Η νύφη του δάσους (παραδοσιακό παραμύθι της Φινλανδίας)

σε απόδοση του απομακρυσμένου παραμυθοανταποκριτή μας

Κάποτε, σε ένα από τα ταξίδια μου, κόντεψα να φτάσω μέχρι την άκρη του κόσμου. Όχι κυριολεκτικά βέβαια, επειδή όπως ξέρουμε η Γη είναι στρογγυλή και δεν έχει άκρες, αλλά ήταν τόσο μακριά από εδώ, στην παγωμένη Φινλανδία, που ακόμη και τώρα θυμάμαι την ιστορία που μου διηγήθηκε εκείνο το βράδυ ένας γέρος με μακριά, άσπρη γενειάδα, ενώ καθόμασταν δίπλα στη φωτιά, σε μια καλύβα, στο κέντρο ενός μεγάλου δάσους, στα πέρατα του κόσμου…

Η καλύβα στο μεγάλο δάσος

Η νύφη του δάσους

Ήτανε κάποτε ένας αγρότης που είχε τρεις γιους. Μια μέρα, όταν τα αγόρια είχαν πια μεγαλώσει και είχαν γίνει άνδρες, τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

— «Παιδιά μου, ήρθε πλέον ο καιρός να παντρευτείτε και να κάνετε οικογένειες. Αύριο το πρωί θέλω να φύγετε από τη φάρμα και να πάτε να βρείτε τις κοπέλες που θα παντρευτείτε.»
— «Και πώς θα τις βρούμε πατέρα;», ρώτησε ο μεγαλύτερος γιος.
— «Το έχω σκεφτεί αυτό», είπε ο πατέρας. «Ο καθένας σας θα πάει και θα κόψει από ένα δέντρο και θα πάρει το δρόμο που θα είναι προς τα εκεί που θα πέσει το δέντρο. Είμαι σίγουρος πως ακολουθώντας αυτό το δρόμο, ο καθένας σας θα βρει τη δική του κοπέλα.»

Έτσι, την άλλη μέρα, οι τρεις νέοι διάλεξαν από ένα δέντρο ο καθένας και άρχισαν με τα τσεκούρια τους να τα πελεκάνε. Το δέντρο του μεγαλύτερου γιου έπεσε προς το Βορρά. «Τέλεια!», είπε αυτός, «στα βόρεια υπάρχει μία φάρμα όπου ζει μία όμορφη κοπέλα.»

Το δέντρο του μεσαίου γιου έπεσε προς το Νότο. «Πολύ ωραία», φώναξε ο δεύτερος γιος επειδή σκέφτηκε ότι προς τα εκεί ζούσε μία κοπέλα με την οποία είχαν χορέψει κάποτε μαζί σε μία γιορτή.

Το δέντρο του τρίτου γιου, του Βέικο, όταν έπεσε, έδειξε κατευθείαν προς το δάσος. Αμέσως, τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια άρχισαν να γελούν και να τον κοροϊδεύουν: «Χα, χα, ο Βέικο μάλλον θα βρει μία λυκοπούλα ή μία αλεπού για να παντρευτεί!», εννοώντας πως στο δάσος ζουν μόνο τα ζώα του δάσους και καθόλου άνθρωποι. Ο Βέικο όμως είπε πως δεν τον πείραζε να πάει προς το δάσος, αφού προς τα εκεί έπεσε το δέντρο του.

Κι έτσι τα τρία παλικάρια ξεκίνησαν χαρούμενοι και πήρε ο καθένας το δρόμο του. Ενώ όμως οι δύο μεγαλύτεροι είχαν συγκεκριμένους προορισμούς, ο Βέικο, αφού μπήκε μέσα στο δάσος και προχώρησε αρκετά, άρχισε να χάνει το κουράγιο του και να αναρωτιέται: «Πώς θα βρω μία κοπέλα εδώ που δεν έχει καθόλου ανθρώπους;»

Περπατώντας λίγο ακόμη, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά σε μία καλύβα. Άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα, αλλά η καλύβα ήταν άδεια. Υπήρχε δηλαδή ένα ποντικάκι επάνω στο τραπέζι, που καθάριζε τα μουστάκια του, αλλά τα ποντίκια φυσικά δεν τα υπολογίζουμε.

— «Δεν είναι κανένας εδώ;», φώναξε ο Βέικο.
Το ποντικάκι σταμάτησε για λίγο να ασχολείται με τα μουστάκια του, γύρισε προς αυτόν και του είπε:
— «Έι, Βέικο, εδώ είμαι!»
— «Μα εσύ δεν πιάνεσαι, είσαι ποντίκι.»
— «Φυσικά και πιάνομαι», είπε το ποντικάκι, «Μα, τι ήθελες να βρεις;»
— «Έλπιζα να βρω την αγάπη μου», είπε ο Βέικο και είπε στο ποντικάκι όλη την ιστορία (που εμείς την ξέρουμε ήδη).
— «Τα δύο αδέλφια μου θα έχουν ήδη βρει τις αγαπημένες τους», είπε ο Βέικο, «αλλά εγώ πώς θα τη βρω εδώ στο δάσος; Θα γυρίσω στο σπίτι και θα γίνω ρεζίλι επειδή θα είμαι ο μόνος που απέτυχε!»
— «Κοίτα Βέικο, γιατί να μην είμαι εγώ η αγαπημένη σου;», ρώτησε η ποντικούλα.
Ο Βέικο γέλασε με την καρδιά του.
— «Μα εσύ είσαι ένα ποντίκι! Πού ακούστηκε ένας άνδρας να αγαπάει ένα ποντίκι;»
Η ποντικούλα κούνησε σοβαρά το κεφάλι της.
— «Πίστεψέ με Βέικο, θα μπορούσες να είχες χειρότερη τύχη από το να με αγαπήσεις. Μπορεί να είμαι ποντίκι, αλλά θα σε αγαπάω στα αλήθεια.»

Εδώ που τα λέμε, ήταν ένα πολύ χαριτωμένο ποντικάκι και όπως την κοιτούσε ο Βέικο, όρθια, με τα δύο ποδαράκια κάτω από τη μουσούδα της και με τα μάτια της να λάμπουν, του άρεσε όλο και περισσότερο. Τότε του τραγούδησε και ένα μικρό, χαρούμενο τραγούδι που του άρεσε τόσο πολύ που ξέχασε ότι δεν ήταν άνθρωπος. Πήρε την απόφασή του λοιπόν και, πριν φύγει για να επιστρέψει στο σπίτι του, της είπε: «Πολύ καλά, ποντικούλα. Από εδώ και πέρα εσύ θα είσαι η αγαπημένη μου!»
Μόλις το άκουσε η ποντικούλα, άρχισε να στριφογυρνάει χαρούμενη και του υποσχέθηκε πάλι ότι θα τον αγαπάει και θα τον περιμένει να γυρίσει.

Επιστρέφοντας στο πατρικό του ο Βέικο, βρήκε τα αδέλφια του να κομπάζουν για τις αγαπημένες τους.
— «Η δική μου», έλεγε ο μεγαλύτερος, «έχει τα πιο ροδαλά μάγουλα που έχει δει άνθρωπος!»
— «Και η δική μου», είπε ο μεσαίος, «έχει μακριά ξανθά μαλλιά!»

Ο Βέικο δεν είπε τίποτε. «Τι συμβαίνει Βέικο;», τον ρώτησαν τα αδέλφια του γελώντας, «η δική σου αγαπημένη έχει μυτερά αυτάκια ή κοφτερά άσπρα δοντάκια;», εννοώντας ότι μπορεί να ήταν λυκοπούλα ή αλεπουδίτσα.

«Μη γελάτε», είπε ο Βέικο, «η δική μου αγάπη είναι μικρόσωμη και λεπτοκαμωμένη και είναι ντυμένη με βελούδο».
— «ντυμένη με βελούδο», επανέλαβε ο μεγαλύτερος κοροϊδευτικά.
— «σαν πριγκίπισσα», ρουθούνισε ο δεύτερος αδελφός.
— «Ναι», επανέλαβε ο Βέικο, «ντυμένη με βελούδο σαν πριγκίπισσα! Και όταν σηκώνεται και τραγουδάει, είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στη Γη»

— «Λοιπόν», είπε τότε ο πατέρας τους, «τώρα πρέπει να δω και τι μπορούν να κάνουν για να κρίνω αν θα είναι καλές σύζυγοι. Θέλω να μου φτιάξει η κάθε μία από ένα καρβέλι ψωμί για να τα δοκιμάσω.»
Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια δήλωσαν αμέσως σίγουροι ότι οι αγαπημένες τους δε θα είχαν κανένα πρόβλημα να ψήσουν ψωμί και, επειδή ο Βέικο παρέμεινε σιωπηλός, άρχισαν πάλι να τον πειράζουν: «Και η πριγκίπισσα; Θα μπορεί άραγε να ψήσει ένα καρβέλι;»
— «Δεν ξέρω», είπε με ειλικρίνεια ο Βέικο, «πρέπει να τη ρωτήσω.»

Ήταν όμως ήδη απογοητευμένος όταν έφτασε και πάλι στην καλύβα στο δάσος, επειδή ήταν σίγουρος πως κάτι τέτοιο θα ήταν ακατόρθωτο για την ποντικούλα.

Μόλις άνοιξε την πόρτα, αυτή χάρηκε τόσο πολύ που τον είδε που άρχισε και πάλι να χορεύει επάνω στο τραπέζι και του είπε: «Ήμουν σίγουρη ότι θα επιστρέψεις!». Τον είδε όμως που παρέμεινε σιωπηλός και τον ρώτησε τι συμβαίνει.

— «Ο πατέρας μου ζήτησε να του πάμε ο καθένας από ένα καρβέλι ψωμί που θα ψήσουν οι αγαπημένες μας. Αν γυρίσω στο σπίτι χωρίς το ψωμί, τα αδέλφια μου θα με περιγελάσουν το δίχως άλλο.»
— «Και γιατί στεναχωριέσαι; Μπορώ να ψήσω ψωμί!», του είπε η ποντικούλα. Ο Βέικο την κοίταξε έκπληκτος.
— «Πρώτη φορά ακούω ότι ένα ποντίκι μπορεί να φτιάξει ψωμί!»
— «Λοιπόν, εγώ μπορώ!», επέμεινε η ποντικούλα.

Και μόλις το είπε αυτό, χτύπησε ένα μικρό ασημένιο καμπανάκι, ντιν, ντιν, ντιν, και αμέσως ακούστηκαν ποδοβολητά και εκατοντάδες ποντίκια μαζεύτηκαν στην καλύβα. Τότε η ποντικούλα σηκώθηκε όρθια και είπε σε επίσημο τόνο: «Θέλω ο καθένας από εσάς να μου φέρει από ένα κόκκο από το καλύτερο σιτάρι.»

Αμέσως τα ποντίκια εξαφανίστηκαν και άρχισαν να εμφανίζονται μετά από λίγο, το ένα μετά από το άλλο, κουβαλώντας από ένα κόκκο από το καλύτερο σιτάρι και με αυτούς τους κόκκους η ποντικούλα έφτιαξε ένα πολύ όμορφο καρβέλι άσπρου ψωμιού.

Την επόμενη μέρα, τα τρία αδέλφια παρουσίασαν στον πατέρα τους τα τρία καρβέλια που έψησαν οι αγαπημένες τους. Η κοπέλα του μεγαλύτερου είχε φτιάξει ψωμί από σίκαλη.
— «Πολύ ωραίο», είπε ο πατέρας, «για σκληρά εργαζόμενους όπως εμείς, το σικαλένιο ψωμί είναι καλό.»
Η κοπέλα του δεύτερου είχε φτιάξει ψωμί από κριθάρι.
— «Και το κριθαρένιο ψωμί είναι πολύ καλό», είπε ο πατέρας όταν το δοκίμασε κι αυτό.
Όταν όμως είδε και δοκίμασε και το σταρένιο ψωμί που είχε φτιάξει η ποντικούλα, ο πατέρας φώναξε: «Ω! Άσπρο ψωμί! Η αγαπημένη σου, Βέικο, πρέπει να είναι πλούσια.»
— «Φυσικά», ρουθούνισαν οι δύο μεγαλύτεροι, «δε μας είπε ότι είναι πριγκίπισσα; Πες μας Βέικο, όταν μία πριγκίπισσα θέλει καλό, άσπρο αλεύρι, πώς το βρίσκει;»
— «Εύκολα», απάντησε ο Βέικο, «χτυπάει ένα μικρό ασημένιο καμπανάκι και όταν έρχονται οι υπηρέτες της τους διατάζει να της φέρουν το καλύτερο σιτάρι.»

Τα δύο αδέλφια θύμωσαν πολύ αλλά τους συγκράτησε ο πατέρας τους.
— «Ελάτε, μη ζηλεύετε τον αδελφό σας που στάθηκε τυχερός. Η κάθε κοπέλα έψησε το καρβέλι όπως ήξερε καλύτερα και μάλλον όλες θα γίνουν καλές σύζυγοι. Πριν όμως τις φέρετε στο σπίτι για να τις γνωρίσω, θέλω να τις δοκιμάσω και σε κάτι άλλο. Θέλω να μου φέρετε από ένα κομμάτι ύφασμα που θα υφάνουν μόνες τους.»

Τα δύο αδέλφια χάρηκαν πολύ επειδή ήξεραν ότι οι αγαπημένες τους ήταν ικανές υφάντρες και άρχισαν πάλι να κοροϊδεύουν το Βέικο: «Για να δούμε τώρα τι θα καταφέρει η Εξοχότητά της», σίγουροι και οι δύο ότι αυτή τη φορά δε θα τους ντρόπιαζε όπως πριν.

Αλλά και ο Βέικο πίστευε το ίδιο και μονολογούσε φτάνοντας στην καλύβα στο δάσος: «Πού ακούστηκε ποντίκι να ξέρει να χειρίζεται αργαλειό;»

Μόλις άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, η ποντικούλα χάρηκε τόσο πολύ που τον ξαναείδε, που άρχισε και πάλι να χορεύει επάνω στο τραπέζι.
— «Πραγματικά χαίρεσαι που με βλέπεις, ποντικούλα;», ρώτησε ο Βέικο.
— «Πραγματικά! Δεν είμαι εγώ η αγαπημένη σου; Σε περίμενα κι ευχόμουν να επιστρέψεις γρήγορα. Ζήτησε κάτι άλλο ο πατέρας σου αυτή τη φορά Βέικο;»
— «Ναι, και φοβάμαι ότι αυτή τη φορά δε θα τα καταφέρεις, ποντικούλα!»
— «Ίσως και να μπορώ. Πες μου τι είναι.»
— «Θέλει ένα ύφασμα που θα φτιάξεις μόνη σου. Δεν πιστεύω ότι μπορείς να υφάνεις. Δεν έχω ξανακούσει ποντίκι να υφαίνει.»
— «Μα… φυσικά και μπορώ!», απάντησε η ποντικούλα, «Θα ήταν παράξενο η αγαπημένη του Βέικο να μη μπορεί να υφάνει!»

Χτύπησε το μικρό ασημένιο καμπανάκι και αμέσως ακούστηκαν και πάλι ποδοβολητά από ποντικίσια ποδαράκια που έφτασαν στην καλύβα και στάθηκαν περιμένοντας τις διαταγές της πριγκίπισσάς τους.
— «Πηγαίνετε το καθένα σας και φέρτε μου την καλύτερη κλωστή από λινάρι που μπορείτε να βρείτε.», είπε και αμέσως αυτά εξαφανίστηκαν για να εμφανιστούν λίγο αργότερα, το ένα μετά από το άλλο, κουβαλώντας και από μία κλωστή. Με αυτές τις κλωστές η ποντικούλα ύφανε το λεπτότερο ύφασμα που μπορούσε να γίνει και ήταν τόσο λεπτό, σχεδόν διάφανο, που αν το δίπλωνες μπορούσες να το τοποθετήσεις μέσα σε ένα άδειο καρυδότσουφλο!

— «Ορίστε, Βέικο,», του είπε, «μέσα σε αυτό το κουτάκι είναι το δικό μου υφαντό. Ελπίζω να αρέσει του πατέρα σου.»

Όταν ο Βέικο έφτασε στο πατρικό του, δίστασε και έκρυψε το καρυδότσουφλο στην τσέπη του, αφήνοντας πρώτα τα αδέλφια του να παρουσιάσουν εκείνοι τα υφαντά των αγαπημένων τους. Ο πατέρας τους τα βρήκε καλά, αλλά δεν ενθουσιάστηκε κιόλας, μα όταν έφτασε η σειρά του Βέικο και αυτός έβγαλε από την τσέπη του το καρυδότσουφλο, αυτοί πάλι τον κορόιδεψαν γελώντας δυνατά: «Ο Βέικο ζήτησε ένα υφαντό και η αγαπημένη του του έδωσε ένα καρυδότσουφλο!»

Τα γέλια τους όμως κόπηκαν απότομα, όταν ο πατέρας τους άνοιξε το καρυδότσουφλο και έβγαλε από μέσα το τελειότερο ύφασμα που είχαν δει ποτέ τους. «Εξαίσιο!», θαύμασε ο αγρότης, «Δεν έχω ξαναπιάσει τέτοιο ύφασμα. Τα άλλα κορίτσια θα γίνουν καλές σύζυγοι, αλλά η δική σου, Βέικο, πρέπει να είναι στα αλήθεια πριγκίπισσα! Λοιπόν, νομίζω ότι είναι καιρός να φέρετε τα κορίτσια εδώ στο σπίτι για να τις γνωρίσω κι εγώ από κοντά.»

Όπως πήγαινε προς το δάσος, ο Βέικο σκεφτόταν: «Είναι μια όμορφη ποντικούλα και μου αρέσει πολύ, αλλά τα αδέλφια μου θα γελάσουν σίγουρα μόλις δουν ότι είναι ποντίκι. Ε, δε με νοιάζει καθόλου! Την αγαπάω πολύ και δε θα ντραπώ για αυτήν!» και, όταν έφτασε στην καλύβα, της είπε αμέσως πως ο πατέρας του ήθελε να τη γνωρίσει από κοντά. Η ποντικούλα ενθουσιάστηκε. «Πρέπει να κάνω καλή εντύπωση», είπε.

Χτύπησε πάλι το μικρό ασημένιο καμπανάκι και διέταξε να φέρουν την άμαξά της. Η άμαξα όμως ήταν ένα μεγάλο, άδειο καρυδότσουφλο που τραβούσαν πέντε μαύρα ποντίκια, τα οποία καθοδηγούσε ο αμαξάς που καθόταν μπροστά και ο Βέικο σκέφτηκε ότι, σίγουρα, τα αδέλφια του θα τον περιγελούσαν και πάλι. Όμως δε γέλασε και, περπατώντας δίπλα στην άμαξα, είπε στην ποντικούλα να μην ανησυχεί για τίποτε και ότι θα την προσέχει ο ίδιος. Ο πατέρας του, της είπε, ήταν καλός άνθρωπος και θα ήταν ευγενικός απέναντί της.

Αφήνοντας το δάσος, έπρεπε να περάσουν ένα ποτάμι από μία γέφυρα. Καθώς όμως περνούσαν πάνω από τη γέφυρα όλοι μαζί, κάποιος που ερχόταν από την άλλη μεριά, γέλασε δυνατά με το θέαμα που παρουσίαζε το καρυδότσουφλο με τα ποντίκια και, δίνοντας μια κλωτσιά, τα πετάει όλα μαζί μέσα στο νερό.

— «Τι έκανες, άνθρωπέ μου;» φώναξε ο Βέικο, «Έπνιξες την αγαπημένη μου!»
Ο διαβάτης, νομίζοντας ότι ο Βέικο είναι τρελλός, έφυγε γρήγορα μακριά, ενώ ο Βέικο, με δάκρυα στα μάτια, έσκυβε στη γέφυρα για να βρει το καρυδότσουφλο με τα ποντίκια λέγοντας: «Μικρή μου ποντικούλα! Πόσο λυπάμαι που πνίγηκες! Ήσουν μία αξιαγάπητη και πιστή αρραβωνιστικιά και μόνο τώρα που σε έχασα κατάλαβα πόσο σε αγαπούσα!»

Καθώς τα έλεγε αυτά, είδε μία πανέμορφη, χρυσή άμαξα, οδηγούμενη από πέντε μαύρα άλογα, να βγαίνει από την απέναντι όχθη του ποταμού. Ο αμαξάς ήταν ντυμένος με φανταχτερή στολή με χρυσή δαντέλα και μέσα καθόταν η πιο όμορφη κοπέλα που είχε δει ποτέ του. Ήταν τόσο όμορφη, με τα μακριά, χρυσαφένια της μαλλιά και τα εκθαμβωτικά κοσμήματά της, ντυμένη με ένα εντυπωσιακό φόρεμα από βελούδο, που έμεινε να την κοιτάζει για ώρα ξεχνώντας τι είχε γίνει λίγο πριν.

Του έγνεψε να πλησιάσει και όταν πήγε κοντά, τον ρώτησε: «Θέλεις να καθίσεις δίπλα μου;»
— «Ποιος, εγώ;», ρώτησε έκθαμβος ο Βέικο.
Η κοπέλα χαμογέλασε.
— «Δε ντράπηκες να με αγαπήσεις όταν ήμουν ποντίκι κι ελπίζω πως τώρα που είμαι πριγκίπισσα δε θα με εγκαταλείψεις!»
— «Ποντίκι; Εσύ είσαι η ποντικούλα;»
Η πριγκίπισσα έγνεψε.
— «Ναι, εγώ ήμουν η ποντικούλα εξαιτίας κάποιου κακού μάγου και τα μάγια θα λυνόταν μόνο αν με αγαπούσε κάποιος άνθρωπος και κάποιος άλλος με έπνιγε. Τώρα το ξόρκι έσπασε για πάντα. Έλα λοιπόν να πάμε στον πατέρα σου και αφού μας δώσει την ευχή του, θα παντρευτούμε και θα επιστρέψουμε μαζί στο βασίλειό μου.»

Κι έτσι έγινε.

Όταν έφτασε η άμαξα στο σπίτι του πατέρα του Βέικο, βγήκαν όλοι έξω από το σπίτι και άρχισαν να υποκλίνονται παραξενεμένοι επειδή δε γνώριζαν ποιος άρχοντας τους επισκέφτηκε.
— «Πατέρα, εγώ είμαι», φώναξε ο Βέικο, «δε με αναγνωρίζεις;»
— «Παιδί μου!», φώναξε ο πατέρας του, «Είναι ο Βέικο!»
— «Ναι πατέρα, είμαι ο Βέικο και αυτή είναι η πριγκίπισσα που θα παντρευτώ»
— «Πριγκίπισσα είπες, Βέικο; Και πού μπόρεσε το αγόρι μου να βρει μία πριγκίπισσα;»
— «Μέσα στο δάσος, εκεί που έδειξε το δέντρο όταν έπεσε.»
— «Πω, πω, πω», είπε ο αγρότης, «εκεί που έδειξε το δέντρο! Πάντα πίστευα ότι ήταν ένας καλός τρόπος για να βρεις νύφη!»
Τα δύο αδέλφια μουρμούριζαν: «Δεν τύχαινε σε εμάς να πέσουν τα δέντρα μας προς το δάσος; Έτσι θα είχαμε βρει κι εμείς πριγκίπισσες!»

Αλλά έκαναν λάθος και οι δύο· δεν ήταν η αιτία το δέντρο που ο Βέικο βρήκε την πριγκίπισσα, ήταν η καλωσύνη του που τον έκανε να είναι ευγενικός και καλός ακόμη και σε ένα μικρό ποντίκι.

Έτσι λοιπόν, αφού πήραν την ευχή του πατέρα επέστρεψαν στο κάστρο της πριγκίπισσας και εκεί παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένοι μαζί επειδή ήταν καλοί και αληθινοί μεταξύ τους και αγαπήθηκαν πραγματικά.


Τέλος

Αυτή ήταν, λοιπόν, η ιστορία που άκουσα εκείνο το βράδυ και, ακόμη και τώρα, δεν ξέρω αν είναι ψέμματα ή αλήθεια…

Σχετικά με το παραμύθι

Παραδοσιακό φινλανδικό παραμύθι. Η ελληνική απόδοση του παραμυθιού έγινε από τον Απόστολο Τσομπανόπουλο, με βάση την αντίστοιχη απόδοσή του στα αγγλικά από τον Parker Fillmore.

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: