«Η αρχηγός μας» των: Παύλου, Νικόλα και Κατερίνας Λεμοντζή!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε από τους: Κατερίνα, Νικόλα και Παύλο Λεμοντζή οι οποίοι επέλεξαν και την εικόνα που το συνοδεύει.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Η αρχηγός μας»

 

-Μια φορά κι έναν καιρό, πολύ κοντινό καιρό, σχεδόν τωρινό καιρό, τόσο, ώστε με κάνει, παππού, να την αλλάξω την αρχή. Θα τον βάλω σε ενεστώτα χρόνο. Τον καιρό.

Στον καιρό που ζούμε, παππού, ήρθε μια κατάρα από τα βάθη της γης που δεν είναι ο Εγκέλαδος. Τον μάθαμε, δεν τον μάθαμε τον σεισμό; Τον ξέρουμε, τον βιώνουμε κάθε τρεις και λίγο, τον διδαχτήκαμε και στο σχολείο, στη Φυσική. Μετράμε τη βοή, την αντάρα, τις μικρές ζημιές, τις μεγάλες καταστροφές με την κλίμακα  Ρίχτερ, ξέρουμε πώς να προφυλαχτούμε, κάναμε και ασκήσεις, χωθήκαμε κάτω από θρανία και τέτοια.

Τώρα είναι αλλιώς. Καινούργια κατάρα αυτός ο ιός, σαν κι εκείνες τις επτά πληγές του Φαραώ. Ανελέητα θερίζει ανθρώπους, παππού, χειρότερα από τότε. Λοιπόν, σε αυτόν τον καταραμένο καιρό…

-Κατερίνα, εμένα μ’ αρέσουν οι ιστορίες, μ΄ αυτές ζω. Από τότε που ήμουν σαν κι εσένα. Εκεί στα δεκατέσσερα, έτρεχα στα θέατρα, πολύ πιο μπροστά στο σινεμά, μετά στα φεστιβάλ κι όλες οι ιστορίες – μύθοι με σαγήνευαν, με ταξίδευαν και με ωρίμασαν, με μεγάλωσαν, μου άνοιξαν λεωφόρους φαρδιές και μυστικά σοκάκια. Αν ετοιμάζεσαι να μου πεις ιστορία, μισό, να φωνάξουμε και τον Νικόλα μας.

-Άστο σε μένα: Νικόλαααα, έλα, παραμύθι! Αλλά θα σας το πω εγώ. Σήμερα θα γίνω αρχηγός.

-Ανορθόδοξο, αλλά  επειδή είδα  και τον «Πλανήτη των πιθήκων», μ’ αρέσει. Έφτιαξα και τσάι πράσινο που θωρακίζει τον οργανισμό. Λέγε.

-Τον κακό μας τον καιρό που φτιάξατε, παππού, θέλω να τον αλλάξω. Κάτι σκέφτηκα. Λέω να μαζέψω φίλες και φίλους μου, να οργανώσουμε μια ομάδα, έναν πυρήνα τέλος πάντων, μια μαγιά, όπως κάνει ο φούρναρης και φουσκώνει η ζύμη κι ύστερα γεμίζει τα ράφια με ζεστά ψωμιά. Αρχηγός εγώ. Θα μοιράσω και αρμοδιότητες και θα κάνω μια κυβέρνηση ανηλίκων μ΄ έναν στόχο. Ν’ αλλάξουμε τους μεγάλους με μας και κατ’ επέκταση ν’ αλλάξουμε τη ροή των γεγονότων και με δεύτερη συνέπεια να σταματήσουμε την καταστροφή της φύσης και με τρίτη συνέπεια να ξαναγίνει ο κόσμος μια φωλιά για όλα τα όντα. Ένας παράδεισος χωρίς εγκλήματα. Τις αμαρτίες θα τις τιμωρούμε και τους παραβάτες θα τους εξορίζουμε στο διάστημα.  Ακούστε: Ό,τι σήμερα απαγορεύεται για τους κάτω των 16, θα απαγορεύεται για τους άνω των 16. Το σχέδιο είναι μεγαλοφυές.

-Αρχηγέ, φοβάμαι ν΄ ακούσω παρακάτω. Δώσε μου λίγα  λεπτά να σου πω πέντε – δέκα πράγματα και μετά άπλωσε το παραμύθι σου.

-Παππού, κάνεις ζαβολιές αλλά θα σε αφήσω, σαν πρώτη ένδειξη μεγαθυμίας μου. Βιάσου.

-Ευχαριστώ, αρχηγέ. Δώστε κι οι δυο προσοχή: Αναλογίζομαι πόσο μεγάλο λάθος θα είναι  για την ανθρωπότητα, εάν υπάρξει ενδεχόμενο να πάρετε εσείς, κάποια στιγμή, τον έλεγχο του κόσμου σε κάθε επίπεδο. Ο λόγος είναι πολύ απλός. Τα παιδιά είναι βιολογικά σχεδιασμένα για να μεγαλώσουν σε μια παιδική ηλικία.

Θα σου υπενθυμίσω ότι εσείς τα παιδιά είστε μερικές φορές σκληρά και πιο ανάλγητα  από τους ενήλικες. Να μην πω παραδείγματα από εδώ μέσα, έτσι;  Εννοώ, ότι τα παιδιά εξαρτώνται από τα ένστικτα κι όχι από τη λογική. Οι γενιές μου, ως ανήλικοι, στερηθήκαμε ό,τι γυάλιζε στα μάτια μας ωραίο κι απαραίτητο, γιατί φοβόμασταν την αντίδραση των γονέων μας. Εάν τα παιδιά δεν είχαν κανένα φόβο, θα ήταν όλα τα ενδεχόμενα καταστροφής ανοικτά, εξαιτίας της αδυναμίας εκτιμήσεως του περιττού με το απαραίτητο, του ωφέλιμου με το ζημιογόνο.

Απέχθεια για τον πόλεμο είχα απ’ όταν ήμουν μικρός. Ενώ παρακολουθούσα ειδήσεις, ήθελα να εξαφανιστεί κάθε πόλεμος. Τώρα, τι θα έκανα εάν ήμουν αυτοκράτορας; Δείτε. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον κι εμείς, ως θεατές, δε νιώθουμε τίποτα όταν παρακολουθούμε τα αποτρόπαια εγκλήματα. Λοιπόν, θα διέταζα τους ανθρώπους να τερματίσουν κάθε πόλεμο.

-Κλέβεις, παππού. Θέλω εγώ να πω τι θα έκανα αν ήμουν αρχηγός κράτους κι όχι να ακούσω εσένα. Κλείσε το στόμα, δεν τέλειωσα. Θα έβαζα τους επιτελείς να στελεχώσουν στρατό από ζώα, παράδειγμα, τα κατοικίδια. Οι άνθρωποι ανάβουν πολέμους για πολλούς λόγους. Από θρησκευτικούς έως επεκτατικούς. Δεν υπάρχει καμία τέτοια  ανησυχία από τα κατοικίδια ζώα. Δεν πιστεύουν πουθενά, δεν τα καθοδηγεί κανένα δόγμα, μαρκάρουν τον τόπο τους, έχουν τις αψιμαχίες τους, τα βρίσκουν μεταξύ τους, ο ισχυρός επικρατεί, ο αδύναμος εγκαταλείπει. Απλά πράγματα. Ούτε όπλα, ούτε στρατόπεδα.

-Αρχηγέ, το παραμύθι σου είναι πιο κάτω κι απ’ τα τρία γουρουνάκια και τον κακό τον λύκο. Ξαναλέω ότι τα παιδιά πρέπει να ξέρουν πώς να συναλλάσσονται με τους άλλους πριν αποκτήσουν τον κόσμο. Το αποκαλούμε: εκπαίδευση.

-Εντάξει, το αλλάζω. Αφήνω τα ζώα στην ησυχία τους. Όμως, εάν τα παιδιά κυβερνούσαν τον κόσμο, αυτός θα μπορούσε να είναι ένα από τα καλύτερα μέρη του σύμπαντος, επειδή τα παιδιά δεν είναι ποτέ άπληστα στο χρήμα και, μάλιστα, σε βαθμό κακουργήματος, και ποτέ δεν προσπαθούν να εξαπατήσουν. Αλλά θα μπορούσαν οι ενήλικες να αποδεχθούν αυτή την κατάσταση;

-Όχι, δεν το νομίζω, επειδή οι ενήλικες πιστεύουμε ότι είμαστε εκπαιδευμένοι, έχουμε εμπειρίες ζωής, άρα, ξέρουμε περισσότερα από σας. Θα σου δώσω ένα δίκιο. Στην πραγματικότητα, οι μεγάλοι κάνουμε τα πάντα περίπλοκα. Δες τώρα με τον καταραμένο ιό τι γίνεται. Ανυπακοή και ωχαδερφισμός. Εμείς εδώ μένουμε σπίτι μας κι άλλοι τριγυρνάνε στην πόλη, δίχως ενοχές και φόβο. Πιθανώς, ο έλεγχος ενηλίκων από παιδιά να έδινε κάποια λύση στην ανησυχητική σημερινή κατάσταση, αν τρομοκρατούσαν τους γονείς με φράσεις του ύφους: «προστατέψτε μας και μη βγαίνετε έξω», αλλά είναι πολύ παραμυθένιο για να γίνει αλήθεια.

-Εάν τα παιδιά, επιμένω παππού,  γίνουν κυβερνήτες, ο κόσμος θα είναι πολύ διαφορετικός. Με κάποιους τρόπους παιδικής αθωότητας θα γίνει καλύτερος και, ίσως, με άλλους, απόλυτους, γίνει χειρότερος για σας.

-Χαχαχαχα. Ας γελάσουμε παιδιά. Πρώτα απ’ όλα, ο κόσμος σας θα μεταλλαχτεί σε έναν μεγάλο σωρό σκουπιδιών, επειδή δε μάθατε ακόμη τι σημαίνει τακτοποίηση πραγμάτων. Οι εικόνες οπουδήποτε θα είναι αστείες, με τόσα αραδιασμένα δώθε – κείθε λογής – λογής  αντικείμενα, παρατημένα, σκορπισμένα άνευ λόγου και αιτίας.

Δεύτερον, ο ρυθμός ανάπτυξης θα είναι από αργός έως ανύπαρκτος, επειδή τα παιδιά έχουν τη λογική απαίτηση ν’ αναπτυχθούν λύσεις διασκέδασης, χαράς, και είναι ικανά να αγνοήσουν καθετί που σχετίζεται με την παγκόσμια ανάπτυξη.

Ακόμη, τα παιδιά της εξουσίας θα αγνοήσουν τους ενήλικες αυτοστιγμεί, επειδή εκείνοι δε θα έχουν καμία δύναμη και επιρροή πάνω τους. Επομένως, οι ώριμες ηλικίες θα βυθιστούν πολύ χειρότερα στη μοναξιά, η οποία οδηγεί συχνά στην αυτοχειρία.

-Αλλά από την άλλη πλευρά, έξυπνε παππού, με τα παιδιά στην εξουσία  ο κόσμος δε θα γεμίζει με δολοπλοκίες, πολιτικές συμφερολοντογικές  συμπεριφορές, εξαπάτηση, πόλεμο, ναρκωτικά και εγκλήματα. Οι παιδικές ψυχές είναι πολύ πιο καθαρές από τις δικές σας, ώστε να μπορούμε να ζούμε όλοι με μεγαλύτερη ασφάλεια από τη σημερινή.

-Αυτό είναι ένα καλό σημείο. Εάν οι ενήλικες, κάθε που ανακηρύσσονται κυβερνήτες καθρεφτίζονται μέσα σε παιδικές ψυχές, θα ήταν πολύ καλύτεροι ηγέτες, απ’ ό,τι είναι σήμερα. Όμως, πρόσεξε αρχηγέ, μια περίπτωση να γίνει ο μύθος σου αλήθεια είναι να στέκεσαι μπρος εσύ και πίσω σου ένας ενήλικας, εννοώ πίσω από κάθε παιδί εξουσίας. Αναρωτιέμαι τι θα λέγατε σε μια Βουλή ανηλίκων. Μόλις σας τελείωναν οι σοβαροί γραπτοί σας λόγοι και οι αντιρρήσεις εφήβων επί παντός επιστητού, θα ανταλλάσσατε αστείες ιστορίες και ανέκδοτα; Αν ήταν τα παιδιά  διευθυντές τραπεζών πώς θα λειτουργούσαν άραγε; Με ποια επίγνωση της αξίας χρήματων, δανείων, ομολόγων, εμπορικών συναλλαγών; Πες μου, τι θα συμβεί στο παραμύθι σου όταν ενηλικιωθείτε; Θα λαμβάνετε εντολές από τα νέα παιδιά; Και τα παγκόσμια προβλήματα θα τα αφήσετε να σέρνονται άλυτα  στους νεοφερμένους;

-Μου το χαλάς το παραμύθι, παππού. Μου το διαλύεις. Εγώ θέλω να σου ξεδιπλώσω σχέδια ονειρικά, μαγικά, συναρπαστικά, για έναν κόσμο ειρηνικό, χωρίς συρράξεις, με άφθονο νερό, με άφθονο οξυγόνο, με άφθονο πράσινο, με δάση και με ζώα, με χαρές και με λουλούδια, με τραγούδια σε φάρμες και σε αγρούς, με μπαξέδες και σπαρμένα χωράφια, χωρίς πόλεις – τέρατα, χωρίς ιούς και μικροβιολογικούς πειραματισμούς, χωρίς πυρηνικά όπλα κι απόβλητα εργοστασίων, χωρίς ρύπανση κάθε είδους, χωρίς τρύπες στο όζον, στον ουρανό, στη γη, στη θάλασσα.

-Α, αρχηγέ μου, τι σπουδαία όλα αυτά! Τέτοια να μου πεις. Είναι όμορφα παραμύθια. Κόψε την άλλη ουτοπία της εξουσίας και μείνε στην ουτοπία του παραμυθιού.

-Ναι, αλλά θέλω να είμαι αρχηγός. Να κυβερνώ. Ας κάνουμε την υπέρβαση, έστω εικονικά. Και να σου πω κάτι μεγαλίστικο; Τα παιδιά μαθαίνουν τα σπουδαιότερα μαθήματα στη ζωή από άλλα παιδιά, όχι από τους ενήλικες. Συμβαίνει, επειδή έχουν αυθεντική επικοινωνία, ανεξαρτησία και θάρρος, ίσως από άγνοια κινδύνου, όμως έχουν δημιουργικό μυαλό και κατανόηση αναγκών της ομάδας. Φέρνουν στις επιλογές τους το παιχνίδι, ως ώρα ζωτικής σημασίας για την εσωτερική τους υγεία, παρατηρούν και ερευνούν με εντελώς διαφορετικά κίνητρα από τα δικά σας. Έχω κι άλλα αν δε φτάνουν.

-Κι αν σας διαφθείρει η εξουσία κι αρχίσετε να συμπεριφέρεστε ως ενήλικες; Τότε ο κόσμος θα ήταν τραχύς και άγριος με σας, ως μικρομέγαλους – κυβερνήτες.

-Παππού;

-Νικόλα;

-Δε μ’ αρέσει καθόλου το παραμύθι της Κατερίνας ούτε το δικό σου. Το βαρέθηκα. Να σας πω κι εγώ ένα;

-Χμ, λέω ναι. Κατερίνα, το δικαιούται ως μέλος της παρέας μας.

Δεκτό, αλλά εγώ δεν τελείωσα. Το υπόλοιπο θα σας το πω αργότερα. Άντε, Νικόλα μας, πες.

-Ωραία. Λέω: Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδί πολύ έξυπνο και πολύ καλός μαθητής στο σχολείο και η δασκάλα του έβαζε πάντα άριστα. Τα απογεύματα πήγαινε κι έπαιζε μπάλα σε μια ακαδημία ποδοσφαίρου, άριστο κι εκεί και στο σπίτι μέσα, όσο μπορούσε καθότανε φρόνιμο.

Ένα βράδυ που ήταν πολύ κουρασμένο έπεσε και κοιμήθηκε, χωρίς να φάει κάτι περισσότερο από μια μπανάνα. Τότε είδε ένα παράξενο όνειρο, αλλά ωραίο όνειρο. Είδε πως ήτανε πουλί με χρώματα κόκκινο και άσπρο και πέταγε πάντα χαμηλά, γιατί ήθελε να παρατηρεί από πολύ κοντά τους ανθρώπους.

Σε μια από τις χαμηλές του πτήσεις, βρέθηκε μια μέρα σ’ έναν άγνωστο τόπο, χωρίς σπίτια και δρόμους, μόνο χώμα, λάσπη κι ουρανό. Έκαιγε ο ήλιος και ίσα που κατάφερε να δει μια ανθρώπινη φιγούρα να σέρνεται στο έδαφος. Φτερούγισε πάνω από το κεφάλι του και του είπε κελαηδιστά: «Άνθρωπε, γιατί  περπατάς με τα χέρια; τι ψάχνεις  εδώ στην ερημιά;» Εκείνος σήκωσε τα μάτια του, είδε το πουλί, καθάρισε τα μάτια του κι απάντησε: «μυρίζω το χώμα, ψάχνω να βρω νερό. Τα παιδιά μου πέθαναν γιατί δεν είχαν πόσιμο νερό».

Το ασπροκόκκινο πουλί τότε κοκκίνησε ολόκληρο κι απάντησε κελαηδιστά, αλλά χωρίς κόμματα και τελείες. Σαν πραγματικός χείμαρρος έτρεξαν τα λόγια του κι έλουσαν τον διψασμένο άνθρωπο: «θα πετάξω ψηλά, θα βρω τον Θεό και θα τον παρακαλέσω να λυπηθεί τα εκατομμύρια παιδάκια που διψάνε, ύστερα αρρωσταίνουν κι ύστερα πεθαίνουν, να το πάρει από τους πλούσιους της γης που χτίζουνε πισίνες και λουτρά, να το φέρει σ’ αυτήν εδώ τη χώρα. Κι άμα διατάξει πόλεμο, να γίνει πόλεμος. Στα βιβλία των ανθρώπων οι πόλεμοι γέμισαν χιλιάδες σελίδες και κείνος θα ξέρει ότι τα όπλα σημαδεύουν, οι σφαίρες σκοτώνουν, αλλά ο αφανισμός παιδιών από  τη δίψα, σκοτώνει το μέλλον της ανθρωπότητας. Κάθε παιδί, φτωχό ή πλούσιο, έχει δικαίωμα στο νερό».

Βρήκε το κουράγιο το ανθρώπινο ερείπιο να χαμογελάσει και να πει στο κατακόκκινο πουλάκι: «Να μην ψάξεις τον Θεό πετάμενη αγαθή μου ψυχή. Ανθρώπους να ψάξεις, τους δυνατούς της γης να ψάξεις, τους αφέντες των λαών να ψάξεις κι όταν βρεις έστω και έναν, προσπάθησε να του αλλάξεις γνώμη. Τα εργοστάσια φτιάχνουν πράγματα, μηχανές δουλεύουν αντί γι’ ανθρώπους, μα στερεύουν τα ποτάμια, καταστρέφονται τα δάση κι ο ουρανός χάνει το καθαρό του γαλάζιο και γίνεται θολός και σκοτεινός».

Έφυγε το παιδί – πουλί, πέταξε μακριά, πέρασε λόγγους και βουνά, πέρασε λιβάδια και πεδιάδες, πέρασε θάλασσες και στεριές κι έφτασε σ’ ένα μεγάλο λευκό παλάτι, που είχε και τρούλο και τεράστιες πρασιές και στρατιώτες να το φυλάνε. Στάθμευσε σ’ ένα μάρμαρο να ξεκουραστεί κι εκεί που θαύμαζε τον πλούτο και το μέγεθος, ήρθε ξαφνικά καταπάνω του ένας σκουρόχρωμος αετός, με βλέμμα αιμοβόρο. Αλλά το δικό μας το πουλάκι ούτε φοβήθηκε ούτε έφυγε. Σάστισε ο αετός και του είπε ειρωνικά : «μια σταλιά πουλί, τι δουλειά έχεις σ’ απαγορευμένο χώρο; Εδώ ζει ο μέγας αρχηγός της πλάσης».

Το παιδί – πουλί, πήρε μια βαθιά ανάσα και μίλησε με θάρρος: «το και το. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά, εκατομμύρια παιδιά, πεθαίνουν σε  άλλες χώρες, γιατί δεν έχουνε νερό να πιούν. Πρέπει κάτι να κάνουμε εμείς τα πουλιά, ν’ αλλάξουμε τον κόσμο. Χωρίς νερό η ζωή θα σβήσει σιγά – σιγά. Για να είσαι τόσο μεγαλοπρεπής, θα πρέπει να το αξίζεις. Απόδειξέ το».

Ο αετός κατέβασε το κεφάλι, έσμιξε τα φρύδια του κι άρχισε να σκέφτεται. Εκεί επάνω στη σύσκεψη, άστραψε μια φωτιά, ένας τρομακτικός θόρυβος σκέπασε τον αέρα, πέταξε  μακριά ο αετός και το πουλί – παιδί κατρακύλησε κι έπεσε. Κάτω. Από το κρεβάτι. Και ξύπνησε, παππού, και πολύ στεναχωρήθηκε που δεν κατάφερε να σώσει εκείνα τα παιδιά που πεθαίνουν από δίψα. Και τώρα περιμένει στο επόμενο όνειρο να ξαναγίνει πουλί και να βρει μια λύση στο πρόβλημα.

-Πόσο μου άρεσε  το παραμύθι σου, Νικόλα μου. Θα περιμένω και τ’ άλλα τα ταξίδια στα όνειρά σου. Αρχηγέ, θα μας το τελειώσεις το δικό σου;

-Λίγα θα σας πω. Αυτό το παραμύθι που ξεκίνησα δεν τελειώνει σε μερικές αράδες. Ούτε ο κόσμος αλλάζει με παραμύθια. Ο κόσμος για ν’ αλλάξει, παππού, πρέπει να δώσετε οι μεγάλοι τόπο στους μικρούς. Δε θέλω μικρόφωνο ούτε καρέκλα. Θέλω ανάσες καθαρές. Κι όταν μια μέρα γίνω αρχηγός στ’ αλήθεια, θα υπηρετώ ακριβώς αυτό. Την αλήθεια. Να σας πω μια; Αυτά τα καραβάνια των νέων που γύρισαν πίσω, όπως – όπως, εξαιτίας του φόβου απ’ την κατάρα που σκέπασε την πλάση, δεν έπρεπε να φύγουν. Πώς θα δει τον ήλιο να λάμπει ο δικός μας τόπος, παππού, άμα διώχνετε τα νιάτα;

–  …

ΤΕΛΟΣ

 

Οι συγγραφείς

 

Την ιδέα την εμπνεύστηκα από την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Τοπίο στην ομίχλη» (1998), την όποια διηγήθηκα στα εγγόνια μου στις ώρες τους αποκλεισμού στο σπίτι και μαζί αποφασίσαμε να αποτελέσει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα κινηθούμε και οι τρεις.

Στην παραπάνω ταινία, ένα έφηβο κορίτσι (όπως η εγγονή μου Κατερίνα, ετών 14) αφηγείται στον μικρότερο αδερφό της (όπως το εγγόνι μου ο Νικόλας, ετών 9) ένα παραμύθι, αλλά διαρκώς τη διακόπτει η μητέρα της. Εν προκειμένω, εγώ. Παππούς τους και συνταξιούχος. Ο μικρός διαμαρτύρεται για τη διαρκή διακοπή, λέει τη δική του ιστορία, αλλά ανολοκλήρωτη. Και στο δικό μας παραμύθι συμβαίνουν όλα αυτά.

Στην εν λόγω ταινία, πράγματι, δεν υπάρχει σαφές τέλος. Ο Αγγελόπουλος άφηνε πάντα τα έργα του να λήγουν χωρίς ένα συμβατικό τέλος και ήταν – πέρα από την ποίηση και την ιστορική, πολιτική, κοινωνική, διάστασή τους – αυτό το ύφος του, ο χαρακτήρας των ταινιών του, με στόχο να δημιουργούνται στους θεατές ανοικτά κεφάλαια, όπου ο καθένας μπορούσε να βάζει τη δική του τελεία.

Αυτό ακριβώς προσπαθήσαμε και κάναμε κι εμείς στο δικό μας παραμύθι, ακολουθώντας το θέμα που δώσατε.

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια παιδιών | Ετικέτες: ,,,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: