«Ένα συννεφάκι με Κορώνα» της Μαρίας Ζυρνόγλου!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε από την Μαρία Ζυρνόγλου. Η εικονογράφηση έγινε από μια παρέα δέκα μικρών εμπνευσμένων δημιουργών σε συνεργασία με την συγγραφέα.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Ένα συννεφάκι με Κορώνα»

 

«Τι περίεργο συννεφάκι!» Σκεφτόταν ο Άλκης κάθε φορά που αντίκριζε τη Φιόνα Κορώνα. Υπήρχαν φορές που την έβλεπε να πλησιάζει απειλητικά και να τους βυθίζει στο σκοτάδι με τον τεράστιο όγκο της, τότε, τον τρόμαζε πολύ! Κάποιες άλλες πάλι ήταν τόσο ψηλά στον ουρανό, που σχεδόν δεν την έβλεπε. Τότε, ένα περίεργο πράγμα, ήθελε να της μιλήσει και να την  ρωτήσει πως το έκανε αυτό.

Η Φιόνα Κορώνα παρόλο που είχε αρκετή μυωπία, αντιλαμβανόταν τον φόβο που σκορπούσε η παρουσία της. Με την βοήθεια ενός μεγάλου μεγεθυντικού φακού έβλεπε όχι μόνο τον τρόμο του Άλκη να διαγράφεται στα φοβισμένα κατάμαυρα μάτια του αλλά και όλων των υπόλοιπων παιδιών του πλανήτη.

Όλα είχανε την ίδια αγωνία και ανησυχία. Αυτή που έβλεπαν ζωγραφισμένη και  στα πρόσωπα των γονιών τους. Στεναχωριόταν η Φιόνα! Δεν έφταιγε όμως αυτή! Τι νομίζετε, ότι της άρεσε να είναι μαύρη, κατάμαυρη σαν τον Χάρο; Έτσι νομίζετε γεννήθηκε; Κάνετε λάθος! Η Φιόνα Κορώνα ήταν κάποτε τόσο άσπρη και λαμπερή που κέρδισε σ’ έναν διαγωνισμό ομορφιάς, το πρώτο βραβείο. Το έπαθλο τότε ήταν μια χρυσή κορώνα που ταίριαζε τέλεια με την αστραφτερή πουπουλένια επιδερμίδα της.

Ή νομίζετε πως της άρεσε να μολύνει τους ανθρώπους, κάθε φορά που κατέβαινε χαμηλά και σχεδόν τους άγγιζε; Αυτό φυσικά συνέβαινε από απροσεξία δική της, είχε βλέπετε μυωπία, οπότε κάθε φορά που δεν φορούσε τον μεγεθυντικό φακό στο ένα της μάτι δεν έβλεπε που πετούσε. Σκουντουφλούσε σε τοίχους σπιτιών, σε φράκτες  και έπεφτε πάνω στους ανθρώπους. Τρόμο και πανικό σκορπούσε στο διάβα της. Υψηλός πυρετός, έντονος βήχας, επίμονος πονοκέφαλος ήταν μόνο κάποια από τα συμπτώματα που τους προκαλούσε. Ένιωθαν δύσπνοια δεν μπορούσαν να αναπνεύσουν, να γευτούν και να μυρίσουν. Καταστροφή! Η Φιόνα Κορώνα ήταν πολύ λυπημένη! Δεν ήθελε να τους βλέπει να υποφέρουν. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τους προστατέψει. Να τους εξηγήσει ότι όσο πιο πολύ πρόσεχαν όλοι τους, τόσο πιο ακίνδυνη και σύντομη θα ήταν η παρουσία της σ’ αυτόν τον κόσμο!

Η σειρήνα του ασθενοφόρου ηχούσε όλο και πιο δυνατά. Ο Άλκης έντρομος πετάχτηκε έξω από το σπίτι. Ήθελε να δει τι συμβαίνει. Το ασθενοφόρο σταμάτησε στην απέναντι μονοκατοικία εκεί που έμενε ο φίλος του ο Κωστής με τους γονείς του και τον παππού του. Η φιγούρα του παππού, να είναι ξαπλωμένος πάνω στο νοσοκομειακό φορείο αναστάτωσε τον Άλκη. Έπρεπε επειγόντως να τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο. Είχε κολλήσει, λέγανε όλοι, από αυτόν τον …ιό! Η σκέψη του δικού του παππού κυρίεψε το μυαλό του Άλκη και ένιωσε τον φόβο να γεμίζει την ψυχή του.

Η Φιόνα Κορώνα διέκρινε την ταραχή να διαγράφεται στο βλέμμα του Άλκη. Βρήκε έτσι την ευκαιρία να τον πλησιάσει:

«Μη με φοβάσαι», του είπε με ήρεμη και σιγανή φωνή:

«Όσο εγώ κρατάω τον φακό μου και εσύ φοράς τα γάντια σου και κρατάς τη μάσκα στο πρόσωπο σου είμαστε ασφαλής. Αλλά για να είμαστε και απολύτως σίγουροι πρέπει να πλένεις τα χέρια σου πολύ πολύ προσεκτικά. Αν μάλιστα τραγουδάς και ένα τραγουδάκι θα ξέρεις πως έχεις ξοδέψει τόσο χρόνο όσο χρειάζονταν για να είναι πεντακάθαρα. Έτσι θα είναι πολύ δύσκολο να αρρωστήσεις εξαιτίας μου», συνέχισε.

Ο Άλκης την κοίταζε με μεγάλη προσοχή και ο φόβος του άρχισε σιγά σιγά να υποχωρεί.

«Χαίρομαι που με εμπιστεύεσαι», του είπε και του χαμογέλασε. «Βλέπω πως σε βασανίζουν πολλά. Μπορείς αν θέλεις να τα μοιραστείς μαζί μου και εγώ θα κάνω ότι μπορώ για να σε βοηθήσω».

Τα μάτια του Άλκη γέμισαν δάκρυα. Πώς να της εξηγήσει την αγωνία, το αίσθημα απειλής που του δημιουργούσε η παρουσία της! Πώς να της εξηγήσει την ανασφάλεια που ένιωθε γιατί ο κόσμος του, δεν ήταν πια ο ίδιος, τον έβλεπε μέρα με τη μέρα να αλλάζει! Πώς να της εξηγήσει πως αυτή η πρωτόγνωρη κατάσταση είχε αναστατώσει την καθημερινότητα του, την ίδια του την ύπαρξη! Κλεισμένος μέσα στο σπίτι έχασε την επαφή με το σχολείο του, τους καθηγητές, τους συμμαθητές, τους φίλους του…

 

Νοσταλγούσε το ατέλειωτο παιχνίδι στην αυλή του σχολείου, τους ποδοσφαιρικούς αγώνες στις μεγάλες αλάνες, τις βόλτες με τα ποδήλατα!

Πώς να της εξηγήσει πόσο πολύ, του έλειπε ο παππούς του! Απομονωμένος και αυτός στο χωριό δεν έπρεπε να αρρωστήσει πάλι, ήταν πολύ εύθραυστη η υγεία του τα τελευταία χρόνια. Την τελευταία φορά που αρρώστησε τον θυμάται ξαπλωμένο στο κρεβάτι χλωμό να καίγεται από πυρετό και να ανασαίνει βαριά και με δυσκολία. Μια εικόνα χαραγμένη βαθιά μέσα του!

 

Πόσο θέλει να τον δει, να τον αγκαλιάσει και να του πει, «Παππού μη φοβάσαι γιατί σε αγαπάω», να του πει «Παππού, ΕΓΩ είμαι εδώ για σένα» … Πώς λοιπόν να της εξηγήσει τι ένιωθε! Αφού ένιωθε πως έχανε τη ζωή του!

Η Φιόνα Κορώνα που είχε πτυχίο στην ψυχολογία και στις ανθρώπινες σχέσεις, δε δυσκολεύτηκε να μαντέψει τους προβληματισμούς του Άλκη. Άλλωστε εάν ήταν στη θέση του ίσως ένιωθε και αυτή τα ίδια.

«Μπορεί τώρα να νιώθεις κλεισμένος και απομονωμένος αλλά είναι μια καλή ευκαιρία να αφήσετε και την φύση να ξεκουραστεί», του είπε και συνέχισε:

«Κοίταξε τα λουλούδια έχουν ήδη ανθίσει. Η εξοχή έχει φορέσει τα υπέροχα χρώματα της άνοιξης, όλα είναι όμορφα, ζωντανά και ευωδιαστά. Ακόμα και τα ζώα, τα πουλιά, οι πεταλούδες, τα ψαράκια, όλα απολαμβάνουν την ελευθερία που εσείς χάσατε!

Γιατί Άλκη μου μερικές φορές οι άνθρωποι κάνουν στη φύση όλα όσα κάνω εγώ σ’ εσάς, την αρρωσταίνουν! Όμως όταν  επιστρέψετε κοντά της, θα έχετε μάθει να την καταλαβαίνετε καλύτερα θα την αφουγκραστείτε και θα συμβαδίσετε μαζί της, θα την φροντίσετε και θα την αγαπάτε όπως πρέπει!  Μέχρι να γίνει όμως αυτό, η ζωή μεταφέρεται μέσα στα σπίτια σας. Ήρθε η ώρα να κερδίσετε τον χαμένο χρόνο με την οικογένεια σας, που πριν, δεν τον είχατε λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων όλων σας, να κάνετε πράγματα μαζί που σας ευχαριστούν. Δεν πρέπει να αισθάνεστε μόνοι γιατί στην πραγματικότητα δεν είστε.

Χάρη στην τεχνολογία μιλάτε και βλέπετε όποιους θέλετε. Τους φίλους σας, τα ξαδέλφια, τις θείες και τους θείους σας, τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας.  Δεν μπορείτε τώρα, να τους αγγίξετε ή να τους αγκαλιάσετε μπορείτε όμως να του χαμογελάσετε και να τους πείτε πόσο σημαντικοί είναι για σας και πόσο τους αγαπάτε».

Ο Άλκης την άκουγε προσεκτικά. Ένιωθε κάθε της λέξη να ηρεμεί την ψυχή του γιατί, κάθε της λέξη ήταν και ένα ελπιδοφόρο μήνυμα που δεν έπρεπε να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του αλλά να το διαδώσει παντού. Εξάλλου είχε τον τρόπο να το κάνει…  θα χρησιμοποιούσε την τεχνολογία για να μεταφέρει σε όλα τα παιδιά ένα αισιόδοξο μήνυμα. Όλοι έχουν δικαίωμα στη χαρά, στην ευτυχία! Όλοι έχουν δικαίωμα στη ΖΩΗ! Και ήξερε ο Άλκης πως όλα τα παιδιά της γης θα το έπαιρναν αυτό το μήνυμα και θα το έφερναν παντού, σε κάθε σπίτι και σε κάθε γειτονιά.

 

 

Η συγγραφέας

 

Είμαι η Μαρία Ζυρνόγλου, γεννήθηκα στην Γερμανία, μεγάλωσα στον Αμυγδαλεώνα Καβάλας, ζω και εργάζομαι στην Θεσσαλονίκη.

Έχω δύο παιδιά την Μελίσσα 19 ετών και τον Χάρη 15.

Σπούδασα marketing και έκανα μεταπτυχιακό στην Αγγλία στην Διοίκηση Επιχειρήσεων. Τα τελευταία χρόνια, μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τον χώρο της διαφήμισης και ενημέρωσης, δραστηριοποιούμαι επιχειρηματικά με την σχεδίαση και παραγωγή γυναικείων εποχικών ενδυμάτων.

Παράλληλα, παρακολουθώ μαθήματα δημιουργικής γραφής και συνεχίζω να γράφω για μικρούς αλλά και μεγάλους αναγνώστες.

Βιβλία μου που κυκλοφορούν είναι τα  παραμύθια,  Ζαχαρίας ο ευαισθητούλης, Ζαχαρίας ο ευαισθητούλης και το παντοπωλείο της αγάπης, Ζαχαρίας ο ευαισθητούλης και ο πειρατής Πειράτιος, όλα από τις εκδόσεις Χατζηλάκος και  η εφηβική νουβέλα «Το μαγικό παλτό» από τις εκδόσεις Φυλάτος.

Επίσης έχω αποσπάσει τιμητική διάκριση  από τον παγκόσμιο διαγωνισμό που διοργάνωσε η Ένωση Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος(ΕΛΒΕ) για το διήγημα μου (ερωτική αυτοεξομολόγηση, απολογία)  «Το λάθος».

 

Οι εικονογράφοι:

 

Ελισάβετ Κεσικιάδου

Βασιλική Κεσικιάδου

Κορίνα Κεσικιάδου

Ελευθερία Κουντουδάκη

Παναγιώτης Φελλαχίδης

Δάφνη Περίτσαλη

Παυλίνα Τασιάδου

Καλλιόπη Τασιάδου

Μαρία Τσαρούχα

Παναγιώτα Τσαρούχα

 

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: