«Τα εννέα βασιλόπουλα» της Καλλιόπης Σωτηρέλη!

Το παρακάτω παραμύθι συμμετείχε στον διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού που συνδιοργανώσαμε «Οι Παραμυθάδες» και η Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας «Βασίλης Βασιλικός» με την υποστήριξη του Δήμου Καβάλας.

Διακρίθηκε με το πρώτο βραβείο στην κατηγορία Ενήλικων Δημιουργών. Γράφτηκε από την εκπαιδευτικό Καλλιόπη Σωτηρέλη η οποία έκανε και την επιλογή των εικόνων που το συνοδεύουν, ενώ το ηχογράφησε κιόλας (Βρείτε το παραμύθι ηχογραφημένο στο τέλος του άρθρου).

(Για να δείτε την μετάδοση των αποτελεσμάτων πατήστε εδώ)

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του παραμυθιού ή και μέρος αυτού και η όποια χρήση ή εκμετάλευσή του χωρίς την έγκριση του/των δημιουργού/ών.

 

«Τα εννέα βασιλόπουλα»

 

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά τα χρόνια ζούσε στο όμορφο βασίλειο της Γης ένας βασιλιάς και η βασίλισσά του. Το ζευγάρι το είχε ευλογήσει ο Θεός με πολλές αρετές. Ήταν αγαπητοί στον λαό τους επειδή ήταν φιλάγαθοι και δίκαιοι στις κρίσεις τους. Έστεργαν όλους όσοι είχαν κάποια ανάγκη και ποτέ δεν αρνήθηκαν τη βοήθειά τους ακόμα και στον πιο ταπεινό τους υπήκοο. Γι’ αυτό και όταν ο λαός έμαθε ότι η βασίλισσα περίμενε τον απόγονο, όλοι στο βασίλειο ζητωκραύγασαν από χαρά.

     «Καλότυχο να είναι βασιλιά μου το βασιλόπουλο!», έλεγαν κάποιοι.

     «Όλες τις χάρες σου να έχει βασίλισσά μου! Ειδικά αν είναι κόρη!», φώναζαν μερικοί άλλοι.

Το βασιλικό ζεύγος δεχόταν τις ευχές και καρτερούσε την ώρα που θα έσφιγγαν το θείο δώρο στην αγκαλιά τους. Και η μεγάλη μέρα δεν άργησε να έρθει. Με τους πρώτους πόνους της βασίλισσας, οι αυλικές έτρεχαν πανικόβλητες να φέρουν τα απαραίτητα. Πανιά, νερό και την κούνια του μωρού. Η αρχιμαμή πήρε θέση και, αφού έδιωξε τον βασιλιά στον προθάλαμο με τον αρχιαυλικό, ξεκίνησε το έργο της.

Πέρασε λίγη ώρα και ακούστηκε βρεφικό κλάμα. Η έμπιστη της βασίλισσας έτρεξε γρήγορα στον βασιλιά για να πάρει το ρεγκάλο.

«Να σας ζήσει το βασιλόπουλο άρχοντά μου! Χαρά μεγάλη στο βασίλειό μας! Γεννήθηκε το πρώτο σας αγόρι!»

Τα μουστάκια του βασιλιά χόρεψαν στα μάγουλά του από την ευδαιμονία. Ο κληρονόμος του ήταν γεγονός. Πάνω που έκαμε να βγει στο μπαλκόνι να πει τα μαντάτα στον λαό που τον επερίμενε, ξάφνου να’σου και δεύτερο κλάμα! Αυτήν τη φορά πρόκαμε να τρέξει η πρώτη κυρία της αυλής.

«Να σας ζήσει το βασιλόπουλο άρχοντά μου! Χαρά μεγάλη στο βασίλειό μας! Γεννήθηκε το δεύτερό σας αγόρι!»

«Μπα σε καλό μας», σκέφτηκε σαστισμένα ο βασιλιάς! «Τι έκπληξη ήταν τούτη;» και χαμογελώντας με την τύχη τους, έκανε να βγει στο μπαλκόνι… ώσπου άκουσε κι άλλο κλάμα! Τούτη τη φορά βγήκε έξω η ίδια η αρχιμαμή…

«Να σας ζήσει το βασιλόπουλο άρχοντά μου! Χαρά μεγάλη στο βασίλειό μας! Γεννήθηκε και το τρίτο σας αγόρι!»

Σκουντούφλησε λίγο ο βασιλιάς στο νέο άκουσμα…

«Τρία παλικάρια; Πώς τα καταφέραμε έτσι;». Μα γρήγορα συνήλθε και αφού απορρόφησε τα νέα έτρεξε προς το μπαλκόνι. Απότομα, όμως, σταμάτησε και ρώτησε τη μαμή που έμπαινε στα βασιλικά δωμάτια:

«Βρε μπας και πρέπει να περιμένω λίγο ακόμα; Έχει και άλλο στον δρόμο;»

«Όχι βασιλιά μου», του είπε η αρχιμαμή. «Πάνε να διαμηνύσεις τα ευχάριστα στον λαό σου.»

Το τι σαματάς έγινε μάλλον μπορείτε να το φανταστείτε. Ούτε ένας, ούτε δύο αλλά τρεις απόγονοι για το ευτυχισμένο βασιλικό ζεύγος. Οι παραγιοί του παλατιού δεν πρόφταιναν να μοιράζουν μπαξίσια…

Πέρασαν μερικές μέρες και, ως ήταν έθος αιώνων, ήρθε η ώρα για τα βαφτίσια. Έλα, όμως, που στα βασιλικά κιτάπια, νονές των βασιλικών απογόνων για εκείνη την εποχή είχαν οριστεί τρεις ξωθιές που η βασίλισσα καθόλου δεν τις συμπαθούσε.

«Άντρα μου καλοάντρα μου, ρήγα και βασιλιά μου, με τις ζαβές, στραβές ξωθιές τα χάνω τα παιδιά μου!», έλεγε η δύσμοιρη. Άδικα ο βασιλιάς προσπαθούσε να την παρηγορήσει και να την πείσει ότι πέρα από στραβά είχαν και μερικά καλά οι ζαβονονές. Έκλαιγε απαρηγόρητη η βασίλισσα, γιατί βλέπετε, όσα καλά και άσχημα έχουν οι ανάδοχοι, τα παίρνουν τα παιδιά με τα βαπτίσματα! Αλλά μια και δεν μπόραγε να κάνει κάτι, περίμενε τη βάφτιση με αγωνία, ελπίζοντας οι τρεις ανάδοχες να δώσουν μόνο καλή τύχη στα αγόρια τους.

Η μεγάλη μέρα έφτασε και μαζί έφτασαν οι τρεις νονές. Ήταν συμμαζωμένες και πρόσχαρες κι έτσι η βασίλισσα αναθάρρησε. Μετά τα φιλέματα, ήρθε η ώρα να γενούν τα βαφτίσια. Η κάθε μια ξωθιά πήγε πάνω από τα πριγκιπόπουλα, διάλεξε από ένα στην τύχη και το πήρε στην αγκαλιά της. Πρώτη ξεκίνησε η μεγάλη ξωθιά, η αρχηγός όλων.

«Η Θέμις είμαι η θρασειά, θεριό όταν θυμώνω… Μα θέση ισχύος αφού κρατώ και θεία και δίκαια κυβερνώ, θα σ’ ονομάσω… Θρόνο!», είπε και στρογγυλοκάθισε στον βασιλικό θρόνο με τον αναδεξιμιό της στην αγκάλη.

«Θρόνο; Τι πάει να πει Θρόνο;», παραπονέθηκε η βασίλισσα.

«Είπα και ελάλησα!», φώναξε τελεσίδικα η θρασεία Θέμις. «Όπως διαφεντεύω εγώ, έτσι και ο Θρόνος υιός θα γίνει ο επόμενος βασιλιάς!

Σειρά τώρα είχε η δεύτερη ξωθιά, που ήταν πάντα στη σκιά της μεγάλης αδερφής της.

«Ειμ’ η Κυβέλη η καβγατζού, ενίοτε κακίζω… Μα αφού καρδούλες κατακτώ στο κράτημά μου το χρυσό… Κορώνα σε βαφτίζω!», είπε και παίρνοντας την κορώνα πάνω από το κεφάλι της βασίλισσας την έβαλε στο κεφαλάκι του μωρού.

«Κορώνα; Τι πάει να πει Κορώνα;», παραπονέθηκε η βασίλισσα.

«Είπα και ελάλησα!», φώναξε τελεσίδικα η καβγατζού Κυβέλη. «Όπως με το χρυσό μου χέρι πλάθω τις ανθρώπινες καρδιές και τις κάνω να αγαπάνε ή να μισούνε, έτσι ο Κορώνα υιός θα μπορεί να τρυπώνει στα μύχια των ψυχών!»

Τελευταία πήρε τον λόγο η μικρότερη ξωθιά, η πιο ζαβή από όλες τους μα η πιο πονεσιάρα.

«Είμαι η σαλεμένη Σπειώ, στον κόσμο σπέρνω σάλο… Μα αφού θνητούς σκέπω συχνά και στέργω κάθε πεθυμιά… Σκήπτρο θε να σε βγάλω!», είπε και παίρνοντας το σκήπτρο από τα χέρια του Πρώτου Κυβερνήτη το έβαλε στα χεράκια του μικρού.

«Σκήπτρο; Τι πάει να πει Σκήπτρο;», παραπονέθηκε η βασίλισσα.

«Είπα και ελάλησα!», φώναξε τελεσίδικα η σαλεμένη Σπειώ. «Όπως σκεπάζω τους θνητούς και τους προστρέχω όταν χρειαστεί, έτσι και ο Σκήπτρο υιός θα στέργει όλους τους πονεμένους!»

Με τα πολλά, τα βαφτίσια έλαβαν τέλος και όλοι γυρίσανε στις δουλειές τους. Τα τρία βασιλόπουλα μεγαλώνανε και ήταν προικισμένα με τις χάρες που είχαν πάρει από τα γονικά τους, αλλά και με αυτές που τους είχαν δωρίσει οι ζαβονονές τους. Είχαν όμως και από ένα βαρβάτο κουσούρι το καθένα τους. Ο Θρόνος ήταν θρασύς και απόλυτος. Ήθελε πάντα να είναι αρχηγός και, ενώ έπαιρνε δίκαιες αποφάσεις, δεν επέτρεπε σε κανέναν άλλο να εκφράσει τη γνώμη του. Αυτό νευρίαζε πολύ τον Κορώνα, ο οποίος ήταν λίγο κακός και αρκετά ζηλιάρης. Καβγάδιζε επίτηδες με τον Θρόνο και όταν τους έπαιρνε χαμπάρι η βασίλισσα έριχνε το φταίξιμο στον Σκήπτρο. Εκείνος πάλι ο καημένος, σαν λίγο πιο σαλεμένος από τους άλλους, τα δεχόταν όλα και δε μιλούσε…

Και κάπως έτσι επέρασαν τα χρόνια. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα έφυγαν για άλλα «βασίλεια». Τα τρία βασιλόπουλα παντρεύτηκαν με άξιες γυναίκες και κάθε ένας από αυτούς έκανε τρία παιδιά. Όταν έφτασε και πάλι η ώρα για τα βαφτίσια, τζουπ οι τρεις ξωθιές ξαναέκαναν την εμφάνισή τους. Τώρα λόγο να ανησυχούν είχαν οι τρεις νύφες μια και είχαν δει πόσο επηρεάστηκαν οι άντρες τους από τις νονές τους.

Μετά τα τραπεζώματα, ήρθε η ώρα για την ονοματοθεσία. Πάνω, λοιπόν, που πήγε να μιλήσει η Θέμις, πήρε απότομα τον λόγο η Σπειώ:

«Θα μιλήσω πρώτη εγώ αυτή τη φορά… έτσι για αλλαγή», είπε χασκογελώντας.

Η Θέμις της έριξε μια άγρια ματιά, αλλά άφησε τη σαλεμένη ξωθιά να ξεκινήσει τα βαπτίσματα. Εκείνη, αφού ακούμπησε τα κεφαλάκια των παιδιών, είπε:

«Εσύ θα είσαι ο Βόιδης, εσύ ο Αλαφρός, κι εσύ η Νοιάξη!».

Η μάνα των παιδιών έχασε το χρώμα της.

«Καλά η Νοιάξη, ξωθιά μου, αλλά τι πάει να πει Βόιδης και Αλαφρός;»

«Είπα και ελάλησα», είπε απότομα η Σπειώ και πήγε ικανοποιημένη προς τα πίσω.

Σειρά είχε η Θέμις, που, αφού ακούμπησε τα κεφαλάκια των παιδιών, είπε:

«Εσύ θα είσαι ο Νεύρος, εσύ η Δύναμη κι εσύ η Βάλια!»

Η μάνα των παιδιών έχασε το χρώμα της.

«Καλά η Δύναμη και η Βάλια, ξωθιά μου, αλλά τι πάει να πει Νεύρος;»

«Είπα και ελάλησα», είπε απότομα η Θέμις και πήγε ικανοποιημένη προς τα πίσω.

Τελευταία έμεινε η Κυβέλη, η οποία με τη σειρά της, αφού ακούμπησε τα κεφαλάκια των παιδιών, είπε:

«Εσύ θα είσαι ο Ανάγωγος, εσύ η Δολία κι εσύ η Κα…λλω… Η Κάλλω!», τόλμησε να ξεστομίσει απότομα και δυνατά η μάνα των παιδιών μπας και ξορκίσει το κακό. «Κάλλω, ξωθιά μου! Αυτό δεν εννοούσες;»

Νευριασμένη η Κυβέλη που δεν μπορούσε να δώσει πλέον το όνομα που σκεφτόταν εξαρχής, πήγε δυσαρεστημένη προς τα πίσω.

Και κάπως έτσι τελείωσαν τα βαφτίσια… Και κάπως έτσι επέρασαν κι άλλο τα χρόνια και τα βασιλομωρά έγιναν εννέα χαριτωμένα και πανέμορφα βασιλόπαιδα. Κάθε ένα τους είχε κληρονομήσει κάτι από τον χαρακτήρα των γονιών του. Τα τρία ήταν σαλεμένα αλλά συνέτρεχαν όλους όσοι τους χρειάζονταν,  τα τρία ήταν θαρραλέα αλλά θρασέα, τα δύο καρδιοκατακτητές αλλά καβγατζήδες. Μόνο η Κάλλω ήταν διαφορετική. Είχε προκάμει η μάνα της να την γλυτώσει από τη γλώσσα της ξωθιάς βλέπετε… Αλλά για αυτά θα μιλήσουμε σε λίγο…

Οι τρεις οικογένειες μοιράζονταν το παλάτι και τους τίτλους κατά το πώς το θέλησαν οι γονείς του Θρόνου,  του Κορώνα και του Σκήπτρου, αλλά την εξουσία πήρε στα χέρια του ο Θρόνος, κατά το πώς το είχε προστάξει η ξωθιά Θέμις. Ήταν δίκαιος, αλλά ο λόγος του ήταν νόμος. Μάταια προσπάθησε φορές φορές ο Κορώνα να τον πείσει ότι υπάρχει και άλλος τρόπος να γίνουν τα πράγματα. Την καρδιά του Θρόνου δεν μπορούσε να την επηρεάσει, παρά τη μεγάλη τέχνη που είχε. Αυτό που μπορούσε να κάνει, όμως, ήταν να επηρεάσει σιγά σιγά τον αφελή Σκήπτρο και να φτάσει να τον στρέψει εναντίον του αδερφού του.

Με τον καιρό, ο Κορώνα υιός μάζεψε πολύ στρατό. Ως καρδιοκατακτητής που ήταν, μπορούσε να εισβάλει στη σκέψη και στις ψυχές των υπηκόων και να τους επιβάλει το κακό σκεπτικό του. Δε δυσκολεύτηκε να ανατρέψει τον Θρόνο από τον θρόνο και να φορέσει ο ίδιος τη βασιλική κορώνα. Αφού περιόρισε τα δύο αδέρφια του στα βασιλικά τους δωμάτια, επιδίωξε να κυβερνήσει τον λαό της Γης. Δεν τα κατάφερνε πολύ καλά, ωστόσο, γιατί η ζήλια για τον αδερφό του δεν του επέτρεπε να πάρει σωστές αποφάσεις.

Οι υπήκοοί του άρχισαν να βαρυγκωμούν και να ζητάνε τον νόμιμο βασιλιά τους, εξοργίζοντας ακόμη περισσότερο τον Κορώνα. Για να σταματήσει τις διαμαρτυρίες τους, έκανε αυτό που ήξερε να κάνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο, δηλαδή να κατευθύνει τις καρδιές των πολιτών του βασιλείου. Ξεκίνησε κάνοντάς τους να αρχίσουν να απομακρύνονται μεταξύ τους. Οι καρδιές μαύρισαν και οι άνθρωποι κοιτούσαν ο ένας τον άλλο με καχυποψία και κακεντρέχεια. Κλειδαμπαρώθηκαν στα σπίτια τους και δεν είχαν διάθεση να κάνουν τίποτα. Έκλεισαν τις κουρτίνες, γιατί ακόμα και το φως του ήλιου ενοχλούσε τις σκοτεινές τους καρδιές. Όλοι άρχισαν να βρίσκονται σε λήθαργο και να χάνουν τη διάθεσή τους να ζήσουν. Οι φωνές σίγησαν… ακόμα και αυτές των παιδιών, τα οποία δεν τολμούσαν καν να προτείνουν στους αγριεμένους γονείς τους να βγουν έξω να παίξουν… Με τον καιρό έπαψαν όλοι ακόμη και να μιλούνε. Μούχλα, καταχνιά και σκοτεινιά πλάκωσε όλο το βασίλειο. Οι λίμνες γέμισαν με βαλτωμένα νερά, τα ζωντανά του βασιλείου αδυνατούσαν ακόμα και να αναπνεύσουν. Ο Ήλιος έκρυψε τις ακτίνες του γιατί δεν άντεχε να βλέπει την αδερφή του τη Γη να πονάει… Γιατί η Γη ολάκερη πονούσε στην κάθε ανάσα ζωής.

Αγάλι αγάλι σώθηκαν και όλες οι τροφές. Τα λιγοστά τρόφιμα που είχαν απομείνει τα μάζεψε ο Κορώνα στα δωμάτιά του και φειδωλά τα έδινε μόνο στα τρία παιδιά του, την Δολία, τον Ανάγωγο και την Κάλλω. Τα τρία βασιλόπουλα άκουγαν από τα διπλανά δωμάτια σπαρακτικές τις φωνές των εξαδέλφων τους να παρακαλάνε για λίγο ψωμάκι. Η Δολία και ο Ανάγωγος δεν έδιναν και πολλή σημασία, αλλά η καρδιά της Κάλλως πονούσε. Βλέπετε η δική της η ψυχή ήταν πιο πονετική από αυτές των αδελφιών της. Το προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της και να τον πείσει να επαναφέρει τα πράγματα εκεί που ήταν παλιότερα, μα ο Κορώνα είχε καταφέρει να επηρεάσει αρνητικά ακόμα και τη δική του καρδιά.

Οι μέρες προχωρούσαν και η κατάσταση στο βασίλειο και μέσα στο παλάτι είχε γίνει ασφυκτική. Η Κάλλω δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να ζει μέσα στην κατήφεια. Μην αντέχοντας τη συμφορά ούτε μια μέρα ακόμα, πήγε στον αρχιφρουρό και, ξεγελώντας τον, του πήρε τα κλειδιά του παλατιού. Έπειτα έγραψε στα κρυφά δυο σημειώματα και τα έριξε μουλωχτά κάτω από τις πόρτες των κλειστών δωματίων των εξαδελφιών της μαζί με τα κλειδιά. Στο σημείωμα τους έλεγε να βγουν τα μεσάνυχτα και να την συναντήσουν πίσω από την βασιλική αυλή, εκεί όπου τώρα υπήρχε ένας μουχλιασμένος βάλτος, για να τους δώσει λίγο ψωμί να φάνε. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, ξύπνησε τον Ανάγωγο και τη Δολία. Τους είπε ότι άκουσε έναν μεγάλο θόρυβο και έπρεπε να πάνε μαζί για να ελέγξουν τι ήταν, αφού εκείνη φοβόταν μόνη της. Με τα πολλά τους έπεισε και τους οδήγησε στο σημείο όπου είχε παραγγείλει στα ξαδέρφια τους να συναντηθούν.

Κάπως έτσι, λοιπόν, βρέθηκαν ταυτόχρονα όλα τα ξαδέρφια μπροστά στο βρωμερό έλος. Μόλις συναντήθηκαν άρχισαν, όπως ήταν φυσικό, ο ένας να κατηγορνάει τον άλλο για την άσχημη κατάσταση. Τα παιδιά του Θρόνου και του Σκήπτρου δεν ήθελαν ούτε να δουν τα Κορωνόπαιδα και αποκαλούσαν ψεύτρα την Κάλλω που δεν τους πήγε το ψωμί που υποσχέθηκε.

«Για να μας δείτε να υποφέρουμε μας φωνάξατε εδώ;» φώναξε αγριεμένος ο Νεύρος.

«Πάμε να φύγουμε από εδώ…  Να μείνετε με την κακία σας…», είπε πικρά και η Βάλια.

Και τότε μέσα στο σκοτάδι, μαζεύοντας όλη τη δύναμή της, η Κάλλω φώναξε:

«Όχι κακία… Μόνο ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ!»

Ξαφνικά, το βαλτώδες νερό παραμέρισε σε ένα μέρος της λίμνης και τα βασιλόπουλα είδαν έκπληκτα από κάτω να υπάρχει ζωή. Μικρά ψαράκια να κολυμπούν, νούφαρα να απλώνουν τα φύλλα τους για να αρπάζουν λίγες στάλες ζωής. Ακόμα και η καταχνιά του ουρανού έσπασε σε ένα μικρό σημείο και άφησε το φεγγάρι να στείλει μια ακτίνα ελπίδας στα πρόσωπά τους. Τα παιδιά έμειναν αποσβολωμένα.

«Να… να το δοκιμάσουμε όλοι μαζί;», είπαν ταυτόχρονα ο Βόιδης και η Βάλια.

«Θα πετύχει λέτε;», αναρωτήθηκαν η Δολία και η Δύναμη.

«Και τι έχουμε να χάσουμε; Ας το κάνουμε», συμφώνησαν ο Αλαφρός και ο Ανάγωγος.

«Τρία, δύο…», μέτρησαν αντίστροφα ο Νεύρος και η Νοιάξη.

«… ένα!», συμπλήρωσε η Κάλλω και με ένα στόμα τα εννέα βασιλόπουλα φώναξαν με όλη τη δύναμη της παιδική ψυχής τους:

«ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ!»

Το τι έγινε εκείνη την ώρα ούτε εγώ που μου το είπαν δεν μπορώ να σας περιγράψω! Ένα γιορτάσι άρχισε σε όλη τη λίμνη. Μέσα στο σκοτάδι ξεχύθηκαν ακτίνες φωτός, σαν τρελές πυγολαμπίδες που στροβιλίζονταν πέρα δώθε και ό,τι ακουμπούσαν το έκαναν να ζει και πάλι! Ακούμπησαν στα λουλούδια και αυτά ματαγεννήθηκαν. Ακούμπησαν στα στάσιμα νερά και αυτά άρχισαν να κελαρύζουν. Ακούμπησαν στα νωχελικά ζώα και τούτα ξεκίνησαν να χορεύουν μαζί τους. Ακούμπησαν τα χειλάκια των βασιλόπουλων κι εκείνα χαμογέλασαν πάλι μετά από πολύ καιρό… Άγγιξαν και τις καρδιές τους και τις πλημμύρισαν με φως και ζωή… Τα εννέα ξαδέρφια σφιχταγκαλιάστηκαν. Είχαν βρει τη λύση για να ξεφύγουν από την κατάρα του Κορώνα. Ήταν η αγάπη!

Ξάφνου, εκεί που είχαν μόλις καθίσει για να σκεφτούν πώς μπορούσαν να βοηθήσουν να αλλάξει η κατάσταση, εμφανίστηκαν μπροστά τους οι τρεις ξωθιές.

«Τι αναρωτιέστε για το αυτονόητο; Είστε όλοι σας σε θέση ισχύος! Είστε… παιδιά!», είπε η Θέμις.

«Μπορείτε με την καλοσύνη της παιδική ψυχής σας να κατακτήσετε όλες τις καρδιές του κόσμου!», πρόσθεσε η Κυβέλη.

«Και έτσι σοφά να σκεπάσετε όλο το βασίλειο της Γης με την αγάπη σας!», συμπλήρωσε η Σπειώ.

«Θα βρείτε τον τρόπο να σπάσει η κατάρα…»

     «Το κλειδί είναι η αγάπη…»

     «Εμείς θα είμαστε δίπλα σας κάθε στιγμή και όποια σκέψη κάνει κάθε ένας από εσάς, θα την στέλνουμε σε όλους σας!», είπαν και οι τρεις φεύγοντας.

Τα σχέδια έδιναν και έπαιρναν για τις επόμενες ώρες. Τελικά αποφασίστηκε να ξεκινήσουν με το χάραμα για να πείσουν και άλλα παιδιά να ενωθούν μαζί τους. Βλέπετε, μια φούχτα βασιλόπουλα δε θα μπορούσαν με μιας να αλλάξουν την κατάσταση. Χρειαζόντουσαν τη βοήθεια και άλλων. Έτσι κι έγινε! Η Κάλλω έμεινε στην αυλή του παλατιού, στο Κέντρο, για να συντονίζει την επιχείρηση και να ελέγχει τους μεγάλους, ιδιαίτερα δε τον Κορώνα, που της είχε αδυναμία. Ο Βόιδης και η Βάλια ξεκίνησαν για τον Βορρά. Ο Νεύρος και η Νοιάξη κατευθύνθηκαν προς τον Νότο. Η Δολία και η Δύναμη πήγαν κατά τη Δύση. Και ο Αλαφρός και ο Ανάγωγος κίνησαν για την Ανατολή.

Πρώτοι έφτασαν στον προορισμό τους ο Βόιδης και η Βάλια. Εκεί στον κρύο Βορρά τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Το σκοτάδι και η καταχνιά, μαζί με τον παγερό αέρα έκαναν κάθε ανάσα πολύ δύσκολη. Έξω δε φαινόταν κανένας. Μα μήτε τα σπίτια φαινόντουσαν να φιλοξενούν ζωή. Μια παγωμένη βουβαμάρα απλωνόταν παντού. Τα δύο βασιλόπουλα στάθηκαν στη μέση και φώναξαν:

«Παιδιά που είστε στον Βορρά, ελάτε, μπείτε στη σειρά! Ενώστε χέρια και φωνή, η αρά να σπάσει η τρανή!»

Μα απόκριση δεν πήραν καμιά…

Ο Νεύρος και η Νοιάξη έφτασαν μετά από λίγο στον Νότο. Αυτού φυσούσε ένας αποπνικτικός αγέρας που έκαιγε τα σωθικά. Αν τολμούσε κάποιος να μιλήσει πολύ, ένας τρομερός βήχας κυρίευε όλο του το σώμα και έκανε μέρες να συνέλθει. Υπήρχε μια θολή αγριάδα παντού και μια δυσωδία άρρωστη και ασφυκτική. Τα δύο βασιλόπουλα στάθηκαν στη μέση και φώναξαν:

 «Του Νότου νια παιδιά και νιες, βγείτε απ’ όλες τις γωνιές! Ενώστε χέρια και φωνή, η αρά να σπάσει η τρανή!» 

Μα απόκριση δεν πήραν καμιά…

Η Δολία και η Δύναμη κατέφθασαν στη Δύση λίγο αργότερα. Εκειδά υπήρχε τόση σκόνη και κονιορτός που δεν μπορούσες να δεις μπροστά σου. Τα μάτια έτσουζαν και αν αποκοτούσε κανείς να ανοίξει το στόμα ή τη μύτη, κατάπινε λάσπη και τα πνευμόνια του γέμιζαν βλέννες. Όλα ήταν σκεπασμένα με ένα μαύρο πέπλο θανάτου. Τα δύο βασιλόπουλα στάθηκαν στη μέση και φώναξαν:

«Δύσης κοπέλια, κοπελιές… ελάτε έξω απ’ τις σπηλιές! Ενώστε χέρια και φωνή, η αρά να σπάσει η τρανή!»

Μα απόκριση δεν πήραν καμιά…

Τελευταίοι κοντέψανε στον προορισμό τους, στην καυτή Ανατολή, ο Αλαφρός και ο Ανάγωγος. Ένα παράξενο πράμα συνέβαινε. Χωρίς στάλα φωτός, όλος ο τόπος καιγότανε σαν να είχε πιάσει πυρετός την πλάση. Όπου και να ακουμπούσε κανείς, πάθαινε εγκαύματα από τη λάβρα και η δυσάρεστη ατμόσφαιρα προκαλούσε δυσφορία και κάματο σε όλους. Τα πάντα ήταν μέρος μιας καπνερής πύρινης λαίλαπας. Τα δύο βασιλόπουλα στάθηκαν στη μέση και φώναξαν:

«Νεανίσκοι στην Ανατολή, βγάτε να γίνουμε πολλοί! Ενώστε χέρια και φωνή, η αρά να σπάσει η τρανή!»

Μα απόκριση δεν πήραν καμιά…

Η Κάλλω από το παλάτι αφουγκράστηκε τις άκαρπες προσπάθειες των εξαδελφιών της και με τη σειρά της φώναξε:

     «Άντε καλές νονές, ξωθιές, ακούστε την καρδιά μου

     και στα καλά ξαδέρφια μου στείλτε το μήνυμά μου…

     Όλοι να το φωνάξουμε! Το δώρο μας που εκλάπη,

     στον κόσμο θα το φέρουμε μόνο με την ΑΓΑΠΗ! »

     Και, σαν το μήνυμα της Κάλλως έφτασε μεμιάς στα τέσσερα πέρατα του βασιλείου, τα εννέα βασιλόπουλα είπαν ταυτόχρονα με μια φωνή:

     «ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ!»

Ένας μικρός σεισμός έσεισε το βασίλειο σε ανατολή και δύση, σε βορρά και νότο και νέες ακτίνες φωτός άρχισαν να τρέχουν ολόγυρα… Και τα παιδιά κατάφεραν να ξεφύγουν από τις αγκαλιές των μανάδων τους και να ανοίξουν τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Βγήκαν έξω φειδωλά, μα σαν είδαν το λιγοστό φως που έσκιζε το μαύρο πέπλο, πήγαν και έπιασαν τα βασιλόπουλα… Και όσο έπιαναν τα χέρια, πρασίνιζε η Γη… όσο χαμογελούσαν και γελούσαν δυνατά έφευγε η μούχλα κι έμπαινε το φως… όσο φώναζαν «ΑΓΑΠΗ» υποχωρούσε ο καύσος και δρόσιζε η γης.

Μα έλα που, παρόλο που μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά του βασιλείου της Γης, δεν είχε καθαρίσει εντελώς ο τόπος. Ήταν βλέπετε τόσο δυνατή η κατάρα που χρειάζονταν κι άλλοι να βοηθήσουν. Η Κάλλω, από το στρατηγικό της κέντρο, έστειλε πάλι μήνυμα στα ξαδέρφια της μέσω των αναδόχων ξωθιών, οι οποίες άγγιξαν όλα τα παιδιά της Γης αυτήν τη φορά και έτσι με ένα στόμα εκείνα έκαναν την ίδια επίκληση ταυτόχρονα:

     «Γονείς, παππούδες, θειοί και θειές, ακούστε τι είπαν οι Ξωθιές:

     Κλείστε τα μάτια ερμητικά κι αφουγκραστείτε την καρδιά…

     Ακούστε μέσα ένα παιδί που παίζει, τρέχει, κελαηδεί

     κι αφού το βγάλετε μπροστά, τα χέρια ενώστε θαρρετά…

     κι όλοι να υψώσουμε φωνή, η αρά να σπάσει η τρανή!»

     Με το δυνατό κάλεσμα, όλοι οι μεγάλοι της γης έφτασαν με παιδικά χαμόγελα κι αυτοί και ένωσαν τα χέρια τους με των παιδιών τους. Και όσο έπιαναν τα χέρια, πρασίνιζε πιότερο η Γη… όσο χαμογελούσαν και γελούσαν δυνατά έφευγε ολότελα η μούχλα και έμπαινε το φως… όσο φώναζαν «ΑΓΑΠΗ» υποχωρούσε παντελώς ο καύσος και δρόσιζε η γης.

Μόνο γύρω από το παλάτι ακόμα υπήρχε καταχνιά. Μα η Κάλλω έτρεξε με όλη τη δύναμη της καλής καρδιάς της για να πλημμυρίσει την καρδιά του Κορώνα, του Σκήπτρου και του Θρόνου με αγάπη… Εκείνοι σαν την είδαν πόσο φωτεινή ήταν, άρχισαν να κλαίνε σαν παιδιά και, χωρίς να καταλάβουν καν το πώς, ξεστόμισαν με βροντερή φωνή:

     «ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ!»

Οι ακτίνες του Ήλιου έσκισαν για τα καλά όλο το ζοφερό σκοτάδι και τα πρόσωπα φωτίστηκαν, θαρρείς, πιο πολύ και από αυτόν τον ίδιο! Η Γη ανέπνευσε και γέλασε και πήραν τα γέλια της τα πουλιά και τα σκόρπισαν σε ανατολή και δύση και σε βορρά και νότο!

Και κάπως έτσι… έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! Αν δε με πιστεύετε, να κοιτάξετε το βράδυ ψηλά στον ουρανό. Θα δείτε τον Κορώνα να αστράφτει από χαρά… και αν κάνετε και απόλυτη ησυχία, θα τον ακούσετε να φωνάζει

     «ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ, ΑΓΑΠΗ»!

 

 

Η συγγραφέας

Ονομάζομαι Καλλιόπη Σωτηρέλη. Είμαι σύζυγος ενός υπέροχου ανθρώπου και μαμά τριών καταπληκτικών παιδιών! Επίσης είμαι καθηγήτρια Αγγλικής Γλώσσας στο 7ο Γυμνάσιο Καβάλας, όπου είμαι και Υποδιευθύντρια καθώς και Υπεύθυνη της Θεατρικής Ομάδας και άλλων Σχολικών Δραστηριοτήτων.
Είμαι πολύ υπερήφανη και ευλογημένη που τους τελευταίους μήνες συγκαταλέγομαι στο πανέμορφο παρεάκι των Παραμυθάδων, τους οποίους ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μας έδωσαν να περάσουμε δημιουργικά την περίοδο του εγκλεισμού μας!
Αγαπώ πολύ οτιδήποτε καλλιτεχνικής φύσης και ό,τι έχει να κάνει με την Τεχνολογία.
Categories: Διαγωνισμός Συγγραφής Παραμυθιού 2020, Παραμύθια φίλων | Ετικέτες: ,,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: