«Το μαύρο σύννεφο» της Φωτεινής – Νεφέλης Δήμου!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε και εικονογραφήθηκε από την Φωτεινή – Νεφέλη Δήμου.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Το μαύρο σύννεφο»

 

Κάποτε υπήρχε μια μικρή όμορφη πόλη, δίπλα στη θάλασσα. Ήταν χτισμένη στις πλαγιές ενός καταπράσινου λόφου. Όποιος πήγαινε εκεί για πρώτη φορά, εντυπωσιαζόταν από το μέρος αυτό και έλεγε, ότι θα μπορούσε να ζήσει για πάντα σ’ αυτή την πόλη.

Το κλίμα ήταν υπέροχο. Δεν έκανε πολύ κρύο τον χειμώνα και τα καλοκαίρια ήταν δροσερά χάρη στην θάλασσα.

Οι κάτοικοί της όμως ήταν λίγο γκρινιάρηδες. Δεν τους άρεσαν οι ανηφόρες, δε τους άρεσαν τα σκαλιά, τους μύριζε άσχημα η θάλασσα. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικοί. Ο καθένας στο σπίτι του και στη δουλειά του. «Εγώ να ‘μαι καλά και η οικογένειά μου και άσε τους άλλους να κάνουν ότι θέλουν». Έτσι έλεγαν οι πιο πολλοί.

Τα παιδιά κάθε πρωί πήγαιναν στο σχολείο και τα απογεύματα, οι γονείς τους τα έστελναν να μάθουν ξένες γλώσσες, να κάνουν διάφορα αθλήματα, ή να μάθουν μουσική. Ήθελαν να προσφέρουν στα παιδιά τους όσες περισσότερες γνώσεις μπορούσαν.

Τα παιδιά συνέχεια γκρίνιαζαν. Ήθελαν να μένουν σπίτι για να κοιμούνται περισσότερο το πρωί, ήθελαν να βλέπουν τηλεόραση και να παίζουν παιχνίδια στον υπολογιστή.

Μια μέρα όμως όλα άλλαξαν ξαφνικά σ’ αυτή την όμορφη πόλη. Ένα γκρίζο σύννεφο ήρθε και κάλυψε τον ουρανό. Κρύφτηκε ο ήλιος, κρύφτηκαν και τ’ αστέρια την νύχτα. Κάποιοι είπανε πως ήτανε ένα φαινόμενο περαστικό και γρήγορα ο ουρανός θα καθάριζε. Δυστυχώς όμως, μέρα με τη μέρα, το σύννεφο γινότανε όλο και πιο σκούρο και πυκνό. Θαρρείς και κατέβαινε όλο και πιο χαμηλά και απειλούσε να μπει στα σπίτια.

Τα σχολεία έκλεισαν, γιατί οι ειδικοί είπανε  ότι το σύννεφο ήταν επικίνδυνο. Τα παιδιά στην αρχή χάρηκαν πάρα πολύ. «Τί ευτυχία!» έλεγαν. «Θα ξυπνάμε αργά το πρωί, θα βλέπουμε ταινίες, θα παίζουμε παιχνίδια στους υπολογιστές».

Έτσι κι έγινε. Σε λίγες μέρες όμως τα παιδιά βαρέθηκαν κι άρχισαν πάλι να γκρινιάζουν. Θέλανε να βγουν έξω, θέλανε να δουν τους φίλους τους και τους συμμαθητές τους.

«Όχι, δεν επιτρέπεται», «τρελάθηκες, θες να αρρωστήσεις;» ήταν οι απαντήσεις των γονιών τους.  Όταν ρωτούσαν να μάθουν περισσότερα, οι γονείς τους δεν είχαν ποτέ διάθεση να μιλήσουν. Φέρονταν περίεργα κι εκείνοι τον τελευταίο καιρό. Έβλεπαν συνέχεια τηλεόραση, είχαν πολλά νεύρα και μάλωναν καθημερινά μεταξύ τους.

Η Ελπίδα ήταν ένα απ’ τα παιδιά αυτής της πόλης. Δεν είχε αδέρφια. Ζούσε με τους γονείς της και πρόσφατα είχε έρθει να μείνει μαζί τους μια πολύ ηλικιωμένη γιαγιά. Ήταν στην πραγματικότητα η γιαγιά της μαμάς της και κόντευε τα εκατό. Την περισσότερη μέρα ξάπλωνε στο κρεβάτι, ή καθόταν με κλειστά μάτια σε μια πολυθρόνα.

Η Ελπίδα από τότε που έκλεισαν τα σχολεία, βαριεστημένη κοίταζε μέσα από το παράθυρο, ή έβγαινε στο στενό μπαλκόνι του σπιτιού της.

Απέναντι έβλεπε κάποια παιδιά της γειτονιάς, να παίζουν μπάλα στο μπαλκόνι. Κάποια άλλα, που είχαν μεγάλες βεράντες, έκαναν ακόμη και ποδήλατο. «Τουλάχιστον αυτά έχουν αδέρφια για να παίξουν, ενώ εγώ είμαι μόνη μου» σκεφτόταν η Ελπίδα και μελαγχολούσε.

Οι μέρες περνούσαν, χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Η Άνοιξη είχε μπει για τα καλά. Μοσχοβολούσαν τα λουλούδια στις γλάστρες. Τα πουλιά συνέχιζαν να κελαηδάνε, αλλά το σύννεφο εξακολουθούσε να μεγαλώνει και να σκουραίνει. Τα σπίτια άρχισαν να μοιάζουν με κλουβιά.

Η Ελπίδα ένα πρωί, σκαλίζοντας τα συρτάρια του γραφείου της, ανακάλυψε μερικά μπαλόνια. Φούσκωσε ένα μεγάλο κόκκινο που βρήκε, το έδεσε με μια κλωστή και το κρέμασε έξω από τα κάγκελα του μπαλκονιού.

Μέχρι το μεσημέρι, η γειτονιά της Ελπίδας είχε γεμίσει μπαλόνια. Γιατί σχεδόν όλα τα παιδιά είχαν μπαλόνια στα σπίτια τους. Πράσινα, κίτρινα, κόκκινα και πολλά άλλα χρώματα, δημιούργησαν μια χαρούμενη ατμόσφαιρα, μέσα στη μουντίλα  που επικρατούσε έξω. Το επόμενο πρωί βέβαια τα περισσότερα, είτε τα είχε πάρει ο αέρας, είτε είχαν ξεφουσκώσει.

Η Ελπίδα βγήκε έξω και μάζεψε το δικό της. Το σύννεφο είχε κατεβεί πολύ. Σκέφτηκε πως ίσως αν άρχιζε να φυσάει, θα το έδιωχνε μακριά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να φυσάει με δύναμη. Τα παιδιά από την απέναντι πολυκατοικία την είδαν κι άρχισαν κι αυτά να φυσάνε, όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Το νέο μεταδόθηκε παντού. Μερικά γειτονόπουλα βγάλανε και ανεμιστήρες έξω, για να γίνει καλύτερη δουλειά. Το σύννεφο φάνηκε πως λιγάκι απομακρυνόταν από τα μπαλκόνια. Γρήγορα όμως τα παιδιά κουράστηκαν, μπήκαν μέσα κι εκείνο έγινε όπως και πριν.

Η Ελπίδα αργότερα άκουσε, πως σε κάποιο άλλο μέρος τραγουδούσαν στα μπαλκόνια, για να αντιμετωπίσουν το κακό. Πήρε τότε κι αυτή την φλογέρα της και άρχισε να παίζει. Κάποια παιδιά βγάλανε κιθάρες ή τουμπερλέκια. Άλλα πάλι άρχισαν να τραγουδάνε δυνατά. Με τις μουσικές και τα τραγούδια, το σύννεφο ταρακουνήθηκε. Ανάλογα με το τραγούδι, άλλαζε το σχήμα του. Πότε στρογγύλευε, πότε αποκτούσε γωνίες και άλλοτε στριφογύριζε, γύρω απ’ τον εαυτό του. Συνέχιζε όμως να είναι κατάμαυρο.

Σύντομα τα παιδιά βαρέθηκαν. Τα μάλωναν συνέχεια και οι γονείς τους, για να μπούνε μέσα. Οι μεγάλοι δεν καταλάβαιναν τίποτε. Τα μάτια τους είχαν γίνει κατακόκκινα από την τηλεόραση και την στενοχώρια.

Η Ελπίδα πριν πέσει για ύπνο, έριξε μια ματιά από το παράθυρο. Το σύννεφο ήταν όπως πριν. Μαυριδερό και πυκνό. Η επίδραση της μουσικής είχε περάσει.

Ήθελε να καθίσει με τους γονείς της και να μιλήσουνε. Ήθελε να μοιραστεί μαζί τους, αυτό που είχε γίνει το πρωί με την φλογέρα και τα τραγούδια. Εκείνοι όμως την έστειλαν στο δωμάτιό της, να κοιμηθεί, γιατί οι ίδιοι ήταν πολύ απασχολημένοι. Ο ένας στην τηλεόραση κι ο άλλος στον υπολογιστή.

Η Ελπίδα είδε τότε στο διπλανό δωμάτιο, την προγιαγιά της να κάθεται σε μια πολυθρόνα, με το κεφάλι σκυμμένο. Κρατούσε ένα βιβλιαράκι στα χέρια της και προσπαθούσε να διαβάσει. Το κορίτσι άνοιξε την μισόκλειστη πόρτα. Η γριούλα σήκωσε το κεφάλι της και της έκανε νόημα να πάει κοντά της. Με τα ροζιασμένα χέρια της αγκάλιασε το κορίτσι.

«Γιαγιά το σύννεφο δε φεύγει με τίποτε. Λίγο το ξεγελάσαμε σήμερα, αλλά πάλι έγινε όπως και πριν» είπε απογοητευμένη η Ελπίδα.

«Αχ Ελπίδα μου. Μόνο εσείς τα παιδιά μπορείτε να βοηθήσετε» είπε η γιαγιά.

«Μα γιαγιούλα τα έκανα όλα. Φούσκωσα μπαλόνια, φύσηξα δυνατά, έπαιξα μουσική»

«Όμως Ελπίδα μου ξέχασες να κάνεις το πιο σημαντικό!»

«Τί εννοείς;»

«Να κορίτσι μου, πάρε αυτό, να διαβάσεις μια προσευχούλα» είπε η γιαγιά και της έδωσε ένα ξεθωριασμένο βιβλιαράκι.

«Μα κανείς δεν διαβάζει τέτοια τώρα γιαγιά»

«Γι’ αυτό κορίτσι μου, κάνε εσύ την αρχή»

Η Ελπίδα εκείνο το βράδυ, με την βοήθεια της γιαγιάς διάβασε για πρώτη φορά μια προσευχή. Δεν καταλάβαινε και πολλά, αλλά το προσπάθησε πολύ και σε λίγο πήγε για ύπνο.

Την επόμενη μέρα η μαυρίλα είχε φτάσει μέσα στα μπαλκόνια. Πίεζε τα παράθυρα και νόμιζες ότι θα σπάσουν. Η Ελπίδα δε μπορούσε να δει τα παιδιά από απέναντι. Μόνο άκουγε τις φωνές τους και κάποια κλάματα.

Πήρε το βιβλιαράκι της γιαγιάς, πήρε κι ένα φακό, βγήκε κι άρχισε να διαβάζει δυνατά μια προσευχούλα. Η μαμά της την είδε και της είπε να μπει μέσα, γιατί έκανε κρύο. Η Ελπίδα όμως ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει. Από το τζάμι της μπαλκονόπορτας έβλεπε την γιαγιά. Ήταν σκυμμένη πάλι, με τα μάτια κλειστά, αλλά τα χείλια της ανοιγόκλειναν. Δίπλα της άναβε ένα μικρό καντηλάκι. Το κορίτσι πήρε θάρρος. «Δε μπορεί κάτι θα ξέρει η γιαγιούλα. Εκατό χρόνια έχει ζήσει» σκέφτηκε.

Σε λίγο, από δίπλα και από απέναντι ακούστηκαν κι άλλες προσευχές. Γιατί φαίνεται πως κι άλλα παιδιά είχαν γιαγιάδες με βιβλιαράκια στο σπίτι. Σταδιακά το σύννεφο τραβήχτηκε λιγάκι απ’ τα μπαλκόνια. Με κάθε προσευχή που γινόταν, έδειχνε να υποχωρεί. Για πρώτη φορά άλλαξε και το χρώμα του. Από μαύρο, άρχισε να γίνεται γκρίζο και σε κάποια σημεία σταχτί. Κάποια στιγμή μια αχτίδα ήλιου το διαπέρασε και τα παιδιά ξαφνιάστηκαν. Άρχισαν να χοροπηδάνε και να φωνάζουν χαρούμενα.

Σιγά σιγά, άρχισαν να βγαίνουν στα μπαλκόνια και κάποιοι μεγάλοι. Δε μπορούσαν να το πιστέψουν, αυτό που συνέβαινε. «Πώς δε το σκέφτηκε αυτό κανείς ως τώρα;» αναρωτιόντουσαν. Οι πιο πολλοί κρατούσαν στα χέρια τους κινητά τηλέφωνα. Έβγαζαν φωτογραφίες και τις έστελναν στους φίλους τους. Μερικοί προσπαθούσαν να μουρμουρήσουν κάποια προσευχή μαζί με τα παιδιά τους. Δεν το είχαν ξανακάνει και τους φαινόταν πολύ δύσκολο.

Η ώρα πέρασε, οι μεγάλοι μπήκαν μέσα. Τα παιδιά κουράστηκαν, αλλά δε το έβαλαν κάτω. Είδαν ότι είχε αποτέλεσμα αυτό που έκαναν και έτσι συνέχισαν. Οι γονείς πάλι  έλεγαν στα παιδιά, να μπουν μέσα, για να φάνε και να διαβάσουν.  Η Ελπίδα χαρούμενη, φώναξε στους γείτονες να συνεχίσουν μέσα από το σπίτι την προσευχή. Θα έβγαιναν ξανά το επόμενο πρωί.

Όταν μπήκε μέσα το κορίτσι, έτρεξε κι αγκάλιασε την γιαγιά. Εκείνη ήταν γελαστή, αλλά είχε και δάκρυα στα μάτια. «Έτσι Ελπίδα μου, δεν χάνουμε το θάρρος μας» της είπε.

Εκείνο το βράδυ έγιναν πολλές προσευχές. Δεν ακούστηκαν στα μπαλκόνια, αλλά έγιναν κρυφά μέσα στα δωμάτια των παιδιών.

Η μέρα που ξημέρωσε, θα έμενε αξέχαστη σε μικρούς και μεγάλους στην μικρή πόλη. Όλοι ξύπνησαν πολύ νωρίς, από το υπερβολικό φως. Ο ολόλαμπρος ήλιος στόλιζε τον γαλάζιο ουρανό. Το μαύρο σύννεφο είχε εξαφανιστεί. Σα να μην υπήρξε ποτέ και όλο αυτό που είχε συμβεί, να ήταν ένα άσχημο όνειρο.

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους κι άρχισαν να πανηγυρίζουν. Κάποιοι έδιναν τα χέρια στους γείτονες, αλλά και σε αγνώστους. Μερικοί αγκαλιάζονταν μεταξύ τους και οι περισσότεροι έτρεχαν στα πάρκα και στις πλατείες.

Οι ανηφόρες και οι σκάλες της πόλης δεν τους ενοχλούσαν καθόλου τώρα και αν κάποιος δυσκολευόταν να ανεβεί, οι περαστικοί τον βοηθούσαν. Η μυρωδιά της θάλασσας τους φαινόταν υπέροχη. Έκαναν βόλτες μπροστά στο λιμάνι κι έπαιρναν βαθιές αναπνοές. Τα παιδιά δεν χόρταιναν τις παιδικές χαρές και τα γήπεδα. Δεν ήθελαν να ξαναδούν τηλεόραση, ούτε να κάθονται μπροστά στον υπολογιστή.

Έτσι η όμορφη πόλη, έγινε σιγά σιγά πιο όμορφη από πριν. Γιατί τα μέρη τα ομορφαίνουν και οι άνθρωποι που ζουν σ’ αυτά.

Δυστυχώς, συχνά χρειάζεται να έρθει «ένα μαύρο σύννεφο» στη ζωή μας, ώστε να μας κάνει να στρέψουμε τα μάτια μας στον ουρανό και να ζητήσουμε βοήθεια.

 

Για να ακούσεις το παραμύθι από την Νεφέλη, κάνε κλικ στο ακόλουθο link

 

 

Η συγγραφέας

 

Ονομάζομαι Φωτεινή-Νεφέλη Δήμου.

Γεννήθηκα το 2001 στην Καβάλα.

Είμαι φοιτήτρια του Διεθνούς Πανεπιστημίου, στην σχολή Διοικητικής Επιστήμης και Τεχνολογίας.

Μου αρέσουν πολύ τα ταξίδια.

Στον ελεύθερό μου χρόνο ακούω μουσική, κάνω σκίτσα και ασχολούμαι με την φωτογραφία.

 

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: