Monthly Archives: Οκτώβριος 2012

Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού

Μύθος από το Βέλγιο – 

Ο Ουαγιού ήταν παλιά ένα ποτάμι πολύ πιο βαθύ από ότι είναι σήμερα. Γύρω στην περιοχή του Ουαγιού βασίλευε ο φόβος κι ο τρόμος. Όλοι φοβόντουσαν ένα πλάσμα, που κανείς όμως δεν είχε δει. Το ονόμαζαν ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού, χωρίς καλά καλά να ξέρουν αν έμοιαζε με άνθρωπο ή με τέρας. Ήταν όμως γεγονός ότι φερόταν σαν τρομερό και άγριο θηρίο, αφού τρεφόταν με τις καρδιές των θυμάτων του.

Στην τροφή αυτή λένε, οφειλόταν το χάρισμα να βλέπει τη νύχτα, να διακρίνει ως το βυθό της θάλασσας ακόμη και πίσω από τα πιο χοντρά και δυνατά τείχη.

Όταν ήθελε να πιάσει κάποια πλύστρα, καθρέφτιζε μέσα στο νερό, ακριβώς μπροστά στα μάτια της κοπέλας, ένα χρυσό δαχτυλίδι, μια διαμαντένια χτένα ή ένα μαργαριταρένιο κολιέ. Φυσικά η κοπέλα βούταγε το χέρι της για να πιάσει το κόσμημα, και εκείνη τη στιγμή μια τρομαχτική δύναμη την τραβούσε στο βυθό του ποταμού.

Υπήρχαν φορές όμως, που ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού είχε όρεξη να φάει καρδιά παιδιού. Έκανε τότε να πλέει σε μια όχθη ένα όμορφο καραβάκι με κάτασπρα πανιά από εκείνα που αρέσουν σε όλα τα παιδιά.

Οι κάτοικοι της κοιλάδας δεν άντεχαν άλλο αυτή τη ζωή. Τα κορίτσια αρνούνταν να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μικρά παιδιά δεν ήθελαν να πάνε στο σχολείο, που βρισκόταν κοντά στο ποτάμι. Είχαν αρχίσει μάλιστα να αναρωτιούνται αν θα έπρεπε να χτίσουν ένα άλλο σχολείο και ένα μεγάλο πλυσταριό μακριά από τον Ουαγιού, από την ημέρα που εξαφανίστηκε μια γυναίκα, πολύ γριά. Αυτό ήταν πρωτοφανές γιατί ο τερατάνθρωπος άρπαζε πάντα μικρά παιδιά ή νεαρές κοπέλες.

Ωστόσο ο σιδεράς και δυο άλλοι χωρικοί υποστήριζαν ότι είχαν δει την άμοιρη γριούλα να πέφτει με το κεφάλι στο νερό και να χάνεται σαν να την τραβούσε κάποια αόρατη δύναμη. Οι συγγενείς της γριάς την έκλαψαν πολύ, αλλά κι όλο το χωριό την λυπήθηκε, γιατί αυτή η γυναίκα ήξερα να θεραπεύει με βότανα.

Πέρασαν δώδεκα μήνες. Στο διάστημα αυτό εξαφανίστηκαν δεκατέσσερα παιδιά και οχτώ γυναίκες. Ξαφνικά ένα πρωί που τα νερά ήταν σκεπασμένα με πυκνή ομίχλη, είδαν να ξαναπαρουσιάζεται η θεραπεύτρια.

Φαινόταν μια χαρά στην υγεία της και όταν κάθισε πλάι στη φωτιά και ήπιε ένα ζεστό ρόφημα, άρχισε να διηγείται την ιστορία της. Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού την είχε τραβήξει στο σπίτι του, μια σπηλιά στα βάθη του ποταμού. Νόμιζε ότι θα της έτρωγε την καρδιά, αλλά όταν φτάσανε στο σπίτι του, άρχισε να της μιλάει ευγενικά, να την ρωτάει τι θέλει να πιει, τι θέλει να φάει, αν θέλει να ξεκουραστεί. Η γυναίκα από το φόβο της ούτε πεινούσε, ούτε διψούσε. Του απάντησε ότι δε χρειαζόταν τίποτα και πως το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει στο σπίτι της. Και τότε ο τερατάνθρωπος της είπε πως θα γυρνούσε σπίτι της, μόνο αν γιατρέψει την γυναίκα του που είχε κρεβατωθεί από τους ρευματισμούς. Βλέπετε το σπίτι τους ήταν κάτω από νερό, και ήταν φυσικό να πάθει ρευματισμούς. Η γριά προσπάθησε να τον πείσει πως αυτό δεν ήταν μέρος για  μια γριά γυναίκα, αλλά μάταια. Βλέποντας λοιπόν ότι είναι ξεροκέφαλος, του έφτιαξε μια λίστα με τα βότανα που θα χρειαζόταν και έφυγε. Τα μάζεψε και ξαναγύρισε. Κι έτσι για ένα χρόνο η γριά θεράπευε τη γυναίκα του τερατανθρώπου, που είναι πλέον καλά στην υγεία της.

Όλο το χωριό άκουγε την αφήγηση της. Δύσπιστοι, μερικοί νεαροί χαμογελούσαν και σκούνταγαν ο ένας τον άλλο, αλλά οι μεγαλύτεροι κουνούσαν τα κεφάλια τους σκεφτικοί.

Όταν η γυναίκα σώπασε, έγινε μια παύση και κάποιος ρώτησε:

– Και τι έτρωγες όλο αυτόν τον καιρό;

Η θεραπεύτρια χαμήλωσε τα μάτια, έξυσε το πιγούνι της και απάντησε με τρεμάμενη φωνή:

– Εγώ ξέρετε, δεν είμαι δύσκολη στο φαγητό. Μαγείρευε ο ίδιος ο τερατάνθρωπος. Έχει δικές του συνταγές. Και ποτέ δε τον ρωτούσα. Το μόνο που μπορώ να σας πω, είναι πως συνδυάζει το κρέας και το ψάρι με χορταρικά που δε τα ξέρω και που φυτρώνουν στα βάθη του ποταμού. Όμως ήταν όλα πολύ νόστιμα.

Καθένας  γύρισε στο σπίτι του και η ζωή στο χωριό συνεχίστηκε. Η θεραπεύτρια ξανάρχισε να γιατρεύει τους ανθρώπους, τα παιδιά εξακολούθησαν να χάνονται και τα κορίτσια δεν έλεγαν να πάνε για μπουγάδα.

Ωστόσο, υπήρχε κάτι που παραξένευε πολύ τον άντρα και τα παιδιά της γριάς. Όταν για παράδειγμα, κάθονταν στο τραπέζι και κάποιος χτυπούσε την πόρτα, η γριά έλεγε:

– Είναι ο τάδε.

Και ποτέ δεν έπεφτε έξω. Πολλές φορές κάρφωνε τα μάτια της στον τοίχο και έλεγε:

– Η κυρά Τάδε και η κυρά Δείνα γυρίζουν από τα ψώνια τους.

Κι αν κοίταζες από το παράθυρο έβλεπες πως δεν έκανε λάθος.

Η οικογένεια της δεν άργησε να καταλάβει τι είχε συμβεί. Είχε μείνει ένα χρόνο στο σπίτι του τερατανθρώπου και σίγουρα θα είχε φάει και καρδιά παιδιού. Αυτό δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, αλλά αναγκάστηκαν να το δεχτούν και έκαναν ότι μπορούσαν για να μην το μάθουν οι άλλοι χωριανοί.

Αυτό που κανένας δεν ήξερε, ήταν πως αφού μπορούσε να βλέπει πίσω από τους τοίχους η γριά, είχε και τη δύναμη να βλέπει ότι ήταν αόρατο.

Έτσι λοιπόν, μια μέρα που πήγαινε για να πλύνει, είδε τον τερατάνθρωπο του Ουαγιού. Έκανε τον περίπατο του πλάι στο ποτάμι, ήσυχος πως ήταν αόρατος και πως δεν τον έβλεπε κανείς. Η γριά τον πλησίασε και ρώτησε:

– Μπα, πως από εδώ; Η γυναίκα σας είναι καλά;

Μερικοί περαστικοί που την άκουσαν να μιλάει μόνη της, νόμισαν πως είχε αρχίσει να τα χάνει. Και σάστισαν ακόμη περισσότερο, βλέποντας την να αφήνει το πανέρι με τα ρούχα και να πηγαίνει προς το ποτάμι, κουνώντας τα χέρια της στον αέρα, σαν κάποιος να την τραβούσε παρά τη θέληση της.

– Άφησε με! Γιάτρεψα τη γυναίκα σου! Δε θέλω να ξαναγυρίσω στο ποτάμι! Άφησε με! Βοήθεια!

Φώναζε η γριά κι ο τερατάνθρωπος, που μόνο εκείνη άκουγε τη φωνή του, την έσερνε και έλεγε:

– Μπορείς και με βλέπεις.. Κάποια μέρα θα μου κάνεις κακό. Γι’ αυτό θα εξαφανιστείς. Αυτή τη φορά δε θα ξαναβγείς από το νερό.

Η καημένη η γριά δεν απείχε παρά μερικά βήματα από την όχθη, όταν την είδε ο σιδεράς. Αμέσως κατάλαβε τι συνέβαινε. Άρπαξε το τσεκούρι του κι άρχισε να χτυπάει με όλη του τη δύναμη. Χτυπούσε στον αέρα, αλλά αν και δεν έβλεπε, τα χτυπήματα του δεν πήγαιναν χαμένα. Ένιωθε ότι χτυπούσε κάτι. Κι όταν η γριά έπεσε ελεύθερη πάνω στο χορτάρι, ο σιδεράς είδε γύρω από τον καρπό της τα σημάδια που είχε αφήσει το τεράστιο χέρι του τερατανθρώπου.

Η γριά μεταφέρθηκε φοβισμένη στο σπίτι της, ήπιε ένα ζεστό τσάι και συνήλθε.

Από την ημέρα εκείνη, τα κορίτσια δεν είχαν κανένα λόγο πια να μην κάνουν τη μπουγάδα τους και όλα τα παιδιά ξαναγύρισαν στο σχολείο.

Όσο για τη γριά, λένε πως έπαψε πια να βλέπει μέσα από τους τοίχους.

Ο μύθος «Ο τερατάνθρωπος του Ουαγιού» μας έρχεται από το Βέλγιο

Πηγή: Μύθοι και θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Η Λορελάι

Μύθος από τη Γερμανία – 

Αν κατηφορίσετε ποτέ το ρεύμα του ποταμού του Ρήνου με καράβι, οι ναυτικοί θα σας δείξουν κάπου στη δεξιά όχθη το βράχο της Λορελάι, που στη βάση του μουγκρίζει το νερό του ποταμού. Θα κοιτάξετε αμίλητοι και θα περιμένετε να φτάσει το καράβι σε ένα πιο ήσυχο σημείο, για να ρωτήσετε τι ήταν η Λορελάι και ποια ήταν η ιστορία της. Τη διηγούνται με χίλιους τρόπους, αλλά όσοι σας μιλήσουν για τη Λορελάι, θα συμφωνήσουν πως ήταν αφάνταστα όμορφη.

Όσο για μένα θα σας διηγηθώ την ιστορία της όπως την άκουσα από το στόμα ενός παλιού βαρκάρη, που είχε πάρει τη σύνταξη του εδώ και χρόνια και έπαιρνε πια τη βάρκα του για να έρθει να θαυμάσει το βράχο με τη δύση του ήλιου. Ίσως είχε την ελπίδα πως η Λορελάι θα ξαναγύριζε κάποιο βράδυ και πως θα είχε την τύχη να την δει, όπως είχαν μπορέσει να την δουν οι παλιότεροι.

Ήμουν ακόμη νέος, όταν ο γέροντας μου εμπιστεύτηκε τις αναμνήσεις του, αλλά τα λόγια του έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου. Χωρίς να αλλάξω λοιπόν λέξη, τα λόγια του ήταν ακριβώς έτσι:

Να φανταστείς μικρέ μου, πως πολύ νερό είχε κυλήσει ανάμεσα σ’ αυτές τις όχθες από τότε που χάθηκε η Λορελάι. Δε μπορώ να σου πω πόσος καιρός έχει περάσει, μα ξέρω πως οι άνθρωποι πολεμούσαν τότε με σπαθιά και πως δεν είχαν ανακαλύψει ακόμη αυτούς τους φοβερούς πολέμους, που ποτίζουν τη γη με το αίμα των αθώων και κοκκινίζουν τα νερά των ποταμών.

Τον καιρό εκείνο τα καραβάκια ανηφόριζαν ή κατηφόριζαν τον ποταμό με κουπιά. Μερικά τα έσερναν οι άνθρωποι. Θα έχεις ακούσει ότι η Λορελάι ήταν κάτι σαν σειρήνα, πανέμορφη, που τραγουδούσε ανεβασμένη στο βράχο της, για να μαγεύει τους θαλασσινούς και να τραβάει τα σκάφη τους πάνω στα βράχια. Ήταν πραγματικά πολύ όμορφη. Τόσο που όμοια της δεν υπήρχε. Κι η φωνή της ήταν υπέροχη. Όμως η Λορελάι δεν ήταν κακιά, το αντίθετο μάλιστα, ήταν καλή και τραγουδούσε για να κάνει τους ναυτικούς να ξεχάσουν το σκληρό τους επάγγελμα και τους κινδύνους του ποταμού, που πολλές φορές θυμώνει και τους πολεμάει. Λένε μάλιστα πως έδειχνε με το δάχτυλο της στους ψαράδες, πού βρίσκονταν τα ψάρια. Την ήξεραν όλοι οι βαρκάρηδες, γιατί την έβλεπαν κάθε ηλιοβασίλεμα να χτενίζει τα ξανθά της μαλλιά, που έφταναν ως τη μέση της. Φυσικά η παρουσία μιας τόσο όμορφης γοργόνας σε ένα βράχο δε μπορούσε να μείνει μυστικό των θαλασσινών. Στα καράβια υπήρχαν πολλές φορές και επιβάτες και όσοι έβλεπαν έστω και μια φορά τη Λορελάι, δεν έπαυαν να μιλούν γι’ αυτήν.

Κάποια μέρα όμως, ο γιος ενός πανίσχυρου και πλούσιου κόμη, του Άλμπρεχτ, αποφάσισε να κλέψει τη Λορελάι. Έφτασε λοιπόν στην όχθη πάνω στο κατάμαυρο άλογο του και ζήτησε από ένα γέρο βαρκάρη να τον οδηγήσει στη βάση του βράχου. Ο γέρος κατάλαβε πως ο νεαρός θα έκανε κάποια τρέλα και αρνήθηκε. Μα ο νεαρός, που είχε συνηθίσει να του κάνουν όλα τα χατήρια  τράβηξε το σπαθί του και τον απείλησε. Ο γέρος λοιπόν πήρε τη βάρκα του και άρχισε να τραβάει κουπί προς το βράχο. Ήταν σούρουπο, το φως ήταν χρυσαφί και τα κύματα σταχτιά. Ήταν η αγαπημένη ώρα της γοργόνας. Καθόταν πάνω στο βράχο της και είχε αρχίσει να τραγουδάει. Ο νεαρός έμεινε για μια στιγμή βουβός, με κομμένη την ανάσα και έπειτα άρχισε να φωνάζει στο βαρκάρη:

– Πλεύρισε! Πλεύρισε στο βράχο!

Ο γέρος άφησε τα κουπιά και είπε ήρεμα:

– Αδύνατο! Κανένας δε μπόρεσε ποτέ να πλευρίσει εδώ. Τα κύματα είναι πολύ άγρια και θα αναποδογυρίσουν τη βάρκα μου σαν τηγανίτα..

Ο νεαρός θύμωσε, απείλησε τον γέρο, αλλά αυτός δεν τον άκουγε και τότε ο νεαρός του είπε:

– Πλησίασε όσο μπορείς. Θα καταφέρω να πηδήξω ως το βράχο.

Ο γέρος προσπάθησε να τον συνετίσει, αλλά ο νεαρός επέμενε κι ο γέρος πλησίασε στο βράχο όσο μπορούσε. Και ξαφνικά ο νεαρός γιος του κόμη πήδηξε. Ήταν ελαφρύς και ευκίνητος, αλλά το πήδημα του ήταν πολύ κοντό. Βρέθηκε λοιπόν στο ποτάμι και το κύμα τον παρέσυρε. Βαρύς από την πανοπλία και τα όπλα του άρχισε να βουλιάζει, πριν ο βαρκάρης προλάβει να τον βοηθήσει. Μάταια έψαχναν το σώμα του, δεν τον βρήκε ποτέ κανείς.

Μαθαίνοντας για το θάνατο του μοναχογιού του, ο κόμης θύμωσε πάρα πολύ. Τα έβαλε με τους βαρκάρηδες και ήθελε να εκτελέσει αυτόν που είχε οδηγήσει το γιο του στο βράχο. Κανένας όμως δε μίλησε και ο κόμης δεν έμαθε ποτέ το όνομα του βαρκάρη. Έστρεψε λοιπόν το θυμό του στη Λορελάι και πρόσταξε τον αξιωματικό της φρουράς του να την συλλάβει. Έλεγε πως ήταν μάγισσα και ότι θα την έκαιγαν ζωντανή.

Ο αξιωματικός ξεκίνησε λοιπόν με μια ντουζίνα στρατιώτες για την επίθεση, και με πολύ πονηριά και πείσμα, αφού έπνιξε πολλούς από τους άντρες του, κατάφερε να σκαρφαλώσει στην κορυφή του βράχου, όπου είχε κρυφτεί η γοργόνα και της φώναζε:

– Σε κρατάω μάγισσα! Σκότωσες το γιο του αφέντη μου! Θα σε δέσουμε και θα σε κάψουμε ζωντανή στην αυλή του πύργου! Θα δεις τι σημαίνει να μαγεύεις τους νέους!

Ήθελε να πιάσει τη Λορελάι για να την τραβήξει κοντά του, αλλά εκείνη τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει:

– Ποταμέ, βοήθεια!Ω, ποταμέ! Σώσε με από το θυμό των ανθρώπων! Δεν έκανα κανένα κακό! Σώσε με από την αδικία!

Και τότε ο ποταμός άρχισε να φουσκώνει. Τα νερά του άρχισαν να κοχλάζουν και έκανε τόσο θόρυβο που γέμισε την κοιλάδα, σαν βροντή κεραυνού.

Οι στρατιώτες και ο αξιωματικός παρασύρθηκαν. Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγιναν, μα το σίγουρο είναι ότι κι η Λορελάι χάθηκε κι αυτή κάτω από τα νερά. Ποτέ δεν την ξαναείδαν πάνω στο βράχο της. Από τότε οι βαρκάρηδες του Ρήνου είναι πολύ λυπημένοι όταν περνάνε από εκείνο το σημείο.

Όμως μερικά βράδια, όταν ο ήλιος ρίχνει το χρυσάφι του στην πέτρα και το ποτάμι μοιάζει με τα ξανθά μαλλιά της Λορελάι, ακούγεται η φωνή της. Μια φωνή δροσερή και καθάρια, σαν τις πηγές που γεννιούνται στη βάση των πάγων, μια φωνή που υψώνεται από το Ρήνο με το πρώτο φύσημα του νυχτερινού αέρα.

Πηγή:  Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Συμμαχία λύκων και σκυλιών

Μύθος – ανέκδοτο του Αισώπου –

Οι λύκοι είπαν κάποτε στα σκυλιά:

– Τι λόγο έχουμε να μαλώνουμε αδιάκοπα; Μοιάζουμε τόσο, που μπορούμε θαυμάσια να μονιάσουμε πια σαν αδέρφια. Στο μόνο που διαφέρουμε είναι στη γνώμη. Σ’ εμάς αρέσει η ελεύθερη ζωή, ενώ εσείς είστε δούλοι των ανθρώπων. Κάθεστε να σας δέρνουν και να σας δένουν με το λουρί και σεις τους φυλάτε τα πρόβατα και τους γλείφετε τα χέρια. Ύστερα αυτοί, για το ευχαριστώ, σας πετούν τα κόκκαλα που δεν μπορούνε να φάνε οι ίδιοι. Αν λοιπόν θελήσετε ν’ αλλάξετε γνώμη, παραδώστε μας τα κοπάδια. Θα τα ‘χουμε συντροφικά και θα τρώμε ώσπου να χορτάσουμε.

Οι σκύλοι παραδέχτηκαν πως όλ’ αυτά ήταν πολύ σωστά. Παρέδωσαν λοιπόν τη στάνη στους λύκους και περίμεναν. Οι λύκοι όμως, όταν βρέθηκαν στη στάνη, σκότωσαν πρώτα τα σκυλιά ώστε να τρώνε τα πρόβατα ανεμπόδιστοι.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Οι τρεις ποταμοί των δακρύων

Μύθος από την Φινλανδία –

Υπήρχε κάποτε μια πολύ όμορφη κοπέλα. Η κοπέλα αυτή έμενε με τη μητέρα της και τον αδελφό της σε μια γόνιμη και ήρεμη περιοχή, όπου η ζωή κυλούσε ευτυχισμένη, σαν μια ωραία άνοιξη. Το σπίτι τους ήταν γεμάτο χαρά και ο χειμώνας με το γκρίζο του ουρανό και τις κρύες μέρες του, δεν κατάφερνε να χαλάσει την ευτυχία τους. Όλα έδειχναν πως θα ζούσαν πάντα έτσι, ώσπου ένα πρωί ο υπηρέτης ενός πλούσιου και διάσημου γείτονα έδωσε στη μητέρα ένα μήνυμα με σφραγίδα και βουλοκέρι.

Η μητέρα, που δεν ήξερε γράμματα, ζήτησε από το γιο της να διαβάσει το γράμμα, κι όσο ο νεαρός διάβαζε, το πρόσωπο του χλώμιαζε. Όταν τελείωσε, έπιασε το χαρτί και το έσκισε. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό και η φωνή του έτρεμε και είπε:

Μα είναι φοβερό! Ο γείτονας μας είναι τόσο γέρος, που κανένας δε θα μπορούσε να πει την ηλικία του, και να που τολμάει να ζητήσει την αδελφή μου για γυναίκα του! Νομίζει πως επειδή είναι πλούσιος, μπορεί να κάνει κι ό,τι θέλει!

Βγήκε από το σπίτι χτυπώντας δυνατά την πόρτα και άρχισε να περπατάει στα χιόνια για να ηρεμήσει. Όταν ξαναγύρισε, βρήκε την αδελφή του να κλαίει. Τη ρώτησε τι είχε και η κοπέλα του είπε:

– Η μαμά πάει να δώσει την απάντηση της στο γείτονα. Είμαστε πολύ φτωχοί κι η μητέρα πιστεύει πως πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτώ το γέρο που είναι πλούσιος.

Τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα της, αφού την έπνιγαν οι λυγμοί. Και καθώς ο αδελφός της την κοιτούσε με παράπονο, η κοπέλα πρόσθεσε:

– Μην ξαναθυμώσεις. Και μην πεις τίποτα στη μητέρα. Όμως εγώ θα προτιμούσα να πεθάνω, παρά να αναγκαστώ να ζήσω μ’ αυτόν τον άνθρωπο.

Πέρασαν οι μέρες κι η μητέρα ετοίμαζε το νυφικό της κόρης της. Και μια βαριά και παγωμένη σιωπή είχε γεμίσει το σπίτι. Η κοπέλα πρόβαρε υπομονετικά το φόρεμα και το πέπλο, αλλά ένα πρωί δε φάνηκε στο τραπέζι για το πρωινό της.

Καθώς την προηγούμενη μέρα είχε χιονίσει, δε δυσκολεύτηκαν καθόλου να διαπιστώσουν πως είχε φύγει από το σπίτι πριν ξημερώσει. Έτσι ακολούθησαν τα ίχνη της. Το χιόνι έδειχνε πως η κοπέλα είχε τρέξει, πως είχε πέσει, πως είχε ξανατρέξει και ξαναπέσει. Τα ίχνη της έφταναν ως τη θάλασσα. Εκεί σταματούσαν και χάνονταν, γιατί το νερό ξέρει να κρατά τα μυστικά που του εμπιστεύονται.

Η μάνα ξαναγύρισε στο σπίτι μαζί με το γιο της, κάθισε μπροστά στην πόρτα της κι άρχισε να κλαίει. Έχυσε τόσα δάκρυα που σχηματίστηκαν τρία ρυάκια, που όλο φούσκωναν και έγιναν τρία ποτάμια. Και τα τρία αυτά ποτάμια κύλησαν προς τη θάλασσα, περνώντας από τρεις κοιλάδες που χώριζαν τα δασωμένα βουνά.

Ο πλούσιος γέρος λυπήθηκε κι αυτός, αλλά πάντα πίστευε πως θα ξανάβρισκε την αρραβωνιαστικιά του. Όντας σίγουρος πως ο πλούτος μπορεί να χαρίσει τα πάντα, έφτιαξε ένα χρυσό καλάμι, που στην άκρη του είχε ένα ασημένιο δόλωμα, το οποίο συγκρατούσε ένα τεράστιο διαμάντι. Ένα βράδυ λοιπόν, μπήκε σε μια βάρκα και πήγε να ψαρέψει στα νερά που είχε χαθεί η όμορφη κοπέλα.

Ψάρευε ως της αυγή χωρίς να πιάσει τίποτα, και τη στιγμή που ο ουρανός άρχιζε να ασπρίζει, έβγαλε από τη θάλασσα ένα ψάρι πολύ όμορφο, που όμως δεν ανήκε σε κανένα από τα γνωστά είδη. Ο γέρος ετοιμαζόταν να πετάξει το ψάρι στο πανέρι της βάρκας. Και τότε ο ψάρι γλίστρησε από τα χέρια του και πήδηξε πίσω στη θάλασσα. Ανάμεσα σε δυο κύματα το κεφάλι του ψαριού ξαναβγήκε στην επιφάνεια, άνοιξε το στόμα του και ακούστηκε η φωνή της κοπέλας:

– Ώστε δε με αναγνώρισες! Θα με έψηνες και θα με έτρωγες! Κι όμως, είμαι αυτή που έλεγες πως αγαπούσες!

Ο γέρος δε ξανάπιασε ποτέ το καλάμι του, ούτε ξαναμπήκε στη βάρκα του. Κλείστηκε στο σπίτι του μαζί με τους θησαυρούς του, που δε μπορούσαν όμως να του δώσουν τη χαμένη του χαρά.

Όσο για τη μητέρα δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς. Λένε ότι κλαίει ακόμη, γιατί εδώ και αιώνες τα τρία ποτάμια δεν έπαψαν ποτέ να κυλούν!

Πηγή: Μύθοι και Θρύλοι από όλες τις χώρες

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: , | 1 σχόλιο

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.