«Η πόλη των ευτυχισμένων παιδιών» της Κατερίνας Μαρκάκη!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Διακρίθηκε με το τρίτο βραβείο στην κατηγορία Ενήλικων Δημιουργών. Γράφτηκε από την νηπιαγωγό Κατερίνα Μαρκάκη ενώ η ζωγραφιά που το συνοδεύει είναι του Αντρέα Εμμανουήλ.

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Η πόλη των ευτυχισμένων παιδιών»

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν (και σίγουρα ακόμα εκεί είναι) μια μικρή σφαίρα. Μια όμορφη, γαλαζοπράσινη σφαίρα που χόρευε στον απέραντο ουρανό. Έκανε πιρουέτες γύρω από τον εαυτό της, και περήφανη για την ομορφιά της στριφογύριζε μαζί με τις φίλες της γύρω από μια άλλη σφαίρα, μεγαλύτερη από όλες. Στον ατελείωτο ουρανό, όλα χόρευαν αργά και ήσυχα, χωρίς καμιά βιασύνη. Μέσα στο απύθμενο σκοτάδι, έβλεπαν τα χρώματα, τα σχήματα, τα μεγέθη, την ομορφιά του κόσμου. Μέσα στην ησυχία της νύχτας συνέχιζαν να χορεύουν την μελωδικότητα της σιωπής.

Κάποτε, σε μια μικρή γωνιά του κόσμου υπήρχε μια όμορφη πόλη.

Ψηλά καταπράσινα δέντρα άγγιζαν τα σύννεφα. Μικρά και μεγάλα ποτάμια διέσχιζαν την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη και οι λόφοι ήταν στρωμένοι με πολύχρωμα και μοσχομυρωδάτα λιβάδια. Όπως όλες οι πόλεις έχουν ένα όνομα, έτσι και τούτη η πόλη είχε το δικό της, μόνο που το πραγματικό της όνομα μέσα στα χρόνια, ξεχάστηκε. Έτσι, όλοι την ήξεραν με το όνομα «η πόλη που μικραίνει».

Θα αναρωτιέστε φυσικά, πώς είναι δυνατόν μια πόλη να μικραίνει. Καθίστε λοιπόν αναπαυτικά, κλείστε τα μάτια καλά, ανοίξτε διάπλατα τα αυτιά και ακούστε πώς έγιναν τα πράγματα στα αληθινά.

Οι άνθρωποι της πόλης, στην αρχή ζούσαν ευτυχισμένοι. Φρόντιζαν ο ένας τον άλλο, φρόντιζαν τους κήπους και τα λουλούδια τους, προστάτευαν τα δάση και τα ποτάμια τους. Ένιωθαν ήρεμοι και ζωντανοί, γιατί ο αέρας που ανέπνεαν ήταν αέρας καθάρος και ευωδιαστός. Ήταν ο αέρας που έφτανε από τα βάθη των δασών και των ωκεανών.

Όμως σαλεύοντας οι άνθρωποι στον χρόνο, άφησαν τα πιο όμορφα πράγματα πίσω τους και κράτησαν μαζί τους πράγματα περίεργα και σκοτεινά. Κανείς μέχρι τώρα δεν έχει κατάλαβει πώς και γιατί έγινε αυτό. Άφησαν στις ντουλάπες του «πρίν» τα γιορτινά τους όμορφα ρούχα. Κλείδωσαν εκεί τα χαμόγελα, τα τραγούδια και τα παιχνίδια τους. Την ανεμελιά τους και την ευτυχια τους. Και γέμισαν τις βαλίτσες του «τώρα» με γκρίνια, σκοτούρες και δυστυχία.

Χωρίς να το καταλάβουν έγιναν σκυφτοί, σκυθρωποί και πολύ κουρασμένοι. Ήταν συνεχώς βιαστικοί. Είχαν συνεχώς δουλειές. Δουλειές πολλές. Ζούσαν όλοι μαζί μα ένιωθαν μόνοι.

Σταμάτησαν να κοιτούν τον ουρανό. Έτσι ξέχασαν το χρώμα του.

Έπαψαν να κοιτούν τους αγαπημένους τους. Έτσι, ξέχασαν το χρώμα των ματιών τους.

Η πόλη που ζούσαν, έχανε την ομορφιά της αφού κανείς δεν νοιαζόταν, κανείς δεν κοιτούσε, κανείς πια δεν φρόντιζε. Κάπως έτσι, η πόλη άρχισε σιγά σιγά να μικραίνει.

Τα δέντρα άρχιζαν να κονταίνουν ώσπου στο τέλος έγιναν τόσο μικροσκοπικά που δεν μπορούσε να τα δει κανείς. Στέρεψαν τα ποτάμια και τα λουλούδια στα λιβάδια σαν να είχαν πέσει σε ύπνο βαθύ, δεν ξανάνθισαν ποτέ. Ο αέρας ήταν γκρίζος, μύριζε στάχτη και δηλητηρίαζε το μυαλό τους κάθε μέρα και πιο πολύ. Η πόλη τελικά μίκρυνε τόσο, που λένε πως για να την δεις, έπρεπε να έχεις μάτια τεράστια. Μάτια υπερφυσικά. Μάτια καθαρά. Μάτια σαν και αυτά που έχουν μονάχα τα παιδιά.

Και είναι αλήθεια πως τα μικρά παιδιά έβλεπαν την μια πόλη μετά την άλλη να συρρικνώνεται και τα χρώματα από τις ζωγραφιές τους να ξεθωριάζουν, αφού δεν προλάβαινε κανένας να τις κοιτάξει. Ένιωθαν μόνα μέσα σε τόσο κόσμο. Δεν τα έβλεπε, δεν τα άκουγε κανείς. Σαν να είχε μαγέψει την πόλη τους ξόρκι φθονερό και τρισκαταραμένο, φαίνεται πως είχαν χάσει όλοι, όλες τους τις αισθήσεις.

Ήταν αλήθεια. Τα μάτια των παιδιών μπορούσαν να δούν και η καρδιά τους μπορούσε να νιώσει αλλά δεν μπορούσαν με τίποτα να καταλάβουν.

Πώς γίνεται κάτι να μικραίνει και να χάνεται, όταν σταματάς να το κοιτάς;

Πώς γίνεται να τρέχουν όλα τόσα γρήγορα και βιαστικά;

Όλα θα χανόντουσαν μια και καλή. Εκτός και αν κάτι γινόταν και άλλαζαν τα πράγματα μέσα σε μια στιγμή. Καμιά φορά όμως, δεν ύπαρχει χρόνος για να περιμένεις τα πράγματα να αλλάξουν μόνα τους, σαν μαγικά. Και στην ιστορία μας αυτή, θα έχετε καταλάβει πως ο χρόνος ήταν πολύτιμος πολύ. Έπρεπε κάτι να γίνει γρήγορα και επαναστατικά. Ο κόσμος έπρεπε να ξανανθίσει. Οι άνθρωποι έπρεπε να ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά τους για τα καλά.

Κάπως έτσι, άρχισαν τα μικρά μυαλουδάκια των παιδιών να φέρνουν στροφές εκατό. Την λύση να βρούν προτού μικρύνει όλη η Γη και γίνει σαν μικρό μπαλάκι του γκόλφ. Ήξεραν ότι την λύση θα την έβρισκαν όλοι μαζί. Και η λύση ήταν μια. Μια και μοναδική.

– Να κάνουμε τον χρόνο να σταματήσει και να ξαναρχίσει από την αρχή.

Είπαν, έπειτα από σκέψη αρκετή.

Τα πράγματα όμως ποτέ δεν είναι τόσο απλά – και αυτό το ξέραν τα μικρά παιδιά.

Πώς αλήθεια θα το κατάφερναν αυτό;

– Πρέπει να βρούμε τον τρόπο τον σωστό.

Έτσι λοιπόν, γρήγορα μα καθόλου βιαστικά, άρχισαν γεμάτα ελπίδα να ψάχνουν. Έψαξαν πολύ. Πιο πολύ και από το πάρα πολύ. Ψάχναν όλη μέρα και όλη νύχτα. Ψάχναν στα βιβλία των μεγάλων, ψάχναν σε συρτάρια, σε ντουλάπες, σε κουζίνες και σε τσάντες. Μα τον τρόπο δεν τον βρίσκαν.

Πήγαν στα δάση, μήπως και τα δέντρα ήξεραν τον τρόπο. Μα τα δέντρα είχαν μικρύνει τόσο πολύ που η φωνή τους δεν ακουγόταν.

Έτρεξαν να ρωτήσουν τα ποτάμια. Μα δεν είχε μείνει από αυτά ούτε μια τόση δα μικρή σταγόνα νερό.

Απογοητευμένα μετά από καιρό, ριγμένα σε βαθιά περισυλλογή είχαν μείνει να κοιτάν τον ουρανό. Θα σας φανεί παράξενο, ίσως και εξωπραγματικό μα η απάντηση ήρθε με ιλιγκιώδη ταχύτητα απευθείας από τον ουρανό.

Τα μεγάλα τους μάτια έγιναν μεγαλύτερα όταν είδαν τον ήλιο να τους χαμογελά και να τους κλείνει το μάτι πονηρά. Ο ήλιος απλώνοντας τις ακτίνες του, ακούμπησε μπροστά στα πόδια των παιδιών, ένα όμορφο χρυσό κουτί. Με μάτια διάπλατα και στόματα ανοιχτά, άκουγαν τον ήλιο να μιλά και να τους λέει ψυθιριστά,

– Την νύχτα, που το φεγγάρι θα φαίνεται να έχει χαθεί, ανεβείτε στην πιο ψηλή κορφή. Ανοίξτε το κουτί μα προσοχή, μόλις το χρώμα του αλλάξει και γίνει από χρυσό μενεξεδί, να το κλείσετε καλά και να φύγετε από εκεί γρήγορα και προσεκτικά.

Εκείνο το πρωί, τα παιδιά με τον ήλιο, κάναν μια συμφωνία μυστική. Μια συμφωνία που θα άλλαζε την ρότα όλης της Γης.

Και πέρασαν πολλές νύχτες μέχρι το φεγγάρι να χαθεί από τον ουρανό. Μα τα παιδιά περίμεναν υπομονετικά και κάθε βράδυ κοιτούσαν ψηλά. Κάθε νύχτα που το φεγγάρι χόρευε γύρω από την Γη, έκρυβε και από ένα κομματάκι του μικρό…ώσπου οι μέρες πέρασαν και τελικά σαν να κρύφτηκε εντελώς.

-Τι μαγικό να παίζεις με το φεγγάρι κρυφτό! Είπαν κάποια παιδιά και στρώθηκαν αμέσως στην δουλειά. (Αχ, τα μικρά παιδιά! Βλέπουν και πράγματα που δεν φαίνονται με μάτια γυμνά!)

Χωρίς να χάσουν χρόνο, έχοντας για φώς μονάχα το φως των αστεριών, σκαρφάλωσαν στην πιο ψηλή κορφή. Μέσα στην απέραντη σιωπή, ανυπομονούσαν να μάθουν τι μαγικό μπορούσε να συμβεί. Εκεί, μέσα στην νύχτα, πάνω στον λόφο τον ψηλό στάθηκαν όλοι σιωπηλά και μόνο η καρδιά τους ακουγώταν που χτυπούσε σαν ρολόι τρελαμένο από καιρό.

Σαν μαγικό, μόλις άνοιξαν το κουτί, τρύπωσαν μέσα όλα τα χαμένα κομμάτια του φεγγαριού. Ένα ένα τα άστρα ακολούθησαν και αυτά. Με ένα μεγάλο σάλτο από την άλλη πλευρά του λόφου μπήκε να κρυφτεί και ο ήλιος στο κουτί. Μόλις τρύπωσε και η τελευταία ακτίνα, το κουτί έγινε από χρυσό μενεξεδί και ένα αεράκι άρχισε να φυσά. Μα το αεράκι έγινε αέρας, ο αέρας έγινε άνεμος και ο άνεμος μια τεράστια τρομακτική ανεμοθύελλα. Κρατώντας σφιχτά το πολύτιμο κουτί τρέξαν τα παιδιά μακριά. Τώρα δεν έμενε τίποτε άλλο από το να περιμένουν.

Αλλά το επόμενο πρωί ήταν σαν μην ερχόταν ποτέ. Ο ήλιος δεν εμφανίστηκε ποτέ στον ουρανό και η τρομακτική ανεμοθύελλα ήταν πιο δυνατή από ποτέ. Μόνο σκοτάδι υπήρχε και αέρας δυνατός. Αν έβγαινες έξω σε σήκωνε ψηλά σαν να είσαι χαρταετός. Η μια μέρα διαδεχόταν την άλλη αλλά κανένας δεν μπορούσε να υπολογίσει τι μέρα ήταν. Πότε ερχόταν το μεσημέρι και πότε έπρεπε να φάνε βραδινό;

Οι άνθρωποι έπαψαν να πηγαίνουν στις δουλειές, τα παιδιά σταμάτησαν να πηγαίνουν στο σχολείο. Δεν περπατούσε κανείς στους δρόμους και όλοι ήταν κλεισμένοι στα σπίτια για να σωθούν από το τρομερό σκοτάδι και του ανέμου τη βουή. Σαν η Γη να σταμάτησε τον χορό της ξαφνικά, σαν όλα να πάγωσαν στο εκεί και στο τότε!

Τα παιδιά έβλεπαν αλλά ούτε και τώρα καταλάβαιναν.

Ώσπου μια μέρα, βρήκαν τις παλιές τους ζωγραφιές. Είχαν βρεί τα χαμένα τους χρώματα. Και τότε κατάλαβαν. Κάτι είχε αλλάξει. Κάποιος τις είχε κοιτάξει.

Σαν να είχαν ξυπνήσει από ύπνο αιώνων βαθύ, οι άνθρωποι ανακάλυπταν σιγά σιγά κάτι πολύτιμο που είχε χαθεί. Κλεισμένοι στους τοίχους των σπιτιών ξαναέβρισκαν τον χρόνο που περνούσε και χανόταν κάθε μέρα και πιο πολύ. Ο πολύτιμος χρόνος που κάποτε δεν τον είχε κανείς, τώρα ήταν πολύς. Πάρα πολύς.

Δεν πέρασαν μέρες πολλές και άρχισαν να ψηλώνουν, να νιώθουν ξεκούραστοι και χαρωποί.

Σαν μαγικό … άρχισαν ξανά να κοιτούν.

Πρώτα κοίταξαν τον εαυτό τους.

Μετά τα μάτια των αγαπημένων τους.

Κοίταξαν τις ζωγραφιές των παιδιών τους, τα παιχνίδια τους.

Κοίταξαν έξω από τα παράθυρα την ασχήμια του κόσμου. Την ασχήμια που εκείνοι είχαν προκαλέσει. Ξαφνικά τους έλειπε το μπλέ του ουρανού.Το τυρκουάζ του ωκεανού. Τους έλειπε ο καθαρός αέρας. Να σκαρφαλώνουν στα δέντρα τα ψηλά και να κάνουν αγώνες ποιός θα πιάσει πρώτος τα σύννεφα τα απαλά.

-Ίσως να μην είναι τόσο αργά να αλλάξει κάτι, μουρμούριζαν σιγανά.

Όσο οι μέρες περνούσαν και η βουή του ανέμου γινόταν πιο τρομέρη, τόσο εκείνοι σταματούσαν να βιάζονται και να είναι σκυθρωποί. Άρχισαν να χορεύουν, να τραγουδούν, σαν μικρά παιδιά και εκείνοι να χοροπηδούν. Έξω έμοιαζε να είναι χειμώνας βαρύς. Μέσα όμως ήταν άνοιξη φωτεινή.

Τα παιδιά τα είχαν καταφέρει. Είχαν κάνει τον χρόνο να σταματήσει.

Τώρα είχε έρθει η ώρα να τον κάνουν να αρχίσει ξανά. Είχε φτάσει η στιγμή που το κουτί, έπρεπε να ανοίξει ξανά. Και όταν το ξανάνοιξαν τα παιδιά σιγά σιγά και προσεκτικά, μια σκόνη φωτεινή απλώθηκε, γλίστρησε από τις χαραμάδες και ο δυνατός άνεμος την σκόρπισε μακριά.

Στις εφτά και τριαντατρείς το πρωί, όλοι ξύπνησαν από το δυνατό φως του ήλιου που έμπαινε από τα παράθυρα, από το γλυκό τραγούδι των πουλιών και από την μυρωδιά των λουλουδιών. Βγήκαν έξω και είδαν την πόλη τους πιο μεγάλη και πιο όμορφη από ποτέ. Έξω, ο κόσμος μεγάλωνε και άνθιζε για τα καλά χωρίς των ανθρώπων τα ανόητα, παλαβά μυαλά.

Τα δέντρα είχαν γίνει πάλι ψηλά, τα ποτάμια ήταν γεμάτα νερό, τα λιβάδια μοσχοβολούσαν ως τα πέρατα του κόσμου. Ως τα πέρατα του κόσμου έφτασαν και τα νέα ότι ένα τσούρμο παιδιά έσωσε τη Γη, από την αδιαφορία των ανθρώπων την τρελή.

Και κάπως έτσι, άρχισε πάλι ο χρόνος να κυλά.

Η ζωγραφιά είναι του Αντρέα Εμμανουήλ

Τώρα κάπως διαφορετικά. Κάπως πιο ήσυχα και μελωδικά.

Δεν έτρεχε, δεν βιαζόταν πια κανείς. Κοιτούσαν όλοι ψηλά και χαμογελαστά.

Δεν είχαν χρόνο για πολλές δουλειές. Τον χρόνο τους τον ξόδευαν σ’ αυτά που αγαπούν πολύ.

Οι άνθρωποι ήταν πάλι προσεκτικοί πολύ με την Γη. Την φρόντιζαν και την προστάτευαν με αγάπη και στοργή.

Έτσι, ο κόσμος γεννήθηκε ξανά, πιο μαγικός από κάθε άλλη φορά.

Οι ζωγραφιές των παιδιών δεν έχασαν τα χρώματα τους ποτέ ξανά. Τα παιδιά δεν ένιωσαν ποτέ πια μοναξιά. Όλοι έιχαν χρόνο να αγαπηθούν, να αγκαλιαστούν, να κοιτάζουν και να ακούν. Κάτι σαν να κλέψαν από τα μάτια των μικρών παιδιών. Μια σπίθα μικρή που ήταν όμως αρκετή να τους κάνει να βλέπουν καθαρότερα από πρίν.

Όσο για την πόλη που μικραίνει… οι άνθρωποι δεν θυμήθηκαν ποτέ το όνομα της το πραγματικό. Αποφάσισαν όμως να της δώσουν ένα άλλο, ένα πιο ταιριαστό. Και έτσι την φώναζαν, «η πόλη των ευτυχισμένων παιδιών».

Κάπως έτσι και κάπου εδώ, τελειώνει τούτη η τρελή ιστορία.

Ανοίξτε τώρα τα μάτια και αν θέλετε κοιτάξτε ψηλά στουν ουρανό. Αν είστε τυχεροί, θα δείτε τον ήλιο να σας χαμογελά και να σας προσκαλεί έξω για παιχνίδια γιορτινά.

 

Για να ακούσεις το παραμύθι από την Κατερίνα, κάνε κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο!

 

 

Η συγγραφέας

Το όνομα μου είναι Κατερίνα και είμαι από τα Χανιά. Είμαι νηπιαγωγός και μαμά δύο μικρών παιδιών.

Μου αρέσει πολύ να διαβάζω παραμύθια αλλά και να τα σιγομουρμουρίζω στα αυτάκια των παιδιών μου λίγο πριν τα πάρει ο ύπνος.

Καμιά φορά φτιάχνω και τα δικά μου …

 

Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: