Το καλάθι με τα χρυσά φλουριά

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό χωριό ζούσε ένας γέρος, ο μπαρμπα-Σπύρος. Ήταν άνθρωπος θεοσεβούμενος και καλόκαρδος. Πάντα ήταν χαμογελαστός κι ευγενικός και τον αγαπούσαν όλοι στο χωριό.

Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού, κοντά στη βρύση με τα πλατάνια. Λίγο πιο πέρα ήταν το δάσος, όπου ο μπαρμπα-Σπύρος πήγαινε να κόψει ξύλα.

Ζούσε πολύ καιρό μόνος του. Παιδιά δεν είχε και η γυναίκα του είχε πεθάνει χρόνια τώρα. Περνούσε την ώρα του σκαλίζοντας το ξύλο κι έφτιαχνε όμορφα πράγματα. Τον τελευταίο καιρό έφτιαχνε ένα ξυλόγλυπτο εικονοστάσι για την εκκλησία.

Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα πήγε στο βουνό για να βρει ξύλο από αγριαχλαδιά. Άργησε όμως να βρει το κομμάτι που ήθελε και έτσι νύχτωσε. Ξαφνικά μια φοβερή ομίχλη σκέπασε όλο το βουνό και ξέσπασε δυνατή μπόρα. Άρχισε να πηγαίνει προς το σπίτι του, φοβισμένος πως δε θα τα κατάφερνε.

Κάποια στιγμή είδε μέσα στο δάσος ένα μικρό φως. Κατευθύνθηκε προς τα εκεί και σε λίγο έφτασε έξω από ένα μικρό σπιτάκι. Πλησίασε το παράθυρο και είδε μέσα μια γριά να κάθεται κοντά στο τζάκι.

Χτύπησε λοιπόν την πόρτα και η γριά του άνοιξε. Ήταν μια ψηλή και λεπτή γυναίκα, ίσαμε ογδόντα χρονών. Τα μαλλιά της είναι λυτά και έπεφταν πίσω στην πλάτη της.

Ο μπαρμπα-Σπύρος την καλησπέρισε και εκείνη τον έβαλε να καθίσει κοντά στο αναμμένο τζάκι και του πρόσφερε και λίγο τσάι για να ζεσταθεί.

Αφού συνήλθε από το κρύο ο μπαρμπα-Σπύρος τη ρώτησε από που είναι και γιατί μένει μόνη της μέσα στο δάσος κι εκείνη άρχισε να του λέει την ιστορία της:

– Με λένε κυρά-Καλή. Μένω εδώ μόνη μου γύρω στα πενήντα χρόνια. Δε με ξέρει κανένας και δε ξέρω κανέναν. Δεν ανοίγω ποτέ την πόρτα μου σε περαστικό. Απόψε έκανα όμως μια εξαίρεση, γιατί χθες βράδυ είδα στον ύπνο μου την χαμένη μου αδερφή, που μου είπε να δεχτώ τον ξένο που θα μου χτυπούσε την πόρτα απόψε.

– Είναι πολλά χρόνια που έχεις χάσει την αδερφή σου κυρά-Καλή;

ρώτησε ο μπαρμπα-Σπύρος κι εκείνη του απάντησε:

– Την χάσαμε πριν τριάντα χρόνια, τα Χριστούγεννα. Ο παππούς μου είχε βρει πριν λίγες μέρες μέσα σε μια σπηλιά στο απέναντι βουνό, την Τρύπα του Αράπη όπως την λένε, ένα παλιό βιβλίο. Το βιβλίο αυτό έκρυβε ένα μεγάλο μυστικό.

Στο βάθος της σπηλιάς υπάρχουν δυο μεγάλοι βράχοι, κολλητά ο ένας στον άλλον. Κάθε Χριστούγεννα οι δυο αυτοί βράχοι ανοίγουν για ένα λεπτό. Μέσα από το άνοιγμα τους ξεπροβάλλει ένα χέρι, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο, πότε με φαρμακερά φίδια και πότε με χρυσά φλουριά.

Αν βρεθεί κάποιος εκεί, μπορεί να πάρει το καλάθι, κι αν είναι τυχερός θα είναι γεμάτο με φλουριά, αλλιώς θα είναι αυτό με τα φίδια.

Αν δε βρεθεί κανείς εκεί, για να πάρει το καλάθι, το χέρι αποτραβιέται και οι βράχοι κλείνουν, για να ανοίξουν πάλι τα επόμενα Χριστούγεννα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων η αδερφή μου έφυγε κρυφά και πήγε στη σπηλιά, ήταν όμως δυστυχώς άτυχη. 

Ο μπαρμπα-Σπύρος σαν άκουσε αυτή την παράξενη ιστορία. το σκέφτηκε για λίγο και είπε στην κυρά-Καλή:

– Θέλεις να δοκιμάσουμε μαζί της τύχη μας;

– Φοβάμαι!Κι αν είμαστε άτυχοι;

του απάντησε εκείνη.

– Μη φοβάσαι. Να δεις που θα πάνε όλα καλά!Έχε λίγη πίστη. Την παραμονή των Χριστουγέννων θα με οδηγήσεις στην τρύπα του Αράπη.

Η γριά δέχτηκε. Έστρωσε στον μπαρμπα-Σπύρο να κοιμηθεί και όταν ξημέρωσε ο μπαρμπα-Σπύρος πήγε σπίτι του. Μόλις έφτασε άρχισε να σκαλίζει το ξύλο και έφτιαξε έναν μικρό σταυρό και τον έδεσε στο λαιμό του να τον φυλάει.

Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει ξεκίνησε για το σπίτι της κυρά-Καλής, ώστε να προλάβουν να φτάσουν στη σπηλιά λίγο πριν τα μεσάνυχτα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη. Τίποτα δεν ακουγόταν εκείνο το βράδυ στο βουνό. Ο αέρας δε φυσούσε πια με ορμή. Μόνο λίγο χιόνι έπεφτε απαλά και στόλιζε γύρω τα δέντρα.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφτασαν στη σπηλιά. Μπήκαν μέσα και πλησίασαν προσεκτικά τους δυο βράχους. Σταμάτησαν και τους κοίταζαν με ανησυχία. Η καρδιά τους από την αγωνία χτυπούσε πολύ γρήγορα κι όσο περνούσε η ώρα η αγωνία τους μεγάλωνε.

Ο μπαρμπα-Σπύρος στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα των βράχων και η κυρά-Καλή φώτιζε μπροστά του με το λαδοφάναρο.

Στις δώδεκα ακριβώς, οι δυο βράχοι άνοιξαν απότομα κι ένα χέρι φάνηκε να βγαίνει από το άνοιγμα, κρατώντας ένα μεγάλο καλάθι.

Ο μπαρμπα-Σπύρος σταυροκοπήθηκε βιαστικά και σήκωσε τα χέρια του να πιάσει το καλάθι. Όταν το πλησίασε κοντά του, μια λάμψη θάμπωσε τα μάτια του. Το καλάθι ήταν γεμάτο με χρυσά φλουριά!

Η κυρά-Καλή αγκάλιασε τον μπαρμπα-Σπύρο και οι δυο τους άρχισαν να κλαιν από συγκίνηση.

Το χέρι τραβήχτηκε προς τα μέσα και οι βράχοι έκλεισαν.

Οι δυο γέροι πήραν το καλάθι και γεμάτοι χαρά ξεκίνησαν για το σπίτι της κυρά-Καλής.

Από εκείνη την μέρα συνέχισαν να μένουν μαζί χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, βοηθώντας και όποιον είχε ανάγκη.

Πηγή: Τα ωραιότερα παραμύθια για τα Χριστούγεννα  και την  Πρωτοχρονιά

Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης

Advertisements
Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Πλοήγηση άρθρων

Εδώ σχολιάζετε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: