Υποτάχθηκαν οι υπόλοιποι στην ήρεμη προσταγή του.

Έκαναν λίγα βήματα κι εκεί, πλάι στο πυρωμένο πέτρινο τζάκι, συνάντησαν τον ήρωα της πρώιμης νιότης τους… Καθισμένο στην ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα του, ταλαιπωρημένο από τον χρόνο αλλά με μορφή πάντα το ίδιο φωτεινή.

«Ήρθατε παιδιά;» ψέλλισε η γλυκιά, τρεμάμενη φωνή του σεβάσμιου γέροντα. «Σας περίμενα!»

Και για μια τελευταία φορά, καβάλησε τη Φαντασία του και γύρισε τον χρόνο πίσω.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»

 

Τα παιδιά γονάτισαν μπροστά στα πόδια του γερο-Παραμυθά, σαν και τότε που η μακριά γενειάδα του χάιδευε τα πρόσωπά τους. Ένα δάκρυ κύλησε… Έσμιξε με την πιο μικρή δεσμίδα φωτός κι ένα ουράνιο τόξο, κρυμμένο τόσα χρόνια, έλαμψε και γέμισε ξανά ο κόσμος μας χρώματα…

……

Η ιστορία μας, όμως, δεν τελειώνει εδώ.

Εκείνη τη μέρα, τα παιδιά έδωσαν μία υπόσχεση. Δεν θα μεγάλωναν ποτέ. Θα έμεναν για πάντα παιδιά στην καρδιά και στο φρόνημα. Το φως του γερο-Παραμυθά αναζωπυρώθηκε στις ψυχές τους κι έγιναν λαμπάδες άσβεστες οι νέοι αυτοί Παραμυθάδες…

Δεύτε λάβετε Φως!!! Η ιστορία μόλις αρχίζει…

Ψέματα να είναι ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια…

 

 

 

 

Η συγγραφέας

 

Ονομάζομαι Δέσποινα Σωτηρέλη.

Κατάγομαι από την πανέμορφη Καβάλα και είμαι μητέρα 5 υπέροχων παιδιών.

Είμαι παντρεμένη με τον Απόστολό μου, επίσης  Καβαλιωτάκι.

Είμαστε μόνιμοι κάτοικοι Λονδίνου κι ενώ περνάμε το περισσότερο μέρος της χρονιάς στην Αγγλία, ξεκλέβουμε κάθε ευκαιρία για να ταξιδεύουμε στο μικρό αυτό ρετάλι Παραδείσου που ονομάζεται Καβάλα.

Ο σύζυγος και τα παιδιά μου είναι συνήθως οι ήρωες των άπειρων παραμυθιών που σκαρφίζομαι κατά καιρούς άλλοτε προς παραδειγματισμόν κι άλλοτε απλώς για να γελάσουμε!

Πολλές φορές απεικονίζω παραμύθια στην τρισδιάστατη μορφή τους με τις τούρτες που φτιάχνω.

Θαρρώ πως δεν υπάρχει τίποτε πιο όμορφο από ένα παιδί που χαμογελάει!!!

 

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: