Ο γέρος και τα τρία αδέρφια

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

gerosΘα σας πω μια ιστορία που έφτασε στα αφτιά μου από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ήταν κάποτε τρία αδέρφια. Ζούσαν άτυχα στον τόπο τους. Δεν είχαν δουλειά μήτε και προκοπή. Έτσι, αποφάσισαν να πάνε στα ξένα μήπως και δούνε την μοίρα τους να αλλάζει.

Ξεκίνησαν λοιπόν το άγνωστο ταξίδι τους και καθώς περπατούσαν, βρήκαν μια βρύση μέσα στην ερημιά. Όπως ήταν εξαντλημένοι και αδύναμοι αποφάσισαν να καθίσουν για λίγο εκεί, να ξαποστάσουν. Μαγείρεψαν και την ώρα που έτρωγαν αντίκρισαν έναν γέρο να τους πλησιάζει, κουτσαίνοντας και κρατώντας μια μαγκούρα. Σαν έφτασε κοντά τους, τους χαιρέτησε καλόκαρδα!

Γεια χαρά σας παλικάρια!

Καλή σου ώρα και σε σένα γέροντα…

…του αποκρίθηκαν εκείνοι ενώ ο μικρότερος αδερφός έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του το πρόσφερε λέγοντάς του:

Κόπιασε παππούλη να φας λίγο ψωμί μαζί μας.

Ο γέρος που δεν αρνήθηκε, πήρε το ψωμί και κάθισε δίπλα τους. Δάγκωσε λίγο ψωμί κι ενώ μασούσε, γύρισε και είπε προς τον μεγαλύτερο αδερφό…

Πες μου παλικάρι μου, τί θα επιθυμούσες περισσότερο στον κόσμο αυτό;

Εκείνη την στιγμή, πάνω από τα κεφάλια τους, πετούσε ένα σμήνος από αμέτρητα κοράκια που έκανε τον ουρανό να μαυρίσει. Ο μεγαλύτερος αδερφός, που δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το σμήνος, απάντησε στον γέρο χωρίς να το σκεφτεί…

Θα ήθελα, όλα αυτά τα κοράκια που πετούν από πάνω μας, να γινόντουσαν πρόβατα και να ήτανε δικά μου!

Πολύ ωραία… Και δεν μου λες; Αν ερχόταν κανένας φτωχός, πεινασμένος και διψασμένος, θα του πρόσφερες λίγο γάλα;

Τον ξαναρώτησε ο γέρος και το παλικάρι αμέσως του αποκρίθηκε…

Μόνο γάλα; Θα του πρόσφερα ό,τι τραβούσε η όρεξή του… και γάλα και τυρί και μυτζήθρα!

Ο γέρος τότε, χτύπησε τη μαγκούρα του στο χώμα και με μιας τα κοράκια πέσανε στη γη και γίνανε πρόβατα κι άσπρισε ο τόπος γύρω τους από τα τόσα ζωντανά!

provata

Αυτό ήταν. Το παλικάρι, αποφάσισε τότε να εγκατασταθεί εκεί. Μάζεψε τα πρόβατα και με την βοήθεια των άλλων χτίσανε κι ένα μαντρί και η ζωή του θα κυλούσε έτσι από εδώ και στο εξής.

Αμέσως μετά, τα άλλα δυο αδέρφια κίνησαν να συνεχίσουνε το ταξίδι τους και μιας κι ο γέρος δεν είχε που να πάει, τους ακολούθησε. Μετά από ώρες περπάτημα, βρέθηκαν μπροστά σε μια όαση. Κάθισαν να ξαποστάσουν κι ο γέρος ρώτησε τον δεύτερο αδερφό:

Εσύ, παλικάρι μου, τι θα επιθυμούσες περισσότερο να έχεις;

Γέροντα, βλέπεις όλα αυτά τα πουρνάρια εδώ μπροστά μας; Αν αυτά, αντί για πουρνάρια ήταν ελιές θα ήμουν ευτυχισμένος!

Πολύ ωραία. Και δεν μου λες… Κι αν κανένας φτωχός χτυπούσε την πόρτα σου για βοήθεια, θα του έδινες λίγο λαδάκι να έχει να ρίχνει στο φαγητό του;

Και το ρωτάς; Και βέβαια θα του έδινα…elies

Χτύπησε και πάλι ο γέρος τη μαγκούρα καταγής και αμέσως τα πουρνάρια μεταμορφώθηκαν σε ελαιόδεντρα κι από τα κλαδιά τους κρέμονταν αμέτρητες ελιές. Ο δεύτερος αδερφός το πήρε κι αυτός απόφαση κι έμεινε σε εκείνον τον τόπο. Μάζευε τις ελιές και άλλες τις έκανε λάδι ενώ άλλες τις ετοίμαζε για φαγητό. Και με το πέρασμα το χρόνου άρχισε να πουλάει τα αγαθά του, σε άλλα χωριά και πόλεις.

Τελευταίος έμεινε ο μικρότερος αδερφός και μαζί με το γέρο ξεκίνησαν και πάλι το ταξίδι τους. Περπάτησαν αρκετά μέχρι που έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Βρήκαν μια βρύση και αποφάσισαν να κάτσουν λίγο να ξαποστάσουν, να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν. Δεν πέρασε πολύ ώρα και ο γέρος ρώτησε του μικρού αδερφού:

Εσύ μικρέ μου, με τί θα ήσουν ευχαριστημένος;

Εγώ καλέ μου γέροντα, θα ήθελα αυτή η βρύση να τρέχει συνέχεια με μέλι.

Κι αν φτωχοί άνθρωποι σου χτυπήσουν την πόρτα και σου ζητήσουν μέλι, θα τους δώσεις;

Και βέβαια γέροντα! Θέλει και ρώτημα;

Χτύπησε ξανά ο γέρος την μαγκούρα στο έδαφος και η βρύση έπαψε να τρέχει με νερό και ξαφνικά μέλι άρχισε να στάζει. Λίγο στην αρχή κι ύστερα περισσότερο. Και ο νέος αποφάσισε να μείνει εκεί και να πουλάει μέλι στους περαστικούς μα και στους εμπόρους. Κι όποτε κάποιος φτωχός του ζητούσε λίγο μέλι για να γλυκάνει την όρεξή του μα και για να πάρει δύναμη, αυτός δεν του έλεγε όχι.

Μετά κι από αυτό, ο γέρος σηκώθηκε και έφυγε μόνος τους, κουτσαίνοντας και βαστώντας την μαγκούρα του.

meli

Πέρασε αρκετός καιρός κι ο μικρότερος αδερφός θέλησε να δει τα αδέρφια του. Αφού άφησε στην θέση του έναν υπηρέτη, κίνησε να πάει να τους βρει. Μόλις έφτασε όμως στο μέρος που ο αδερφός του είχε τις ελιές, αντί για ελαιόδεντρα είδε τον κάμπο γεμάτο με πουρνάρια, όπως ακριβώς όταν τον αντίκρισαν για πρώτη φορά. Κι όταν αναζήτησε τον μεγαλύτερο αδερφό του που είχε γίνει βοσκός, αντί για τα πρόβατα, είδε και πάλι αμέτρητα κοράκια να πετάνε στον ουρανό.

Σαστισμένος όπως καθότανε και χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα, εμφανίστηκε μπροστά του ο γέρος. Με καλόκαρδη φωνή γύρισε και του είπε…

Μην απορείς… Τα αδέρφια σου δεν τήρησαν την υπόσχεσή τους. Δεν βοήθησαν τους φτωχούς που τους ζήτησαν βοήθεια και έτσι ό,τι καλό τους δόθηκε το έχασαν. Σε αντίθεση με εσένα όμως που έχεις μεγάλη και καλοσυνάτη καρδιά, βοηθώντας όποιον έχει ανάγκη, συνεχίζεις να έχεις το δώρο που σου δόθηκε. Να έχεις την ευχή μου κι έτσι να συνεχίζεις την ζωή σου.

Κι ο γέρος χάθηκε πριν ο μικρότερος αδερφός προλάβει να πει οτιδήποτε…

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ στα παραμύθια!

Advertisements
Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: