«Ο Κορωνοϊούλης» της μαθήτριας δημοτικού Σταυρούλας Τερζούδη!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε και εικονογραφήθηκε από την μαθήτρια δημοτικού, Σταυρούλα Τερζούδη!

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Ο Κορωνοϊούλης»

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Ρούλης ο Κορωνοϊούλης. Ήταν ένας ιός που είχε σχήμα περίεργο και ήταν πραγματικά ένα φτερωτό τερατάκι. Όταν ήταν χορτάτος γινόταν χοντρούλης κι όταν πεινούσε ήταν αδύνατος πολύ και εξαφανιζόταν επειδή δεν έβρισκε κάποιον άνθρωπο να τρυπώσει μέσα του και να του φάει όλα τα στρατιωτάκια. Αυτά τα στρατιωτάκια λέγονται και αντισώματα που μας βοηθούν να μένουμε υγιείς. Τα μισούσε πολύ ο Ρούλης.

Ο Ρούλης είχε ένα μάτι και κρατούσε πάντα ένα μπαλόνι για να πετάει, φορούσε μία τεράστια κορώνα και είχε ολόλευκα φτερά. Βλέπετε τις μωβ μπαλίτσες πάνω του; Είναι οι δίδυμοι ιοί του. Τους έχει έτσι ώστε, όταν τρυπώνει στους ανθρώπους, να αφήνει έναν στον καθέναν. Πετάει στον ουρανό και είναι αόρατος.

Ο Ρούλης μπορούσε να τρυπώσει στον άνθρωπο από τη μύτη, το στόμα και από τα μάτια. Όταν έβλεπε έναν άνθρωπο με μάσκα και γάντια, έφευγε μακριά γιατί δεν μπορούσε να τρυπώσει.

Ένα πρωί, ο Ρούλης ο Κορωνοϊούλης ξύπνησε και είχε τεράστια όρεξη να φάει ένα πλούσιο πρωινό με νόστιμα στρατιωτάκια. Βγήκε λοιπόν από το σπίτι του, το οποίο κάθε τόσο ήταν διαφορετικό. Έμενε συνήθως μέσα σε κάποιον «αδύναμο» άνθρωπο. Στο δρόμο σκεφτόταν ποιο θα ήταν το καταλληλότερο μέρος όπου θα υπήρχαν πολλοί και απρόσεκτοι άνθρωποι.

«Αααα! Μια παιδική χαρά… βέβαια!».

Όντως εκεί ήταν δεκάδες παιδάκια μαζεμένα. Πέντε στην τσουλήθρα που έπαιζαν τους πειρατές. Άλλα τρία έπαιζαν στην άμμο και άλλα επτά έπαιζαν στις κούνιες. Μόνο ένα παιδάκι ήταν μακρύτερα απ’ όλους. Μάλλον κάτι ήξερε για τους κανόνες, ώστε να μείνει ο ιός μακριά μας.

Ο Ρούλης το είδε και δε νοιάστηκε. Πλησίασε όμως τα υπόλοιπα παιδάκια και είπε:

«Εμπρός, δίδυμα Ρουλάκια Κορωνοϊάκια, ας τους κολλήσουμε όλους… Πω πω! Φοβερό πρωινό και σήμερα!» είπε ο Ρούλης.

Μόνο ο ένας δεν κόλλησε όμως, ο Νικόλας, που φέρθηκε έξυπνα κι έμεινε μακριά από τα άλλα παιδάκια, φόραγε μάσκα και γάντια.

Ο Ρούλης ο Κορωνοϊούλης είχε τρυπώσει πια στο στόμα της μικρής Ελένης, που έπαιζε πειρατές στην παιδική χαρά και σκούπιζε με τα βρώμικα χέρια το πρόσωπό της. Το ίδιο έκαναν και τα υπόλοιπα παιδιά κι έτσι βρήκαν τρόπο και τα δίδυμα αδελφάκια του Ρούλη να τρυπώσουν σ’ αυτά.

Το ίδιο βράδυ, ο Ρούλης και τα αδέλφια του άρχισαν τη δουλειά. Και η δουλειά τους ήταν να καταφέρουν να φάνε όλα τα στρατιωτάκια, δηλαδή τα αντισώματα των παιδιών και των ανθρώπων, που όλοι έχουμε ώστε να μην αρρωσταίνουμε πολύ βαριά και συνέχεια. Ευτυχώς η μικρή Ελένη έτρωγε πάντα τα υγιεινά φαγητά της μαμάς και έπινε πολλούς φυσικούς χυμούς κι έτσι πέρασε ελαφριά την ίωση του Ρούλη. Κάθισε κι όσες μέρες της είπε ο γιατρός στο σπίτι, ώστε να μην κολλήσει και άλλους ανθρώπους.

Έτσι, ο Ρούλης αδυνάτισε, αφού δεν έτρωγε πια, και στο τέλος εξαφανίστηκε. Η Ελένη έγινε καλά, αλλά από δω και στο εξής θα ήταν πολύ προσεκτική, σαν τον Νικόλα, γιατί πάντα εκεί έξω θα υπάρχει ένας Ρούλης που θα ψάχνει πρωινό!

 

Για να ακούσεις το παραμύθι από την Σταυρούλα, κάνε κλικ στο ακόλουθο link

 

 

Η συγγραφέας

 

Με λένε Σταυρούλα Τερζούδη.

Είμαι 9 χρονών και πηγαίνω στη Γ΄ τάξη του 11ου  Δημοτικού Σχολείου Χανίων.

Έχω έναν μεγάλο αδερφό που με προσέχει και με βοηθάει στους υπολογιστές και τον αγαπώ πολύ. Επίσης αγαπώ πολύ το σκυλάκι μου, την Τζούλι, που μένει στη Χαλκιδική το καλοκαίρι και στην Ορεστιάδα το χειμώνα με τη γιαγιά μου και τον παππού μου και μου λείπουν.

Στον ελεύθερό μου χρόνο πήγαινα στο κολυμβητήριο, στα Αγγλικά και βόλτες με τις φίλες μου. Μου αρέσει να ζωγραφίζω. Το αγαπημένο μου μάθημα είναι η Θεατρική Αγωγή, τα Καλλιτεχνικά και τα Μαθηματικά. Θα ’θελα να μάθω να παίζω κιθάρα ή βιολί.

Το παραμύθι το έγραψα όταν η κυρία της Θεατρικής Αγωγής μας έβαλε μία άσκηση στον υπολογιστή για τον κορονοϊό. Αμέσως σκέφτηκα ότι θα μοιάζει με ένα φτερωτό ανθρωπάκι που θα πετάει και μόλις συναντά ανθρώπους απρόσεκτους χωρίς μάσκα και γάντια ή που κάθονται πολύ κοντά θα πηγαίνεις σε αυτούς.

 

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: