Το βασιλόπουλο κυνηγός

Αφηγητής είναι ο Αθανάσιος Παχαταρίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1916 και κατάγεται από την Σκόπη – Αγυρνάς Καισάρειας.

Παραμύθι μύθι μύθι, το κουκί και το ρεβύθι!!

castle in forestΜια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε έναν γιο. Ο βασιλιάς αρρώστησε και μετά από λίγο πέθανε αφήνοντας πίσω του μια χήρα και ένα ορφανό. Το βασιλόπουλο αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Έβγαινε με το τουφέκι και τα σκυλιά του, χτυπούσε τις περισσότερες  φορές λαγούς, πέρδικες, αγριόχηνες και αγριογούρουνα. Σχεδόν πάντα υπήρχε στο παλάτι φαγητό από τα θηράματά του που μαγείρευε η μητέρα του. 

Μια μέρα που βγήκε για κυνήγι στο βουνό ακούει τα σκυλιά του να γαβγίζουν διαφορετικά από τις άλλες φορές. Από το γάβγισμά τους υπέθεσε ότι δεν κυνηγάνε κάποιο ζώο. Κρύφτηκε πίσω από έναν θάμνο και περίμενε να δει τι συμβαίνει. Ξαφνικά βλέπει έναν καβαλάρη σε άλογο να κρατάει σφιχτά μια κοπέλα στα χέρια του. Το κορίτσι φαινόταν ταλαιπωρημένο και στεναχωρεμένο και έτσι συμπέρανε ότι την είχε κλέψει. Όταν απομακρύνθηκαν λίγο, το βασιλόπουλο πυροβολάει στον αέρα. Ο καβαλάρης αφήνει το κορίτσι από τα χέρια του και συνεχίζει με το άλογό του. Πηγαίνει το βασιλόπουλο κοντά στο κορίτσι και το ρωτάει:

– Πες μου κοπέλα μου ποια είσαι και από πού; Πες μου να χαρείς πνεύμα ή ζωντανή ύπαρξη είσαι;

– Ούτε πνεύμα είμαι, ούτε πετούμενο. Είμαι η θυγατέρα του βασιλιά που κυβερνάει στον πέρα κάμπο, απαντάει η κοπέλα.

– Κόρη του άρχοντα και βασιλιά. Περίμενε δέκα λεπτά εδώ που είσαι. Εγώ θα χτυπήσω γρήγορα έναν λαγό και θα σε πάω στον πατέρα σου.

Έφυγε το βασιλόπουλο και πήγε να κυνηγήσει. Το κορίτσι κάθισε κάτω από έναν ίσκιο και περίμενε. Δεν πρόλαβε να πάρει πέντε ανάσες και βλέπει εκείνον που την είχε αρπάξει να έρχεται καταπάνω της. Το κορίτσι φοβήθηκε πολύ και σκεφτόταν με αγωνία τι να κάνει όταν ξαφνικά έπεσε μια αστραπή από τον συννεφιασμένο ουρανό που έριξε κάτω, τυφλωμένο τον άνδρα. Αυτός άρχισε να κλαίει και να τσιρίζει από τον πόνο. Φώναξε τρεις φορές ένα γυναικείο όνομα. Τότε κατεβαίνει ένα σύννεφο από τον ουρανό και φέρνει μαζί μια όμορφη κοπέλα, ντυμένη στα λευκά, που στέκεται κοντά του. Γονατίζει, φιλάει το πληγωμένο παλικάρι μια φορά στο μέτωπο και οοπ… αυτό στάθηκε όρθιο στα πόδια του. Στο μέρος που έπεσε η αστραπή, σχηματίστηκε ένας λάκκος και το χώμα του ήταν κατάμαυρο σαν κάρβουνο. Σκύβει η ασπροντυμένη κοπέλα, παίρνει λίγο χώμα και το τινάζει στα μάτια του παλικαριού. Εκείνος αμέσως ανοίγει τα μάτια του και πήρε βαθιά ανάσα.

– Εγώ σε θέλω για δικό μου, του λέει η κοπέλα που κατέβηκε από τον ουρανό.

– Εσύ γεννήθηκες για μένα, λέει το παλικάρι.

Σιγά σιγά πυκνώνει το σύννεφο, τους παίρνει και τους δυο και μαζί χάθηκαν στον ουρανό. Το κορίτσι που παρατηρούσε την όλη σκηνή, σκύβει, παίρνει λίγο από το καρβουνισμένο χώμα, το βάζει σε ένα μαντήλι και το κρύβει στον κόρφο της. Μετά από λίγο έρχεται το βασιλόπουλο κρατώντας δυο λαγούς, έναν στο ένα χέρι κι έναν στο άλλο. Αντί να είναι χαρούμενος όμως, ήταν σκεπτικός. Η κοπέλα που το πρόσεξε, τον ρώτησε:

– Τι έχεις παλικάρι και είσαι στεναχωρεμένος;

Το βασιλόπουλο κάθισε λίγο πλάι της και έδειξε ότι ήθελε να αποφύγει την απάντηση. Αφήνει απλώς τους δυο λαγούς που κρατούσε στο χώμα. Μόλις οι λαγοί πάτησαν στο χώμα, άρχισαν να παίζουν λαγίσια παιχνίδια κοντά τους, χωρίς να απομακρύνονται.

– Βλέπεις, λέει το παλικάρι. Έτσι έπαιζαν και όταν τους έβαλα στο στόχαστρο με το τουφέκι μου. Έλαμψε μια αστραπή και ακούστηκε ένας κρότος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι λαγοί να έρθουν και να σταθούν μπροστά στα πόδια μου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί. Δεν θα τους σκοτώσω, ας απολαύσουν την ζωή τους!

Το βασιλόπουλο και η βασιλοπούλα παίρνουν τον δρόμο για το παλάτι, όπου βασίλευε ο πατέρας της κοπέλας. Ο βασιλιάς, σαν τους είδε, χάρηκε πολύ και πρότεινε να φιλοξενήσει το γενναίο άνθρωπο που έφερε την κόρη του. Καθώς μιλούσε μαζί του κατάλαβε ότι του αρέσει το κυνήγι και του λέει:

– Όσες μέρες θα μείνεις εδώ σου δίνω την άδεια να πηγαίνεις για κυνήγι στα δασωμένα βουνά της χώρας μου, όπου υπάρχουν πολλά άγρια ζώα.

Την επόμενη μέρα, πρωί – πρωί, το βασιλόπουλο ξεκίνησε για το βουνό. Όμως χάθηκε στα πυκνά δάση και έψαχνε να βρει ένα μονοπάτι να γυρίσει πίσω.  Άλλά όσο περισσότερο έψαχνε, τόσο περισότερο χανόταν. Κάποια στιγμή βλέπει μια μεγάλη πόρτα που φαινόταν να κλείνει κάποια σπηλιά μέσα στο βουνό. Έτσι όπως ήταν κουρασμένος και πεινασμένος δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα και εκείνη σιγά σιγά άνοιξε. Μπαίνει μέσα και βλέπει πως βρίσκεται μέσα σε ένα απέραντο παλάτι που τα παράθυρά του ήταν σαν φεγγίτες. Είχε σαράντα μεγάλα δωμάτια, από τα οποία μόνο το ένα από αυτά ήταν κλειδωμένο. Το παλάτι είχε μέσα όλα τα καλά για να ζήσει ένας άνθρωπος. Έφαγε και ξάπλωσε να ξεκουραστεί.

Την άλλη μέρα το πρωί που σηκώθηκε άρχισε πάλι να ψάχνει δρόμο για να γυρίσει στο παλάτι του. Μέσα στην ανησυχία και την αγωνία βλέπει δυο λαγούς να χοροπηδάνε γύρω του. Με τα αυτιά, τα μπροστινά τους πόδια και τα μουστάκια τους, οι λαγοί έκαναν διάφορες κινήσεις σαν κάτι να ήθελαν να πουν. Μετά άρχισαν να πηγαίνουν πηδηχτά σε ένα μονοπάτι. Το παλικάρι ακουλούθησε αρκετές ώρες το μονοπάτι πίσω από τους λαγούς. Όταν άρχισε να βραδιάζει συνάντησε μέρη γνωστά και πήρε τον δρόμο για το σπίτι του. Αλλά τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά από τότε που έφυγε, καθώς η μητέρα του έιχε παντρευτεί άλλον άνδρα, ο οποίος εξουσίαζε το παλάτι. Μάλιστα η μητέρα του τον πλησιάζει και του λεει:

-Όπως βλέπεις παιδί μου αυτό το παλάτι δεν μας χωράει και τους δύο τώρα που παντρέυτηκα. Πρέπει ή εσύ να φύγεις ή εγώ, διάλεξε!

Το παλικάρι αποφάσισε να γυρίσει στο παλάτι με τα σαράντα δωμάτια. Παίρνει μαζί του λίγα τρόφιμα και ένα τουφέκι. Ανέβαίνει στο άλογό του και πηγαίνει προς το μεγάλο σπίτι που είχε βρει στο δάσος. Μετά από λίγες μέρες φτάνει στον προορισμό του. Βρίσκει όμως την μεγάλη πόρτα κλειστή. Την χτυπάει δυνατά με το πόδι του και η πόρτα άνοιξε. Μπαίνει μέσα και τακτοποιεί τα πράγματά του. Μετά τακτοποιεί και το άλογό του και ξαπλώνει να κοιμηθεί. Όμως θόρυβος και φωνές από έξω τον ξύπνησαν κάποια στιγμή. Ήταν σαράντα δράκοι που είχαν επιστρέψει για να κοιμηθούν σπίτι τους. Μόλις είδαν την μεγάλη πόρτα ανοιχτή κατάλαβαν ότι κάτι παράξενο συμβαίνει και τους έπιασε φόβος. Κι αυτό γιατί η πόρτα ήταν τόσο βαριά που για να την ανοίξουν προσπαθούσαν κάθε φορά τρεις δράκοι μαζί. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να ελέγξει τι συμβαίνει και αποφάσισαν να βάλουν κλήρο. Ο κλήρος έπεσε στον κουτσό, πιο δειλό και πιο ηλικιωμένο δράκο. Άρχισε να ψάχνει ο κουτσός δράκος ένα ένα τα δωμάτια. Οι υπόλοιποι δράκοι εντωμεταξύ, επειδή άργησαν να ακούσουν νέα από τον φίλο τους που είχε πάει να ψάξει για τον άνθρωπο φοβήθηκαν ακόμα περισσότερο και το έβαλαν στα πόδια. Έφυγαν για πάντα σε άλλα μακρινά λημέρια. Ο κουτσός δράκος μόλις αντίκρισε το βασιλόπουλο στο τελευταίο δωμάτιο, έπεσε στα γόνατά του και τον παρακαλούσε:

– Αφέντη λυπήσου τα χρόνια και την αναπηρία μου. Όσο θα βγαίνει ο ήλιος εγώ θα είμαι για σένα δούλος και εργάτης σε όλες τις δουλειές σου.

Το βασιλόπουλο εμπιστεύτηκε τον δράκο και συμφώνησε στην πρότασή του. Πήγαινε για κυνήγι στο βουνό και πάντα όταν επέστρεφε, έφερνε κάτι για φαγητό. Ο κουτσόδρακος έμενε στο δρακόσπιτο, μαγείρευε, έπλενε, καθάριζε και φύλαγε το σπίτι. Υπήρχαν μέρες που το βασιλόπουλο έφερνε τρία και ίσως και πέντε γουρουνόπουλα σκοτωμένα. Ο κουτσοδράκος απορούσε πως το παλικάρι έβρισκε τόση δύναμη να κουβαλήσει τα θηράματά του. Τα έφερνε τραγουδώντας, χωρίς σταγόνα ιδρώτα σαν να ήταν τα γουρούνια πετροπέρδικες. Όταν έπαιρναν το γέυμα τους, το βασιλόπουλο έτρωγε μια μερίδα φαγητό, ενώ ο κουτσοδράκος ένα γουρουνόπουλο ολόκληρο. Μάλιστα κάποια στιγμή που έτρωγαν δείπνο το βασιλόπουλο εκμυστηρεύτηκε στον δράκο που και πότε γεννήθηκε.

Το δρακόσπιτο είχε ένα μυστικό: σε ένα ακρινό δωμάτιο βρισκόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι το οποίο είχαν αιχμαλωτίσει κάποτε οι δράκοι. Επείδη το κορίτσι είχε μείνει για καιρό στην απομόνωση, είχε ξεχάσει τους σωστούς τρόπους συμπεριφοράς και φερόταν σαν αγρίμι. Ο κουτσοδράκος είχε μόνο το κλειδί του δωματίου και όποτε ήθελε της πήγαινε νερό και τροφή. Αυτό όμως που χαιρόταν περισσότερο ήταν να την χτενίζει μια φορά την βδομάδα μετά το μπάνιο. Ο δράκος ετοίμαζε το ζεστό νερό, τα σαπούνια, τα αρώματά της και έβγαινε έξω. Όταν μετά από ώρα το κορίτσι τελείωνε το μπάνιο και ντυνόταν, ξεκλείδωνε ο δράκος και χτενίζε το κορίτσι με μια χρυσή χτένα που είχε πάνω διαμαντόπετρες. Τα μαλλιά που κολλούσαν στην χτένα, τα μάζευε ο δράκος και τα άφηνε στον ήλιο να γίνουν χρυσαφένια. Έπειτα τα έβαζε κάτω από το μαξιλάρι του. Κάποια στιγμή βλέπει το παλικάρι τα απλωμένα μαλλιά που είχαν μάκρος δυο πήχες και ρωτάει τον δράκο:

– Τι είναι αυτά γεροδράκο;

– Είναι μετάξι που βγαίνει από τις μουριές, στην κοντινή μας ρεματιά.

Μια μέρα που το βασιλόπουλο βρίσκει μια όμορφη γυναικεία φορεσιά απλωμένη στον φράχτη ρωτάει τον δράκο τι είναι κι εκείνος απαντάει:

– Το βρήκα κρυμμένο στο σεντούκι της μάνας μου, το έπλυνα και το άπλωσα για να στεγνώσει.

Κάποιες νύχτες, όπως κοιμόταν το παλικάρι, άκουγε μια γλυκειά γυναικεία φωνή να τραγουδάει με παράπονο. Πηγαίνει στο δράκο να τον ρωτήσει, αλλά ο δράκος του απαντούσε συνεχώς:

– Αααα… παιδί μου! Νεός είσαι και στον ύπνο σου γλυκοτράγουδα θα ακούς.

Κάποια νύχτα που ακούστηκε πάλι το τραγούδι, πηγαίνει ο νέος και λέει στον δράκο:

– Θέλω να μου δώσεις το κλειδί του δωματίου που είναι κλειδωμένο!

Παίρνει ο δράκος τα σαράντα κλειδιά, αλλά ενώ προσπαθούσαν, η πόρτα δήθεν δεν άνοιγε με κανένα τρόπο. Κάποια στιγμή το παλικάρι νύσταξε και πήγε να κοιμηθεί γιατί την άλλη μέρα νωρίς το πρωί θα πήγαινε για κυνήγι σε μακρινό βουνό. Έτσι το βασιλόπουλο όταν ξημέρωσε, ξεκίνησε.

Ο δράκος έλεγε ψέμματα, γιατί φοβόταν την υπερβολική δύναμη του παλικαριού-κυνηγού. Ηθελε να μάθει από που το παλικάρι αντλούσε την δύναμη και το παλικάρι ήθελε να μάθει από που ο δράκος έβρισκε τις γυναικείες τρίχες και τα φορέματα. Ο δράκος εκμεταλεύτηκε την απουσία του παλικαριού στο κυνήγι, ντύθηκε ζητιάνος και ξεκινάει να πάει στον τόπο που γεννήθηκε το βασιλόπουλο. Βρίσκει την μαμή που τον γέννησε, της δίνει δυο χούφτες χρυσές λίρες και μαθαίνει ότι αν κοπούν οι τρεις χρυσαφένιες τρίχες που έχει στο κεφάλι, χάνει την περίσσια δύναμή του.

Ο δράκος γύρισε το βράδυ σπίτι σκεπτόμενος τι να κάνει και του ήρθε η εξής ιδέα: θα έβαζε στο υπνοδωματιό του μια ανθοδέσμη, στην οποία ένα από τα λουλούδια είχε μια οσμή που προκαλούσε υπνηλία για τρεις μέρες. Έτσι και έκανε. Βλέπει την ανθοδέσμη το παλικάρι και ρωτάει:

– Πώς κι έτσι γεροδράκε στόλισες το δωμάτιό μου;

– Να κοιμηθείς ελαφρά λεβέντη μου και να μην βλέπεις εφιάλτες.

Ξάπλωσε το βασιλόπουλο και έπεσε σε βαθύ ύπνο. Ο δράκος ξεκλειδώνει την κοπέλα, της δίνει ένα ψαλίδι και την οδήγει στο δωμάτιο του παλικαριού. Εκεί της ζητάει να του κόψει τις χρυσαφένιες τρίχες. Όταν κόπηκε η τελευταία τρίχα, το παιδί έβγαλε έναν δυνατό αναστεναγμό που κουνήθηκε ολόκληρο το δρακόσπιτο. Μετά διέταξε την κοπέλα να τον χτενίσει με την χρυσαφένια χτένα της. Κατά την διάρκεια που τον χτένιζε τον  αναγνώρισε. Ήταν εκείνος που την είχε σώσει από την απαγωγή και την είχε πάει σώα στον πατέρα της. Ο κουτσοδράκος ντυμένος παλικάρι την έκλεψε και την φυλάκισε σπίτι του. Στην συνέχεια, ο δράκος κλειδώνει την κοπέλα στο δωμάτιό της, παίρνει ένα καυτό σίδερο και τυφλώνει τα μάτια του νέου. Δεν πάτησε όμως καλά το σίδερο κι έτσι το ένα μάτι μπορούσε να βλέπει λίγο. Μετά τον φορτώνεται στην πλάτη και τον πηγαίνει σε μακρινά βουνά να τον φάνε οι λύκοι και τα τσακάλια.

Μετά από αυτά τα γεγονότα, το φυλακισμένο κορίτσι δεν ξανάφησε τον δράκο να την χτενίσει. Σταμάτησε να τραγουδάει κι έκλαιγε μερικές φορές. Κάποια στιγμή, εκεί στα άγρια βουνά το αγόρι ξύπνησε με έναν έντονο πόνο στα μάτια. Τα έτριψε και μπόρεσε να δει λίγο από το ένα μάτι. Σηκώθηκε να περπατήσει, αλλά σκόνταψε σε ένα ζώο. Κοιτάζει καλά και διακρίνει έναν ξαπλωμένο λύκο. Δοκιμάζει να περπατήσει από την άλλη πλευρά και διακρίνει έναν άλλο ξαπλωμένο λύκο και παρα πέρα δυο μεγάλες αρκούδες. Τα άγρια ζώα του βουνού πήγαν να τον φάνε, αλλά καθώς τον πλησίαζαν μύριζαν την μυρωδιά που είχε πάρει το παλικάρι από τα λουλούδια του γεροδράκου και κοιμόταν βαριά. Με δυσκολία κατάφερε να προσπεράσει τα άγρια ζώα και προχώρησε λίγο πιο πέρα. Κάποια στιγμή νιώθει κάτι πολύ απαλό στα πόδια του, κοιτάζει και διακρίνει τους δυο λαγούς που παλιότερα τους είχε χαρίσει την ζωή. Μπαίνει μπροστά του ο ένας λαγός και πίσω του ο άλλος και τον έβαλαν σε ένα ανοιχτό μέρος που είχε μια πηγή νερού. Πίνει να ξεδιψάσει, σηκώνεται να περπατήσει αλλά πέφτει από την πείνα και την κούραση. Όταν ξύπνησε είχε δίπλα του μερικά αγριόμηλα και γλυκά σύκα από τους λαγούς. Το παλικάρι έφαγε και πήρε δυνάμεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως που βρίσκεται και που πηγαίνει. Οι λαγοί τον οδηγούν σιγά – σιγά σε μια μικρή σπηλιά στην ρίζα ενός δέντρου. Εκεί μπορούσε να προστατευτεί από το κρύο και την βροχή. Σε μια άκρη της σπηλιάς είχε σωρό λαγίσιο μαλλί που το έκαναν στρώμα να κοιμάται το βασιλόπουλο. Καθε μέρα οι λαγοί του προσέφεραν αγριόμηλα, σύκα και καρύδια του βουνού. Άρχισε να δυναμώνει, αλλά με τα μάτια διέκρινε λίγες σκιές.

Ο λαγός και η λαγουδίνα μπορεί να μην είχαν ανθρώπινη λιαλιά, αλλά ένιωθαν την δυστυχία του νέου. Επειδή ήταν οι βασιλιάδες των λαγών εκείνης της χώρας, αποφασίζουν να στείλουν διάγγελμα στους υπηκόοους τους που έλεγε:

Λαγοί της χώρας μας. Σας παραγγέλνουμε να συγκεντρωθείτε όλοι κοντά στον ξεροπόταμο. Θα πάμε την νύχτα να βοήθησουμε έναν άνθρωπο που έσωσε κάποτε την ζωή μας. Ελάτε όλοι να εργαστούμε για το καλό.

Όλοι οι λαγοί της χώρας που το άκουσαν, υπάκουσαν και μέσα σε μια νύχτα έσκαψαν κάτω από το θεμέλια του δρακόσπιτου ένα λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης από τον δράκο κοπέλας. Ενώ κοιμόταν το κορίτσι, λύνουν προσεχτικά, για να μην την ξυπνήσουν, την ζώνη που φορούσε και παίρνουν το μαντήλι μέσα στο οποίο είχε φυλαγμένο το καρβουνόχωμα της αστραπής. Τρέχουν και το παραδίνουν στην λαγουδίνα που είχε μείνει στο πλάι του παλικαριού. Με την ουρά της άλειψε το καρβουνόχωμα στα μάτια του κοιμισμένου παλικαριού.

Το πρωί που ξύπνησε το βασιλόπουλο, κοίταξε γύρω του και νόμιζε πως βλέπει όνειρο. Τα λαγουδάκια χοροπηδούσαν από την χαρά. Αφού γιατρεύτηκε άρχισε να σκέφτεται πως θα γυρίσει στον τόπο του. Ήθελε αλλά φοβόταν να πάει στο δρακόσπιτο, γιατί είχε χάσει τις δυνάμεις του. Κάποια μέρα οδηγείται από τους λαγούς, αφού περπατούσαν μέρες, εκεί που ήθελαν. Αλλά ήταν νύχτα με φεγγάρι όταν έφτασαν. Ο ένας λαγός φεύγει από κοντά του και μπαίνει στο λαγούμι που οδηγούσε στο δωμάτιο της φυλακισμένης. Αρπάζει την χτένα και την παραδίδει στο βασιλόπουλο. Μόλις την αγγίζει το παλικάρι αναστενάζει τόσο δυνατά που κουνήθηκε η γη από κάτω. Η διαμαντόχτενα είχε τρεις τρίχες της κοπέλας που έγιναν χρυσαφένιες και φύτρωσαν στο κεφάλι του βασιλόπουλου. Εκείνη την στιγμή ακούστηκε το γλυκό τραγούδι της κοπέλας που άκουγε τις νύχτες πριν πάθει κακό. Ήτανε η φωνή της φυλακισμένης κόρης. Στάθηκε το παλικάρι λίγο έξω από το δωμάτιό της και είπε:

Μίλα φεγγάρι να χαρείς τόσο καλό που είσαι

ποια πόρτα πρέπει να διαβώ να βρω αυτό που θέλω

να βρω αγάπης πάπλωμα να ζεσταθώ λιγάκι.

Να βρω και την καλίτσα μου με το χρυσό το χτένι

όπου κλεισμένη φυλακή χρόνια με περιμένει.

Πηγαίνει στην μεγάλη πόρτα, δίνει μια κλωτσιά και την ανοίγει. Βρίσκει τον κουτσόδρακο, τον πιάνει από το αυτί και τον διατάζει να ανοίξει την απαγορευμένη πόρτα. Ο δράκος μόλις άνοιξε έπεσε κάτω και πέθανε από τον φόβο. Η κοπέλα έπεσε στην αγκαλιά του παλικαριού χαρούμενη. Πήγαν στο παλάτι του πατέρα της και έκαναν χαρές που κράτησαν σαράντα μερόνυχτα.

Ήμουνα κι εγώ εκεί και κουβαλούσα νερό με το κόσκινο!

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: