Posts Tagged With: βασιλιάς

Το σκλαβί

Παραμύθι της προφορικής μας παράδοσης. Διασκευή-απόδοση: Χρήστος Π. Τσίρκας

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

Από την παρουσίαση του παραμυθιού "το σκλαβί" στις 28 Μαϊου 2015

Από την παρουσίαση του παραμυθιού «το σκλαβί» στις 28 Μαϊου 2015

Στα παλιά τα χρόνια, τα χρόνια των βασιλιάδων, ένας βασιλιάς προσπαθούσε με την γυναίκα του να κάνει παιδί μα δεν τα κατάφερναν. Από τον φόβο του μήπως και δεν δει απόγονο, ο βασιλιάς αποφάσισε να κάνει παιδί με μια σκλάβα που είχαν στο παλάτι. Έτσι κι έγινε. Παρόλα αυτά, έμεινε έγκυος κι η γυναίκα του. Έτσι, μετά από μήνες εννέα, δύο αγόρια γεννήθηκαν κι άρχισαν να μεγαλώνουν μαζί. Παίζανε, διαβάζανε, πήγανε και τελειώσανε το σχολείο, πάντα μαζί. Το παιδί που είχε αποκτήσει με την σκλάβα, το σκλαβί, ήταν έξυπνο και φρόνιμο. Όχι όμως και το βασιλόπουλο που ήταν χοντροκέφαλο και κακομαθημένο. Συνέχεια γυρνούσε από ταβέρνες σε καταγώγια και μάταια από πίσω του έτρεχε και το σκλαβί για να τον συμβουλεύει. Μα το βασιλόπουλο, δεν έπαιρνε από λόγια κι όλο τριγύριζε με τους χαμένους και τους χαραμοφάηδες.

Μια μέρα, το βασιλόπουλο είδε σε έναν πίνακα την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και την ερωτεύτηκε. Από τον έρωτα, αρρώστησε κι έπεσε στο κρεβάτι. Διάφοροι γιατροί περάσανε από το παλάτι, αλλά δίχως αποτέλεσμα. Τότε, το βασιλόπουλο πήρε μιαν απόφαση. Να πάει και να ψάξει να βρει την όμορφη του κόσμου, αφού αυτή ήταν η αιτία της αρρώστιας του. Είπε την ιδέα του στο σκλαβί. Το σκλαβί από την μεριά του, αγαπούσε πολύ το βασιλόπουλο κι έτσι αποφάσισε να πάει μαζί του για να το προσέχει.

Οι δύο νέοι παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά και πατέρα τους και του είπαν:

Πατέρα μου και βασιλιά, σοφέ και σεβαστέ μας.

Δώσε μας την ευχή σου εσύ και την καλή ορμήνια.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρουμε, να ζήσουμε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγουμε να πάμε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, αν δώσεις την ευχή σου!

Αυτά είπανε στον βασιλιά, μα για την όμορφη του κόσμου, δεν βγάλανε μιλιά. Ο βασιλιάς σούφρωσε το πρόσωπό του. Έμεινε για λίγο σκεφτικός. Έπειτα, ανασηκώθηκε, στάθηκε ανάμεσά τους, τους έπιασε από τον ώμο και με συμβουλευτική φωνή τους είπε:

Με την ευχή μου γιόκα μου κι εσύ σκλαβόπουλό μου,

με την ευχή μου και οι δυο να πάτε και να ‘ρθείτε.

Σε άλλους τόπους ξακουστούς, μεγάλες πολιτείες,

τη φήμη μας να σπείρετε, να ζήσετε εμπειρίες.

Με το καλό να φύγετε να πάτε το ταξίδι,

με το καλό κι ο γυρισμός, την δίνω την ευχή μου!

Μα ο βασιλιάς, δεν έδωσε μονάχα την ευχή του. Έδωσε και κατάρα συνάμα, αν παρακούσουν τις συμβουλές του. Τις τρεις συμβουλές του. Συμβουλή πρώτη:

 Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το παλάτι,

και πριν να συναντήσετε το δάσος με τις λεύκες,

ένα καλύβι ξύλινο θα βρείτε εκεί πέρα.

Καλύβι δίχως κλειδαριά και δίχως νοικοκύρη.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή δεύτερη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε μακριά από το καλύβι

κι αφού επερπατήσετε το δάσος με τις λεύκες,

τεράστιο δέντρο, γέρικο θα υψωθεί μπροστά σας.

Δέντρο με δίχως φύλλωμα, δίχως σκιά στη ρίζα.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Καθίστε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Συμβουλή τρίτη:

Στο διάβα σας, σαν φύγετε αλάργ’ από το δάσος

κι αφού σε κάμπο πράσινο και ανθισμένο μπείτε,

καταμεσής του βρίσκεται πύργος καλοχτισμένος.

Η πύλη του ορθάνοιχτη κι οι σύρτες σκουριασμένοι.

Φαγιά θα έρχονται συχνά, δίχως ανθρώπου χέρι.

Εμπάτε, φάτε άφοβα και πιείτε όσο θέλτε.

Μα προς Θεού μην στρώσετε εκεί να κοιμηθείτε.

Αυτές τις τρεις συμβουλές τους έδωσε μαζί με την ευχή του και δίχως να χάσουν χρόνο, οι δύο νέοι ξεκίνησαν την άλλη μέρα κιόλας το μακρινό τους ταξίδι.

Περπάτησαν πολύ. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες … παρά μία μέρα, είκοσι, όταν έφτασαν μπροστά σε ένα καλύβι. Ήταν ακριβώς όπως τους το είχε περιγράψει ο βασιλιάς. Μπήκανε μέσα. Γεμάτο μαξιλάρες και παχιά χαλιά. Κάθισαν να ξαποστάσουν και τότες άρχισαν να έρχονται μόνα τους, λογιώ-λογιώ φαγητά και γλυκά, πιοτά και καφέδες, ναργιλέδες και τσιμπούκια. Αφού φάγανε και ήπιανε κι αφού χορτάσανε, το βασιλόπουλο νύσταξε κι έστρωσε να κοιμηθεί. Μα το σκλαβί, θυμήθηκε τη συμβουλή του βασιλιά και είπε στο βασιλόπουλο:

– Μα τι κάνεις; Ξέχασες ότι ο αφέντης μας, μας έδωσε ευχή και κατάρα αν πέσουμε να κοιμηθούμε μέσα στο καλύβι;

– Τι λες βρε; Εδώ βρήκαμε τέτοιες μαξιλάρες και τέτοια στρώματα κι εσύ θες να τα αφήσουμε και να πάμε έξω να κοιμηθούμε;

– Ήταν συμβουλή του βασιλιά μας. Θες να την παρακούσουμε;

– Δεν ξέρω τι θα κάνεις εσύ, αλλά εγώ θα ξαπλώσω εδώ. Δεν βγαίνω έξω στο κρύο ή στον φόβο να με φάνε τα άγρια ζώα.

Το βασιλόπουλο ξάπλωσε κι όπως ήταν κουρασμένο, το πήρε αμέσως ο ύπνος. Το σκλαβί δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Να δεις, που κάτι κακό θα γίνει εδώ, σκέφτηκε. Πήγε κι έκατσε στην πόρτα απέναντι. Έβγαλε το τόξο του και το ακούμπησε δεξιά του. Έβγαλε και το σπαθί του και το ακούμπησε αριστερά του. Πήρε και τον ναργιλέ κι άρχισε να καπνίζει. Δεν πέρασε πολύ ώρα και σεισμός μεγάλος τάραξε το καλύβι κι εμφανίστηκε μπροστά του ένας δράκος, ένα θεριό μεγάλο με τρία κεφάλια. Βλέπει ο δράκος το σκλαβί να καπνίζει και το βασιλόπουλο να κοιμάται:

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε σε τούτο το καλύβι

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά χαλιά μου!

Ο δράκος θυμωμένος πολύ απευθύνθηκε προς το σκλαβί, το οποίο χωρίς να δείχνει και ιδιαίτερα ανήσυχο του απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θύμωσε ακόμα πιο πολύ και είπε στο σκλαβί:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Μα το σκλαβί δεν έδειξε καθόλου φόβο κι ανασηκωμένο πια, ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει και τα τρία κεφάλια του δράκου ο οποίος έπεσε με δύναμη κάτω. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στην στιγμή μέχρι τα γόνατά σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί κόβει με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Κόβει τις γλώσσες του και τις βάζει στο ταγάρι του. Κάνει κομμάτια το σώμα του και το θάβει μακριά από το καλύβι. Γυρνάει, ξεπλένει και καθαρίζει το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια πέφτει να κοιμηθεί. Μα ήδη είχε χαράξει, και μετά από λίγο ξύπνησε και το βασιλόπουλο από τον βαθύ του ύπνο. «Εϊ, ξύπνα…μου αρέσει που ήθελες να φυλάξεις και βάρδια…ξύπνα, ξημέρωσε!» Φώναξε το βασιλόπουλο στο σκλαβί κι εκείνο υποκρίθηκε πως ξύπνησε εκείνη τη στιγμή. «Συγχώρα με αδερφέ μου, αλλά φαίνεται πως με πήρε κι εμένα αμέσως ο ύπνος!»

Κάθισαν για λίγο περιμένοντας να αρχίσουν να έρχονται φαγητά για πρωινό, μα μάταια. «Δεν το έχουν έθιμο εδώ να φέρνουν πρωινό φαίνεται», ακούστηκε το βασιλόπουλο να μονολογεί, μα το σκλαβί κατάλαβε πως με τον θάνατο του δράκου σταμάτησε και το ανεξήγητο αυτό περιστατικό. Έτσι, σηκώθηκαν και πήραν πάλι το δρόμο για το ταξίδι τους. Περπάτησαν μέρες πολλές. Πέντε μέρες, δέκα και φτάσανε στο δάσος με τις λεύκες. Δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι και βρέθηκαν μπροστά σε ένα γέρικο δέντρο, χωρίς φύλλωμα και σκιά στην ρίζα του, όπως ακριβώς τους το είχε περιγράψει κι ο βασιλιάς αφέντης τους. Από κάτω του, μαξιλάρια και κιλίμια στρωμένα υπήρχαν. Κουρασμένοι και οι δυο τους, κάθισαν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μονάχα τους, φαγητά διάφορα και ποτά. Κι αφού φάγανε, συνέχισαν να έρχονται γλυκά, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Όταν τελειώσανε όλα, το βασιλόπουλο έγειρε και πάλι στα κιλίμια και τα μαξιλάρια για να κοιμηθεί μα το σκλαβί του θύμισε τα λόγια του βασιλιά τους. Του ζήτησε να σηκωθεί και να πάνε παραπέρα από το δέντρο να κοιμηθούν. Άδικα μιλούσε όμως. Το βασιλόπουλο είχε ήδη κοιμηθεί. Έτσι, το σκλαβί, κάθισε και πάλι ξύπνιο να φυλάει σκοπιά, φοβούμενο ότι κάτι κακό θα συμβεί ξανά. Τέντωσε το τόξο του και το έβαλε στο πλάι του. Έβγαλε το σπαθί του από την θήκη και το ακούμπησε κι αυτό κατάχαμα και περίμενε.

Κατά τα μεσάνυχτα, η γης σείστηκε και εμφανίστηκε ένας δράκος με έξι κεφάλια. Ένα θεριό άγριο και τρομερό. Κοίταξε το σκλαβί που ήταν καθισμένο και το βασιλόπουλο που κοιμότανε του καλού καιρού.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στο γέρικό μου δέντρο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Δίχως φόβο το σκλαβί ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα τέσσερα κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και με δυο κινήσεις γρήγορες, του κόβει και τα άλλα δυο κεφάλια. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο δράκος, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό από κάτω ως την μέση.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε με το σπαθί του τα κεφάλια του δράκου. Έκοψε και τις γλώσσες του και τις έβαλε στο ταγάρι του. Έκανε κομμάτια το σώμα του και το έθαψε μακριά από το δέντρο. Γύρισε, καθάρισε το χώρο από τα αίματα και ήσυχος πια έπεσε να κοιμηθεί. Μετά από ώρες, πρώτο ξύπνησε το βασιλόπουλο που άρχισε να φωνάζει και να κοροϊδεύει το σκλαβί… «Ξύπνα βρε υπναρά, μεσημέριασε!» Και το σκλαβί σηκώθηκε παριστάνοντας τον νυσταγμένο και πάλι. Κι αφού πήραν δυνάμεις, ξεκίνησαν πάλι το ταξίδι τους.

Περπάτησαν και περπάτησαν. Πέντε μέρες, δέκα, δεκαπέντε μέρες, παρά μία είκοσι, ώσπου φτάσανε σε πράσινο και ανθισμένο κάμπο. Καταμεσής του ορθώνονταν καλοχτισμένος πύργος. Οι πύλες του ήταν ορθάνοιχτες κι οι σύρτες σκουριασμένοι από καιρό. Ήταν ακριβώς όπως τους τον είχε περιγράψει κι ο αφέντης τους. Μπήκανε μέσα και μαγεύτηκαν από την ομορφιά. Ολομέταξα χαλιά και μάλλινα κιλίμια. Τεράστιες μαξιλάρες πάνω τους, να ξαπλώνεις και να χάνεσαι μέσα τους. Χρυσοί πολυέλαιοι να φωτίζουν την σάλα με δεκάδες κεριά ο καθένας. Σπάνιοι πίνακες ζωγραφικής μοναδικής αξίας και ομορφιάς στους τοίχους και παντού χρυσάφι και ελαφαντόδοντο.

Δεν πρόλαβαν να κάτσουν να ξαποστάσουν κι αμέσως άρχισαν να έρχονται μοναχά τους, λογής-λογής φαγητά και ποτά. Κι ύστερα, αφού φάγανε και ήπιανε, άρχισαν να έρχονται γλυκά και φρούτα, καφέδες, τσιμπούκια και ναργιλέδες. Σαν τελειώσαν για τα καλά, το βασιλόπουλο έπεσε να κοιμηθεί έτσι που ήταν κουρασμένο.

Το σκλαβί δεν άντεξε βλέποντας πάλι το βασιλόπουλο να παρακούει τη συμβουλή του αφέντη τους και του είπε θυμωμένος.

– Πάλι τα ίδια; Εδώ θα πέσεις να κοιμηθείς;

– Και τι θες να κάμω;

– Να πάμε έξω από τον πύργο να κοιμηθούμε.

– Είσαι τρελός; Έχουμε βρει τέτοιες ανέσεις, τόσο μαλακά μαξιλάρια, τέτοια ζέστη κι εσύ θες να πάμε να κοιμηθούμε έξω στο κρύο με τα άγρια ζώα;

– Έτσι δεν πρόσταξε ο αφέντης μας;

– Ο αφέντης μας δεν είναι εδώ για να μας βλέπει τι κάνουμε και τι όχι.

– Ναι, αλλά σου πάει η καρδιά να παρακούσεις τις εντολές του;

– Δεν βλέπεις κι εσύ ότι ο βασιλιάς μας έχει γεράσει κι έχει ξεκουτιάνει; Πιστεύεις στα λόγια του; Εξάλλου και στα δύο προηγούμενα, τί το κακό μας βρήκε; Τίποτα. Οπότε άσε τις γκρίνιες και ξάπλωσε κι εσύ να κοιμηθείς.

…είπε το βασιλόπουλο κι έκλεισε τα μάτια του πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Όχι όμως και το σκλαβί, που για άλλη μια φορά ετοίμασε το τόξο και το σπαθί του και περίμενε το κακό. Κι όντως, κατά τα μεσάνυχτα, ο πύργος σείστηκε συθέμελα. Οι πολυέλαιοι κουνιόντουσαν πέρα-δώθε. Ένα άγριο μουγκρητό ακούστηκε κι ύστερα εμφανίστηκε από την πόρτα ένας τεράστιος δράκος με εννέα κεφάλια. Από τον θυμό του, έβγαζε καπνούς από την μύτη και το στόμα. Αντίκρισε το βασιλόπουλο που κοιμότανε βαριά και το σκλαβί που ήταν καθισμένο απέναντί του.

Άτιμη φάρα, άνθρωποι, με σεβασμό καθόλου,

απρόσκλητοι μου ήρθατε στον πέτρινό μου πύργο

κι αφού καταβροχθίσατε το φαγητό μου όλο

κι ήπιατε και καπνίσατε κρασιά και τους καπνούς μου,

στρώσατε τα τομάρια σας στα παχουλά κιλίμια!

Και το σκλαβί απάντησε:

Φωνάζεις και οδύρεσαι με λόγια θυμωμένα,

πως τα φαγιά σου φάγαμε κι ήπιαμε τα ποτά σου.

Κι αν είν’ αλήθεια όλα αυτά, ποια είν’ η απειλή σου;

Ο δράκος θυμωμένος ακόμα πιο πολύ:

Το θράσος κι η ασέβεια που δείξατε σε μένα,

δεν φτάνουν τα νομίσματα να μου το ξεπληρώσουν.

Το τίμημα θα είν’ βαρύ, θα φάω και τους δυο σας!

Το σκλαβί ούτε και τώρα φοβήθηκε και ανταπάντησε του δράκου:

Για κάνε πως ορμάς θεριό, προς τη μεριά που είμαι

κι αντί να φας εσύ εμάς, τις κεφαλές θα χάσεις!

Ο δράκος όρμηξε προς το σκλαβί, μα το σκλαβί και πάλι πρόλαβε κι άρπαξε το τόξο του, το όπλισε και με ένα βέλος κατάφερε να διαπεράσει τα έξι κεφάλια του δράκου. Αρπάζει στη συνέχεια το σπαθί του και πηδάει πάνω του και δίνοντας μάχη άγρια σώμα με σώμα, του κόβει και τα άλλα τρία κεφάλια. Σπαρταρούσε ο δράκος σαν το ψάρι έξω από το νερό και λίγο πριν ξεψυχήσει, είπε στο σκλαβί:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να γίνεις μάρμαρο ψυχρό ίσαμε το λαιμό σου.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις.

Ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Στη συνέχεια, το σκλαβί έκοψε κι αυτόν τον δράκο κομματάκια και τον πέταξε έξω από τον πύργο, αφού πρώτα κράτησε τις γλώσσες του μέσα στο ταγάρι του. Έπλυνε και καθάρισε όλο το χώρο από τα αίματα κι ετοιμάστηκε να πέσει να κοιμηθεί. Μα η ματιά του έπεσε σε μια αρμαθιά κλειδιά που ήταν κρεμασμένη δίπλα στην πόρτα. Την ξεκρέμασε και τα μέτρησε. Σαράντα κλειδιά! Τι να ανοίγανε αυτά; Αναρωτήθηκε το σκλαβί κι άρχισε να ψάχνει τον πύργο. Έψαξε από εδώ…τίποτα. Έψαξε από εκεί…τίποτα. Σε μια στιγμή, σα να πάτησε πάνω σε κάτι κούφιο. Τράβηξε το χαλί που ήταν στρωμένο από πάνω και είδε μια καταπακτή. Την άνοιξε κι αντίκρισε πολλά σκαλοπάτια. Σαν κατέβηκε αρκετά σκαλιά κάτω από τη γη, βγήκε σε έναν μακρύ διάδρομο με πάρα πολλές πόρτες αριστερά και δεξιά. Τις μέτρησε και τις βρήκε σαράντα. Σαράντα κλειδιά για σαράντα πόρτες. Αυτό ήταν. Το σκλαβί, άνοιξε την πρώτη πόρτα και τα μάτια του γούρλωσαν. Ένα δωμάτιο γεμάτο ρουμπίνια. Ανοίγει την δεύτερη πόρτα και κοκάλωσε. Γεμάτο το δωμάτιο με βενέτικα φλουριά. Σμαράγδια στο τρίτο δωμάτιο, χρυσές λίρες στο τέταρτο…κάθε δωμάτιο έκρυβε κι έναν θησαυρό από νομίσματα ή πολύτιμους λίθους. Ανοίγει την τελευταία πόρτα κι είναι γεμάτο το δωμάτιο με διαμαντόπετρες μεγάλες ίσαμε ένα φιρίκι.

Τα έχασε το σκλαβί. Παρόλα αυτά, βάζει λίγα φλουριά στο ταγάρι του και λίγες διαμαντόπετρες και αρκετές λίρες στις τσέπες του. Ασφάλισε στη συνέχεια καλά όλες τις πόρτες και έκρυψε καλά την αρμαθιά τα κλειδιά. Σαν ανέβηκε επάνω, ξάπλωσε κι αυτός καθώς ήταν ξεθεωμένος κι αποκοιμήθηκε στο λεπτό.

Λίγες ώρες πέρασαν και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα. Πρώτο σηκώθηκε το βασιλόπουλο που άρχισε να σπρώχνει και να φωνάζει στο σκλαβί, «ξύπνα βρε υπναρά». Αφού ξύπνησαν καλά κι οι δύο κι αφού είδαν κι απόειδαν ότι ούτε εδώ έρχονται φαγιά και ποτά για πρωινό, σηκώθηκαν να φύγουν. Το σκλαβί μόνο, με το που βγήκαν από την πύλη, την τράβηξε, την κλείδωσε καλά κι έκρυψε τα κλειδιά στο περβάζι του παραθύρου.

Περπάτησαν και περπάτησαν, ώσπου το βράδυ της ίδιας μέρας, έφτασαν σε μια πολιτεία! Ψάξαν να βρούνε σπίτι να κοιμηθούν. Χτύπησαν την πόρτα σε κάποιο και τους άνοιξε μια γριά. Καλοσυνάτο το σκλαβί της λέει:

– Καλησπέρα γιαγιάκα. Ερχόμαστε από μακριά και θέλουμε να βρούμε να ξαποστάσουμε κάπου. Σου είναι κόπος να μας αφήσεις να κοιμηθούμε σε σένα;

– Καλώς τα παλικάρια μου. Καθόλου κόπος δεν μου είναι, αλλά δεν έχω που να σας κοιμίσω. Μήτε σεντόνια, μήτε κουβέρτες, μήτε στρώματα και μαξιλάρια έχω.

– Δεν πουλάνε εδώ κοντά στρώματα, σεντόνια και μαξιλάρια;

– Πώς δεν πουλάνε γιόκα μου; Ό,τι λαχταρά η ψυχή σου. Σεντόνια λινά, σεντόνια μεταξωτά, σεντόνια βαμβακερά. Μαξιλάρια πουπουλένια, μαξιλάρια από άχερο. Κουβέρτες λογιώ-λογιώ, το ίδιο και τα στρώματα. Τα εργαστήρια είναι γεμάτα από δαύτα.

Βγάζει το σκλαβί από την τσέπη του κάμποσες λίρες, τις δίνει στη γιαγιά και της λέει να πάει να τους αγοράσει μερικά για να μπορέσουν να κοιμηθούν. Η γιαγιά, με το που έπιασε στα χέρια της τις λίρες, κόντεψε να τρελαθεί. Είχε χρόνια να δει στο χέρι της έστω και μια λίρα, πόσο μάλλον πολλές. Έτρεξε λοιπόν κι αγόρασε από όλα τα καλά, φτηνά και ακριβά. Πήρε για τους δύο νέους, μα πήρε και καινούργια για να έχει του λόγου της. Σα γύρισε στο σπίτι, το σκλαβί της έδωσε κι άλλες λίρες για να πάει να αγοράσει φαγητά, κρασί και καπνό για να φουμάρουν. Η γιαγιά έτρεξε και πάλι μέσα στην καλή χαρά και γύρισε γεμάτη καλούδια…μέχρι και του πουλιού το γάλα είχε φέρει. Στρώσανε γιορτινό τραπέζι και φάγανε όλοι μαζί. Αργά το βράδυ πέσανε να κοιμηθούν κι έτσι χαιρετήσανε άλλη μια μέρα στο ταξίδι τους.

Πρωί-πρωί σηκώθηκε το σκλαβί κι άρχισε να κάνει βόλτες και να ρωτάει για την πολιτεία που βρέθηκαν. Λίγο αργότερα σηκώθηκε και το βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό τους δρόμους χαζεύοντας μπας και δει την όμορφη του κόσμου, μα τίποτα… γύρισε άπραγο. Το σκλαβί όμως, που ρώτησε πολύ κόσμο, έμαθε τα πάντα για την πολιτεία και το κυριότερο, έμαθε ότι εδώ ζει κι η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού, κόρη του βασιλιά που διαφεντεύει. Έμαθε επίσης και για τον καφενέ που συχνάζει ο βασιλιάς κι έτσι το σκλαβί και το βασιλόπουλο πηγαίνανε κι αυτοί εκεί και σύντομα πιάσανε φιλίες μαζί του κι όποτε θέλανε, πηγαίνανε τον βρίσκανε εκεί και κουβεντιάζανε.

Μια μέρα το σκλαβί έπιασε την γιαγιά και τη ρώτησε…

– Δε μου λες γιαγιά. Πώς μπορεί να δει κανείς την όμορφη του κόσμου; Είναι κρίμα να γυρίσω στην πατρίδα μου, να πω ότι πέρασα από εδώ και δεν την είδα.

– Την όμορφη του κόσμου; Δεν μπορείς να την δεις παλικάρι μου. Την έχουνε κλειδαμπαρωμένη στο παλάτι.

– Και δεν βγαίνει καθόλου έξω;

– Βγαίνει, αλλά αργά τη νύχτα, όταν σταματάει η κίνηση του δρόμου. Τότε μόνο, αλλά και πάλι τη συνοδεύουνε ογδόντα στρατιώτες. Σαράντα πάνε μπροστά και σαράντα πίσω και στη μέση η όμορφη του κόσμου κουκουλωμένη για να μη φαίνεται.

– Και πού πάνε γιαγιά;

– Πάνε στο σπίτι της δασκάλας. Εκεί μπαίνει μέσα μόνο η όμορφη κι οι στρατιώτες περιμένουν από έξω.

– Και τι κάνει στης δασκάλας;

– Μαθαίνει γράμματα παιδάκι μου. Μαθαίνει να γράφει, να πλέκει. Όσα δεν μπορεί να μάθει το πρωί όπως τα άλλα παιδιά, αυτή τα μαθαίνει το βράδυ εκεί.

– Και πόσο κάθεται εκεί;

– Κανά δυο ώρες. Έπειτα την βάζουν και πάλι στη μέση οι στρατιώτες και την γυρίζουν πίσω στο παλάτι.

– Και πού είναι το σπίτι της δασκάλας;

– Τι το θες το σπίτι της δασκάλας; Ακόμα και να πας, δεν μπορείς να μπεις μέσα. Κανένας δεν μπαίνει στο σπίτι της ούτε τη μέρα, πόσο μάλλον τη νύχτα.

Μα το σκλαβί, από εδώ το είχε, από εκεί το είχε, κατάφερε τη γριά και του είπε που είναι το σπίτι της δασκάλας. Σηκώθηκε το λοιπόν και κίνησε για εκεί. Το βρήκε και κοίταξε καλά τα κατατόπια. Έπειτα γύρισε σπίτι αλλά δεν είπε κουβέντα στο βασιλόπουλο.

Το ίδιο βράδυ, το σκλαβί πήρε μια χούφτα διαμάντια από το ταγάρι και τα έβαλε στην τσέπη του. Πήγε στο σπίτι της δασκάλας, σκαρφάλωσε τον φράχτη και τα έριξε στην αυλή της. Μετά από λίγο ήρθε κι η όμορφη του κόσμου με τη συνοδεία της. Χτύπησαν την πόρτα. Η δασκάλα βγήκε να τους ανοίξει μα η ματιά της έπεσε στο σημείο της αυλής που κάτι γυάλιζε. Πλησίασε και τι να δει… διαμάντια! Θάμπωσε! Τα πήρε, τα έκρυψε κι ύστερα υποδέχτηκε την όμορφη του κόσμου κι όταν μετά από δύο ώρες τελείωσε το μάθημα, την πήραν οι στρατιώτες κι έφυγαν για το παλάτι. Το επόμενο βράδυ την ίδια ώρα, το σκλαβί έκανε πάλι το ίδιο. Έριξε άλλη μια χούφτα διαμάντια στην αυλή της. Κι η δασκάλα πονηρεύτηκε. Πρέπει να ανακαλύψω ποιος είναι αυτός που ρίχνει τα διαμάντια στην αυλή μου. Το τρίτο βράδυ, την ώρα που το σκλαβί σκαρφάλωνε στον φράχτη, βγήκε η δασκάλα και τον έπιασε -άλλο που δεν ήθελε κι αυτός.

– Ποιος είσαι του λόγου σου και μου σκορπάς διαμάντια στην αυλή μου και τι θες από μένα;

– Από αυτά έχω πολλά, όσα κι αν μου ζητήσεις. Μονάχα για αντάλλαγμα θέλω να με βάλεις στο σπίτι για να δω την βασιλοπούλα.

– Τρελάθηκες μου φαίνεται. Αυτό δεν γίνεται. Αν το μάθει ο βασιλιάς, το αντάλλαγμα θα είναι τα κεφάλια μας.

Μα το σκλαβί με τον καλό του λόγο και την πονηριά, την κατάφερε και τον έμπασε. Τον έντυσε γυναίκα και του έδωσε ένα πανί, βελόνα και κλωστή για να προσποιείται πως τώρα μαθαίνει να ράβει.

Κατά τα μεσάνυχτα, έφτασε κι η βασιλοπούλα. Της ανοίγει η δασκάλα και την μπάζει στο σπίτι. Σαν είδε το σκλαβί, η βασιλοπούλα ταράχτηκε. Δεν το περίμενε. Πρώτη φορά έβλεπε άλλη γυναίκα στο σπίτι της δασκάλας.

– Γιατί είναι εδώ αυτή κυρά δασκάλα; Αν το μάθει ο πατέρας μου, θα θυμώσει πολύ.

– Μην χολοσκάς καλή μου. Μια ξαδέρφη μου τσοπάνισσα είναι που ήρθε για λίγες μέρες κοντά μου μπας και μάθει να ράβει για να μπαλώνει τα ρούχα στο σπιτικό της.

Με τούτα και με ‘κείνα, η δασκάλα καθησύχασε τη βασιλοπούλα και δέχτηκε το σκλαβί. Καθίσανε κι αρχίσανε το μάθημά τους. Που και που, η δασκάλα κοιτούσε και το σκλαβί και έκανε πως το μάλωνε -δήθεν- επειδή δεν έκανε σωστά τις βελονιές.

Να μην τα πολυλογούμε, η βασιλοπούλα και το σκλαβί -ως γυναίκα όμως- περνούσαν τα βράδια παρέα στο σπίτι της δασκάλας. Γίνανε φίλες, μιλούσαν και παίζανε. Ένα βράδυ όμως, πάνω στο παιχνίδι, η βασιλοπούλα κατάλαβε πως είχε απέναντί της έναν άντρα ντυμένο γυναίκα. Στην αρχή ταράχτηκε και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Μα η δασκάλα την καθησύχασε και αυτή τη φορά…

Μη χολοσκάς καλή μου κι ο νέος από εδώ, βασιλόπουλο είναι και μάλιστα πολύ καλό. Πλούσιο στο βιος μα και στην καρδιά του.

Η βασιλοπούλα δεν ήθελε και πολύ όπως φάνηκε και δεν άργησε να αγαπήσει το σκλαβί. Ένα βράδυ το σκλαβί, τη ρώτησε:

-Και τώρα τι θα κάνουμε; Πώς θα φύγουμε από αυτή τη πολιτεία;

– Εμένα με παντρεύουνε σε λίγες μέρες. Εδώ, ο γάμος κρατάει σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Κι έχουμε ένα έθιμο στον τόπο μας. Με το που θα περάσουν οι σαράντα μέρες κι οι σαράντα νύχτες, η νύφη μαζί με άλλες γυναίκες, πηγαίνουν έξω από την πόλη, στα νεκροταφεία και θυμιάζουν τα μνήματα των πεθαμένων τους. Αυτό που σκέφτομαι, είναι τότε να με κλέψεις. Θα κοιτάξω κι εγώ να ξεστρατίσω κάποια στιγμή από τις άλλες κι εσύ να είσαι έτοιμος με το άλογό σου, να με πάρεις να φύγουμε.

Το σκλαβί συμφώνησε κι αφού χαιρετηθήκανε, τράβηξε αυτός για το σπίτι της γριάς κι η βασιλοπούλα για το παλάτι.

Όλο το διάστημα που γινότανε αυτό, το βασιλόπουλο δεν έβλεπε το σκλαβί και είχε ανησυχήσει. Έτσι, εκείνο το βράδυ που έτυχε να συναντηθούν το ρώτησε για το λόγο της εξαφάνισής του.

– Βρε ‘συ…πού χάθηκες τόσο καιρό; Μήπως ξέχασες τον λόγο που φύγαμε από τα μέρη μας; Ήρθες μαζί μου για να με βοηθήσεις κι όχι για να σταθείς εμπόδιο στο ταξίδι μου.

– Άστα αδερφέ μου κι έμπλεξα άσχημα σε μια ταβέρνα όλο αυτόν τον καιρό. Είδα κι έπαθα για να ξεμπλέξω από εκεί. Μα τώρα είναι όλα καλά.

Δεν πέρασαν δυο-τρεις μέρες και ντελάληδες βγήκαν στους δρόμους της πολιτείας που μηνούσαν για το γάμο της βασιλοπούλας με τον γιο του βεζίρη, καλώντας όλον τον κόσμο να παραστεί. Ακούει τα μαντάτα το βασιλόπουλο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Έτσι, έμαθε πως η βασιλοπούλα είναι η όμορφη του κόσμου κι έτρεξε αμέσως στο σκλαβί.

– Αδερφέ μου, είμαστε τυχεροί. Εδώ μένει η όμορφη του κόσμου. Βασιλοπούλα του τόπου αυτού. Μα είμαστε κι άτυχοι επειδή μόλις άκουσα από τους ντελάληδες πως την παντρεύουνε με τον γιο του βεζίρη.

– Τι μου λες;

Απάντησε το σκλαβί κάνοντας τον ανήξερο, μα το βασιλόπουλο δεν μπορούσε να το χωνέψει. Πήγε να τρελαθεί.

– Τι θα κάνω τώρα; Την χάνω πριν ακόμα την δω και την γνωρίσω. Δεν αντέχω, θα πνιγώ, θα πεθάνω.

– Μην σκας αδερφέ μου και θα την κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Αυτό θα κάνουμε κι έχε υπομονή.

Με τα λόγια αυτά και την υπόσχεση από το σκλαβί ότι θα την κλέψουν, ηρέμησε κάπως το βασιλόπουλο. Γύρισαν στο σπίτι και πιάσανε κουβέντα με την γριά. Την ρωτάει το σκλαβί…

– Δε μου λες γιαγιά, τι έθιμα έχετε εδώ στον τόπο σας για το γάμο;

– Α, παιδάκια μου. Σα γίνει ο γάμος, η νύφη βγαίνει με χρυσό δίσκο για να κεράσει τον κόσμο κι όλοι της προσφέρουν και κάτι. Φλουριά, κοσμήματα, ό,τι να ‘ναι, φτάνει μόνο να είναι κάποιας αξίας. Έτσι, δείχνει ο καθένας τη δύναμή του.

Να μην τα πολυλογούμε, έφτασε η μέρα του γάμου. Ήταν Κυριακή. Καλεσμένοι στο γάμο ήταν και το βασιλόπουλο και το σκλαβί, μιας και ήταν βασιλόπουλα κι οι δυο τους. Πριν φύγουν από το σπίτι, το σκλαβί έδωσε μια χούφτα διαμάντια στο βασιλόπουλο και πήρε κι αυτό μερικά. Σαν φτάσανε στον γάμο κι αντίκρισε την βασιλοπούλα, το βασιλόπουλο κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Το σκλαβί από δίπλα όλο και το σκουντούσε λέγοντάς του να ηρεμήσει. Κι ύστερα, βγήκε η βασιλοπούλα με τον χρυσό δίσκο για να κεράσει. Βγάζει ο βασιλιάς και της δίνει μια χούφτα φλουριά. Ύστερα ο βεζίρης, της δίνει κι αυτός λίγα φλουριά. Όταν η βασιλοπούλα έφτασε στο βασιλόπουλο και στο σκλαβί, αυτοί της έδωσαν από μια χούφτα διαμάντια. Ήρθε κι άστραψε ο δίσκος και θαμπώθηκε ο βασιλιάς. Αυτά είναι βασιλόπουλα άξια. Μωρέ χάθηκε να ερχότανε κάποιος τέτοιος για γαμπρός μου; Μόνο που μου έτυχε αυτός ο γιος του βεζίρη!

Κι άρχισαν οι χοροί, τα γλέντια, τα παιχνίδια, τα φαγοπότια κι έτσι περνούσαν οι μέρες. Το πρωί της σαρακοστής μέρας, το σκλαβί ζήτησε από το βασιλόπουλο να ετοιμαστεί.

Ήρθε η ώρα αδερφέ μου. Σήμερα θα κλέψουμε την όμορφη του κόσμου. Ετοιμάσου.

Αφού πλήρωσαν τη γριά για τη φιλοξενία της, μόλις έπεσε ο ήλιος ανέβηκαν στα άλογα και βγήκαν από την πολιτεία. Φτάσανε στα νεκροταφεία και στήσανε καρτέρι παρακεί, πίσω από κάτι δέντρα. Σαν σκοτείνιασε καλά, εμφανίστηκε κι η βασιλοπούλα με την κουνιάδα της κι άλλες γυναίκες. Πριν περάσουν την πόρτα των νεκροταφείων, η βασιλοπούλα τους πήρε χαμπάρι και αθόρυβα μαζί με την κουνιάδα της ξεστράτισαν από τις άλλες και κίνησαν προς τα δέντρα. Αμέσως το σκλαβί αρπάζει τη βασιλοπούλα και την ανεβάζει στο άλογο. Γυρνάει και λέει του βασιλόπουλου.

Τι κοιτάς αδερφέ μου. Άρπαξε την άλλη και πάμε να φύγουμε.

Αρπάζει και το βασιλόπουλο την κουνιάδα της κι έγιναν καπνός. Οι άλλες οι γυναίκες έψαχναν να τις βρούνε μα τίποτα. Πουθενά. Γύρισαν γρήγορα στο παλάτι και είπανε τα κακά μαντάτα στον βασιλιά. Ο βασιλιάς πρόσεξε ότι λείπανε το δύο βασιλόπουλα που είχανε προσφέρει τα διαμάντια και υποψιάστηκε ότι αυτοί τις κλέψανε και δεν στεναχωρήθηκε καθόλου. Όχι όμως και ο γιος του βεζίρη, ο γαμπρός, που κόντεψε να σκάσει από το κακό του σαν τα άκουσε. Έστειλε αμέσως τους καλύτερους άντρες του να τις ψάξουν…κι ακόμα τις ψάχνουν θαρρώ.

Σκλαβί, βασιλόπουλο, βασιλοπούλα και κουνιάδα, ταξιδεύανε μαζί για την επιστροφή και μόνο μία στάση κάνανε στον πύργο για ξεκουραστούνε, αλλά και για να γεμίσει το σκλαβί τις αποσκευές τους με διαμάντια και φλουριά. Όταν φτάσανε στο παλάτι, ο βασιλιάς και πατέρας τους, τους δέχτηκε όλους με χαρά. Σαν μείνανε μόνοι, είπε το σκλαβί στη βασιλοπούλα:

– Το βασιλόπουλο θα παντρευτείς εσύ.

– Εγώ εσένα θέλω. Αν ήταν γι’ αυτόν δεν θα έφευγα από την πατρίδα μου.

– Το ίδιο είμαστε αυτός κι εγώ. Είναι αδερφός μου. Αυτός σε είδε πρώτος κι αυτός είναι η αιτία που ξεκινήσαμε το ταξίδι για να σε βρούμε. Έτσι είναι λοιπόν το σωστό. Να παντρευτείς αυτόν. Εγώ θα παντρευτώ την κουνιάδα σου.

Είχε δεν είχε, την κατάφερε τελικά το σκλαβί και η βασιλοπούλα παντρεύτηκε το βασιλόπουλο και το σκλαβί την κουνιάδα της. Οι γάμοι γίνανε με κάθε τιμή και κόσμος πολύς μαζεύτηκε για να τους τιμήσει. Το βράδυ του γάμου, πήγανε για να κοιμηθούνε, μα το σκλαβί είχε μια διαίσθηση ότι κάτι κακό θα συμβεί και ζήτησε από το βασιλόπουλο να τον αφήσει να κοιμηθεί παράμερα στην κάμαρά τους. Το βασιλόπουλο αντέδρασε στην παράξενη αυτή επιθυμία, μα στο τέλος τον λυπήθηκε και τον δέχτηκε. Πέσανε για να κοιμηθούνε και κοιμήθηκαν βαριά. Όχι όμως και το σκλαβί που έκατσε να φυλάει βάρδια. Ετοίμασε το τόξο του και το σπαθί του και περίμενε. Κατά τα μεσάνυχτα βρόντηξε ο τόπος κι εμφανίστηκε ένας τεράστιος δράκος, θεριό ανήμερο κι όρμηξε να φάει το βασιλόπουλο και την βασιλοπούλα. Το σκλαβί αμέσως τέντωσε το τόξο του και με δύο βέλη σημάδεψε την καρδιά του δράκου. Ο δράκος έπεσε ξερός από τα βέλη και ξεψυχώντας είπε του σκλαβιού:

Άτιμης γέννας, άτιμε, που θάνατο σκορπίζεις,

αν καυχηθείς στην ζήση σου πως έσφαξες εμένα,

να μαρμαρώσεις στη στιγμή και κόκαλο να γίνεις.

Και το σκλαβί του απάντησε:

Λέξεις πολλές και άχρηστες ακούω να με λούζεις,

ό,τι κι αν λες, εγώ είμαι αυτός που πήρα τη ζωή σου!

Έπειτα, κόβει τον δράκο κομμάτια και πάει και τον θάβει έξω από την πόρτα. Γυρνάει στο δωμάτιο και καθαρίζει τα αίματα από το πάτωμα. Μα κάτι μέσα του, του έλεγε πως το κακό δεν είχε περάσει ακόμα. Έτσι, με το σπαθί στο χέρι περιμένει πάνω από το κρεββάτι του ζευγαριού, μην τυχόν κι εμφανιστεί κι άλλος δράκος. Εκείνη τη στιγμή, νάσου και ξυπνάει το βασιλόπουλο. Βλέπει το σκλαβί από πάνω του με το σπαθί στο χέρι και τρόμαξε. Νόμιζε ότι ετοιμάζονταν να τον σκοτώσει γιατί ήθελε την γυναίκα του. Έβαλε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο.

– Βρε συ, εμένα πας να σκοτώσεις; Τον αδερφό σου;

– Τι λόγια είναι αυτά που μου λες;

– Σαν ήθελες εσύ την όμορφη, τι την προξένευες σε εμένα; Ας την παντρευόσουνα εσύ από την αρχή, όχι να θες τώρα να με σκοτώσεις!

– Μα δεν θέλω να σε σκοτώσω, απλά σε προστατεύω από…

Το σκλαβί σώπασε αμέσως. Θυμήθηκε τα λόγια των δράκων. Δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να καυχηθεί.

– Να με προστατεύσεις από τι; Σε ποιον τα πουλάς αυτά βρε;

Από τις φωνές ξύπνησαν όλοι στο παλάτι και τα μαντάτα έφτασαν γρήγορα στα αφτιά του βασιλιά. Ο βασιλιάς το σκέφτηκε από την μια, το σκέφτηκε από την άλλη και τελικά διέταξε να σκοτώσουν το σκλαβί. Πρωί-πρωί, ήρθε ο δήμιος και το πήρε από το δωμάτιο για να το οδηγήσει στην πλατεία που θα γινότανε το κακό. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί να δει που θα κρεμούσαν το σκλαβί. Ο βασιλιάς, το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλα, μέχρι κι η Δωδεκάδα, οι πιστοί σύμβουλοι του βασιλιά ήταν εκεί. Το σκλαβί τότε, ζήτησε να φέρουν έναν παπά για να εξομολογηθεί. Σε αυτήν του την επιθυμία, δεν μπορούσαν να πουν όχι και η Δωδεκάδα συμφώνησε. Όταν ήρθε ο παπάς, το σκλαβί άρχισε να εξομολογείται δυνατά. «Δεν χρειάζεται να εξομολογείσαι και να σε ακούμε όλοι», του είπανε, μα το σκλαβί δεν έδωσε σημασία και συνέχισε στην ίδια ένταση.

– Εγώ θέλω να τα λέω δυνατά για να με ακούει όλος ο κόσμος. Αφέντη και βασιλιά μου…

– Μην με λες αφέντη βρε μπάσταρδε!

– Μπάσταρδος είμαι και το ξέρουν όλοι αυτό. Όταν φύγαμε για το ταξίδι, θυμάσαι τι μας είπες αφέντη;

– Μην με λες αφέντη σου είπα.

– Όταν ξεκινήσαμε το ταξίδι μας είπες ότι θα συναντήσουμε ένα καλύβι ξύλινο που θα έρχονται τα φαγητά μόνα τους, χωρίς ανθρώπου χέρι. Έπειτα ότι θα φτάσουμε σε ένα γέρικο δέντρο όπου κι εκεί τα φαγητά θα έρχονται μονάχα τους, όπως και στον πύργο που θα βρίσκαμε μέσα στο καταπράσινο κάμπο. Η προσταγή σου αφέντη μου…

– Μην λες αφέντη σου είπα… δεν είμαι αφέντης για σένα πια!

– Καλά το λοιπόν! Η προσταγή σου ήταν να φάμε και να πιούμε, μα σε καμιά περίπτωση να μην πέσουμε εκεί να κοιμηθούμε. Σωστά δεν τα λέω; Εγώ δεν κοιμήθηκα, αλλά ο αδερφός μου από εδώ…

– Μην με λες αδερφό. Δεν είμαι αδερφός σου πλέον… όχι από την ώρα που πήγες να με σκοτώσεις.

– … αλλά ο αδερφός μου από εδώ, παράκουσε τα λόγια σου και κοιμήθηκε πρώτα μέσα στο καλύβι. Εγώ όμως έμεινα ξύπνιος να φυλάω βάρδια και κατά τα μεσάνυχτα εμφανίστηκε δράκος που θυμωμένα μιλούσε, γιατί εκτός του ότι του φάγαμε τα φαγητά, του ήπιαμε τα κρασιά και καπνίσαμε από τους ναργιλέδες του, ξαπλώσαμε και να κοιμηθούμε στο δωμάτιό του. Κι ευθύς όρμηξε καταπάνω μας, μα εγώ κατάφερα να τον νικήσω με το τόξο μου. Πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε λέγοντας πως αν ποτέ μου καυχηθώ ότι τον σκότωσα, να γίνω μάρμαρο ίσαμε τα γόνατα. Αν δεν πιστεύετε, ορίστε και η απόδειξη. Αυτές είναι οι γλώσσες από τα τρία κεφάλια του.

Κι έβγαλε το σκλαβί τις τρεις γλώσσες από το ταγάρι του και τους τις έδειξε. Στη στιγμή όμως έγινε μάρμαρο από τις πατούσες μέχρι τα γόνατα. Ο κόσμος όλος πάγωσε μόλις το είδε κι άλλαξαν αμέσως στάση. Κρίμα στο παιδί, τί κακό το βρήκε. Κι άρχισαν να φωνάζουν και να βρίζουν τον βασιλιά που τον ανάγκασε σε κάτι τέτοιο. Μα κι ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο μετάνιωσαν με ό,τι έγινε κι άλλαξαν κι αυτοί στάση απέναντί του. Αμάν βρε αδερφέ μου…. Αμάν βρε παιδί μου!

– Ώστε τώρα είμαι παιδί σου κι εσένα αδερφός σου; Το σκότωσα εκείνο το θεριό και αφού το έκοψα κομματάκια, το έθαψα για να μην το δεις κι ύστερα καθάρισα το μέρος. Κι έπειτα φύγαμε και προχωρήσαμε μέχρι που φτάσαμε στο γέρικο δέντρο…

– Σταμάτα βρε παιδί μου, μην συνεχίζεις και σε πιστεύουμε…

– Όχι, θα τα πω κατά πώς έγιναν και δεν φοβάμαι τίποτα!

– Μην μιλάς αδερφέ μου και δεν πειράζει όπως έγινες. Εμείς θα σε φροντίζουμε από εδώ και στο εξής.

– Όχι, εγώ θα τα πω. Όταν φτάσαμε λοιπόν στο γέρικο δέντρο, πάλι κοιμήθηκες αφού πρώτα φάγαμε του σκασμού. Και το ίδιο βράδυ, πάλι ήρθε δράκος, με έξι κεφάλια αυτή τη φορά κι εγώ με το τόξο και το σπαθί μου τον νίκησα. Μα πριν ξεψυχήσει κι αυτός, με καταράστηκε πως αν καυχηθώ για τη νίκη μου, να μαρμαρώσω μέχρι τη μέση. Ορίστε κι οι γλώσσες του.

Και δείχνοντας τις έξι γλώσσες ευθύς μαρμάρωσε το σκλαβί μέχρι τη μέση του.

Σταμάτα βρε παιδί μου και σε πιστεύουμε. Μην λες άλλα. Εμείς θα σε ζήσουμε από εδώ και στο εξής.

Ο βασιλιάς και το βασιλόπουλο παρακαλούσαν πλέον για να σωπάσει κι ο κόσμος από κάτω φώναζε και διαμαρτυρόταν, μα το σκλαβί δεν έλεγε να σταματήσει.

Κι ύστερα φτάσαμε στον πύργο όπου κι εκεί πάλι κοιμήθηκες μέσα παρακούγοντας την προσταγή του βασιλιά μας. Εγώ πάλι δεν κοιμήθηκα, παρά μόνο περίμενα κι όταν φάνηκε μεγαλύτερος δράκος ετούτη τη φορά με εννιά κεφάλια, εγώ πάλι τον νίκησα κι αυτός με καταράστηκε πως αν ποτέ μου καυχηθώ να μαρμαρώσω μέχρι το λαιμό.

Και το σκλαβί μαρμάρωσε μέχρι το λαιμό. Τότε όλοι άρχισαν τα κλάματα και παρακάλια προς το σκλαβί να σταματήσει ακόμα και τώρα. Μα ο λόγος του είχε γίνει πλέον χείμαρρος ακράτητος.

Κι όταν φτάσαμε στην πολιτεία, εγώ βρήκα πρώτος την όμορφη του κόσμου. Εγώ έμαθα το πού πηγαίνει, ποιες είναι οι συνήθειες του τόπου κι εγώ ήμουν αυτός που σε παρακίνησε να την κλέψουμε. Αν την ήθελα για του λόγου μου, μπορούσα και τότε να σε σκότωνα και να έφευγα μαζί της για άλλες πολιτείες. Δεν το έκανα όμως. Ήρθαμε εδώ κι εγώ ήμουν αυτός που την κατάφερε να παντρευτεί εσένα. Μα το βράδυ του γάμου σας ένιωσα πως κάτι κακό θα γίνει κι αντί για να πάω να κοιμηθώ κι εγώ με την γυναίκα μου, σου ζήτησα να μου στρώσετε δίπλα σας να κοιμηθώ. Κι όταν σας πήρε βαρύς ύπνος, άλλος δράκος πιο τρομερός εμφανίστηκε κι όρμηξε να σας σκοτώσει, μα τον κατάφερα κι αυτόν με το τόξο και το σπαθί μου. Έξω από την πόρτα έθαψα τα κομμάτια του, μα πριν ξεψυχήσει με καταράστηκε κι αυτός, πως αν καυχηθώ ποτέ μου, να μαρμαρώσω ολάκερος.

Τι τα θες; Τι να σας πω για την συνέχεια; Το σκλαβί μαρμάρωσε από κάτω, από τις πατούσες του, ίσαμε την τελευταία τρίχα της κεφαλής του. Έσκαψαν έξω από την πόρτα και βρήκαν τα κομμάτια του δράκου. Πείστηκαν όλοι τότε με τα λόγια του μα δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο, εκτός από το να θρηνούνε. Το βασιλόπουλο σήκωσε το μαρμαρωμένο σκλαβί και το πήγε στο δωμάτιό του. Εκεί το είχε συνέχεια και το θυμιάτιζε κάθε πρωί και βράδυ.

Πέρασε ένας χρόνος περίπου κι η βασιλοπούλα γέννησε ένα όμορφο αγοράκι. Ήταν μέρες του Πάσχα κι ένα βράδυ στον ύπνο της η βασιλοπούλα είδε μια λευκοντυμένη γυναίκα. Ήταν η Παναγία και της είπε:

Αν θέλεις να ζωντανέψει ξανά ο κουνιάδος σου, τότε πρέπει να σφάξεις το παιδί σου και με το αίμα του να αλείψεις όλο το μάρμαρο. Έπειτα να βάλεις το παιδί σου στον φούρνο να γίνει στάχτη και με την στάχτη αυτή να πασπαλίσεις όλο το μάρμαρο. Τότε μόνο θα ξαναζωντανέψει.

Η βασιλοπούλα ξύπνησε καταϊδρωμένη. Ήξερε πως κι αυτή ευθύνεται κατά πολύ για ό,τι έπαθε το σκλαβί και λυπότανε πάρα πολύ. Σαν ξημέρωσε η Κυριακή του Πάσχα κι αφού το βασιλόπουλο έφυγε για την εκκλησία, η βασιλοπούλα πήγε στο δωμάτιο του παιδιού της. Το πήρε από την κούνια του και με ένα κοφτερό μαχαίρι το έσφαξε με δάκρυα στα μάτια. Κράτησε το αίμα του κι έπειτα το έβαλε στον φούρνο και το άφησε να καεί να γίνει στάχτη. Έπειτα, άλειψε καθώς της είπε η Παναγία, όλο το μάρμαρο με το αίμα κι από πάνω το πασπάλισε με τη στάχτη του παιδιού της. Τίποτα όμως δεν άλλαζε. Το σκλαβί παρέμενε μαρμαρωμένο κι η βασιλοπούλα φοβήθηκε ότι διαόλου τέχνασμα ήταν όλο αυτό κι όχι της Παναγίας. Μα τότε κατάλαβε πως κάτι δεν είχε κάνει καλά. Δεν είχε αλείψει τις πατούσες του. Ευθύς αμέσως, το έγειρε και τις άλειψε με όσο αίμα είχε απομείνει και τις πασπάλισε και με στάχτη.

Απανωτοί ήχοι έσπασαν τη σιωπή στο δωμάτιο. Ήταν το μάρμαρο που άρχισε να πέφτει κατάχαμα, όπως ο παλιός σοβάς από τους τοίχους όταν τους ξύνεις. Κι από κάτω φάνηκε να ζωντανεύει το σκλαβί, πολύ πιο όμορφο απ’ ότι ήταν παλιά. Χαρήκανε κι οι δυο τους κι αγκαλιάστηκαν. Τότε το σκλαβί, ζήτησε από την βασιλοπούλα να φορέσουν τα καλά τους -μέρα που είναι- και να πάνε στην εκκλησιά. Έτσι κι έγινε.

Όταν το βασιλόπουλο είδε την γυναίκα του να ζυγώνει στην εκκλησιά με ξένο άντρα, τα έχασε και θύμωσε πολύ. Βλέπετε, δεν αναγνώρισε το σκλαβί, επειδή είχε αλλάξει.

Κοίτα την άτιμη, έχει φίλο και δεν ντρέπεται καθόλου. Αντίθετα τον φέρνει στην εκκλησία και κάθονται και δίπλα-δίπλα.

Με το που σχόλασε η εκκλησιά, ούτε αντίδωρο δεν πήρε το βασιλόπουλο. Κίνησε γρήγορα να πάει στο παλάτι για να την τιμωρήσει. Μετά από λίγο, φάνηκαν κι η βασιλοπούλα με το σκλαβί, χαρούμενοι να μπαίνουν στο παλάτι. Αμέσως την άρπαξε το βασιλόπουλο κι άρχισε να της φωνάζει.

– Δεν ντρέπεσαι μωρή να έχεις φίλο και να τον φέρνεις στην εκκλησιά;

– Τι λόγια είναι αυτά; Για ποιον φίλο μιλάς. Δεν αναγνώρισες τον αδερφό σου;

Το βασιλόπουλο σάστισε. Γύρισε να δει το άγαλμα, μα αυτό πουθενά, παρά μόνο κομμάτια στο πάτωμα. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κι ύστερα ζήτησε να μάθει πώς έγινε το θαύμα. Η βασιλοπούλα του εξήγησε τα πάντα. Για το όνειρο που είδε με την Παναγία και τι της είπε. Ύστερα, τον πήρε από το χέρι και τον οδήγησε στο παιδικό δωμάτιο για να του δείξει την άδεια κούνια… τι τα θες; Τα έχασαν όλοι τους επειδή αντίκρισαν το παιδί να κοιμάται γλυκά κι αυτό ήταν το δεύτερο θαύμα που τους έδωσε μεγαλύτερη χαρά.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε στα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για ενήλικες | Tags: , , , , | Σχολιάστε

Τα τέσσερα αδέρφια

Παραμύθι των αδερφών Γκριμ. Επιμέλεια: Αδελαϊδα Ράπτη!

Κάποτε, σ’ ένα μικρό ορεινό χωριουδάκι ζούσε ο μπαρμπα-Χρήστος με τους τέσσερις γιούς του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει και είχε μεγαλώσει μόνος του τα παιδιά που έγιναν έξυπνα και καλά παλικάρια. Μια μέρα τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

Παιδιά μου, εγώ δεν μπορώ πια να σας προσφέρω τίποτε παραπάνω. Πρέπει να φύγετε και να μάθετε μια τέχνη για να μπορέσετε να ζήσετε.

Τα τέσσερα αδέρφια είχαν καταλάβει κι αυτά ότι για να βοηθήσουν τον πατέρα τους έπρεπε να φύγουν στα ξένα γιατί το χωριό τους ήταν μικρό και φτωχό. Ετοίμασαν λοιπόν τα λιγοστά τους πράγματα, πήραν την ευχή του πατέρα τους και έφυγαν από το πατρικό σπίτι. Περπάτησαν ώρες πολλές ώσπου έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. Ο μεγάλος αδερφός τότε τους σταμάτησε και τους είπε:

Αδέρφια, εδώ νομίζω είναι το καλύτερο σημείο να χωρίσουμε και να πάρει ο καθένας μας από έναν δρόμο. Πρέπει όλοι να μάθουμε μια τέχνη αλλά μόλις περάσουν τέσσερα χρόνια θα επιστρέψουμε όλοι σ’αυτό το ίδιο μέρος για να γυρίσουμε πίσω στο χωριό μας όλοι μαζί.

Ο μεγαλύτερος πήρε τον δρόμο που πήγαινε βόρεια. Περπάτησε κάμποσες μέρες ώσπου συνάντησε κάποιον και του διηγήθηκε την ιστορία του. Αυτός τότε τον ρώτησε:

Και τι τέχνη θέλεις να μάθεις;

Κάτι που να είναι καλό και χρήσιμο.

…απάντησε το παλικάρι.

Τότε έλα μαζί μου, εγώ χρειάζομαι έναν βοηθό και νομίζω ότι είσαι τίμιος και άξιος…τι λες;

Και τι τέχνη θα μου μάθεις;

…ρώτησε ο μεγάλος αδερφός.

Εγώ φτιάχνω αέρινα γάντια!

…του εκμυστηρεύθηκε εκείνος.

Μ’αυτά τα γάντια ό,τι αγγίζεις, ακόμα και το πιο βαρύ πράγμα του κόσμου, αυτό γίνεται αμέσως ελαφρύ σαν πούπουλο και μπορείς να το μεταφέρεις όπου θέλεις. Όμως πρέπει να γίνεις δυνατός στα μπράτσα και επιδέξιος στα δάχτυλα.

Του άρεσε του παλικαριού η ιδέα και ακολούθησε τον τεχνίτη. Έμεινε κοντά του τέσσερα χρόνια και έξυπνος όπως ήταν έγινε στην τέχνη καλύτερος από το αφεντικό του. Ευχαριστημένος και εκείνος από το παλικάρι, όταν ήρθε η ώρα να φύγει, του χάρισε ένα ζευγάρι αέρινα γάντια με την συμβουλή να τα φυλάξει και να τα χρησιμοποιήσει με σύνεση.

Ο δεύτερος αδερφός πήρε τον δρόμο που πήγαινε νότια. Μέρες πολλές περπάτησε κι αυτός κι όταν βρήκε στο δρόμο του ένα χάνι κάθησε να φάει και να ξεκουραστεί. Συλλογιότανε τι να κάνει, όταν ένας άντρας από το διπλανό τραπέζι τον ρώτησε τι έχει και αναστενάζει. Το παλικάρι, του είπε την ιστορία του κι εκείνος του πρότεινε να τον ακολουθήσει και να του μάθει την τέχνη του.

Και ποια είναι η τέχνη σου;

…θέλησε εκείνος να μάθει.

Η αστρονομία. Έλα να γίνεις βοηθός μου και θα δεις ότι τίποτε στον κόσμο δεν θα μένει κρυφό από σένα και θα τα γνωρίζεις όλα.

Του άρεσε του δεύτερου γιου αυτό που του είπε ο αστρονόμος και τον ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Πέρασαν τα τέσσερα χρόνια κι όταν ήρθε η ώρα να φύγει εκείνος του χάρισε ένα τηλεσκόπιο!

Στάθηκες άξιος βοηθός μου και έγινες καλύτερος κι από μένα. Μ’αυτό το τηλεσκόπιο που σου χαρίζω θα βλέπεις και θα γνωρίζεις τα πάντα σ’ όλη τη γη αλλά και ψηλά στον ουρανό. Τίποτε δεν θα είναι κρυφό για σένα.

Ο τρίτος γιος βρήκε στον δρόμο του έναν κυνηγό. Έξυπνος κι αυτός σαν τα αδέρφια του δεν άργησε να ξεπεράσει στην τέχνη τον κυνηγό και να γίνει ακόμα καλύτερος και σαν ήρθε και για εκείνον η ώρα να φύγει αυτός του δώρισε ένα όπλο.

Μπορεί να σου φαίνεται απλό μα, όταν θα σημαδεύεις, θα μπορείς να χτυπήσεις με μιας, δυο και τρεις στόχους μαζί κι ας μην είναι και στην ίδια ευθεία.

Ο τέταρτος και μικρότερος αδερφός συναντήθηκε με έναν ράφτη. Είπε την ιστορία του αλλά όταν εκείνος του πρότεινε να του μάθει την τέχνη του, ο μικρός αδερφός αρνήθηκε:

Μπα, καθόλου δεν μ’ αρέσει αυτή η τέχνη. Μου φαίνεται πολύ βαρετό να κάθομαι με τις ώρες σε μια καρέκλα και να πηγαίνει το χέρι μου πάνω κάτω όλη την μέρα κρατώντας μια βελόνα και μια κλωστή.

Μα η δική μου ραφτική δεν μοιάζει με τις άλλες. Είναι διαφορετική και ευχάριστη. Κοντά μου θα γίνεις ένας πραγματικός καλλιτέχνης.

Εντυπωσιάστηκε ο μικρός γιος από την ιδέα, ακολούθησε τον ράφτη και τέσσερα χρόνια αργότερα είχε γίνει ο καλύτερος καλλιτέχνης στο ράψιμο.

Θα σου χαρίσω αυτήν την βελόνα. Μ’αυτήν θα μπορείς να ράψεις ακόμα και τα πιο παράξενα πράγματα. Από το πιο μαλακό σαν το ασπράδι του αυγού μέχρι το πιο σκληρό σαν την σιδερένια πανοπλία.

…του είπε το αφεντικό του την ώρα που τον αποχαιρετούσε.

Έτσι, μετά από τέσσερα χρόνια τα αγαπημένα αδέρφια συναντήθηκαν και πάλι στο σημείο που είχαν χωρίσει. Αγκαλιάστηκαν και γύρισαν όλοι μαζί στο χωριό τους. Συγκινήθηκε ο καημένος ο μπαρμπα-Χρήστος όταν είδε τα παλικάρια του που τόσο τα είχε αποθυμήσει. Κάθισαν όλοι μαζί στην αυλή και τους ρωτούσε συνέχεια για όσα ζήσανε και για τις τέχνες που μάθανε και όλο κουνούσε το κεφάλι του παραξενεμένος γι’αυτά τα παράξενα που του έλεγαν τα αγόρια του, μη μπορώντας να τα πιστέψει.

Για να δω λοιπόν τι αξίζουν οι τέχνες σας.

Γύρισε τότε στον δεύτερο γιο και του είπε:

Βλέπεις εκείνο το ψηλό δέντρο στην άκρη του κάμπου; Στην κορφή του, ανάμεσα σε δυο κλωνιά, είναι η φωλιά ενός σπίνου. Μπορείς να δεις πόσα αυγά έχει μέσα;

Παίρνει ο αστρονόμος το τηλεσκόπιο και λέει:

Πέντε αυγά είναι μέσα! 

Κατέβασε τώρα εσύ τα αυγά από την φωλιά χωρίς να σε καταλάβει η μητέρα που κάθεται και τα κλωσάει!

…γύρισε και είπε στον μεγαλύτερο. Φόρεσε εκείνος τα αέρινα γάντια, σκαρφάλωσε και χωρίς να ενοχλήσει την μητέρα που κλωσούσε, πήρε και έφερε τα αυγά στον πατέρα του. Εκείνος έβαλε τα τέσσερα αυγά στις τέσσερις άκρες του τραπεζιού και το πέμπτο το έβαλε στο κέντρο.

Εσύ γιε μου, που λες πως έγινες άξιος κυνηγός, με μια ριξιά κόψε όλα τα αυγά στην μέση.

…είπε στον τρίτο του γιο. Εκείνος σημάδεψε και με μιας έκοψε τα πέντε αυγά ακριβώς στη μέση, σε δύο ίσα κομμάτια το καθένα.

Σειρά σου τώρα, εσύ μικρότερε. Ράψε κάθε αυγό και κάθε πουλάκι που ήταν μέσα, με τέτοιο τρόπο, που να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν.

Εκείνος με λίγες και γρήγορες βελονιές έραψε τα αυγά, χωρίς να φαίνεται η ραφή. Τα πήρε πάλι ο μεγαλύτερος με τα αέρινα γάντια του και τα ξανάβαλε στην θέση τους χωρίς η μητέρα να καταλάβει τίποτα. Κι όταν τα πουλάκια γεννήθηκαν το μόνο σημάδι που είχαν ήταν μια κόκκινη γραμμούλα σαν κορδέλα, γύρω από τον λαιμό τους, εκεί που ο ράφτης είχε κάνει την ραφή.

Ενθουσιασμένος ο μπαρμπα-Χρήστος αγκάλιασε τ’ αγόρια του και τους είπε:

Mπράβο παιδιά μου. Ο χρόνος σας δεν πήγε χαμένος. Μάθατε σπουδαίες τέχνες! Είμαι πολύ περήφανος για σας!

Δεν πέρασε πολύς καιρός όταν κακό μεγάλο αναστάτωσε την χώρα. Την μονάκριβη και όμορφη κόρη του βασιλιά την άρπαξε ένας φοβερός και άγριος δράκος μέσα στην νύχτα, την ώρα που κοιμόντουσαν όλοι και είχε εξαφανιστεί. Μαύρο δάκρυ έριχνε ο άμοιρος πατέρας για την συμφορά που τον βρήκε αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Έστειλε τους ντελάληδες σ’ όλη την χώρα και υποσχέθηκε πως όποιος του έφερνε πίσω την κόρη του θα του την έδινε γυναίκα του.

Τώρα είναι ευκαιρία να αξιοποιήσουμε τις τέχνες μας, είπαν τα τέσσερα αδέρφια και κίνησαν να βρουν την βασιλοπούλα. Ανέβηκαν στον λόφο κοντά στο σπίτι τους και ο αστρονόμος άρχισε να την ψάχνει με το τηλεσκόπιό του.

Την βλέπω. Είναι πάνω σ’ έναν βράχο καταμεσής στην θάλασσα και ο δράκος είναι ξαπλωμένος στα πόδια της και την φυλάει.

…φώναξε στα αδέρφια του.

Τα τέσσερα αδέρφιαΠαρουσιάστηκαν στον βασιλιά και του ζήτησαν ένα πλοίο για να πάνε να φέρουνε την κόρη του πίσω. Εκείνος, γεμάτος ελπίδα και αγωνία μαζί, τους έδωσε το καλύτερο καράβι του. Ταξίδεψαν μέρες και κάποια στιγμή πλησίασαν στον βράχο όσο πιο αθόρυβα μπορούσαν. Η βασιλοπούλα τους είδε αλλά δεν κουνήθηκε μην τυχόν ξυπνήσει τον δράκο που κοιμόταν στα πόδια της. Τα αδέρφια κάθησαν και σκέφτηκαν τι ήταν καλύτερο να κάνουν. Αποφάσισαν να πλησιάσουν τον βράχο από την πίσω πλευρά. Προσεκτικά τότε, ο μεγαλύτερος αδερφός σκαρφάλωσε και απαλά απαλά, με τα αέρινα γάντια του, σήκωσε αγκαλιά την βασιλοπούλα χωρίς ο δράκος να καταλάβει τίποτε. Γύρισαν στο καράβι και βιαστικά πήραν τον δρόμο της επιστροφής, ακούγοντας ακόμα το δυνατό ροχαλητό του δράκου.

Κάποια στιγμή όμως, εκείνος ξύπνησε και είδε ότι η βασιλοπούλα δεν ήταν εκεί. Μούγκρισε άγρια και θυμωμένα και πέταξε στον αέρα ψάχνοντάς την αφηνιασμένα. Δεν άργησε να ανακαλύψει το πλοίο και όταν είδε την όμορφη κόρη όρμηξε με δύναμη να την αρπάξει. Γρήγορα, τότε ο κυνηγός, βγάζει το όπλο του και πυροβολεί τον δράκο στην καρδιά. Ο δράκος έπεσε νεκρός πάνω στο καράβι αλλά ήταν τόσο βαρύς που το έκανε κομμάτια.

Βρέθηκαν όλοι στην θάλασσα και αρπάχτηκαν από σανίδες για να μην πνιγούν. Ευτυχώς ο μικρός ραφτάκος, μέσα στον χαμό, δεν είχε χάσει την μαγική βελόνα του. Με μεγάλες βελονιές ένωσε όλα τα κομμάτια του πλοίου πριν τα κύμματα τα σκορπίσουν μακριά και έτσι συνέχισαν το ταξίδι της επιστροφής χωρίς κανέναν κίνδυνο.

Ο βασιλιάς τους περίμενε κάτω στο λιμάνι και δεν πίστευε στα μάτια του όταν είδε την μονάκριβη κόρη του ζωντανή. Έκλαιγε από την χαρά του και ευχαριστούσε τα τέσσερα παλικάρια.

Yποσχέθηκα ότι θα δώσω την κόρη μου για γυναίκα του σε όποιον την σώσει. Αποφασίστε λοιπόν ποιος από εσάς θα γίνει γαμπρός μου.

Τότε όμως, τα αδέρφια άρχισαν να διαφωνούν. Ο καθένας έλεγε πως αυτός ήταν που έσωσε την βασιλοπούλα.

Τι θα καταφέρνατε αν δεν ήμουν εγώ με το τηλεσκόπιο μου να δω πού βρίσκεται η βασιλοπούλα μας; Δίκαιο είναι να την πάρω εγώ!

… φώναζε ο αστρονόμος.

Και τι θα άξιζε η τέχνη σου αν δεν πήγαινα εγώ, με τα αέρινα γάντια μου να την αρπάξω από τον δράκο; Δική μου γυναίκα λοιπόν, πρέπει να γίνει!

…απάντησε ο μεγαλύτερος.

Μα τι λέτε εκεί; Το σκεφτήκατε ότι αν δεν ήμουν εγώ να τον σκοτώσω θα ήσασταν όλοι κομματάκια; Εγώ θα παντρευτώ την κόρη του βασιλιά μας!

…είπε ό τρίτος γιος, ο κυνηγός.

Αν δεν ήμουν εγώ με την μαγική μου βελόνα να ράψω το καράβι θα είμασταν όλοι στον πάτο της θάλασσας τώρα. Λοιπόν το σωστό είναι να την παντρευτώ εγώ!

…μπήκε τελευταίος στον καυγά και ο μικρότερος.

Ο βασιλιάς όταν είδε τα αδέρφια να μαλώνουν λυπήθηκε. Ήταν δίκαιος και σοφός άνθρωπος και γρήγορα βρήκε την σωστή λύση.

Και οι τέσσερις μαζί σώσατε την κόρη μου αλλά δεν μπορείτε να την παντρευτείτε και οι τέσσερις. Σε όλη σας την ζωή ήσασταν αγαπημένοι και αυτό είναι η πιο σπουδαία τέχνη από όλες όσες μάθατε μέχρι τώρα. Είναι κρίμα κι άδικο να την χάσετε τώρα και μάλιστα εξαιτίας μου. Δεν θα δώσω λοιπόν την κόρη μου σε κανέναν από σας. Θα σας χαρίσω όμως πολλά και πλούσια κτήματα, κοντά το ένα στο άλλο, ώστε να μείνετε πάντα μαζί και αγαπημένοι.

Τα τέσσερα αδέρφια συμφώνησαν αμέσως μ’ αυτήν την ιδέα και λυπήθηκαν που φέρθηκαν τόσο επιπόλαια. Αγκαλιάστηκαν και είπαν:

Ναι, ναι, θέλουμε. Έτσι θα μείνουμε…μαζί κι αγαπημένοι!

Και κοντά στα τέσσερα αγόρια έμεινε και ο καλός πατέρας, ο μπάρμπα-Χρήστος, μέχρι τα βαθιά του γεράματα!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , , , , | Σχολιάστε

Η χαμένη βασιλοπούλα

kivep_dialexta01

Από την συλλογή παραμυθιών του Παύλου Μπαλογιάννη «Διαλεχτά παραμύθια – Η σκλαβωμένη βασιλοπούλα»

Κάποτε στα παλιά χρόνια, τότε που υπήρχαν παλάτια και βασιλοπούλες, ζούσε σ’ ένα δάσος ένας ξυλοκόπος με τη γυναίκα του. Παρόλο που ήταν φτωχοί δε διαμαρτύρονταν και ήταν πολύ αγαπημένοι. Ένα παράπονο είχαν μονάχα: δεν είχαν αποκτήσει ένα παιδάκι. Γι αυτό, κάθε μέρα παρακαλούσανε το Θεό να τους χαρίσει ένα παιδάκι και ας ήταν το πιο άσχημο στον κόσμο. Στο τέλος ο Θεός τους λυπήθηκε κι έδωσε και σ’ αυτούς ένα πολύ όμορφο, χαριτωμένο αγοράκι. Η χαρά του ξυλοκόπου και της γυναίκας του δεν περιγραφόταν.

Μια μέρα, ο ξυλοκόπος μάζεψε όλες τις οικονομίες που είχε, πουλώντας χρόνια και χρόνια τα ξύλα που έκοβε από το δάσος και πήγε στην πολιτεία να ψωνίσει. Το βραδάκι γύρισε πίσω στο φτωχικό του ο καλός άνθρωπος, φέρνοντας όλα όσα είχε αγοράσει. Ανάμεσα στ’ άλλα, έφερε και στο μικρό του γιο ένα σταυρό που πάνω του έγραφε: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου»

Την άλλη μέρα, ο ξυλοκόπος ξύπνησε με το χάραμα και είπε στη γυναίκα του:

Γυναίκα, σήμερα έχω πολλή δουλειά, αν θέλεις έλα να με βοηθήσεις δυο-τρεις ώρες να κόψουμε μερικά δέντρα. Θα πάμε με το ξημέρωμα όσο ο γιος μας θα κοιμάται ήσυχα στην κούνια του. Ώσπου να ξυπνήσει, εσύ θα έχεις γυρίσει και πάλι κοντά του, ενώ εγώ θα συνεχίσω μόνος τη δουλειά μου.

Έτσι κι έγινε. Πήγανε βαθιά στο δάσος και οι δύο μαζί και άρχισαν να κόβουν κάτι γέρικα ξερά δέντρα ώσπου να πάρει καλά η μέρα. Την ώρα όμως που αυτοί έλειπαν, το παιδάκι τους ξύπνησε στην κούνια του και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει σπαρακτικά, που δεν έβλεπε κανέναν κοντά του. Τόσο πολύ φώναζε κι έκλαιγε, που ξύπνησε τ’ αγρίμια του δάσους που κοιμούνται τη μέρα και το βράδυ βγαίνουν και κυνηγάνε την τροφή τους. Μαζί με τα άλλα αγρίμια, ξύπνησε και μια λυπημένη αρκούδα, που της είχανε πάρει πριν λίγες μέρες το αρκουδάκι της κάτι ξένοι κυνηγοί, όταν οι ίδια είχε βγει έξω για να βρει τροφή γι αυτήν και το μικρό της. Η αρκούδα με το κουτό της μυαλό, νόμισε πώς το παιδί έκλαιγε έτσι, γιατί είχε χάσει κι αυτό τους γονείς του, όπως το αρκουδάκι της. Μια και δυο λοιπόν, παίρνει φόρα, σπάει την ετοιμόρροπη πόρτα του καλυβιού, μπαίνει μέσα, πηγαίνει στην κούνια, παίρνει απαλά-απαλά με τα δόντια της, απ’ τις φορεσιές του το μικρό παιδάκι του ξυλοκόπου και το πάει στην σπηλιά της, που ήτανε βαθειά μέσα στο δάσος και κανένας δεν την έβρισκε.

Εκεί τάισε με το γάλα της το μικρό αγοράκι και το μεγάλωσε σιγά – σιγά. Πέρασαν πολλοί μήνες από τότε και αρκετά χρόνια, ώσπου το μωρό του ξυλοκόπου, ζώντας μέσα στην σπηλιά της αρκούδας, έγινε ολόκληρο παλικαράκι. Τότε όμως και η αρκούδα η κακομοίρα, που είχε στο μεταξύ γεράσει πολύ, άφησε ένα πρωί τον μάταιο τούτο κόσμο. Και το παιδί έμεινε ολομόναχο και απροστάτευτο. Μόνο του τώρα το παιδί, γυρνούσε όλη μέρα μέσα στο δάσος για να βρει τροφή και το βράδυ σαν έβγαιναν τα αγρίμια και τα θηρία για το κυνήγι τους, κρυβόταν βαθειά στην σπηλιά της αρκούδας, που την τρύπα της δεν την έβρισκε κανένας.

Τα χρόνια εκείνα, στην πολιτεία βασίλευε ένας καλός βασιλιάς που είχε μια μονάκριβη κόρη. Την βασιλοπούλα του αυτή, ο βασιλιάς την αγαπούσε τόσο πολύ, που την άφηνε και έκανε ότι ήθελε. Μια μέρα, η βασιλοπούλα πήγε στους στάβλους του πατέρα της, διάλεξε το πιο ατίθασο άλογο, καβάλησε πάνω του και καλπάζοντας άγρια, χάθηκε στα γειτονικά βουνά και τις εξοχές. Κατά το μεσημέρι έφτασε και στο μέρος που ζούσε το παιδί του ξυλοκόπου. Προχώρησε βαθειά στην καρδιά του δάσους. Σε μια στιγμή, το άλογο κουράστηκε που έτρεχε τόσες ώρες και στάθηκε για λίγο. Και ….τσάφ!!! πετάχτηκε ένα μεγάλο φίδι και δάγκωσε το άλογο στο πίσω του πόδι. Τρόμαξε το άλογο το ατίθασο τότε, κάνει άγριες κινήσεις και κλωτσώντας δεξιά κι αριστερά, μπροστά και πίσω, ρίχνει από τη ράχη του την βασιλοπούλα κι ύστερα το βάζει στα πόδια και πηγαίνει πίσω στο στάβλο του παλατιού.

Έτσι η βασιλοπούλα, που είχε χτυπήσει κιόλας, όπως έπεσε από το άλογο, βρέθηκε καταμόναχη στη μέση ενός απέραντου δάσους που ήταν γεμάτο αγρίμια. Άρχισε να κλαίει δυνατά και να φωνάζει βοήθεια μήπως και βρισκόταν κανένας κατά τύχη εκεί κοντά και τη βοηθήσει. Για καλή της τύχη, άκουσε τις φωνές της ο μόνος άνθρωπος που καθόταν στο δάσος εκείνο, δηλαδή το παιδί του ξυλοκόπου. Έτρεξε κοντά της και την πήρε στην σπηλιά του όπου και περιποιήθηκε τις πληγές της και την έβαλε να ξαπλώσει σ’ ένα παχύ στρώμα από ξερά φύλλα.

Σα γύρισε το άλογο στους βασιλικούς στάβλους μόνο του, χωρίς τη βασιλοπούλα, κατατρόμαξε όλο το παλάτι μα πιο πολύ απ’ όλους ο βασιλιάς. Νόμιζε ότι την βασιλοπούλα την είχαν κλέψει ληστές. Αμέσως μάζεψε ο βασιλιά τους στρατιώτες του, καβάλησαν τα άλογα τους και με οδηγό το ατίθασο άλογο ξεκίνησαν να πάνε στο μέρος όπου είχε ρίξει τη βασιλοπούλα. Όταν έφθασαν εκεί, οι στρατιώτες του βασιλιά περικύκλωσαν την περιοχή, άναψαν τους δαυλούς τους -γιατί στο μεταξύ είχε νυχτώσει- και άρχισαν να ψάχνουν όλες τις σπηλιές για να βρουν το λημέρι των ληστών, που είχαν πάρει -όπως νόμιζαν- τη βασιλοπούλα. Ψάχνοντας έφθασαν και στη σπηλιά της αρκούδας. Μπήκαν μέσα και μόλις αντίκρισαν την βασιλοπούλα, αμέσως ειδοποίησαν τον βασιλιά, που ήρθε χαρούμενος να δει την μονάκριβή του κόρη. Σαν είδε στην είσοδο της σπηλιά τον πατέρα της η βασιλοπούλα, έπεσε στην αγκαλιά του, τον φίλησε και του είπε:

Αυτό το παιδί εκεί πατέρα, μου έσωσε τη ζωή. Χωρίς αυτόν, θα με είχαν φάει τα αγρίμια του δάσους.

Αμέσως τότε ο βασιλιάς ευχαρίστησε το παιδί και το πήρε μαζί του στο παλάτι για να παίζει με την κόρη του, που της είχε σώσει τη ζωή. Εκεί το έμαθε γράμματα και το μόρφωσε σπουδαία γιατί το παιδί εκείνο ήταν πανέξυπνο και τετραπέρατο.

Μια μέρα όπως πλενότανε, το παιδί είχε αφήσει έξω από το λουτρό, μαζί με τη φορεσιά του και τον χρυσό σταυρό που του είχε δώσει ο πατέρας του ο ξυλοκόπος όταν ήτανε στην κούνια του. Έτυχε να περνάει τότε από κει και ο βασιλιάς. Είδε τον όμορφο εκείνο χρυσό σταυρό του παιδιού και από περιέργεια τον έπιασε στα χέρια του για να το δει καλύτερα: «Πάντα να ‘χεις το σταυρό σου βοηθό και φυλαχτό σου». Παραξενεμένος ο βασιλιάς είδε στην πλάτη του παιδιού ένα σημάδι σε σχήμα τριαντάφυλλου. Κάθισε και σκέφτηκε τότε…

«Για να γράφει έτσι ο σταυρός, πάει να πει ότι τον χάρισε στο παιδί, είτε ο πατέρας του, είτε η μητέρα του! Ακόμη, αυτό το σημάδι στην πλάτη του πολύ πιθανό να το έχει και ένας από τους γονείς του.»

Έβγαλε τότε κήρυκες σ’ όλη τη χώρα, που γύριζαν να βρουν τον άνθρωπο με το τριαντάφυλλο στην πλάτη. Το άκουσαν όλοι οι υπήκοοι ακόμη και ο ξυλοκόπος με τη γυναίκα του που είχανε χαμένο χρόνια και χρόνια το παιδί τους και ήταν απαρηγόρητοι. Και επειδή ο ξυλοκόπος είχε γεννηθεί κι αυτός, όπως και ο γιος του με ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη του, παρουσιάστηκε αμέσως στο παλάτι. Ο βασιλιάς τότε του έδειξε το χρυσό σταυρό του παιδιού του και τον ρώτησε σχετικά με το παιδί του.

Τον σταυρό αυτόν τον χάρισες στο παιδί σου όταν ήτανε στην κούνια του; Μήπως έχεις κι εσύ ένα τριαντάφυλλο στην πλάτη σου;

Ναι!

…είπε συγκινημένος ο ξυλοκόπος. Αμέσως τότε, ο βασιλιάς παρουσίασε στον φτωχό ξυλοκόπο το γιο του. Πατέρας και γιος φιληθήκαν και αγκαλιαστήκαν κλαίγοντας. Έπειτα, ο βασιλιάς είπε:

Το παιδί σου το μόρφωσα και το σπούδασα. Είναι πολύ έξυπνο και τετραπέρατο. Έναν τέτοιο άνθρωπο θέλω να δώσω στην κόρη μου για άντρα της. Την Κυριακή αν θέλετε κι εσείς να γίνουν οι γάμοι των παιδιών μας.

Έτσι κι έγινε. Παντρεύτηκαν με χορούς και με τραγούδια τα δύο παιδιά κι έζησαν αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , , , | Σχολιάστε

Η αχάριστη οικογένεια

Το παραμύθι αυτό είναι μια παραλλαγή του «ο ψαράς και το χρυσόψαρο»

Τα παλιά χρόνια υπήρχε ένα ανδρόγυνο που ζούσε μέσα σε μια κανάτα γεμάτη ξύδι. Φυσικά δεν ήταν καθόλου ευτυχισμένοι και κάθε μέρα μαλώνανε. Ένα πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Βαρέθηκα τόσο καιρό κλεισμένη εδώ μέσα. Δεν είναι ζωή αυτή πια, θα γίνουμε κι οι δυο μας τουρσί.

Δεν είναι δικό μου το λάθος, δικό σου είναι.

…της απάντησε ο άντρας κι έτσι, από κουβέντα σε κουβέντα, άρχισαν έναν τρικούβερτο καυγά κι ο τσακωμός τους βάσταξε πολλή ώρα. Ένα χρυσό πουλάκι που περνούσε από κει άκουσε τον καυγά τους και τους ρώτησε γιατί μαλώνανε.

Τι να ‘χουμε, δεν βλέπεις; Γίναμε τουρσί εδώ μέσα στην κανάτα με το ξύδι. Θέλουμε κι εμείς να ζήσουμε όπως όλος ο κόσμος σ’ ένα σπιτάκι.

Απάντησε η γυναίκα! Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο και τους είπε:

Το σπιτάκι αυτό είναι δικό σας τώρα. Να ζήσετε ενωμένοι και ευτυχισμένοι. Κι αν καμιά φορά με χρειαστείτε χτυπήστε τρεις φορές τα χέρια σας και πέστε αυτό το τραγουδάκι. Εγώ μόλις το ακούσω θα πετάξω αμέσως κοντά σας.

το πουλάκι τους μετέφερε σε ένα όμορφο καλύβι

Το πουλάκι τους λυπήθηκε και τους έβγαλε από την κανάτα και τους πήγε σ΄ ένα σπιτάκι μ’ ένα ωραίο κήπο

Αφού τους σφύριξε ένα όμορφο τραγουδάκι, πέταξε και χάθηκε. Το ανδρόγυνο ζούσε πολύ χαρούμενο και αγαπημένο. Χαιρόταν το όμορφο σπιτάκι τους με το λουλουδιασμένο κήπο τους. Όμως λίγο κράτησε η ευτυχία τους. Βλέποντας γύρω τους τα αγροκτήματα με στάβλους και ζώα ζήλευαν και το σπιτάκι τους δεν τους ικανοποιούσε πια! Ένα πρωί τραγούδησαν το τραγουδάκι που τους είχε πει το χρυσό πουλί και χτύπησαν τρεις φορές τα χέρια τους. Το πουλάκι εμφανίστηκε αμέσως και τους ρώτησε τι ήθελαν.

Καλό μας πουλί, το σπιτάκι μας είναι πολύ μικρό Πόσο πιο καλά θα ήμασταν αν είχαμε κι εμείς ένα μεγάλο αγρόκτημα, με στάβλους και ζώα, με χωράφια και δέντρα…

Το πουλάκι τους κοίταξε απορημένο με τα μικρά του παράξενα ματάκια, μα δεν είπε τίποτε. Τους πήρε και τους πήγε σ’ ένα αγρόκτημα που είχε όλα όσα είχαν επιθυμήσει κι ακόμα δεκάδες υπηρέτες και πολλές άλλες ανέσεις. Το ανδρόγυνο ήταν τώρα τρελό από τη χαρά του. Χόρευαν, τραγουδούσαν, μα για λίγο καιρό. Γιατί καθώς κατέβαιναν στην γειτονική πόλη κι έβλεπαν εκεί τα ωραία μεγάλα σπίτια και τους καλοντυμένους ανθρώπους ζήλευαν πάλι και το αγρόκτημα τους φαινόταν κόλαση μπροστά στη ζωή της μεγάλης πολιτείας. Έτσι, άρχισαν να θέλουν πάλι αλλαγή και μια μέρα λέει η γυναίκα στον άντρα της:

Είδες κι εσύ τι ωραία είναι στην πόλη! Εκεί δουλεύουν μόνο οι άντρες κι όχι πολύ. Οι γυναίκες δεν εργάζονται, φορούν όμορφα φορέματα και καλοπερνούν. Γιατί να μην πάμε κι εμείς στην πόλη; Βαρέθηκα πια εδώ. Να φωνάξεις το πουλί.

Φώναξε το εσύ…

…είπε ο άντρας βαριεστημένος. Το φώναξε λοιπόν με το γνωστό τρόπο, και του πουλάκι παρουσιάστηκε.

Τι θέλετε πάλι από μένα;

Βαρεθήκαμε, τη ζωή του χωριού. Θέλουμε να γίνουμε άνθρωποι της πόλης, να καθόμαστε σ’ ένα όμορφο σπίτι και να φοράμε ρούχα κομψά.

…είπε η γυναίκα και το πουλάκι χωρίς να τους πει πάλι τίποτε τους πήγε στο ωραιότερο σπίτι της πόλης. Ήταν μεγάλο και άνετο. Στις ντουλάπες τους βρήκαν πολυτελή και κομψά ρούχα. Μα η χαρά τους δεν κράτησε και πάλι στο νέο αυτό σπίτι. Αυτή την φορά επιθυμούσαν να γίνουν ευγενείς και να μένουν σε μεγαλόπρεπα παλάτια, να έχουν υπηρέτες και άλογα και να φορούν πολυτελή ρούχα. Έτσι η γυναίκα είπε στον άντρα της.

Φώναξε το πουλί!

Γιατί δεν το φωνάζεις του λόγου σου;

…της απάντησε εκείνος. Επιτέλους η γυναίκα του τον κατάφερε και ο άντρας τραγούδησε τον γνωστό σκοπό, χτύπησε και τα χέρια του τρεις φορές. Σαν ήρθε το χρυσό πουλί και τους ρώτησε τι ήθελαν, τους κοίταξε παραξενεμένο και τους είπε αυστηρά:

Μα του λόγου σας είστε αχάριστοι άνθρωποι! Με τίποτε δε μπορείτε να ευχαριστηθείτε. Θα σας κάνω ευγενείς, όπως μου ζητήσατε, μα και πάλι είμαι βέβαιο, πως δε θα μείνετε ευχαριστημένοι. Προσέξτε όμως. Μόνο αυτό σας λέω!

Αμέσως τους χάρισε ένα υπέροχο παλάτι, με αμάξια και άλογα, με εκατοντάδες υπηρέτες και υπηρέτριες και με όλα τα καλά που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος. Έτσι έγιναν ευγενείς κι όλη την μέρα πήγαιναν περίπατο, ή ξάπλωναν στις αναπαυτικές πολυθρόνες του σπιτιού τους και διάβαζαν χωρίς να κάνουν τίποτε. Μια μέρα κατεβήκαν στην πρωτεύουσα που θα γινόταν μια μεγάλη γιορτή. Εκεί είδαν το βασιλιά και τη βασίλισσα με τις χρυσοκέντητες στολές τους να κάθονται σε μια ολόχρυση άμαξα. Ολόγυρα τους πήγαιναν αυλικοί και στρατιώτες και ο κόσμος συγκεντρωμένος στα πεζοδρόμια τους ζητωκραύγασαν και τους χαιρετούσαν με μαντήλια που τα ανέμιζαν στον αέρα. Η γυναίκα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

Όταν γύρισε με τον άντρα της στο σπίτι, χτύπησε τρεις φορές τα χέρια της, τραγούδησε και το τραγουδάκι και αμέσως εμφανίστηκε το πουλί. Και οι δύο μαζί με μια φωνή ζήτησαν να γίνουν βασιλιάδες.

Το πουλάκι τους ξαναμάλωσε αλλά και πάλι τους έκανε αυτό που του ζήτησαν. Έτσι έγιναν βασιλιάδες και βασίλευαν σε όλη την χώρα. Γύρω τους είχαν υπουργούς και αυλικούς και έκαναν μεγάλες γιορτές και χορούς. Το βασίλειό τους έγινε σύντομα από τα μεγαλύτερα και πλουσιότερα του κόσμου. Μετά από καιρό όμως αφού χόρτασαν τη βασιλική ζωή και δεν είχαν κάτι περισσότερο να επιθυμήσουν, άρχισαν και πάλι να βαριούνται.

Πρέπει να αποκτήσουμε μεγαλύτερη δόξα. Ας γίνουμε αυτοκράτορες.

…είπε μια μέρα η γυναίκα στον άντρα της.

Όχι αυτό δεν είναι αρκετό. Καλυτέρα να γίνουμε Θεοί.

Απάντησε ο άντρας και πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του, σηκώθηκε ένας φοβερός αέρας σε όλη τη χώρα. Ξαφνικά κοίταξαν από το παράθυρο τους και τι να δουν! Ένα πελώριο μαύρο πουλί, με μάτια που έλαμπαν σαν φωτιές στεκόταν εκεί και με μια βροντερή φωνή που έκανε τα πάντα να τρέμουν του είπε:

Θα ξαναπάτε πίσω στην κανάτα με το ξύδι και θα γίνεται τουρσί για τη μεγάλη αχαριστία σας.

Και την ίδια στιγμή βρέθηκαν μέσα σε μια στενή κανάτα με ξύδι, ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς να μπορούν να κουνηθούν. Και έμειναν εκεί μέχρι το τέλος της ζωής τους.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , , , , | Σχολιάστε

Η Θοδώρα

Κρητικό παραμύθι δοσμένο το 1983 από τη Σκέυω Ν. Παχάκη-Δημογέροντα, ετών 73. Το είχε μάθει στα παιδικά της χρόνια από την γιαγιά της.

Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη. Δώσ’ τσ’ ανέμης να γυρίσει, παραμύθι να κινήσει. Καλησπέρα στην αφεδιάς σας!

παλατιΜια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο βασιλιάδες που είχαν γειτονικά βασίλεια. Ο ένας είχε  πλούσιο βασίλειο και πολλούς στρατιώτες. Είχενε κι έναν γιο που το όνομά του ήταν φημισμένο σε όλα τα βασίλεια για την καλοσύνη, την ανδρεία και για πολλά ακόμα χαρίσματα. Ο άλλος βασιλιάς είχε μικρότερο βασίλειο, λίγες δυνάμεις και τρεις θυγατέρες.

Κάποτε ο πλούσιος βασιλιάς αποφάσισε να ενώσει τα δύο βασίλεια για να γίνει ακόμη δυνατότερος. Μπορούσε με ευκολία να το καταφέρει. Έτσι κάποια μέρα έστειλε μήνυμα στον βασιλιά του μικρού βασιλείου και του ζητούσε να του παραδώσει το βασίλειο του με το καλό, χωρίς αντίσταση και έτσι θα γινόταν άρχοντας με πολλές εξουσίες. Αντίθετα αν το αρνιότανε θα του κήρυττε πόλεμο και θα τον κατακτούσε. Ακόμη θα έκανε αυτόν και την οικογένειά του σκλάβους.

Το μήνυμα τάραξε τόσο πολύ τον βασιλιά που σηκώθηκε από τον χρυσό θρόνο που καθότανε και έπεσε σαν κουρέλι στον μπρούτζινο, καθώς αναλογιζόταν το πρόβλημά του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο βασιλιάς αυτός είχε τρεις θρόνους. Έναν χρυσό που σε αυτόν καθότανε όταν ήταν χαρούμενος, έναν ασημένιο που καθότανε όταν ήταν σε ήρεμη κατάσταση και έναν μπρούτζινο που καθότανε όταν είχε δύσκολες υποθέσεις.

Σε λίγη ώρα κατέβηκε η μεγάλη του κόρη να τον καλημερίσει, όπως συνήθιζε κάθε μέρα κι αυτή και οι αδερφές της. Μόλις τον είδε καθισμένο στην μπρούτζινη καρέκλα, τον ρώτησε ανήσυχη:

Πατέρα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, τι έχεις και κάθεσαι στην καρέκλα της στεναχώριας;

Αχ κόρη μου, πρωτογονάτη, αγαπημένη. Μεγάλη και δύσκολη στιγμή για το βασίλειο μας τούτη που μας βρήκε. Πολύ σοβαρό μαντάτο πήρα σήμερα από τον γειτονικό μας βασιλιά: ή να του παραδώσουμε το βασίλειό μας και να μας αφήσει να ζήσουμε σαν άρχοντες ή θα μας κηρύξει πόλεμο, να μας κάνει όλους σκλάβους.

Ε για τούτο το πράμα στεναχωριέσαι πατέρα; Θέλει καθόλου σκέψη; Όπως ξέρουμε καλά αυτός είναι πολύ δυνατότερός μας και θα πάρει το βασίλειό μας με τον πόλεμο. Καλύτερα λοιπόν να του το παραδώσεις και δεν πειράζει που δεν θα είσαι βασιλιάς. Θα είσαι ο πρώτος άρχοντας κι εμείς αρχοντοπούλες. Ίσα είναι αυτό από το να γίνουμε σκλάβοι; Δεν χρειάζεται μου φαίνεται σκέψη. Να του μηνύσεις πως θα του παραδώσεις το βασίλειό μας χωρίς πολέμους.

Όχι κόρη μου. Αυτό δεν θα το κάμω ποτέ. Θα πουλήσω όλους τους θησαυρούς μου και του παλατιού, ακόμα και των εκκλησιών. Θα συγκεντρώσω όλα τα χρήματα του βασιλείου μου και θα κάνω δυνατό στρατό και πολεμοφόδια να αντισταθώ στον εχθρό μας. Πρέπει όλοι να πολεμάμε για την πατρίδα μας…

Τι είναι αυτά που λες πατέρα; Εμένα και τις αδερφές μου δεν μας σκέφτεσαι καθόλου; Αντί να φροντίσεις να ετοιμάσεις την καλύτερη προίκα για μας και πρώτα πρώτα για μένα, που είμαι η μεγαλύτερη, να βρεις κάποιο βασιλόπουλο να με παντρέψεις, λογαριάζεις να μας κάνεις όλους σκλάβους του διπλανού βασιλείου;

Αυτά κι άλλα πολλά έλεγε η βασιλοπούλα στον πατέρα της προσπαθώντας να τον πείσει να κάνει το θέλημά της. Αφού είδε ότι δεν μπορούσε να του αλλάξει γνώμη, έφυγε με θυμούς και κλάματα. Σε λίγο κατέβηκε η δεύτερη κόρη, η οποία αντέδρασε με τον ίδιο τρόπο στο άκουσμα του κακού μαντάτου:

Καλό είναι και το αρχοντιλίκι πατέρα. Έτσι κι αλλιώς το βασίλειό μας δεν πρόκειται να το γλιτώσεις. Απέφυγε λοιπόν αυτό τον πόλεμο που θα καταστρέψει κι εμάς και τον τόπο μας, για να μην γίνουμε φτωχοί και σκλάβοι.

Ο πατέρας της απάντησε με τον τρόπο που απάντησε και νωρίτερα στην μεγάλη του κόρη και η μεσαία έφυγε με κλάματα και μοιρολόγια. Βρήκε την μεγάλη της αδερφή και παρηγορούσαν η μία την άλλη.

Ύστερα από λίγο κατεβαίνει και η μικρή κόρη και όταν τον ρώτησε για την αιτία της λύπης του, της είπε:

Αχ κόρη μου, πως θα σου το πω και σένα, που θα στενοχωρεθείς και θα σε δω να κλαις και να παρακαλείς, σαν τις αδερφές σου  για κάτι που δεν μπορώ, όσο κι αν σας αγαπώ, να σας κάνω το χατίρι.

Τι είναι αυτό πατέρα μου; Πες μου σε παρακαλώ, γιατί με κάνεις να αγωνιώ…

Ο πατέρας της εξήγησε το πρόβλημα και αυτή απευθείας απάντησε:

Φτάνει πατέρα. Δεν πρόκειται να παραδώσουμε ποτέ την πατρίδα.

Και βέβαια παιδί μου, θα πολεμήσουμε, αφού χρησιμοποιήσουμε όλους τους θησαυρούς για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις και θα απαντήσουμε στον κακό μας γείτονα να έρθει, αν μπορεί, να πάρει την χώρα μας με πόλεμο.

Μα γιατί να ανοιχτούμε, πατέρα, σε πόλεμο που τόσα κακά φέρνει στον τόπο και τους ανθρώπους; Να του ζητήσεις να μονομαχήσουμε κι όποιος βγει νικητής παίρνει το βασίλειο του άλλου.

Ναι κόρη μου, καλύτερος τρόπος είναι αυτός, αλλά εγώ δεν έχω γιο να του ζητήσω μονομαχία…

Έχεις εμένα την Θοδώρα σου πατέρα μου. Εγώ θα ντυθώ άντρας και θα μονομαχήσω με τον γιο του βασιλιά. Έχω ελπίδα και πίστη ότι θα τον νικήσω και θα υπερασπιστώ επάξια την τιμή μας. Από τούτη την στιγμή με λένε Θοδωρή.

Αδύνατο, γενναία και αγαπημένη μου βασιλοπούλα. Δεν θα σε αφήσω ποτέ να κινδυνεύσεις τόσο. Θα κάνουμε πόλεμο, δεν μας μένει άλλος δρόμος.

Μετά όμως, από μεγάλη της επιμονή έπεισε τον πατέρα της να την αφήσει. Έστειλε λοιπόν μήνυμα του γειτονικού βασιλιά να προτιμήσει να μονομαχήσουν οι γιοι τους για να μην υποβληθούν στις θυσίες και τα κακά του πολέμου. Ο άλλος βασιλιάς δέχτηκε με μεγάλη χαρά, γιατί πίστευε ότι ο γιος του είναι ασύγκριτα δυνατός.

Η Θοδώρα ντύθηκε ανδρικά και ζήτησε την ευχή του πατέρα της λίγο πριν τον αγώνα. Εκείνος με δάκρυα στα μάτια έδωσε μέσα από την καρδιά του την ευχή στην γενναία βασιλοπούλα. Ο Θοδωρής ετοιμάστηκε μαζί με όλους, τον βασιλιά, την συνοδεία, τις σάλπιγγες  για τον μεγάλο αγώνα. Αμέσως ξεπήδησε μπροστά της ένα σκυλάκι, με ανθρώπινη λαλιά που κανείς άλλος εκτός από αυτήν δεν το έβλεπαν ή το άκουγαν. Το σκυλάκι λοιπόν μονομαχιαανέβηκε μαζί με τον Θοδωρή στο άλογο και μαζί με την συνοδεία φτάσανε στον τόπο της μονομαχίας. Εκεί περίμεναν παραταγμένοι ο άλλος βασιλιάς με τον γιο του και την ακολουθία του. Όλοι πήραν ορισμένη θέση και οι δυο νέοι χαιρετίστηκαν στον χώρο. Κάποια στιγμή δόθηκε το σύνθημα κι άρχισαν την μονομαχία. Και τα δυο βασιλόπουλα ήταν γενναία και πολύ γυμνασμένα και έτσι πότε υπερτερούσε ο ένας και πότε ο άλλος. Όλοι παρακολουθούσαν με κομμένη την ανάσα. Ο Θοδωρής ήταν πιο επιθετικός, γιατί πλάι του, μπροστά του και γύρω του έτρεχε το σκυλάκι και τον ενθάρρυνε. Κάποια στιγμή η Θοδώρα πέτυχε το βασιλόπουλο στο στήθος, όσο μπορούσε πιο ελαφρά. Το αίμα άρχισε να τρέχει και να ποτίζει τα ιδρωμένα ρούχα του. Προσπάθησε να κρατηθεί αλλά σύντομα λύγισε κι έπεσε κάτω. Πέταξε η Θοδώρα το σπαθί της κι έτρεξε κοντά του. Του μίλησε με λόγια ενθαρρυντικά και περιποιήθηκε την πληγή του. Ωστόσο η μάχη είχε κριθεί.

Απογοητευμένος ο πλούσιος βασιλιάς πήγε με τον πληγωμένο και ταπεινωμένο γιο, και τους ανθρώπους του προς το παλάτι τους. Λίγα μέτρα πιο κάτω ακολουθούσαν η Θοδώρα με την δική της συνοδεία για να παραλάβει το βασίλειο του νικημένου βασιλιά.

Η Θοδώρα επέτρεψε την παραμονή του βασιλόπουλο στο παλάτι του, όσο κι να χρειαστεί, μέχρι να γίνει καλά και παρακολουθούσε με αγωνία την υγεία του. Όλοι αναγνώρισαν στον Θοδωρή την ευγένεια και την γενναιοδωρία του, παρόλο που ήταν εχθρός. Μάλιστα η Θοδώρα και το βασιλόπουλο συνδεθήκαν με μια δυνατή φιλία. Περνούσαν πολλές ώρες μαζί και ο αποχωρισμός κάθε φορά τους προκαλούσε λύπη. Για την Θοδώρα ήταν προφανές ότι αγαπούσε το βασιλόπουλο, αλλά για εκείνον αποτελούσε μυστήριο που έτρεφε τόσο όμορφα αισθήματα για ένα άτομο που γνώρισε υπό τόσο άσχημες συνθήκες. Κάποια μέρα το υποψιάστηκε και είπε στον πατέρα του:

Πατέρα, το βασιλόπουλο που φιλοξενούμε τόσες μέρες και δεν βιάζεται να παραλάβει αυτό που κέρδισε ή να φύγει δεν είναι άντρας, αλλά γυναίκα. Κάθε μέρα το καταλαβαίνω καλύτερα.

Πάψε βασιλόπουλο. Μην λες ανοησίες. Μεγάλο λάθος έχεις κάνει γιε μου. Μην το ξαναπείς και σε ακούσει η Δωδεκάδα μας και προσβληθούμε περισσότερο.

Κι όμως πατέρα, Θοδωρή θωριά δεν έχει. Κοπελιάς ανάβλεμμα ‘χει.

Τι να σου πω τώρα; Πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε. Τώρα που μπορείς να περπατήσεις, πάνε να του δείξεις τους θησαυρούς του παλατιού μας. Να του πεις ότι είναι ελεύθερος να πάρει όποιον θέλει. Αν διαλέξει κόσμημα και διαμαντικά είναι γυναίκα, όπως υποψιάζεσαι. Αν πάρει όπλα είναι άντρας και τα άλλα είναι της φαντασίας σου.

Το σκυλάκι, η ευχή του πατέρα της Θοδώρας, που τριγύριζε αόρατο κοντά τους, έτρεξε και τα είπε στην Θοδώρα. Έτσι λοιπόν, εκείνη αδιαφόρησε επιδεικτικά για τα χρυσαφικά και τα πολύτιμα πετράδια, αλλά κοίταζε, έπιανε και δοκίμαζε τα όπλα. Ως αναμνηστικό, επομένως, για τις μέρες της φιλίας τους διάλεξε ένα ωραίο σπαθί με χρυσή λαβή. Αφού το βασιλόπουλο διηγήθηκε αυτά στον πατέρα του, εκείνος του είπε:

Είδες που έκανες μεγάλο λάθος και φαντάστηκες ότι είναι γυναίκα; Η ομορφιά και η λεπτότητα, καθώς και η ευγένειά του σε παραπλάνησαν.

Κι όμως πατέρα, εγώ έχω πάλι τις αμφιβολίες μου…

Πάρε τον να κοιμηθείτε ένα βράδυ μαζί στο δωμάτιό σου και τότε πια δεν θα σου μείνει καμιά αμφιβολία.

Καλά λες. Απόψε κιόλας θα του προσφέρω την φιλοξενία μου.

Το σκυλάκι άκουσε πάλι την συζήτηση και έτρεξε να τα πει στην Θοδώρα, η οποία ανησύχησε πολύ. Το σκυλάκι την βοήθησε λέγοντας:

Μην στεναχωριέσαι Θοδώρα. Μπορώ να πάρω την μορφή σου και να ξαπλώσω εγώ για σένα με το βασιλόπουλο.

Έτσι κι έγινε. Το ίδιο βράδυ όμως η Θοδώρα δεν άντεξε να συνεχίσει αυτό το παιχνίδι, αλλά αποφάσισε να φύγει. Πήρε ένα χαρτί και έγραψε:

«Θοδώρα μπήκα στη σειρά, Θοδώρα την εβγήκα

και φάσκελα του βασιλιά, μα κερδισμένη βγήκα».

Το πρωί το βασιλόπουλο συναντήθηκε με τον πατέρα του και του είπε ότι είναι άντρας ο Θοδωρής, αλλά πάλι δεν μπορούσε να του ξεκολλήσει η ιδέα από το μυαλό. Σηκώθηκε να βρει τον Θοδωρή, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά και τον ζήτησε στην κάμαρά του. Εκεί μέσα, πάνω στο τραπεζάκι  είδε το γράμμα που άφησε η Θοδώρα και το διάβασε. Το έσφιξε πάνω στην καρδιά του και αμέσως πήδηξε στο άσπρο του άλογο. Έτρεχε σαν αστραπή στους κάμπους και τα λαγκάδια για να φτάσει στο παλάτι του πατέρα της Θοδώρας.

Χάρηκαν όλοι στο παλάτι το αντάμωμα των δύο νέων. Έγιναν γάμοι και γλέντια και στις δύο πολιτείες που διήρκησαν πολλές μέρες. Πήρε το βασιλόπουλο τη Θοδώρα στο βασίλειό του κι έμεινε ο κάθε βασιλιάς στον τόπο του και περάσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , , , | Σχολιάστε

Ποιο είναι το γρηγορότερο πράγμα στον κόσμο;

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας!

δυο αδερφιαΜια φορά ήταν δυο αδέρφια κι είχαν μαζί ένα κτήμα. Ο ένας ήταν πολύ έξυπνος, ενώ ο άλλος ήταν κουτός!
Ένα πρωί λέει ο έξυπνος στον κουτό:

Αδερφέ μου, θέλω να μοιράσουμε το κτήμα.

…κι ο κουτός αδερφός χωρίς να το σκεφτεί και πολύ, απάντησε:

Να το μοιράσουμε, αγαπημένε μου αδερφέ!

Έτσι, την επόμενη κιόλας μέρα, ο έξυπνος αδερφός μοίρασε το κτήμα διαλέγοντας πρώτος αυτός. Το χωράφι δεν ήταν όλο καλό. Το μισό είχε την ωραιότερη θέα, ενώ το άλλο μισό ήταν παλιοχώραφο γεμάτο τσουκνίδες και άλλα άγρια χόρτα. Ο έξυπνος διάλεξε και πήρε το καλό κι άφησε του καημένου αδερφού του το άλλο μισό. Ο κουτός ήθελε κι εκείνος το καλό χωράφι κι αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, φεύγει και πάει στο βασιλιά για να παραπονεθεί. Ο βασιλιάς, αφού τον άκουσε προσεκτικά και στην συνέχεια ζήτησε από τον αξιωματικό του να πάει και να φέρει τον αδερφό του προκειμένου να τους τα συμβιβάσει. Άδικος κόπος όμως. Κανείς τους δεν άκουγε τίποτα αφού και οι δύο ήθελαν το καλό χωράφι.

Οι μέρες περνούσαν και ο βασιλιάς, που ήταν γνωστός σε όλο το βασίλειο για την σοφία του, βρήκε τρόπο να γίνει η μοιρασιά του χωραφιού δίκαιη και για τα δύο αδέρφια. ‘Ετσι λοιπόν, αφού εμφανίστηκαν μπροστά του τα δύο αδέρφια τους είπε:

Το  κτήμα θα μοιραστεί έτσι, ώστε και οι δύο θα πάρετε και από το καλό και από το κακό χωράφι.

Μα αυτοί και πάλι πείσμωσαν! Ήθελαν και οι δύο το καλό. Αφού είδε την επιμονή τους, ο βασιλιάς σκέφτηκε να τους πει ένα γρίφο κι όποιος τον εξηγήσει, να πάρει το καλό χωράφι. Αφού τα δύο αδέρφια συμφώνησαν, άκουσαν με προσοχή τον βασιλιά να τους λέει:

Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το γρηγορότερο πράμα του κόσμου. Σας δίνω διορία οχτώ μέρες να σκεφθείτε.

Τα δύο αδέρφια γύρισαν σπίτι προβληματισμένα και σκεφτικά. Για την ακρίβεια, ο έξυπνος ήταν αυτός που σκεφτότανε περισσότερο. Ο κουτός δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Στεναχωριώτανε και αναστέναζε συνέχεια. Την στεναχώρια και τη λύπη του, δεν μπόρεσε να την κρύψει από την μονάκριβη κόρη του, η οποία δεν άντεχε να τον βλέπει άλλο έτσι και τον ρώτησε:

Τι έχεις, πατέρα, κι αναστενάζεις;

…κι ο κουτός αδερφός και πατέρας της, της τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Η κόρη του στο τέλος τον καθυσήχασε λέγοντάς του:
Μη στενοχωριέσαι, μπαμπά μου και την ημέρα που θα ’ναι για να πας, θα σου πω εγώ τι να πεις και θα κερδίσεις.
Ο κουτός αδερφός χάρηκε πάρα πολύ. Οι μέρες περνούσαν και ήρθε η στιγμή που θα πηγαίνανε στο βασιλιά. Πάει τότε και ρωτά την κόρη του κι εκείνη του λέει:
Θα πεις, πως το πιο γρήγορο πράγμα του κόσμου είναι ο νους.

Τα δυο αδέρφια πήγανε λοιπόν στο παλάτι και παρουσιάστηκαν μπροστά στον βασιλιά. Πρώτος πήρε το λόγο ο έξυπνος αδερφός και είπε πως το γρηγορότερο πράμα του κόσμου είναι το πουλί.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

…τότε είναι το άλογο.

…επάνελαβε ξαφνιασμένος ο έξυπνος αδερφός, για να πάρει την ίδια αρνητική απάντηση από τον βασιλιά, ο οποίος έστρεψε το βλέμμα του στον κουτό αδερφό και τον ρώτησε:

Για πες μας εσύ τώρα!

Πολυχρονεμένε μας βασιλιά, το γρηγορότερο πράγμα του κόσμου είναι ο νους, γιατί ενώ είμαστε εμείς εδώ, αυτός μπορεί να ταξιδεύει όπου θέλει.

Πολύ σωστά, το βρήκες.

…απάντησε ο βασιλιάς και συνέχισε λέγοντας:

Θα σας πω όμως ακόμα έναν γρίφο. Ποιό είναι το βαρύτερο πράγμα του κόσμο;

Τα δύο αδέρφια γύρισαν και πάλι στα σπίτια τους προβληματισμένα. Ο έξυπνος άρχισε να σκέφτεται διάφορα ενώ ο κουτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στην μονάκριβη κόρη του. Έτσι, όταν αυτή γύρισε από την αγορά, ο κουτός της είπε και πάλι τί είχε συμβεί στο παλάτι και για το νέο γρίφο που τους έβαλε ο βασιλιάς. Η κόρη του, τον καθησύχασε λέγοντας πως την μέρα που θα πήγαινε στον βασιλιά, θα του είχε την απάντηση.
Αφού κύλησαν οι μέρες και ήρθε η όγδοη, λίγο πριν ξεκινήσει για το παλάτι ο κουτός αδερφός, φώναξε την κόρη του και της ζήτησε την απάντηση. Η κόρη του, του την είπε και λίγη ώρα αργότερα, εμφανίστηκαν τα δύο αδέρφια για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά.

Πρώτος πήρε το λόγο και πάλι ο έξυπνος, λέγοντας πως το βαρύτερο πράγμα του κόσμου είναι το σμυρίγλι (είδος σκληρού ορυκτού).

Όχι…

…του λέει ο βασιλιάς.

…τότε το σίδερο…

…λέει ξανά ο έξυπνος για να τον κόψει και πάλι ο βασιλιάς και να δώσει τον λόγο στον κουτό αδερφό.

Το βαρύτερο πράγμα του κόσμου πολυχρονεμένε μας βασιλιά, είναι η φωτιά.

Και γιατί;

…τον ρώτησε απορημένος ο βασιλιάς.

Πολύ απλά, γιατί δε μπορούμε να τη σηκώσουμε.

Σωστά, αυτό είναι…

…απάντησε ο βασιλιάς, ο οποίος έδειχνε να απολαμβάνει την όλη διαδικασία.

Θα σας βάλω όμως άλλον έναν γρίφο και θα έρθετε πάλι σαν περάσουν οι οχτώ μέρες και τότε πια θα τελειώσει η υπόθεσή σας. Θέλω να μου πείτε, ποιο είναι το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου.

Τα δύο αδέρφια φύγανε και πάλι για τα σπίτια τους και ο έξυπνος έπεσε σε βαθιά περισυλλογή και σκέψη, ενώ ο κουτός περίμενε την κόρη του να γυρίσει από την αγορά για να της τα πει. Έτσι κι έγινε. Οι οχτώ μέρες πέρασαν γρήγορα κι ο έξυπνος αδερφός ξεκίνησε για το παλάτι. Το ίδιο έκανε κι ο κουτός, αφού πρώτα άκουσε την απάντηση από την κόρη του. Τα δύο αδέρφια, στέκονταν για άλλη μια φορά μπροστά στον βασιλιά κι ο έξυπνος πήρε και πάλι τον λόγο πρώτος λέγοντας:

Το πιο αναγκαίο πράμα του κόσμου είναι τα λεφτά.

Όχι…

…του απάντησε ο βασιλιάς.

Το ψωμί μήπως;

…πετάχτηκε και δεύτερη φορά ο έξυπνος αδερφός.

Όχι…

…του απάντησε και πάλι ο βασιλιάς στρέφοντας το κεφάλι του προς τον κουτό περιμένοντας την απάντησή του.

Το πιο αναγκαίο πράγμα του κόσμου είναι η γη.

Ναι. Βρήκες και τους τρεις γρίφους που σας έβαλα, οπότε το καλό χωράφι ανήκει σε σένα.

…απάντησε ο βασιλιάς, αλλά ζήτησε από τον κουτό αδερφό να τον ακολουθήσει σε ένα άλλο δωμάτιο. Εκεί, μόνοι οι δυό τους, χωρίς κανέναν να τους ακούει, ο βασιλιάς τον ρώτησε:

Μόνος σου βρήκες τις απαντήσεις στους γρίφους ή σε βοήθησε κάποιος;

Μοναχός μου, βασιλιά μου.

Δε λες αλήθεια. Το βλέπω στα μάτια σου. Θέλω να μου πεις ποιος σε βοήθησε. Τώρα πια δεν έχεις κανένα φόβο. Το κτήμα είναι δικό σου.

Ο κουτός αδερφός έμεινε για λίγο σκεφτικός και μετά άρχισε να εξιστορεί στον βασιλιά για την κόρη του και την βοήθεια που του έδωσε.

Να την φέρεις αύριο στο παλάτι να την γνωρίσω.

…ήταν η απάντηση του βασιλιά και επέτρεψε στον κουτό αδερφό να φύγει από το παλάτι. Έτσι, την άλλη μέρα κι όλας, πατέρας και κόρη, παίρνουν το δρόμο για το παλάτι όπως πρόσταξε κι ο βασιλιάς. Μόλις ο βασιλιάς είδε την κόρη, θαμπώθηκε απ’ την ομορφιά της και της ζήτησε να γίνει γυναίκα του. Η κοπέλα έφερε αντίρηση λέγοντας πως αυτή ήτανε φτωχιά και δεν άρμοζε για γυναίκα του, μα ο βασιλιάς ήταν αμετάκλητος στην απόφασή του.

Εμένα μου αρέσεις και σε θέλω για γυναίκα μου και δεν με νοιάζει αν είσαι φτωχιά. Απλά, θα κάνουμε ένα χαρτί που θα το υπογράψεις. Το χαρτί θα λέει πως δεν θ’ ανακατευτείς ποτέ σε δουλειά δική μου. Αν παρακούσεις την εντολή αυτή, τότε θα πρέπει να φύγεις από το παλάτι κι εγώ για να δείξω την μεγαλοψυχία μου, θα σε αφήσω να διαλέξεις κάτι από το παλάτι για να το πάρεις μαζί σου φεύγοντας.

Συμφώνησαν λοιπόν, και η όμορφη κοπέλα υπέγραψε. Ο γάμος έγινε και ζούσανε καλά. Η κοπέλα δεν ανακατευόταν σε δουλειές του βασιλιά κι ο βασιλιάς ήταν ευχαριστημένος.
Μια μέρα, μετά από χρόνια,  καθόταν η βασίλισσα στο παράθυρο και έβλεπε έναν νεαρό να έρχεται  με το γαϊδουράκι του φορτωμένο, μα ξαφνικά ο γάιδαρος σκόνταψε στο χαντάκι, έπεσε στη λίμνη και πέθανε. Ο αγωγιάτης έτρεχε δεξιά-αριστερά, για να του δώσει  βοήθεια. Εκείνη την ώρα περνούσε ένας άλλος με το γάιδαρό του και αφού είδε οτι ο γάιδαρος στη λίμνη είχε καινούριο σαμάρι, έβγαλε από το δικό του το παλιό που είχε γδαρθεί τόσο με τα χρόνια και έβαλε το νέο που πήρε από την λίμνη.
Οι δυο αγωγιάτες άρχισαν τότε να φιλονικούν· ο ένας έλεγε πως ήταν το καινούργιο δικό του και ο άλλος πάλι έλεγε πως ήταν δικό του. Η βασίλισσα από πάνω βλέπει το άδικο και φωνάζει:

Να πάρει ο αγωγιάτης του ψόφιου γαϊδάρου το καινούργιο σαμάρι που ήταν δικό του.

Κι έτσι έγινε, αφού το διέταξε η βασίλισσα. Μαθαίνει ο βασιλιάς πως η βασίλισσα έκανε τη δίκη του σαμαριού και πάει στο παλάτι θυμωμένος κι αμέσως λέει:

Ανακατεύτηκες σε δουλειά που δεν ήταν δικιά σου! Να ετοιμαστείς να φύγεις, αφού δεν κράτησες τη συμφωνία μας.

Μα η όμορφη βασίλισσα που ήταν έξυπνη, του λέει:

Θα φύγω, αλλά κάνε μου την χάρη, το βράδυ να φάμε μαζί.

Ο βασιλιάς συμφώνησε με την επιθυμία της και το βράδυ δεν άργησε να έρθει. Στο τραπέζι και ενώ έτρωγαν, η βασίλισσα έβαλε στο κρασί του βασιλιά υπνωτικό και μόλις το ήπιε κοιμήθηκε αμέσως. Αμέσως διέταξε να ετοιμαστεί η βασιλική άμαξα. Έπειτα, διέταξε να βάλουν τον βασιλιά όπως ήταν κοιμισμένος μέσα και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του πατέρα της. Ο πατέρας της όταν την είδε, τρόμαξε και την ρώτησε:

Τι τρέχει παιδί μου;

Εκείνη όμως του είπε πως ο βασιλιάς κοιμότανε και γι’ αυτό έπρεπε να κάνει ησυχία, για να μη ξυπνήσει από τις φωνές.  Πιάνουν ύστερα το βασιλιά και τον βάζουν στο κρεβάτι τους. Το πρωί όταν ξύπνησε ο βασιλιάς, κοίταξε καλά καλά, γιατί δεν ήξερε πού βρισκόταν. Χτυπά τα χέρια του και πάει μπροστά του η βασίλισσα και του λέει:

Τι θέλεις, Μεγαλειότατε;

Θέλω να μου πεις πού βρίσκομαι.

Βρίσκεσαι στο σπίτι του πατέρα μου.

Και ποιος σου έδωσε την άδεια να με φέρεις εδώ;

Αμέσως του δείχνει το χαρτί που είχαν υπογράψει, να διαλέξει δηλαδή ό,τι θέλει, να το πάρει από το παλάτι και να φύγει  και του λέει:

Εγώ ούτε τα πλούτη σου ήθελα ούτε τα καλά σου, μόνο εσένα ήθελα κι εσένα πήρα.

Ο βασιλιάς γέλασε τόσο πολύ που της είπε:

Μπράβο σου! Εσύ είσαι πιο έξυπνη από μένα και στο εξής σου δίνω το δικαίωμα να κρίνεις όλες μου τις υποθέσεις.

Κι έτσι, γύρισαν  πίσω στο παλάτι τους και ζήσανε όμορφα και ευτυχισμένοι τα χρόνια που ακολούθησαν.

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σια A.E., 1994)

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , | Σχολιάστε

Το πιο γλυκό ψωμί

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας….

 Σε μια μακρινή χώρα υπήρχε ένας πολύ πλούσιος βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός είχε ό, τι επιθυμούσε η καρδιά του και όλοι έλεγαν ότι ήταν ευτυχισμένος, ώσπου εντελώς ξαφνικά αρρώστησε! Δεν είχε όρεξη να φάει τίποτα κι όλο αδυνάτιζε! Συνεχώς γκρίνιαζε και γινόταν ολοένα και πιο παράξενος. Πολλοί γιατροί πήγαιναν και τον εξέταζαν, μα δεν κατάφερναν να τον θεραπεύσουν.

Κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας φτωχός γέροντας, με μεγάλη άσπρη γενειάδα, που ήταν όμως σοφός και  ήξερε από γιατρικά. Έμαθε για την αρρώστια του βασιλιά και αποφάσισε να τον επισκεφτεί. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε κι εκείνος τον ρώτησε:

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι "Το πιο γλυκό ψωμί"

Ζωγραφιά της Εύης εμπνευσμένη από το παραμύθι «Το πιο γλυκό ψωμί»

Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;

Τι λες, γιατρέ μου! Όλη τη μέρα κάθομαι  στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ.

Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;

Όχι, βέβαια! Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και δε με ενδιαφέρει κανένας!

Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;

Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό, τι γυρέψω, το αποκτώ αμέσως!

  Ο γέροντας σκέφτηκε, σκέφτηκε για λίγο και είπε στο βασιλιά :

Άκουσε, βασιλιά μου: Απ’ ό, τι βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

Ο βασιλιάς αποφάσισε να ακολουθήσει τη συμβουλή του γέροντα κι έτσι από την επόμενη κιόλας μέρα έδωσε διαταγή  σ’ όλους τους φουρνάρηδες του βασιλείου του, να ζυμώσουν και να του ψήσουν το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Έτσι λοιπόν οι ψωμάδες όλου του βασιλείου έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά προκειμένου να φτιάξουν το πιο γλυκό ψωμί και να ευχαριστήσουν το βασιλιά τους! Ζύμωσαν με ζάχαρη και ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά. Κανένα απ’ αυτά όμως δεν άρεσε στο βασιλιά, ο οποίος συνέχιζε να γκρινιάζει και να απορρίπτει τον ένα φούρναρη μετά τον άλλο. Αφού πέρασαν πάρα πολλές μέρες και κανένας δεν μπόρεσε να τον ικανοποιήσει, ο βασιλιάς έξω φρενών, αποφάσισε να στείλει ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!

…του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε.

Γιατί, βασιλιά μου;

…τον ρώτησε ο γέροντας.

Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!

Δε σου έκαμε ε;

…είπε ο γέροντας και συνέχισε…

Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!

Ο βασιλιάς ήταν έτοιμος να αγριέψει πάλι, μα είδε τον γέροντα που σκεφτόταν κάτι και περίμενε. Πράγματι, ο γέροντας ύστερα από λίγο συνέχισε λέγοντας:

Άκουσε, βασιλιά μου, αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό, τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, μπορείς να μου πάρεις το κεφάλι!

Ο βασιλιάς αν και δεν κατάλαβε ακριβώς τι εννοούσε ο γέροντας, αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Καθώς νύχτωσε φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα και παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που έμενε ο γέροντας, σε μια καλύβα. Μόλις ξημέρωσε, ο γέροντας έδωσε στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του είπε:

Έλα να θερίσουμε!

Ο βασιλιάς απόρησε αλλά δεν του έφερε αντίρρηση, μιας και είχε συμφωνήσει να κάνει ότι του λέει ο γέροντας για να φάει το πιο γλυκό ψωμί και να γιατρευτεί. Έτσι λοιπόν θέριζε μέσα στο λιοπύρι όλη τη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχια! Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί κι οι δυο να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του είπε:

Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!

Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερα  από τα μισά κι όλη τη μέρα τα κοπανούσε, ώσπου έκανε το στάρι σωρό κι αφού ήταν έτοιμο το βάλανε στο σακί. Και πάλι ολόκληρη τη μέρα δεν έφαγαν τίποτα, μόνο νερό ήπιαν από τη στέρνα που ήταν κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε. Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά:

Ξύπνα! Τώρα θα πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος.

Ο βασιλιάς παρόλο που ήταν πολύ κουρασμένος, και άμαθος σε τέτοιες ταλαιπωρίες, πήρε το σακί στην πλάτη του και ακολούθησε τον γέροντα ως την κορφή. Κατά τη διάρκεια των εργασιών τους στο μύλο ο βασιλιάς άρχισε να πεινάει, αλλά δεν είπε τίποτα ακόμα στο γέροντα. Αλέσανε το στάρι τους και κατά το μεσημέρι ο βασιλιάς φορτώθηκε πάλι το σακί με το αλεύρι αυτή τη φορά, και γυρίσανε στην καλύβα.

Τώρα, ήρθε η ώρα να ζυμώσουμε

…του είπε ο γέροντας. Αφού τον έβαλε να ζυμώσει το αλεύρι, τον έστειλε στο δάσος να κόψει ξύλα κι αργά κατά το βράδυ βάλανε και κάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε τρία- τέσσερα καρβέλια. Ο βασιλιάς πεινούσε πλέον πάρα πολύ και περίμενε πως και πως για να ψηθούν! Όταν άρχισε όμως να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους, δεν άντεξε και είπε στο γέροντα:

Πεινάω πολύ!

Περίμενε και θα φας!

…του απάντησε εκείνος. Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Τότε ο βασιλιάς έπεσε με τα μούτρα στο φαί. Με το που κατάπιε την πρώτη μπουκιά, το πρόσωπο του φωτίστηκε από τη χαρά και φώναξε:

Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!

Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε:

Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσαι ελεύθερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις από δώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη, δε θα σου λείψει.

O βασιλιάς ακολούθησε τη συμβουλή του σοφού γέροντα κι όταν επέστρεψε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του. Άρχισε μάλιστα να πηγαίνει στον κήπο και να τον περιποιείται. Έπαψε να περιμένει τα πάντα από τους άλλους. Από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξία κι έτρωγε καλά.

                                                                                                                                                                                                       Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Tags: , , | Σχολιάστε

Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας…

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι "Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι"

Ζωγραφιά της μικρής μας φίλης Έμμα εμπνευσμένη από το παραμύθι «Ο Βασιλιάς, οι τρεις κόρες και το αλάτι»

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, σε ένα βασίλειο αρκετά μακριά από εδώ, ζούσε ένας βασιλιάς με τις τρεις κόρες του. Μια μέρα, εκεί που τρώγανε το μεσημαριανό τους στην μεγάλη σάλα, ο βασιλιάς ρώτησε τις κόρες του…

Με αγαπάτε καθόλου;

Ναι, πατέρα μας!

…απάντησαν και οι τρεις με μια φωνή!

Και για να έχουμε καλό ρώτημα, πόσο με αγαπάτε;

…ρώτησε και πάλι ο βασιλιάς και στράφηκε προς την μεγάλη του κόρη.

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν το…χρυσάφι!

Ο βασιλιάς χάρηκε πολύ που η μεγάλη του κόρη τον αγαπούσε σαν το χρυσάφι. Σαν κάτι τόσο πολύτιμο. Έπειτα κοίταξε την μεσαία του κόρη κι αυτή του είπε…

Εγώ πατέρα μου σε αγαπώ σαν … το ασήμι!

Και πάλι ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος, μιας και το ασήμι είναι κι αυτό πολύτιμο. Τέλος κοίταξε την μικρή του κόρη, η οποία χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα, του απάντησε…

Εγώ πατερούλη μου σε αγαπώ σαν το αλάτι.

Ο βασιλιάς δεν πίστευε στα αφτιά του. Άλλαξε χίλια χρώματα από τον θυμό του και έτσι ασυγκράτητος όπως ήταν άρχισε να φωνάζει:

Σαν το αλάτι; Και τι αξία έχει το αλάτι;

Τίποτα και κανείς δεν μπορούσε να τον συγκρατήσει. Έτσι, διέταξε τους φρουρούς του, να πάρουν την μικρή του κόρη, να την πάνε βαθιά μέσα στο δάσος και να την σκοτώσουν. Με βαριά καρδιά υπάκουσαν στην εντολή του κι έτσι, την επόμενη μέρα, βάλανε την μικρή κόρη σε μια μαύρη κλειστή άμαξα χωρίς παράθυρα και ξεκίνησαν για την καρδιά του δάσους. Μετά από αρκετές ώρες φτάσανε σε ένα σημείο που η άμαξα δεν μπορούσε να συνεχίσει. Εκεί σταμάτησαν, κατέβασαν την κόρη και την ώρα που ετοιμάζονταν να την σκοτώσουν με το σπαθί τους, η καρδιά τους δεν άντεξε για κάτι τόσο κακό. Την λυπήθηκαν και της είπαν:

Η εντολή του πατέρα σου και βασιλιά μας ήταν να σε σκοτώσουμε. Αλλά δεν μας πάει η καρδιά να διαπράξουμε τέτοιο έγκλημα. Γι’ αυτό θα σε αφήσουμε εδώ, αλλά μην γυρίσεις ποτέ στο παλάτι. Για τον πατέρα σου είσαι πια νεκρή.

Η φρουρά, επιβιβάστηκε στην άμαξα και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Η μικρή κόρη έμεινε μόνη της, φοβισμένη και πολύ στεναχωρημένη. Δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν άργησε να σκοτεινιάσει και οι παράξενοι ήχοι που προκαλούνται στο δάσος τρόμαζαν την μικρή που άρχισε να κλαίει μη ξέροντας τι να κάνει. Άρχισε να περπατάει χωρίς να ξέρει που, μα για καλή της τύχη, είδε στο βάθος ένας φως να βγαίνει σε κάτι που έμοιαζε με σπίτι. Όταν πλησίασε, πρόσεξε πως ήταν ένα πανδοχείο. Χωρίς να διστάσει χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξαν και μπήκε. Το πανδοχείο το είχε ένα φιλήσυχο και θεοσεβούμενο ζευγάρι. Η μικρή κόρη, ζήτησε άσυλο στο πανδοχείο χωρίς όμως να τους εξηγήσει ποια ήταν και τι συνέβη. Το ζευγάρι δέχτηκε να μείνει σε αυτούς με την προϋπόθεση να κάνει κάποιες δουλειές κι αυτοί για αντάλλαγμα της πρόσφεραν ένα δωμάτιο κι ένα πιάτο φαϊ. Το ζευγάρι, είχε κι έναν γιο, λίγο μεγαλύτερο από την κόρη και τα δύο παιδιά κάνανε παρέα και παίζανε συνέχεια μαζί.

Όταν πέρασαν τα χρόνια, τα δύο παιδιά ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν μεταξύ τους και τελικά παντρεύτηκαν. Οι γονείς του αγοριού είχαν γεράσει πλέον και δεν μπορούσαν να δουλεύουν πλέον το πανδοχείο. Έτσι το ανέλαβαν πλέον το νέο ζευγάρι. Η κόρη της ιστορίας μας, είχε εξελιχθεί σε μια καταπληκτική μαγείρισσα. Αφού να φανταστείτε, ότι κόσμος από πολύ μακριά, επισκέφτονταν το πανδοχείο μόνο και μόνο για να δοκιμάσουν τις νοστιμιές της κόρης. Γουρουνόπουλο στο φούρνο με πατάτες και ξινόμηλα. Γεμιστή γαλοπούλα με δαμάσκηνα και κάστανα, κι ότι άλλο μπορεί να βάλει ο νού σας.

Ας αφήσουμε για λίγο όμως το ζευγάρι μας που ζούσε αγαπημένο στο πανδοχείο του κι ας μεταφερθούμε στο παλάτι του βασιλιά – πατέρα της. Ένα πρωί, ξύπνησε με έντονη την επιθυμία για κυνήγι. Έτσι, διέταξε να ετοιμαστούν τα καλύτερα βασιλικά κυνηγόσκυλα και οι καλύτεροι ανιχνευτές του και ξεκίνησαν για το δάσος. Κυνηγούσαν με τις ώρες χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τίποτα δεν είχαν καταφέρει να πιάσουν. Για το πότε πέρασε η μέρα ούτε, που το κατάλαβαν. Τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατο να γυρίσουν πίσω γιατί ήδη ξεκίνησε να σκοτεινιάζει. Έτσι αναζήτησαν να βρούνε κάποιο κατάλυμμα για να περάσουν το βράδυ τους. Η τύχη, τα έφερε έτσι, που βασιλιάς και ακόλουθοι βρέθηκαν μπροστά στο πανδοχείο του ζευγαριού μας.

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Εύης Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Μπήκαν μέσα και ζήτησαν να ετοιμαστούν τα κρεβάτια κι ένα βασιλικό δείπνο με τις καλύτερες νοστιμιές. Όλοι οι υπηρέτες του πανδοχείου ξεκίνησαν τις προετοιμασίες. Στρώσανε τα βελούδινα τραπεζομάντηλα, βγάλανε τα πορσελάνινα πιάτα, τα χρυσά μαχαιροπήρουνα και ποτήρια. Τα πιο μυρωδάτα κρασιά από το κελάρι και άναψαν τα κηροπήγια με τα αρωματικά κεριά. Η κόρη, αναγνώρισε τον βασιλιά-πατέρα της και τότε της ήρθε μια ιδέα. Άρχισε το σερβίρισμα στο τραπέζι με τα πιο νόστιμα φαγητά κι όλοι άρχισαν να τρώνε και να τους τρέχουνε τα σάλια. Τελευταία σερβίρισαν τον βασιλιά. Στο φαγητό του όμως, η κόρη δεν έριξε ούτε έναν κόκκο αλατιού. Με την πρώτη μπουκιά που έφαγε ο βασιλιά, μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Έφτυσε το φαγητό του στο πάτωμα κι άρχισε να φωνάζει:

Φαγητό το λέτε εσείς αυτό; Είναι μια αηδία…ανάλατο και άνοστο. Φέρτε μου γρήγορα την μαγείρισσα εδώ.

Αμέσως παρουσιάστηκε μπροστά του η μαγείρισσα αλλά μιας και είχε γίνει γυναίκα πλέον, ο βασιλιάς δεν κατάφερε να την αναγνωρίσει…άσε που την θεωρούσε και νεκρή.

Αν εσύ είσαι μαγείρισσα, τότε εγώ είμαι ο Θεός. Τέτοιο φαγητό, δεν θα το έδινα ούτε στα σκυλιά μου.Το φαγητό σου είναι άνοστο και ανάλατο.

Η κόρη τότε σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια και χωρίς να διστάσει του απάντησε…

Πριν πολλά χρόνια με είχες ρωτήσει πόσο σε αγαπώ κι εγώ σου απάντησα ότι σε αγαπώ σαν το αλάτι. Εσύ το θεώρησες υποτιμητικό και γι’ αυτό διέταξες να με εξορίσουν και να με σκοτώσουν.

Ο βασιλιάς σάστισε. Την κοίταξε προσεχτικά και τότε μόνο αναγνώρισε στο πρόσωπό της την μικρή του κόρη που είχε διατάξει να την σκοτώσουν. Δυο δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Άνοιξε τα χέρια του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Την φίλησε στο μέτωπο και της ζήτησε συγνώμη. Της ζήτησε επίσης, να πάρει την οικογένειά της και να γυρίσει στο παλάτι να ζήσουν όλοι τους μαζί αγαπημένοι κι ευτυχισμένοι…

Ψέμματα ή αλήθεια, έτσι λεν τα παραμύθια!!!

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι "ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι".

Ζωγραφιά της Μαρίας Καπατζιά εμπνευσμένη από το παραμύθι «ο βασιλιάς, οι τρεις κόρες του και το αλάτι».

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , | 5 σχόλια

«Τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα» του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Με αφορμή την παιδική παραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Καβάλας «Τα ρούχα του βασιλιά», η ομάδα των «Παραμυθάδων» είχαν την δυνατότητα, στο πλαίσιο της προβολής και προώθησης, να παρουσιάσουν το γνωστό παραμύθι του Άντερσεν, στην πλατεία Καπνεργάτη παρουσία αρκετών μικρών, αλλά και μεγάλων φίλων.

Πιο συγκεκριμένα, από την Τρίτη 9 Οκτωβρίου που λειτουργεί το «ραφτάδικο του βασιλιά», η Ομάδα Μελέτης, Διατήρησης και Διάδοσης του λαϊκού παραμυθιού και παιχνιδιού «Οι Παραμυθάδες», παρουσιάζουν το παραμύθι, είτε δραματοποιημένο, στον προαύλιο χώρο του ραφτάδικου, είτε αφηγηματικά.

Η προβολή που έχει αναρτηθεί είναι από την δεύτερη παρουσίαση που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 9 Οκτωβρίου και συμμετείχαν με σειρά εμφάνισης: Θεοδώρα Βαβαλέσκου (βασιλιάς), Μαρία Παπακωνσταντίνου και Μέλη Μίχα (ντελάληδες), Μαρία Μπουγά και Αδελαϊς Ράπτη (ράφτες), Νατάσα Βιολιτζή (σύμβουλος), Νίκη Δρίβα (αξιωματικός φρουράς). Μουσική έπαιξε ο Μάριος Τσακνάς, ο οποίος και «έντυσε» μουσικά τους στίχους του παραμυθιού. Εικονολήπτης ήταν ο Μάνος Μπατζόλης και στον ήχο και υπεύθυνος φροντιστηρίου ήταν ο Απόστολος Τσομπανόπουλος.

Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη διανομή στους «ρόλους» του παραμυθιού. Οι παραμυθάδες, γνωρίζοντας καλά το παραμύθι, αποφασίζουν την τελευταία στιγμή για το ποιος θα υποδυθεί ποιον.

Για την δραματοποίηση του παραμυθιού, σημαντική ήταν και η συνδρομή και συμβολή της Μαρίας Βουγιούκα, η οποία υπέδειξε κινησιολογικά στοιχεία.

Categories: Παραμύθια για μάτια και αυτιά | Tags: , , , , | Σχολιάστε

Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα

Του Χάνς Κρίστιαν Άντερσεν – 

Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε ένας γκρινιάρης βασιλιάς. Κάθε μέρα ζητούσε από τους ράφτες του να του ράβουν καινούρια ρούχα για να εντυπωσιάζει τους υπηκόους του.

Ύστερα από μερικά χρόνια όμως, οι ράφτες του δε μπορούσαν να σκεφτούν νέα σχέδια. Όταν τόλμησαν να του το πουν, ο βασιλιάς θύμωσε πάρα πολύ και άρχισε να τους φωνάζει:

– Είστε τρελοί; Δε μπορώ να φοράω κάθε μέρα τα ίδια ρούχα!

Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς έστειλε τους φρουρούς του να ξεχυθούν στους δρόμους και να διαλαλήσουν ότι όποιος του έφτιαχνε τα πιο πρωτότυπα ρούχα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα.

Όλοι οι ράφτες της χώρας έβαλαν τα δυνατά τους για να τον ικανοποιήσουν, αλλά ο γκρινιάρης βασιλιάς τους έδιωχνε, γιατί έβρισκε πολύ συνηθισμένα τα ρούχα που του πρότειναν.

Ώσπου μια μέρα έφτασαν στο παλάτι δυο νεαροί, που ζήτησαν να δουν το βασιλιά.

– Μεγαλειότατε, ταξιδέψαμε από την Περσία μέχρι την όμορφη χώρα σας για να ικανοποιήσουμε την επιθυμία σας. Είμαστε δυο γνωστοί ράφτες και φτιάχνουμε ρούχα από ένα πολύ σπάνιο ύφασμα. Το ύφασμα αυτό μπορούν να το δουν μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι!

-Χμμ.. πολύ ενδιαφέρον. Έτσι θα μπορέσω να καταλάβω ποιοι από τους υπηκόους μου είναι έξυπνοι και ποιοι είναι χαζοί. Εντάξει, λοιπόν! Ξεκινήστε αμέσως το ράψιμο.

…διέταξε ο βασιλιάς και τους έδωσε ένα μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.

Οι ράφτες όμως, ήταν στην πραγματικότητα δυο απατεώνες που είχαν κοροϊδέψει το βασιλιά. Έτσι, κάθισαν στον αργαλειό και άρχισαν να προσποιούνται ότι ράβουν τα καινούρια ρούχα του βασιλιά.

Ύστερα από μερικές μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον έμπιστο σύμβουλό του να δει αν τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Ο σύμβουλος κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε τίποτα!

Ο καημένος ο σύμβουλος δεν ήξερε τι να κάνει. Αν του έλεγε ότι δε μπορούσε να δει το ύφασμα, ο βασιλιάς θα νόμιζε ότι ήταν χαζός και θα τον έδιωχνε από το παλάτι. Έτσι, αποφάσισε να του πει ψέματα.

– Μεγαλειότατε, δεν έχω ξαναδεί τόσο όμορφα ρούχα! Είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστείτε μόλις τα δείτε!

Ο βασιλιάς χάρηκε τόσο πολύ με τα νέα, που έδωσε στους δυο πονηρούς ράφτες άλλο ένα μπαούλο με χρυσά νομίσματα.

Ύστερα από λίγες μέρες, ο βασιλιάς έστειλε τον αξιωματικό της φρουράς του να ρωτήσει πότε θα ήταν έτοιμα τα καινούρια ρούχα του. Ο καημένος ο αξιωματικός κοίταζε και ξανακοίταζε τον αργαλειό, αλλά δεν έβλεπε το ύφασμα!

Όταν γύρισε στην αίθουσα του θρόνου, ο αξιωματικός φοβόταν τόσο πολύ μήπως χάσει τη θέση του, που αναγκάστηκε να πει στο βασιλιά ότι τα καινούρια ρούχα του ήταν περίφημα!

Ο βασιλιάς ήταν πολύ χαρούμενος, αλλά είχε αρχίσει να ανυπομονεί. Έτσι, αποφάσισε να επισκεφτεί τους ράφτες για να δει με τα ίδια του τα μάτια τα καινούρια του ρούχα.

Όταν ο βασιλιάς μπήκε στο εργαστήριο, πλησίασε στον αργαλειό, κοίταξε, ξανακοίταξε, αλλά δεν είδε τίποτα!

– Πως σας φαίνονται τα καινούρια σας ρούχα μεγαλειότατε; Δεν είναι υπέροχα;

…τον ρώτησαν ο σύμβουλος και ο αξιωματικός.

– Θεέ μου! Πως είναι δυνατόν; Γιατί δε βλέπω το ύφασμα; Μήπως είμαι χαζός;

…σκέφτηκε ο βασιλιάς που είχε αρχίσει να ιδρώνει από τον φόβο του. Δε μπορούσε όμως να ομολογήσει την αλήθεια στους αυλικούς του!

Τελικά ένα πρωί, οι δυο ράφτες επισκέφτηκαν το βασιλιά στο παλάτι για να του ανακοινώσουν ότι τα ρούχα του ήταν έτοιμα. Έπειτα, άνοιξαν μια τσάντα και προσποιήθηκαν ότι έβγαζαν από μέσα τα καινούρια ρούχα για να του τα δείξουν.

– Πως σας φαίνονται μεγαλειότατε; Είμαστε σίγουροι ότι οι υπήκοοι σας θα μείνουν άφωνοι από θαυμασμό μόλις σας δουν μ’ αυτά τα ρούχα

…είπαν οι απατεώνες.

Οι δυο ράφτες τον βοήθησαν να βγάλει την στολή του και ο βασιλιάς άρχισε να προσποιείται ότι βάζει τα καινούρια του ρούχα κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του.

– Ω, είναι θαυμάσια! Και τόσο άνετα και δροσερά! Λοιπόν; Πως σας φαίνονται;

…ρώτησε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του που τον παρακολουθούσαν έκπληκτοι.

– Είναι υπέροχα, μεγαλειότατε, και σας πηγαίνουν πάρα πολύ.

…του απάντησαν φοβισμένοι.

Έπειτα, ο βασιλιάς διέταξε να βγουν όλοι στους δρόμους για να θαυμάσουν τα καινούρια του ρούχα. Καθώς περνούσε ανάμεσα στους υπηκόους του, που είχαν μείνει άφωνοι, φώναζε καμαρώνοντας:

– Μόνο όσοι είναι έξυπνοι μπορούν να δουν τα ρούχα μου!

Και οι καημένοι οι άνθρωποι χειροκροτούσαν και φώναζαν ενθουσιασμένοι ότι τα καινούρια ρούχα του βασιλιά ήταν καταπληκτικά!

Ξαφνικά όμως, μέσα από το πλήθος, πετάχτηκε ένα αγοράκι που πλησίασε το βασιλιά και άρχισε να φωνάζει:

– Κοιτάξτε! Ο βασιλιάς βγήκε στο δρόμο γυμνός! Θα κρυώσει!

Ο κόσμος ξέσπασε σε δυνατά γέλια και ο βασιλιάς μονολόγησε ντροπιασμένος:

– Θεέ μου! Το παιδί έχει δίκιο! Είμαι γυμνός! Οι δυο ράφτες με κορόιδεψαν!

Έπειτα πήρε στην αγκαλιά του το αγοράκι, ανέβηκε βιαστικά στο άλογο του και κάλπασε προς το παλάτι.

Όλοι νόμιζαν ότι ο βασιλιάς θα σκότωνε το καημένο το παιδί που τον έκανε ρεζίλι. Το επόμενο πρωινό, όμως, ο βασιλιάς κάλεσε το σύμβουλο και τον αξιωματικό του και τους είπε:

– Αυτό το αγοράκι είναι πολύ έξυπνο και ειλικρινές. Δε φοβήθηκε να μου πει την αλήθεια. Γι’ αυτό θέλω να το ανταμείψετε με πολλά δώρα και να στείλετε μερικά σακιά χρυσές λύρες στους φτωχούς γονείς του!

Και από εκείνη τη μέρα ο βασιλιάς σταμάτησε να ασχολείται με τα ρούχα του και άρχισε να κυβερνά τη χώρα του δίκαια και σοφά!

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Tags: , , , , | 5 σχόλια

Φτιάξε δωρεάν site ή blog στο WordPress.com. The Adventure Journal Theme.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 591 other followers

Αρέσει σε %d bloggers: