«Η απουσία σας είναι αναγκαία» της Μαρίας – Ραφαέλας Μιχαλοπούλου!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Γράφτηκε από την Μαρία – Ραφαέλα Μιχαλοπούλου. Οι εικόνες που χρησιμοποιήθηκαν είναι από ιστοσελίδα διάθεσης δωρεάν εικόνων.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Η απουσία σας είναι αναγκαία»

 

Ήταν Ιούλης, ντάλα μεσημέρι και η Μαρίνα διάβαζε ξαπλωμένη στα πλακάκια, κάτω από το μεγάλο τραπέζι της κουζίνας. Τα παντζούρια ήταν κατεβασμένα, αλλά η ζέστη ανυπόφορη. Ίσως να ήταν η άπνοια, ίσως ο ήλιος που καίει περισσότερο τα τελευταία χρόνια. Όπως και να ’χει, τα πλακάκια ήταν η όαση στο σπίτι της Μαρίνας – δροσερά, ήσυχα και με το τεράστιο τραπέζι από πάνω της να την καλύπτει από περαστικούς κινδύνους. «Η σπηλιά μου» έλεγε και όταν έριχνε τις άκρες από το μεγάλο τραπεζομάντηλο γύρω της, τότε ταξίδευε σε άλλους κόσμους. Τότε, οι ιστορίες που διάβαζε έπαιρναν σάρκα και οστά μπρος στα μάτια της. Και ποιος δεν είχε παρελάσει κάτω από εκείνο το τραπέζι! Ο Πινόκιο με το γέρο Τζεπέτο, ο μεγάλος φιλικός γίγαντας παρέα με τη Ματίλντα, ο Τζακ μαζί με τη φασολιά, νεράιδες, πρίγκιπες και πειρατές. Να φανταστείτε, μια μέρα που διάβαζε για μια ναυμαχία, έγινε μούσκεμα το τραπεζομάντηλο. Η μαμά της επέμενε ότι βράχηκε από την κανάτα με το νερό που ήταν στο τραπέζι. Η Μαρίνα όμως ήξερε. Είχε δοκιμάσει το νερό στα πλακάκια και ήταν αλμυρό. Ήταν νερό θαλασσινό και αυτό δεν της το έβγαζες απ’ το μυαλό! Ο αδερφός της ο Μίλτος, μετά από μισή ώρα προσπάθειας, είχε βαρεθεί να υποκρίνεται ότι κοιμάται. Τώρα είχε βγει στην αυλή και κατέγραφε σχολαστικά τη σκληρή δουλειά μιας μέλισσας. Οι γονείς τους φυσικά, δεν είχαν παρατηρήσει τίποτα καθώς ήταν πολύ κουρασμένοι και πολύ απορροφημένοι από τις ειδήσεις!

«Ευχάριστα νέα για τους τηλεθεατές μας! Νέα σχέδια για την εξόρυξη χρυσού από τα ορυχεία Τριποδικής! Το μαλακό αυτό μέταλλο, η αξία του οποίου δεν έχει εκτιμηθεί ακόμη, μα ένα είναι σίγουρο, θα μαλακώσει και τις ζωές μας! Και ο ορυκτός πλούτος δεν σταματά εδώ κυρίες και κύριοι! Ο μαύρος χρυσός που κείται στα έγκατα της γης μας, στην ΑΜΠΩΣ (Ακατάπαυστη Μεγαλειώδη Παραίσθηση ως Σύγχυση)! Μόλις κατορθώσουμε την εξόρυξη αυτού του μυρωδάτου δώρου της φύσης θα δούμε έναν άλλο κόσμο. Έναν κόσμο πιο ορεξάτο, πιο πληθωρικό, πιο χορτάτο και γενικότερα… πιο! Το σημαντικό είναι να τα καταφέρουμε όλα πρώτα εμείς! Εμείς και όχι οι άλλοι! Αυτή είναι η ουσία του πράγματος. Εγώ, εεε… εμείς ήθελα να πω, πρώτοι! Σας ευχαριστώ ιδιαιτέρως για την προσοχή σας! Να είστε πάντα χαρούμενοι και υγιείς!»

Η Μαρίνα κοίταζε τον σοβαρό κύριο με το κοστούμι που ο τρόπος που κουνούσε τα χέρια και το κεφάλι του, τόσο της θύμιζε τις μαριονέτες της. Η μόνη διαφορά ήταν ότι αυτές είχαν κάπως πιο αληθινό βλέμμα. Ήταν όμως ώρα για παιχνίδι στη γειτονιά. Όταν οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν έξι, ένα «ντριν» θα πρέπει να ακουγόταν στο κεφάλι της Μαρίνας. Δίχως να κοιτάζει το εν λόγω όργανο μέτρησης του χρόνου, ήξερε πως η παρέα της είχε στήσει καρτέρι στην πίσω πόρτα της αυλής. Χαιρετούσε λοιπόν τους γονείς της –που είτε χάζευαν οθόνες, είτε χάζευαν από τους λογαριασμούς- έπαιρνε τον Μίλτο κι έφευγε. Έφευγαν όλοι μαζί!

«Το φευγιό της ελευθερίας τους» θα έλεγα, αν η Μαρίνα δεν μου είχε αρπάξει το πληκτρολόγιο από τα χέρια, φωνάζοντας αποδοκιμαστικά «Γραφικότητες!»

Έτρεχαν με τη μύτη μέσα στις μπλούζες σαν περνούσαν δίπλα από κτίρια γιγάντια που ‘βγάζαν καπνούς κατράμι, πηδούσαν ποτάμια που τα ΄λέγαν μολυσμένα και διάβαιναν χωράφια ακαλλιέργητα με ψηλά χόρτα που ο κόσμος τα λόγιζε για χωματερές.

Κι έφταναν στην άκρης της γης τους, εκεί που ξεκινάει η θάλασσα. Εκείνος ο κόσμος ήταν αλλιώτικος. Αλλιώτικος και ολόδικός τους! Περπατούσαν ξυπόλυτοι γιατί δεν είχε τίποτα να τους τρομάξει, σκαρφάλωναν στους βράχους γιατί δεν είχε τίποτα να τους εμποδίσει τη θέα. Αυτοί είχαν δει τον ήλιο να βουτάει στην θάλασσα, είχαν δει τον ορίζοντα! Τι τσαλαβουτήματα, τι μακροβούτια, τι ιστορίες ζωγραφισμένες στην άμμο! Τόσο όμορφα περνούσαν, που όταν τα διηγούνταν στους γονείς τους, αυτοί δεν καταλάβαιναν τίποτα. Η περιγραφή του τοπίου, τους ήταν εντελώς ξένη. Κρυστάλλινα νερά, χρώματα, χώμα και άμμος δίχως κτίρια, μυρωδιές που δεν είχαν σχέση με καυσαέριο, ήχοι ανήκουστοι από πουλιά και τζιτζίκια, γεύσεις από αρμυρίκια και αγιόκλημα.

«Τι φαντασία είναι αυτή που έχουν τα μικρά μας! Ας είναι πάντα γερά να φτιάχνουν παραμύθια!», έλεγαν οι  γονείς τους. Ήταν τόσο απασχολημένοι με την καριέρα τους, την επαγγελματική τους εξέλιξη. Ήταν πολύ παραγωγικοί! Εξάλλου, είχαν αποδείξει ότι αυτή η τακτική αποφέρει χρήματα και βελτιώνει τη ζωή τους. Ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τη σκληρή δουλειά, με τον ίδιο ρυθμό για να δώσουν στα παιδιά τους «έναν καλύτερο κόσμο».

Οι μέρες περνούσαν με ρυθμούς κιρκαδιανούς και η σκληρή δουλειά –με τις απολαύσεις που αυτή συνεπάγεται-συνεχιζόταν. Ώσπου ένα μεσημέρι –χειμώνας ήταν πια- η Μαρίνα ξαπλωμένη κάτω από το τραπέζι, είδε τον μπαμπά της. Και δεν ήταν καλά. Για την ακρίβεια ήταν πολύ άσχημα. Η μαμά της, της εξήγησε ότι μάλλον πρόκειται για κάποιον ιό και θα περάσει. Η Μαρίνα θυμήθηκε ότι και η γιαγιά της Κατερίνας, της φίλης της, ήταν κι αυτή άρρωστη. «Και η μαμά του φίλου μου του Μάνου» φώναξε ο Μίλτος. «Και η θεία σας!» ψιθύρισε με τρόμο η μαμά. «Εεε πρέπει να σας πω παιδιά μου, ότι και ο παππούς σας… Ε ξέρετε ήταν πολύ άσχημα εδώ και μέρες. Δυστυχώς, δεν τα κατάφερε…» είπε ο μπαμπάς κι έχασε τη φωνή του.

Το ίδιο απόγευμα τα παιδιά συναντήθηκαν στη δικιά τους πλευρά του κόσμου. Εκείνη τη μέρα όμως, η ακρογιαλιά φαινόταν διαφορετική. Τόνοι σκουπίδια φαίνονταν από μακριά και νεκρά ψάρια είχαν ξεβραστεί στην παραλία. Η θάλασσα έμοιαζε αβοήθητη σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ηρεμήσει τα νερά της. Τ’ αρμυρίκια και το αγιόκλημα είχαν ήδη μαραθεί και ούτε ένα πουλί  δεν ακουγόταν να κελαηδάει. Μόνο ο βράχος έστεκε –χρόνια απαράλλαχτος- να μαρτυράει την αλλαγή.

Τα παιδιά τον πλησίασαν και τον ακούμπησαν και τα δάκρυά τους κύλησαν πάνω του. Ο βράχος δεν είχε νιώσει ποτέ τέτοια δάκρυα παιδιών. Σείστηκε ολόκληρος και ράγισε. Έβαλε τα παιδιά μέσα του και τους τα είπε όλα. Τους είπε για τον αέρα που τόσα χρόνια μολύνεται από τα αυτοκίνητα και τα φουγάρα, τους είπε για τη θάλασσα που ρυπαίνεται από το πετρέλαιο και τις βρωμιές των εργοστασίων, τους είπε και για τα δέντρα που καίγονται για να κάνουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους και τους είπε και για τα ζώα που δίνουν τη ζωή τους για να γίνουν τροφή και χρήματα. Τα παιδιά άκουσαν προσεκτικά. Τρόμαξαν. Φοβήθηκαν. Έκλαψαν τόσο, που τα δάκρυά τους έγιναν λίμνη. Κοίταξαν μέσα στη λίμνη τον αντικατοπτρισμό τους.

Είδαν πως ήταν ακόμα μαζί. Τότε αποφάσισαν να αναλάβουν δράση. Έκλεισαν τους γονείς στα σπίτια τους, κλείδωσαν την πόρτα και πήραν το κλειδί. «Η απουσία σας από τον κόσμο είναι αναγκαία» τους είπαν. Τους εξήγησαν πως ήταν για το καλό τους. Και τότε άφησαν τη φύση να κάνει τη δουλειά της, όπως μόνο αυτή ξέρει.

Όταν θάλασσες και ουρανοί πήραν μια ανάσα και τίναξαν τα σκουπίδια από πάνω τους, ήταν ώρα να μιλήσουν τα παιδιά. Άλλο τρόπο δεν είχαν να γίνουν πιστευτοί, παρά τις οθόνες. Πήγαν λοιπόν στον δικό τους κόσμο και τον πρόβαλαν στις οθόνες. «Ορίστε τι ξεχάσατε! Την αλήθεια, την ομορφιά και ό,τι μας κρατάει ζωντανούς: τη φύση! Αναρρώνει ακόμα, μα θα γίνει καλά! Αυτή ξέρει να γιατρεύει τον πόνο της».

Μετά από καιρό, οι άνθρωποι βγήκαν από τα σπίτια. Είδαν τον κόσμο πιο όμορφο, κι εκτίμησαν το καθετί γύρω τους και το σεβάστηκαν. Κι αγάπησαν πιο πολύ ο έναν τον άλλο. Τότε θυμήθηκαν τις εικόνες, μύρισαν τις μυρωδιές και άκουσαν τους ήχους που διηγούνταν τα παιδιά. Τώρα το ήξεραν! Ήταν όλα αλήθεια!

Γιατί ψέματα κι αλήθεια

Έτσι είναι τα παραμύθια!

 

 

Η συγγραφέας

Η Μαρία Ραφαέλα Μιχαλοπούλου γεννήθηκε το 1989 στη Θεσσαλονίκη και έζησε στην Κατερίνη μέχρι το 2006.

Το 2010 αποφοίτησε από το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ και το 2015 αποφοίτησε από το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου «Παιδικό Βιβλίο και Παραγωγή Παιδαγωγικού Υλικού» με ειδίκευση στη χρήση τεχνολογιας για παραγωγή ψηφιακών διαδραστικών ιστοριών.

Εργάστηκε ως αναπληρώτρια σε δημοτικά σχολεία για 6 χρόνια.

Το 2017 μετοίκησε στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου και ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό «Εκπαίδευση Κωφών» στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Πλέον, εργάζεται ως δασκάλα κωφών για την υπηρεσία υποστήριξης ατόμων με αισθητηριακές αναπηρίες του Μάντσεστερ.

Έλαβε μέρος στο πρόγραμμα «Erasmus+» στο πανεπιστήμιο Αιγαίου (Ρόδος) όπου εργάστηκε ως επιμορφώτρια εκπαιδευτικών στο πρόγραμμα «ICT στην εκπαίδευση».

Έχει παρακολουθήσει μαθήματα συγγραφής και αφήγησης λαϊκού παραμυθιού από τον Δημήτρη Αβούρη.

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: