Monthly Archives: Νοέμβριος 2012

«Αρχή του παραμυθιού…» τις Κυριακές

Σαν παραμύθι μοιάζει το κυριακάτικο ραντεβού μας με τους μικρούς αλλά και τους μεγάλους φίλους μας. Για τρίτη συνεχόμενη Κυριακή η ομάδα των Παραμυθάδων πραγματοποίησε την καθιερωμένη εκδήλωσή της με τίτλο «Αρχή του παραμυθιού…» στον χώρο του Art cafe bar «Παλιά Βιβλιοθήκη». Τα παραμύθια της προφορικής παράδοσης που πρωταγωνίστησαν σήμερα ήταν «Η Τρισεύγενη» και το «Οι δώδεκα μήνες» (που σύντομα θα αναρτηθούν και στην κατηγορία «παραμύθια για μάτια»). Στην συνέχεια τα παιδιά είχαν την δυνατότητα να ζωγραφίσουν ένα από τα δύο παραμύθια, ενώ παράλληλα μπορούσαν να κατασκευάσουν χριστουγεννιάτικα στολίδια από ζαχαρόπαστα υπό την επίβλεψη της τεχνικού μαγειρικής τέχνης Ελένης Καμαλίδου (μέλος των παραμυθάδων), στολίδια που πολλά από αυτά δε θα στολίσουν κανένα δέντρο, μιας και φαγώθηκαν από τα παιδιά.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε, ότι φέτος, μέσα από τις κυριακάτικες συναντήσεις με τα παιδιά, εκτός από την αφήγηση των παραμυθιών, στόχος των παραμυθάδων είναι να υπάρχουν παράλληλα εργαστήρια, μέσω των οποίων θα έρχονται τα παιδιά σε επαφή με άλλες δραστηριότητες δημιουργικής απασχόλησης. Μέχρι στιγμής πραγματοποιήθηκαν εργαστήρια κατασκευής κοσμημάτων, ζωγραφικής προσώπου και ζαχαροπλαστικής. Η επόμενη συνάντηση-αφήγηση «Αρχή του παραμυθιού…» έχει προγραμματιστεί για τις 9 Δεκεμβρίου (που έχεις Άννα την γιορτή σου), ενώ σύντομα θα ανακοινωθεί και το θέμα του εργαστηρίου που θα πραγματοποιηθεί.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Ξεκίνημα της παραμυθο-περιόδου 2012-13

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Δώσε κλώτσο να κινήσει παραμύθι να αρχινίσει… Το ξεκίνημα για τους Παραμυθάδες ενόψει της χειμερινής περιόδου 2012-13 πραγματοποιήθηκε σήμερα το πρωί στο Art Cafe Bar «Παλιά Βιβλιοθήκη».

Λίγο μετά τι 11:00 άρχισαν να καταφθάνουν οι πρώτοι μικροί μας φίλοι ενώ δεν άργησε να γίνουμε μια μεγάλη παρέα με κοινό στόχο να ακούσουμε παραμύθια της προφορικής παράδοσης – και όχι μόνο. 

Η σημερινή μέρα ήταν ξεχωριστή για εμάς τους παραμυθάδες αλλά και για τους εκλεκτούς καλεσμένους μας μιας και ήταν ενταγμένη στο πλαίσιο της οικονομικής ενίσχυσης μιας φιλανθρωπικής ομάδας με σκοπό να βοηθήσει ένα δωδεκάχρονο αγόρι που διαγνώστηκε με όγκο στον εγκέφαλο. Για τον λόγο αυτό, στον ίδιο χώρο λειτουργούσε και bazaar με κοσμήματα, ρούχα, τσάντες, σαπούνια, κλπ, έναντι συμβολικής τιμής.

Τα παιδιά, αφού ακούσανε τα παραμύθια, είχαν την ευκαιρία στη συνέχεια να τα ζωγραφίσουν, ενώ κάποια άλλα ασχολήθηκαν με την κατασκευή κοσμημάτων υπό την επίβλεψη της Εύας Κεχαγιά (δασκάλας χειροποίητων κοσμημάτων του πολιτιστικού συλλόγου «Νεάπολης» και μέλους της φιλανθρωπικής ομάδας «Αγάπη για τον συνάνθρωπο»).

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: | 1 σχόλιο

Οι Παραμυθάδες επισκέπτονται το 1ο δημοτικό σχολείο Κρηνίδων

Την Πέμπτη 8 Νοεμβρίου, οι Παραμυθάδες επισκεφτήκαμε το 1ο δημοτικό σχολείο Κρηνίδων, όπου και αφηγηθήκαμε το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν «Τα καινούργια ρούχα του Αυτοκράτορα», στα παιδιά όλων των τάξεων. Αρχικά, στην Α’ και στη Β’ τάξη, αφού κάναμε μία μικρή συζήτηση με τα παιδιά για τα αγαπημένα τους παραμύθια, αφηγηθήκαμε και δραματοποιήσαμε το παραμύθι και παίξαμε ένα σύντομο θεατροπαιχνίδι. Στη συνέχεια, αφηγηθήκαμε και δραματοποιήσαμε το παραμύθι στα παιδιά της Γ’ και της Δ’ τάξης, συζητήσαμε μαζί τους κάποια σημεία του παραμυθιού και παίξαμε και μ’ αυτά το ίδιο θεατροπαιχνίδι. Τέλος, τα μεγάλα παιδιά της Ε’ και της ΣΤ’ τάξης, αφού είδαν και άκουσαν το παραμύθι από εμάς και κάναμε μία μικρή συζήτηση μαζί τους, δραματοποίησαν με τη σειρά τους το ίδιο παραμύθι υποδυόμενα τα ίδια τους διάφορους χαρακτήρες, με επιτυχία.

Λίγο πριν φύγουμε, ενημερώσαμε το σχολείο και για τη συλλογή βιβλίων και παιχνιδιών που κάνουμε.

Οι Παραμυθάδες που συμμετείχαμε ήμασταν οι Αναστασία Βιολιτζή, Μέλη Μίχα, Αντώνης Μίχας, Χρήστος Τσίρκας και Απόστολος Τσομπανόπουλος.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Categories: Τα νέα μας | Ετικέτες: , | 2 Σχόλια

Η Μυρσίνη

Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα της αφεντιάς σας!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρεις αδερφές, που ήταν ορφανές. Δεν είχαν ούτε μάνα, ούτε πατέρα. Μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η καλύτερη. Κι όταν κοντοζύγωνε να βασιλέψει ο ήλιος, στάθηκαν και οι τρεις στη σειρά και είπαν στον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι μεγαλύτερες αδερφές δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι φαρμακωμένες. Την άλλη μέρα οι δυο οι μεγαλύτερες έβαλαν τα καλά τους, στολίστηκαν και την καημένη τη μικρή, που την έλεγαν Μυρσίνη, την έντυσαν με τα χειρότερα και πιο λερωμένα ρούχα και πήγαν πάλι να ρωτήσουν τον ήλιο:

– Ήλιε μου, ποια από τις τρεις μας είναι η καλύτερη;

Και ο ήλιος είπε πάλι:

– Και η μια καλή κι η άλλη καλή, μα η τρίτη η μικρότερη είναι ακόμη καλύτερη.

Σαν το άκουσαν αυτό οι αδερφές της Μυρσίνης, δαγκώθηκαν και γύρισαν στο σπίτι πολύ καταφρονημένες. Την τρίτη μέρα ξαναρώτησαν τον ήλιο κι αυτός τους έδωσε την ίδια απάντηση. Τότε πια φούντωσαν και οι δυο από τη ζήλια τους και αποφάσισαν να διώξουν την καημένη τη Μυρσίνη.

– Η μάνα μας έχει τόσα χρόνια που πέθανε και θα σηκωθούμε αύριο πολύ πρωί να πάμε να την ξαναχώσουμε. Μόνο θέλει να τα ετοιμάσουμε όλα αποβραδίς, γιατί η μάνα μας είναι πολύ μακριά θαμμένη πάνω στο βουνό και πρέπει να ξεκινήσουμε πολύ πρωί.

Κι η δόλια η Μυρσίνη το πίστεψε και την άλλη μέρα πήρε ένα πρόσφορο και ένα πιάτο κόλλυβα και ξεκίνησαν να πάνε να ξαναχώσουν τη μάνα τους. Περπάτησαν, περπάτησαν κι έφτασαν μέσα σε ένα δάσος και πήγαν και καθίσαν κάτω από μια οξιά. Τότε είπε η μεγάλη:

– Να, εδώ είναι το μνήμα της μάνας μας. Φέρτε το φτυάρι να σκάψω.

– Αχ! Κοίτα να δεις τι πάθαμε, οι ξεχασιάρες! Με τι θα σκάψουμε; Ξεχάσαμε να πάρουμε το φτυάρι! Τώρα τι θα κάνουμε;

Τότε είπε η μεγάλη:

– Μια από μας θα πάει να το πάρει!

– Εγώ φοβάμαι!

…λέει η μεσαία.

– Γιατί εγώ; Πουλί που πετάει ξαφνικά να δω, θα μαρμαρώσω!

είπε η Μυρσίνη. Και τότε λέει η μεγάλη:

– Τότε εσύ Μυρσίνη θα καθίσεις εδώ κι εμείς θα πάμε να πάρουμε το φτυάρι, γιατί καμιά μας δε πηγαίνει μόνη της. Εσύ κάθισε εδώ και πρόσεχε τα κόλλυβα μέχρι να γυρίσουμε.

– Καλά, μόνο να γυρίσετε γρήγορα, γιατί κι εγώ φοβάμαι μόνη μου.

…τους είπε η Μυρσίνη και οι δυο αδερφές έφυγαν χαρούμενες. Η καημένη η Μυρσίνη περίμενε και περίμενε, μέχρι που βασίλεψε ο ήλιος. Σαν άρχισε να νυχτώνει, άρχισε να κλαίει. Από το πολύ κλάμα της, τη λυπήθηκαν μέχρι και τα δέντρα. Και μια οξιά της είπε:

– Μην κλαις κορίτσι μου. Ρίξε αυτή την κουλούρα που έχεις, κι όπου σταθεί, εκεί να πας να μείνεις. Και μη φοβάσαι τίποτα.

Έριξε λοιπόν η Μυρσίνη την κουλούρα κι άρχισε να τρέχει από πίσω της. Στάθηκε εδώ, στάθηκε εκεί και χωρίς να το καταλάβει η Μυρσίνη, κατέβηκε σε ένα λάκκο. Βλέπει μπροστά της ένα σπίτι και μπαίνει μέσα. Σ’ αυτό το σπίτι έμεναν δώδεκα αδέρφια, οι μήνες, που όλη μέρα γύριζαν στον κόσμο και μόνο αργά το το βράδυ γύριζαν στο σπίτι. Έτσι, όταν έφτασε η Μυρσίνη, δεν ήταν κανείς εκεί. Η Μυρσίνη ανασκουμπώθηκε, πήρε τη σκούπα, καθάρισε όλο το σπίτι και κάθισε μετά και μαγείρεψε ένα όμορφο φαγητό. Έστρωσε το τραπέζι, έφαγε κι αυτή λίγο και κρύφτηκε στη σοφίτα του σπιτιού. Ύστερα από λίγο έφτασαν κι οι μήνες. Μπαίνουν μέσα και τι να δουν! Όλο το σπίτι σκουπισμένο, το τραπέζι στρωμένο, όλα έτοιμα! Οι μήνες ξαφνιάστηκαν κι αναρωτιόντουσαν:

– Ποιος είναι αυτός που μας έκανε αυτό το καλό; Να μη φοβάται τίποτα! Ας βγει, κι αν είναι αγόρι θα τον κάνουμε αδερφό μας, κι αν είναι κορίτσι θα την κάνουμε αδερφή μας.

Κανένας όμως δεν απάντησε. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι, φάγανε το φαγητό κι έπεσαν στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν. Το πρωί σηκώθηκαν κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε η Μυρσίνη κατέβηκε από τη σοφίτα, σκούπισε πάλι όλο το σπίτι και κάθισε κι έφτιαξε μια πίτα, μα τι πίτα! Πίτα που να τρως και να γλείφεις τα δάχτυλα σου. Σαν βράδιασε έστρωσε το τραπέζι και ετοίμασε τα πάντα. Έκοψε κι αυτή ένα κομματάκι πίτα, έφαγε και πήγε και κρύφτηκε πάλι στη σοφίτα. Σε λίγο ήρθαν κι οι μήνες και όταν τα βρήκαν πάλι όλα έτοιμα, δεν ήξεραν τι να πουν. Κι έλεγαν:

– Μα ποιος μας κάνει αυτό το καλό; Ας βγει, κι ας μη φοβάται! 

Κι είπαν πολλά καλά λόγια, μα η Μυρσίνη δεν έβγαινε. Κάθισαν λοιπόν πάλι στο τραπέζι να φάνε και έπειτα πήγαν για ύπνο. Τότε λέει ο μικρότερος:

– Εγώ δε θα έρθω αύριο μαζί σας. Θα κάτσω εδώ και θα κρυφτώ, να δω ποιος είναι αυτός που έρχεται και μας τα κάνει όλα αυτά.

Όταν ξημέρωσε, σηκώθηκαν όλοι κι έφυγαν και μόνο ο μικρός έμεινε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Τότε να σου κι εμφανίζεται η Μυρσίνη και την αρπάζει ο μικρός από το φουστάνι και της λέει:

– Εσύ είσαι κυρά που μας κάνεις αυτό το καλό και δε μας το λες, παρά μόνο κρύβεσαι; Μη φοβάσαι. Εμείς θα σε έχουμε σαν αδερφή μας. Αυτό εμείς στον ουρανό το ζητούσαμε και στη γη το βρήκαμε.

Τότε η Μυρσίνη ξεθάρρεψε και άρχισε να του διηγείται πως την άφησαν οι αδερφές της και πως βρέθηκε στο σπίτι τους. Το βράδυ όταν ήρθαν οι μήνες και είδαν τη Μυρσίνη πολύ χάρηκαν. Τόσο πολύ, που δεν ήξεραν τι να κάνουν από τη χαρά τους. Έπειτα κάθισαν κι έφαγαν όλοι μαζί σαν αδέρφια. Το επόμενο πρωί όταν σηκώθηκαν, είπαν στη Μυρσίνη πριν φύγουν:

– Αδερφούλα κάνε τις δουλειές σου όπως ξέρεις και το βράδυ θα δεις τι αδέρφια είμαστε.

Η Μυρσίνη έκανε όλες τις δουλειές και όταν άρχισε να βραδιάζει, βγήκε έξω από το σπίτι και περίμενε τα αδέρφια της. Και δεν περίμενε πολύ, αφού σε λίγο ήρθαν οι μήνες και είπαν χαρούμενοι:

– Γεια σου αδερφούλα!

– Καλώς τους!

– Πως πέρασες σήμερα;

– Καλά, εσείς;

– Μη ρωτάς για μας! Αν πέρασες εσύ καλά, είμαστε κι εμείς καλά.

– Ελάτε τώρα, μη στέκεστε. Είστε κουρασμένοι και το τραπέζι είναι στρωμένο.

– Καλά λες Μυρσίνη, να φάμε, γιατί πολύ πεινάσαμε σήμερα.

Μπήκαν λοιπόν μέσα και κάθισαν στο τραπέζι. Και αφού έφαγαν, ο ένας έδωσε στη Μυρσίνη μαλαματένια σκουλαρίκια, ο άλλος ολόχρυσο φόρεμα που είχε μέσα κεντημένο τον ουρανό με τ΄άστρα. Άλλοι της έφεραν φουστάνια που είχαν μέσα κεντημένα τη γη με τα χορτάρια και τη θάλασσα με τα ψάρια. Πράγματα που να τ΄ακούσει κανείς, θαρρείς πως είναι παραμύθι. Κι έτσι η Μυρσίνη περνούσε με τους μήνες πολύ όμορφα! Οι αδερφές της, όταν έμαθαν πως η Μυρσίνη ζει και είναι καλά, έσκασαν από τη ζήλια και βάλθηκαν να την φαρμακώσουν. Έφτιαξαν λοιπόν μια τούρτα κι έβαλαν μέσα δηλητήριο και πήγαν στη Μυρσίνη. Μόλις είχαν φύγει οι μήνες και η Μυρσίνη ήταν μόνη της στο σπίτι χτύπησαν την πόρτα.

– Ποιος είναι;

…ρώτησε από μέσα η Μυρσίνη.

Μυρσίνη, τόσο γρήγορα μας ξέχασες! Άνοιξε, οι αδερφές σου είμαστε. Φάγαμε τον τόπο να σε ψάχνουμε στο βουνό!

Η Μυρσίνη άνοιξε την πόρτα, έπεσε στην αγκαλιά τους κι άρχισε να κλαίει. Κι εκείνες τη ρώτησαν:

– Που χάθηκες; Εμείς γρήγορα γρήγορα πήγαμε στο σπίτι, πήραμε το φτυάρι και γυρίσαμε να σε βρούμε. Ψάξαμε από εδώ, ψάξαμε από εκεί, μα δε σε βρίσκαμε πουθενά. Και σκεφτήκαμε πως θα φοβήθηκες και πως θα πέρασε κανένας άνθρωπος και θα πήγες μαζί του σε κανένα χωριό. Έπειτα μάθαμε πως είσαι εδώ και ήρθαμε να σε δούμε. Και όπως βλέπουμε είσαι μια χαρά.

– Είμαι πάρα πολύ καλά! 

– Το βλέπουμε. Μόνο κοίτα να μη το κουνήσεις από εδώ, αφού σ΄αγαπούν τόσο πολύ. Εμείς τώρα φεύγουμε.

– Γιατί δε κάθεστε;

– Είμαστε βιαστικές. Άλλη φόρα. Έχε γεια Μυρσίνη!

– Στο καλό.

– Θα ερχόμαστε συχνά να σε βλέπουμε. Α, παραλίγο να το ξεχάσουμε. Σου φτιάξαμε κι αυτή τη τούρτα. Είναι από εκείνες που κάναμε για την ψυχή της μάνας μας. Πάρ΄την να την φας.

Κι η Μυρσίνη την πήρε κι όταν έφυγαν οι αδερφές της, έκοψε ένα κομμάτι και το έδωσε στο σκυλάκι που είχε και το καημένο ψόφησε. Τότε η Μυρσίνη κατάλαβε πως η τούρτα ήταν δηλητηριασμένη και πως οι αδερφές της ήθελαν να την φαρμακώσουν και δεν την έφαγε. Την έριξε στον φούρνο και κάηκε. Αφού πέρασαν λίγες μέρες οι αδερφές της Μυρσίνης έμαθαν πως δεν φαρμακώθηκε. Πήραν τότε ένα φαρμακωμένο δαχτυλίδι και πήγαν πάλι να την επισκεφτούν. Χτύπησαν την πόρτα και η Μυρσίνη δεν άνοιξε. Τότε αυτές είπαν:

– Άνοιξε Μυρσίνη, έχουμε να σου πούμε κάτι. Σου φέραμε ένα δαχτυλίδι της μάνας μας, γιατί εσύ όταν πέθανε ήσουν πολύ μικρή και δεν το ήξερες. Μας είχε δώσει εντολή να σου το δώσουμε όταν θα μεγάλωνες. 

Τότε η Μυρσίνη άνοιξε το παράθυρο και πήρε το δαχτυλίδι. Και μόλις το έβαλε, έπεσε κάτω αναίσθητη. Το βράδυ που γύρισαν οι μήνες, μόλις την βρήκαν στο πάτωμα, άρχισαν να κλαίνε. Ύστερα από τρεις μέρες την έντυσαν στα χρυσά και την έβαλαν μέσα σε ένα μαλαματένιο σεντούκι και την είχαν μέσα στο σπίτι.

Μετά από λίγο καιρό πέρασε από εκεί ένα βασιλόπουλο. Όταν είδε το σεντούκι, του άρεσε πολύ και το ζήτησε από τους μήνες. Στην αρχή δεν ήθελαν να του το δώσουν, αλλά μετά από πολλά παρακάλια του το έδωσαν. Μα είπαν στο βασιλόπουλο να μην το ανοίξει ποτέ. Το βασιλόπουλο πήρε το σεντούκι και το πήγε στο παλάτι. Μια μέρα αρρώστησε βαριά που κόντευε να πεθάνει. Φώναξε λοιπόν τη μάνα του και της είπε:

– Μάνα θα πεθάνω και δε θα μάθω ποτέ τι έχει μέσα αυτό το σεντούκι. Φέρε το να το ανοίξω. Μόνο θέλω να είμαι μόνος μου.

Βγήκαν λοιπόν όλοι έξω και άνοιξε το σεντούκι. Και είδε τη Μυρσίνη στα ολόχρυσα ντυμένη και τόσο όμορφη που ήταν, σαν άγγελος. Το βασιλόπουλο έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μετά από λίγο που συνήλθε, πρόσεξε το δαχτυλίδι της Μυρσίνης και το έβγαλε να δει αν έγραφε το όνομα της μέσα. Μόλις το έβγαλε από το χέρι της, η Μυρσίνη άνοιξε τα μάτια της και πετάχτηκε από το σεντούκι. Και είπε:

– Που είμαι; Ποιος με έφερε εδώ; Εδώ δεν είναι το σπίτι μου. Που είναι τα αδέρφια μου;

– Εγώ τώρα είμαι αδερφός σου και είσαι στο παλάτι του βασιλιά.

…της απάντησε το βασιλόπουλο και της διηγήθηκε όλη την ιστορία με το σεντούκι. Τότε η Μυρσίνη θυμήθηκε τις αδερφές της και είπε:

– Βασιλιά μου, αυτό το δαχτυλίδι ριξ΄το μέσα στη θάλασσα, γιατί είναι φαρμακωμένο και μαγεμένο. Μου το έδωσαν οι αδερφές μου και μόλις το φόρεσα έμεινα όπως με βρήκες. 

Η Μυρσίνη είπε στο βασιλόπουλο όλη την ιστορία της κι αυτό θύμωσε πάρα πολύ και της είπε:

– Αυτές τις αδερφές σου θα τις βρω όπου κι αν είναι και θα τις τιμωρήσω.

– Όχι βασιλιά μου, να χαρείς, μην κάνεις τίποτα. Θα το βρουν από αλλού.

…του είπε η Μυρσίνη. Όταν έγινε καλά το βασιλόπουλο, παντρεύτηκε τη Μυρσίνη και ζούσαν πολύ καλά. Σαν έμαθαν οι αδερφές της πως η Μυρσίνη ζει και μάλιστα πως παντρεύτηκε το βασιλόπουλο, δε τις χωρούσε ο τόπος από τη ζήλια τους. Και πήγαν στο παλάτι. Βρήκαν έναν αυλικό και τον ρώτησαν:

Που είναι η βασίλισσα Μυρσίνη; Είμαστε οι αδερφές της και ήρθαμε να τη δούμε.

– Χωρίς την άδεια του βασιλιά, κανείς δε μπορεί να δει τη Μυρσίνη. 

…τους απάντησε ο αυλικός και πήγε να βρει τον βασιλιά. Και του είπε:

– Βασιλιά μου, ήρθαν δυο κορίτσια και λένε πως είναι αδερφές της βασίλισσας Μυρσίνης. Θέλουν να την δουν. Έχω την άδεια σας να τις αφήσω να περάσουν;

– Γρήγορα αυτά τα κορίτσια να τα πάρετε και να τα εξαφανίσετε, γιατί ήρθαν να φαρμακώσουν τη βασίλισσα.

Και πήραν τις αδερφές, αλλά ποτέ κανείς δεν έμαθε τι απέγιναν. Ούτε φάνηκαν, ούτε ακούστηκαν πουθενά. Κι έτσι ζούσαν και βασίλευαν η Μυρσίνη και το βασιλόπουλο, κι όλος ο κόσμος μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για αυτήν και τα καλά που έκανε.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λεν’ τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Ο σκύλος και ο λύκος

Μύθος του Αισώπου –

Στο μεγάλο δάσος είχε πέσει μεγάλη πείνα. Τα άγρια ζώα – οι αρκούδες, οι λύκοι και οι αλεπούδες – δεν έβρισκαν τίποτα να βάλουν στο στόμα τους.

Ένας λύκος, αφού γύρισε όλο το δάσος χωρίς να βρει ούτε ένα ποντικό για να ξεγελάσει το στομάχι του, που τον πονούσε από την πείνα, αποφάσισε να βγει στον κάμπο, μήπως σταθεί τυχερός και βρει κανένα μικρό ζώο.

Κόντευε να φτάσει σε ένα μικρό σπίτι, όταν είδε έναν σκύλο να τρέχει πότε από δω πότε από εκεί.

Γεια σου ξάδερφε!

…του είπε ο λύκος. Όπως ξέρετε, οι σκύλοι και οι λύκοι μοιάζουν σαν να είναι πρώτα ξαδέρφια.

– Γεια σου!

…του απάντησε ο σκύλος και στάθηκε να κουβεντιάσει μαζί του.

– Γιατί κάνεις συνέχεια βόλτες;

…τον ρώτησε ο λύκος.

– Α, τις βόλτες τις κάνω μετά το φαγητό, για να χωνέψω.

…αποκρίθηκε ο σκύλος. Ο λύκος γούρλωσε τα μάτια του από θαυμασμό και ζήλια.

– Ώστε τρως πολύ, ε;

…τον ρώτησε.

Ναι, τρώω όσο θέλω. Το αφεντικό μου με ταΐζει καλά, γιατί του φυλάω το σπίτι.

…απάντησε ο σκύλος. Ο λύκος άρχισε να ξερογλείφεται και ρώτησε:

Και τι τρως, αν επιτρέπεται;

– Ό, τι επιθυμήσει η ψυχή μου. Κρέας, κόκαλα, ψωμί, περισσεύματα από φαγητά..

– Και κάθε πότε τρως;

– Τρεις φορές την ημέρα. Πρωί, μεσημέρι και βράδυ.

Ο λύκος ενθουσιάστηκε και είπε:

Μήπως περισσεύει και για μένα κανένα φαγητό για να φυλάω κι εγώ το σπίτι;

– Βέβαια! Το αφεντικό θα χαρεί πολύ να έχει δυο φύλακες! Από φαγητό μη σε νοιάζει. Θα τρως με την ψυχή σου.

…απάντησε ο σκύλος και του είπε να πλησιάσει.

Να σε ρωτήσω όμως κάτι; Αυτό που έχεις στο λαιμό σου τι είναι;

…ρώτησε ο λύκος.

Είναι ένα πέτσινο λουρί.

– Και γιατί το φοράς;

– Μου το φοράει το αφεντικό μου. Από αυτό με δένει με την αλυσίδα.

– Την αλυσίδα;

…ρώτησε ο λύκος ξαφνιασμένος.

Ναι, τις περισσότερες φορές είμαι δεμένος με μια αλυσίδα.

 

…είπε ο σκύλος και τότε ο λύκος του απάντησε:

Α ξάδερφε! Αυτά τα πράγματα δε μου αρέσουν εμένα. Προτιμώ να γυρίζω νηστικός στο δάσος και να έχω την ελευθερία μου, παρά να είμαι χορτάτος και δεμένος με μια αλυσίδα. Για αυτό θα φύγω. Τρέχω στο όμορφο μου δάσος! Δεν μπορώ εγώ να υποφέρω τη σκλαβιά! 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το μεγάλο κατόρθωμα

Μύθοι του Αισώπου –

Ήταν κάποτε μια αλογόμυγα που κατοικούσε στην ουρά ενός αλόγου. Ήταν πολύ περήφανη για τον εαυτό της και μια μέρα διηγήθηκε σε δυο άλλες αλογόμυγες, ένα μεγάλο κατόρθωμα που είχε κάνει.

Εμένα που με βλέπετε, έχω κάνει ένα κατόρθωμα που καμιά από εσάς δε μπορεί να το κάνει. Μια μέρα δυο άλογα τραβούσαν ένα αμάξι με ανθρώπους που ταξίδευαν. Μα στην ανηφόρα τα άλογα κουράστηκαν και σταμάτησαν να προχωρούν. Εγώ είχα ξαπλώσει στη χαίτη του ενός αλόγου, όταν άκουσα τον αμαξά να μαστιγώνει το άλογο και να τους φωνάζει «Άντε! Χοπ! Χοπ»! Μα τα άλογα δε κουνήθηκαν από τη θέση τους. Κι ο αμαξάς είπε τότε στους επιβάτες να κατεβούν για να ελαφρώσει το αμάξι και συνέχισε να φωνάζει! Αλλά πού να κουνηθούν εκείνα! Και τότε ξέρετε τι έκανα;

…καυχιόνταν η αλογόμυγα.

– Τι;

…ρώτησαν με περιέργεια οι άλλες δυο.

– Αρπάζω τα χαλινάρια και τα τραβώ με όλη μου τη δύναμη και φώναζα στα άλογα να κουνηθούν! Και τότε, τα άλογα ξεκίνησαν. Αν δεν ήμουν εγώ, δε θα μπορούσαν να βγάλουν την ανηφόρα. Λοιπόν, πώς σας φαίνεται το κατόρθωμα μου;

– Μπράβο! Μα πως τα κατάφερες;

…ρώτησαν οι δυο φίλες της.

Με τη δύναμη μου! Είμαι η πιο δυνατή αλογόμυγα στον κόσμο!

…απάντησε εκείνη.

Οι αλογόμυγες την κοίταζαν και την ξανακοίταζαν με θαυμασμό! Βλέπετε ήταν πολύ κουτές για να καταλάβουν ότι τα άλογα είχαν ξεκινήσει από τις φωνές του αμαξά και όχι από τη δύναμη της αλογόμυγας.

Αλλά, όταν κάποιος είναι περήφανος, νομίζει ότι μπορεί να κάνει θαύματα!

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Η Μαρούλα

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα της αφεντιάς σας.

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα ζώα είχαν ακόμα λαλιά που την καταλάβαινε ο άνθρωπος, σε ένα μικρό χωριό ζούσε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και κάθε μέρα παρακαλούσε το Θεό να της δώσει ένα παιδί. Ένα πρωί που στεκόταν στο παραθύρι της, γυρνάει στον ήλιο και του λέει:

– Ήλιε μου, κυρ Ήλιε μου, δώσε μου ένα παιδί και σαν γίνει δώδεκα χρονών, έλα και πάρ’ το.

Άκουσε τα παρακάλια της ο Ήλιος και της έδωσε ένα κοριτσάκι όμορφο σαν την αυγή και αυτή το ονόμασε Μαρούλα. Κι ήταν όλο χαρά που έκανε παιδί. Όσο μεγάλωνε η Μαρούλα, τόσο και ομόρφαινε. Ώσπου έγινε δώδεκα χρονών. Μια μέρα που πήγε στη βρύση για νερό, την βλέπει ο Ήλιος και μεταμορφώνεται σε ένα παλικάρι και πάει κοντά της και της λέει:

– Να πεις της μάνας σου, εκείνο που μου έταξε, πότε θα μου το δώσει;

– Ποιος είσαι εσύ;

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι "Η Μαρούλα"

Ζωγραφιά της φίλης μας Εύης με αφορμή το παραμύθι «Η Μαρούλα»

…ρώτησε η Μαρούλα  και το παλικάρι της αποκρίθηκε:

– Πες εσύ της μάνας σου και εκείνη θα καταλάβει ποιος είμαι.

– Καλά, θα το πω.

…είπε η Μαρούλα και φορτώθηκε τη στάμνα της. Όταν γύρισε στο  σπίτι είπε στην μάνα της:

– Μάνα, στη βρύση που ήμουν, με βρήκε ένα παλικάρι! Τόσο όμορφο ήταν, που έλαμπε σαν τον ήλιο. Εκείνο το πρόσωπο του ήταν τόσο λαμπερό! Και μου είπε, πότε θα του δώσεις εκείνο που του έταξες; Τον ρώτησα ποιος είναι και εκείνος μου είπε πως θα καταλάβεις ποιος είναι.

Κι η μάνα της αναστέναξε και της είπε:

– Το ξέρω κορίτσι μου αυτό το παλικάρι. Μόνο να του πεις, αν σε ξαναβρεί, πως ξέχασες να μου το πεις.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα πήγε και πάλι στην βρύση για νερό κι όταν ο  Ήλιος την είδε κατέβηκε ξανά με την μορφή του παλικαριού και της είπε:

– Είπες της μάνας σου αυτά που σου είπα τις προάλλες;

– Ξέχασα να το πω.

…του λέει αυτή. Τότε ο Ήλιος της δίνει ένα χρυσό μήλο και της λέει:

– Πάρε αυτό το μήλο και βάλτο μέσα στον κόρφο σου και το βράδυ, όταν σε ξεντύνει η μάνα σου για να κοιμηθείς, θα πέσει το μήλο και θα θυμηθείς να της το πεις.

Πηγαίνει λοιπόν, η Μαρούλα με μια χαρά στο σπίτι και λέει στη μάνα της:

– Εκείνο το παλικάρι, που μου είπε να σε ρωτήσω πότε θα του δώσεις το τάμα που του έταξες, με βρήκε πάλι και μου έδωσε αυτό το μήλο. Και μου παρήγγειλε να το βάλω στον κόρφο μου και το βράδυ, όταν με ξεντύσεις, όταν πέσει και το δω να θυμηθώ να σου το πω. 

– Όταν το βρει, ας το πάρει!

…είπε η μάνα της και έβαλε στο νου της να μην το ξαναστείλει πια το κορίτσι για νερό.

Για αρκετό καιρό δεν την έστελνε στην βρύση τη Μαρούλα, μα ύστερα ξεθάρρεψε, ξέχασε το γεγονός και την έστειλε ξανά. Σαν την είδε όμως ο Ήλιος, έγινε πάλι ένα παλικάρι και κατέβηκε και την ρώτησε, τι της είπε η μάνα της για το τάμα που του έταξε.

– Α, σαν το βρεις, είπε, ας το πάρεις.

…του λέει η Μαρούλα.

Την παίρνει τότε ο Ήλιος από το χέρι και την πάει μακριά στο παλάτι του, που ήτανε χτισμένο μπροστά από ένα ωραίο περιβόλι.

Όλη τη μέρα ο Ήλιος έλειπε κι άφηνε τη Μαρούλα στο περιβόλι να παίζει και το βράδυ γυρνούσε πίσω στο παλάτι του. Μα η καημένη η Μαρούλα, αν και είχε όλα τα καλά στο παλάτι του Ήλιου, θυμόταν τη μάνα της. Κι όλη τη μέρα καθόταν στο περιβόλι κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και έβαζε τα χέρια της και μαδούσε τα μάγουλα της. Και μαραίνονταν τα μαρούλια κι έπεφταν κάτω τα δέντρα από το κλάμα της Μαρούλας. Ερχόταν το βράδυ ο Ήλιος κι έβλεπε τη Μαρούλα με πρησμένα τα μάτια και κομματιασμένα τα μάγουλα.

Ποιος σε έκανε έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο πετεινός ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Την άλλη μέρα η Μαρούλα κάθισε στο περιβόλι κι άρχισε πάλι να κλαίει και να σκίζει τα μάγουλα της και να λέει:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Και μαραίνονταν τα μαρούλια και πέφτανε τα δέντρα κάτω. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, την βλέπει πάλι με κομματιασμένα μάγουλα.

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Της γειτόνισσας ο γάτος ήρθε και πάλεψε με τον δικό μας και πήγα να τους χωρίσω και με γρατζούνισαν.

Πάει πάλι το άλλο πρωί η Μαρούλα στο περιβόλι και σαν κάθισε  θυμήθηκε τη μάνα της κι έκανε πάλι τα μάγουλα της όλο αίματα κι έκλαιγε κι έλεγε:

Ως ψύγει και μαραίνεται της μάνας μου η καρδούλα

έτσι να ψυγομαραθούν του Ήλιου τα μαρούλια!

Κόψου, δέντρο μου, κόψου! 

Μαράθηκαν λοιπόν όλα τα μαρούλια, έπεσαν κι όλα τα δέντρα κι απόμεινε το περιβόλι ξύλο – κούτσουρο. Έρχεται το βράδυ ο Ήλιος, βλέπει τη Μαρούλα όλο αίματα:

– Ποιος σε έκανε πάλι έτσι, Μαρούλα μου;

– Πέρασα από μια τριανταφυλλιά κι εκείνη με έσκισε με τα αγκάθια της.

Το άλλο πρωί όμως  ο Ήλιος, σαν βγήκε έξω, συλλογίστηκε: Δεν πάω να δω τι κάνει η Μαρούλα στο περιβόλι; Γυρίζει λοιπόν πίσω και τι να δει; Τη Μαρούλα να κλαίει και να ξεσκίζει τα μάγουλα της. Πάει κοντά της και της λέει:

– Γιατί κλαις Μαρούλα μου; Μπας και στεναχωριέσαι εδώ πέρα;

– Όχι, δε στεναχωριέμαι.

– Τότε γιατί κλαις; Μπας και θέλεις να πας πίσω στη μάνα σου;

– Ναι, θέλω να πάω στη μάνα μου!

…λέει η Μαρούλα.

– Ε, αφού θέλεις να πας στη μάνα σου, εγώ θα σε στείλω.

…της λέει ο Ήλιος.

Την πήρε λοιπόν από το χέρι και την πήγε στην άκρη του περιβολιού κι εκεί άρχισε να φωνάζει:

Λιονταράκια, λιονταράκια!

Κι ήρθαν τα λιονταράκια.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

– Αλεπουδάκια, αλεπουδάκια!

Κι ήρθαν οι αλεπούδες.

– Τι θέλεις αφέντη;

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Θα τρώμε από το κρέας της και θα πίνουμε από το αίμα της.

– Φύγετε γρήγορα, δε μου κάνετε!

…τους είπε ο Ήλιος κι ύστερα ξαναφώναξε:

Ελαφάκια, ελαφάκια!

Κι ήρθαν τα ελαφάκια τρέχοντας.

– Την πάτε την Μαρούλα σπίτι της;

– Την πάμε.

– Και τι θα τρώτε στο δρόμο, άμα πεινάσετε και τι θα πίνετε, άμα διψάσετε;

– Δροσερό, δροσερό χορταράκι και καθαρό, καθαρό νεράκι.

– Να έχετε την ευχή μου.

…τους λέει ο Ήλιος κι ανεβάζει τη Μαρούλα στα κέρατα ενός ελαφιού, τη στολίζει με φλουριά και τη στέλνει στη μάνα της.

Πήγε, πήγε το ελάφι, μα κάποια στιγμή πείνασε. Βρίσκει ένα κυπαρίσσι και λέει:

– Σκύψε κυπαρίσσι, να βάλω πάνω τη Μαρούλα!

Έσκυψε το κυπαρίσσι κι έβαλε τη Μαρούλα.

– Εγώ, θα πάω λιγάκι να βοσκήσω κι ύστερα θα ρθω να σε πάρω. Μα να μη φωνάξεις παρά μόνο αν τύχει και με χρειαστείς, για να μπορέσω να βοσκήσω.

…της είπε το ελάφι.

Καλά, πήγαινε.

…απάντησε η Μαρούλα.

Κάτω από το κυπαρίσσι ήταν ένα πηγάδι κι εκεί κοντά καθόταν μια λάμια με τρεις θυγατέρες κι έστειλε τη μια της θυγατέρα να της φέρει νερό από το πηγάδι. Εκείνη λοιπόν, μόλις έσκυψε να ρίξει τον κουβά στο πηγάδι, είδε το πρόσωπο της Μαρούλας, που καθρεφτιζόταν μέσα στο νερό και θάρρεψε πως ήταν το δικό της. Πετάει τον κουβά της και πάει σπίτι της χορεύοντας.

– Έφερες νερό;

…τη ρωτάει η μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Η μάνα της απόμεινε. Στέλνει τη δεύτερη κόρη στο πηγάδι, μα κι αυτή μόλις είδε το πρόσωπο της Μαρούλας στο νερό, το πέρασε για δικό της. Δίνει κι αυτή ένα πέταμα του κουβά και πάει τρέχοντας στη μάνα της.

– Τέτοια κόρη που ‘ μαι εγώ, και με στέλνεις για νερό;

Στέλνει ύστερα την τρίτη κόρη της στο πηγάδι, μα κι αυτή τα ίδια. Κινάει τότε η μάνα τους να πάει η ίδια στο πηγάδι. Σκύβει, κοιτάει στο νερό, βλέπει το πρόσωπο της Μαρούλας. Κοιτάει επάνω, βλέπει και την ίδια και ξέσπασε σε γέλια.

– Εσύ ήσουν που έβλεπαν στο νερό οι κόρες μου και μου ήρθαν ξετρελαμένες και για χατίρι σου άφησα κι εγώ το ζύμωμα μου σύξυλο! Κατέβα κάτω να σε φάω!

– Πήγαινε πρώτα να ζυμώσεις κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

…της λέει η Μαρούλα. Τρέχει η λάμια στο σπίτι της, ζυμώνει γρήγορα γρήγορα κι ύστερα έρχεται τρέχοντας ξανά στη Μαρούλα.

– Ζύμωσα, κατέβα τώρα κάτω να σε φάω.

– Πήγαινε να πλάσεις πρώτα τα ψωμιά σου κι ύστερα έρχεσαι.

Τρέχει εκείνη, πλάθει τα ψωμιά και γυρίζει ξανά τρέχοντας.

– Τα έπλασα, κατέβα τώρα να σε φάω.

– Πήγαινε πρώτα να ζεστάνεις το φούρνο κι ύστερα έρχεσαι και με τρως.

Πάει η λάμια, ζεσταίνει το φούρνο και γυρίζει πίσω.

– Τον ζέστανα, κατέβα να σε φάω.

– Φούρνισε πρώτα τα ψωμιά, μη σου κρυώσει ο φούρνος κι έρχεσαι ύστερα και με τρως.

Φεύγει η λάμια να πάει να φουρνίσει κι η Μαρούλα τότε βάζει μια φωνή:

– Ελαφάκι, ελαφάκι!

Άκουσε το ελαφάκι κι ήρθε τρέχοντας.

– Γρήγορα, ήρθε η λάμια να με φάει!

… του λέει η Μαρούλα και τότε λέει το ελαφάκι στο κυπαρίσσι:

– Χαμήλωσε κυπαρίσσι, να πάρω τη Μαρούλα!

Χαμήλωσε το δέντρο και πήρε τη Μαρούλα κι άρχισε να τρέχει. Στο δρόμο που πήγαινε, ανταμώνει ένα ποντικάκι και του λέει:

Ποντικάκι, αν σε ανταμώσει η λάμια και σε ρωτήσει αν μας είδες, να της λες λόγια λόγια, να την χασομερήσεις για να μη μας φτάσει.

Μετά από λίγο, περνάει η λάμια και του λέει:

– Ε, ποντικάκι, μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

Της λέει το ποντικάκι:

– Εδώ βρήκα μια τουλούπα μαλλί.

Του λέει η λάμια:

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το ξάνω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το κλώσω!

…λέει το ποντικάκι.

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Μήπως είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Όσο να το υφάνω!

– Άλλα σου λέω κι άλλα μου λες. Δεν είδες μια κόρη με ένα ελαφάκι;

– Την είδα, τρέχα να την φτάσεις.

…λέει το ποντικάκι. Εκεί που έτρεχε το ελαφάκι και κόντευε να φτάσει στο σπίτι της μάνας της, την ένιωσε ο σκύλος τη Μαρούλα κι άρχισε να φωνάζει:

– Γαβ, γαβ! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ουστ, παλιόσκυλο! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Ύστερα την ένιωσε ο γάτος πάνω στα κεραμίδια και φώναξε:

– Μιάου, μιάου! Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

– Ψιτ, παλιόγατα! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Τότε την ένιωσε ο πετεινός και φώναξε:

– Κικιρίκου, κικιρίκου!Να η Μαρούλα κι έρχεται! 

Κι η μάνα της είπε:

Ξιού, παλιοπετεινέ! Θέλεις να με κάνεις να πλαντάξω από το κακό μου;

Όσο όμως κοντοζύγωνε το ελαφάκι στο σπίτι, τόσο κοντοζύγωνε κι η λάμια. Κι όταν έκανε το ελαφάκι να χωθεί μέσα στο σπίτι, προλαβαίνει η λάμια κι αρπάζει την ουρά του.

– Ωχ, η ουρίτσα μου, η ουρίτσα μου!

…φώναξε το ελαφάκι.

Σαν μπήκε μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε η μάνα της Μαρούλας και το καλωσόρισε:

– Καλώς το! Αφού μου έφερες τη Μαρούλα μου, εγώ θα σου βάλω την ουρίτσα σου.

Και πήρε βαμβάκι και του έβαλε την ουρά του. Κι από τότε έζησε με το κοριτσάκι της καλά κι εμείς καλύτερα.

Ψέματα ή αλήθεια, έτσι λένε τα παραμύθια!

Categories: Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Η χελώνα που ήθελε να πετάξει

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός χωριάτικου σπιτιού μια χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καημό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.

Τι κατάρα είναι αυτή! Σέρνω κάθε μέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ να ‘μουν κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πως ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά.

Μια μέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της, την λυπήθηκαν και την ρώτησαν:

Θέλεις αλήθεια να πετάξεις κυρά Χελώνα;

– Αν θέλω; Αυτό είναι το μεγάλο μου όνειρο. Ας πετάξω μια φορά κι ας πεθάνω, που λέει ο λόγος! Αλλά πως;

…απάντησε και αναρωτήθηκε.

Υπάρχει ένας τρόπος. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο, εγώ και η αδερφή μου θα πιάσουμε με τα ράμφη μας τις δυο άκρες και θα σε πάρουμε μαζί μας!

…της πρότεινε η μια πάπια.

Η χελώνα ενθουσιάστηκε με την ιδέα και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες με τα ράμφη τους, άνοιξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας μαζί τους την χελώνα.

Το πόσο χαιρόταν η χελώνα δε λέγεται! Επιτέλους είχε πραγματοποιήσει το όνειρο της! Για μια στιγμή μάλιστα πίστεψε ότι θα μπορούσε να πετάξει και μόνη της! Και τότε, άφησε η κουτή το ξύλο που κρατούσε με τα δόντια της και έπεσε στο χώμα και τραυματίστηκε.

Από εκείνη τη μέρα κατάλαβε ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένη με τη μορφή που της έδωσε η φύση και να μη ζηλεύει τα άλλα ζώα.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το πάθημα του λύκου

Μύθος του Αισώπου –

Μια φορά κι έναν καιρό το λιοντάρι, ο βασιλιάς των ζώων, αρρώστησε βαριά. Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί.

Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε κι η σειρά του λύκου.

Βασιλιά μου, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα, είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήρθε ούτε στο κάλεσμα σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει αν πεθάνεις.

Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε συμπαθούσε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!

– Ώστε έτσι! Να την βρείτε αμέσως και να την φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!

…φώναξε θυμωμένο το λιοντάριΟ λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έρθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι όμως, πέταξε γρήγορα, βρήκε την αλεπού και της είπε:

– Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.

– Σε ευχαριστώ καλό μου πουλάκι. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλιτώσω!

…είπε η αλεπού. Mάζεψε μερικά αγριόχορτα και τράβηξε προς τη σπηλιά του λιονταριού.Όταν την είδε το λιοντάρι άφρισε από το κακό του και της φώναξε:

– Έλα εδώ! Πού ήσουν; Δεν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά μου;

– Ναι, βασιλιά μου. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, για αυτό πριν έρθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.

…απάντησε η αλεπού.

– Ώστε για αυτό άργησες; Καλά έκανες! Θα γίνω καλά αν πάρω αυτά τα βότανα;

– Ναι, βασιλιά μου! Μόνο που χρειάζεται να τα ανακατέψεις με κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.

– Με τι; 

…ρώτησε το λιοντάρι.

– Να τα βράσεις μαζί με μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια εσύ ξέρεις που θα τη βρεις.

– Και βέβαια ξέρω! Θα κόψω τη γλώσσα του λύκου!

Το είπε και το έκανε αμέσως. Έτσι η πονηρή αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,, | Σχολιάστε

Τσαρλς (Κάρολος) Ντίκενς (1812-70)

Άγγλος δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο κορυφαίος μυθιστοριογράφος, που ανέδειξε η βικτωριανή Αγγλία κι ένας από τους σπουδαιότερους σε παγκόσμιο επίπεδο. Υπήρξε από τους σφοδρότερους επικριτές τόσο των ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όσο και της τεράστιας φτώχειας, την οποία σήμανε για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού η Βιομηχανική Επανάσταση. Ο Ντίκενς είναι ο συγγραφέας των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων.

Ο Τσαρλς Τζον Χάφαμ Ντίκενς (Charles John Huffam Dickens) γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο νησί Πόρτσι, που περιβάλλεται από την πόλη Πόρτσμουθ της Νότιας Αγγλίας. Ήταν το δεύτερο από τα οκτώ παιδιά του Τζον και της Ελίζαμπεθ Ντίκενς. Ο πατέρας του ήταν υπάλληλος στην Υπηρεσία Μισθοδοσίας του Ναυτικού. Αμειβόταν ικανοποιητικά, αλλά οι σπατάλες και η άσωτη ζωή του, οδήγησαν πολλές φορές την οικογένεια σε οικονομικό αδιέξοδο ή και στην καταστροφή, με αποκορύφωμα το 1824, όταν ο Τζον Ντίκενς φυλακίστηκε για χρέη.

Το 1817 η οικογένειά του μετακόμισε στο Τσάταμ του Κεντ, όπου ο νεαρός Κάρολος πέρασε πέντε ευτυχισμένα χρόνια. Πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο, έπαιζε πολύ και διάβαζε μανιωδώς τις νουβέλες των Χένρι Φίλντινγκ και Τομπάιας Σμόλετ. Το 1822 η οικογένειά του αναγκάσθηκε να μετακομίσει στο Λονδίνο, λόγω των χρεών του πατέρα του.

Μετά τη φυλάκιση του πατέρα του για χρέη το 1824 έζησε στο σπίτι της γηραιάς κυρίας Ελίζαμπεθ Ρόιλανς, που ήταν φίλη της οικογένειας. Για να πληρώνει τη διαμονή και διατροφή του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να δουλεύει καθημερινά επί δεκάωρο σ’ ένα εργοστάσιο βερνικιών. Οι συνθήκες εργασίας ήταν απάνθρωπες, αλλά διαμόρφωσαν τον κατοπινό συγγραφικό του χαρακτήρα. Τη δική του οικτρή οικονομική κατάσταση και τις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης αποτέλεσαν το θέμα του πιο αγαπημένου του έργου, του αυτοβιογραφικού Δαβίδ Κόπερφιλντ (1849-1850).

Μία απρόσμενη κληρονομιά βοήθησε τον πατέρα του να βγει από τη φυλακή και να διευθετήσει τα χρέη με τους πιστωτές του. Όμως, η σχέση με τον γιο του Κάρολο είχε διαρραγεί οριστικά. Τη διετία 1827-1828 ο νεαρός Ντίκενς δούλεψε ως βοηθός σε δικηγορικό γραφείο και στη συνέχεια ως στενογράφος στα δικαστήρια του Λονδίνου. Οι δύο αυτές ενασχολήσεις τού άφησαν μία βαθειά απέχθεια γιο το αγγλικό δικαστικό σύστημα, που πίστευε ότι ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των πλουσίων.

Το 1830 ο Ντίκενς συνάντησε τον πρώτο έρωτα της ζωής του, στο πρόσωπο της Μαρίας Μπίντνελ, που αποτέλεσε το μοντέλο για τον χαρακτήρα της Ντόρα Σπένλοου στον Δαβίδ Κόπερφιλντ. Οι γονείς της νεαρής κοπέλας εναντιώθηκαν στη σχέση και την έστειλαν να σπουδάσει στο Παρίσι.

Από το 1833 και μετά η επαγγελματική του ζωή εναλλασσόταν μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Διετέλεσε πολιτικός και κοινοβουλευτικός συντάκτης σε διάφορα έντυπα φιλελευθέρων αποχρώσεων. Γνωρίζοντας την πολιτική ζωή από τα μέσα, έχασε σιγά -σιγά την εμπιστοσύνη του στο πολιτικό σύστημα, που εξέθρεφε «τη φτώχεια, την πείνα και την αμάθεια», όπως έλεγε, ενώ ήταν ιδιαίτερα επικριτικός για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, που «αποδεικνύεται τέλεια αποτυχία». Δεν είχε όμως και κάποια άξια λόγου εναλλακτική λύση να προτείνει.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1830 άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του λογοτεχνικά έργα με τη μορφή επιφυλλιδογραφικών μυθιστορημάτων, δηλαδή σε συνέχειες σε περιοδικά και εφημερίδες. Ήταν σαν να λέγαμε τα τηλεοπτικά σήριαλ της εποχής, εξ ου και η ικανότητα του Ντίκενς να διατηρεί αμείωτη την προσοχή του αναγνώστη από ενότητα σε ενότητα και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας ένα γεμάτο εντάσεις μύθο, που συνδυάζεται με τη συναρπαστική δράση.

Το πρώτο μυθιστόρημα αυτής της κατηγορίας είναι Τα Χαρτιά του Πίκγουικ, που εξέδωσε το 1836 και αμέσως έκανε γνωστό το όνομά του. Στο έργο αυτό παρουσιάζονται σε εμβρυακή κατάσταση, πολλά από τα χαρακτηριστικά, που υπάρχουν στο μεταγενέστερο μυθοπλαστικό του σύμπαν: σατιρικές ή καταγγελτικές επιθέσεις εναντίον των κοινωνικών κακών και των ανεπαρκών θεσμών, παρεμβάσεις σε κοινωνικά ζητήματα της εποχής, γνώση του Λονδίνου (του χώρου που κυριαρχεί πάντα στα έργα του), ένα διάχυτο πνεύμα συμπόνιας και μια στάση εγκαρδιότητας απέναντι στους ανθρώπους, καθώς και μια ανεξάντλητη δυνατότητα στο πλάσιμο των χαρακτήρων.

Στις 2 Απριλίου 1836 ο Κάρολος Ντίκενς παντρεύεται την Κάθριν Χόγκαρθ, κόρη του ευυπόληπτου σκωτσέζου δημοσιογράφου Τζορτζ Χόγκαρθ, με την οποία θα αποκτήσει δέκα παιδιά. Θα χωρίσουν 22 χρόνια αργότερα, λόγω των εξωσυζυγικών περιπετειών του.

Η φήμη του εκτοξεύεται με τα δύο επόμενα μυθιστορήματα του, Όλιβερ Τουίστ (1837-1838) και Νίκολας Νίκλεμπι (1838-1838), τα οποία αποκαλύπτουν με τα μελανότερα χρώματα τη μαύρη καθημερινότητα του Λονδίνου και του Γιορκσάιρ, με ένα σύμπαν βυθισμένο στην εκμετάλλευση, στο έγκλημα και την πορνεία.

Το 1842 πραγματοποιεί το πρώτο του ταξίδι στις ΗΠΑ, όπου θα παραμείνει επί πεντάμηνο. Παντού γίνεται δεκτός με άκρατο ενθουσιασμό και απολαμβάνει βασιλικών τιμών. Δεν διστάζει, όμως, να θίξει το φιλότιμο των αμερικανών, υποστηρίζοντας την κατάργηση της δουλείας και διαμαρτυρόμενος για την έλλειψη προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων των συγγραφέων της χώρας. Αυτός που ασκούσε δριμύτατη κριτική κατά των βρετανικών θεσμών, περίμενε  περισσότερα «από τη δημοκρατία των ονείρων του», όπως έλεγε.

Το 1844 γράφει το πιο δημοφιλές έργο του, τη Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, που είναι ο μοναδικός χριστουγεννιάτικος μύθος της σύγχρονης λογοτεχνίας και μέσα από τον οποίο ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του για τη ζωή, που δεν είναι άλλη από το πνεύμα των Χριστουγέννων, που θα έπρεπε να κυριαρχεί στις σχέσεις των ανθρώπων καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το 1849 αρχίζει να δημοσιεύει σε συνέχειες το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Δαβίδ Κόπερφιλντ, που αποκαλύπτει το στυγνό πρόσωπο της εργοδοσίας. Δύο άλλα σπουδαία μυθιστορήματά του, ο Ζοφερός Οίκος (1852-1853) και Μικρή Ντόριτ (1855-1857), θα αποτελέσουν ανάθεμα για τους βικτωριανούς θεσμούς και τη βικτωριανή οικονομία (άδικο δικαστικό σύστημα, με σωρεία φυλακίσεων για χρέη, αποχαλινωμένη εργασιακή αγορά, απουσία της οποιασδήποτε προστασίας για τον πολύωρο και προκλητικά απλήρωτο μόχθο).

Το 1855 η πρώτη του αγάπη, η Μαρία Μπίντνελ, επανακάμπτει για λίγο στη ζωή του και αμέσως μετά ερωτεύεται την 27χρονη ηθοποιό Έλεν Τέρναν. Ο γάμος του κλονίζεται και το 1858 ο Ντίκενς χωρίζει από τη σύζυγό του Ελίζαμπεθ. Το σκάνδαλο που θα ξεσπάσει στη συντηρητική βικτωριανή Αγγλία δεν θα επηρεάσει την απήχησή του στο ευρύ κοινό, αλλά θα του στερήσει κάποιες σπουδαίες φιλίες.

Τα επόμενα χρόνια δημοσιεύει δύο από τα πιο γνωστά μυθιστορήματά του, την επική Ιστορία των δύο Πόλεων (1859), που εκτυλίσσεται στο Λονδίνο και το Παρίσι κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (θεωρείται ένα από τα λογοτεχνικά μπεστ σέλερ, με πωλήσεις άνω των 200 εκατομμυρίων αντιτύπων) και τις Μεγάλες Προσδοκίες (1860-1861), με ήρωα ένα ορφανό, τον Πιπ. Ένα έργο που παρουσιάζει ομοιότητες με τον Δαβίδ Κόπερφιλντ, ως αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο και από την άποψη ότι δίνουν το περίγραμμα κάποιων πλευρών της προσωπικότητας και των προσωπικών εμπειριών του Ντίκενς.

Το φιλάνθρωπο πνεύμα, που είναι διάχυτο στο έργο του Ντίκενς, βρίσκει συχνά πρακτική έκφραση σε δημόσιες ομιλίες, οργάνωση εράνων και ιδιωτικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες. Μία από αυτές είναι η διοργάνωση δημοσίων συγκεντρώσεων με εισιτήριο, στις οποίες διαβάζει αποσπάσματα από τα έργα του. Η δραστηριότητά του εντάθηκε κι έγινε επικερδής για τον Ντίκενς μετά τον χωρισμό του από τη σύζυγό του. Αποκαλυπτική είναι η παρατήρηση της καθηγήτριας Κάθλιν Τίλοτσον (1906-2001), ειδικής στο έργο του συγγραφέα, ότι «ο ισόβιος ερωτά του Ντίκενς με το αναγνωστικό του κοινό, ήταν σε τελευταία ανάλυση ο σημαντικότερος έρωτας της ζωής του».

Συνολικά πραγματοποίησε από σκηνής 471 παρουσιάσεις των λογοτεχνικών έργων του. Ήταν ένας λαμπρός ηθοποιός και κατά τη διάρκεια των παραστάσεων αποκαλύφθηκαν σπουδαία στοιχεία της τέχνης του (απαγγελία, δραματική μίμηση). Κανένας άλλος σπουδαίος συγγραφέας από την εποχή του Ομήρου δεν είχε αφιερώσει τόσο χρόνο και τόσες δυνάμεις σε μια τέτοια δραστηριότητα.

Στις 9 Ιουνίου 1865, επιστρέφοντας από το Παρίσι με την ερωμένη του Έλεν Τέρναν και τη μητέρα της, ενεπλάκη σε σιδηροδρομικό δυστύχημα στο Στέιπλχαρστ του Κεντ. Τα βαγόνια της πρώτης θέσης του συρμού εκτροχιάστηκαν πάνω σε μία προσφάτως ανακαινισμένη γέφυρα και έπεσαν στα νερά του ποταμού Μπελτ. Μόνο το βαγόνι στο οποίο επέβαινε η συντροφιά του Ντίκενς παρέμεινε στις ράγες. Ο διάσημος συγγραφέας δεν έπαθε το παραμικρό και βοήθησε τους τραυματίες μέχρις ότου φθάσουν τα σωστικά συνεργεία. Τον επόμενο χρόνο περιέγραψε την εμπειρία του στο διήγημα The Signal-Man. Στο σιδηροδρομικό αυτό δυστύχημα, που έμεινε στην ιστορία για τον διάσημο επιβάτη του, έχασαν τη ζωή τους δέκα άνθρωποι, ενώ οι τραυματίες ξεπέρασαν τους σαράντα.

Τον Νοέμβριο του 1867 ο Ντίκενς πραγματοποίησε τη δεύτερη αμερικάνικη περιοδεία του με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, παραμένοντας στον Νέο Κόσμο επί τετράμηνο. Η φήμη του παρέμενε αμείωτη, παρά το γεγονός ότι η στάση της κριτικής ήταν διαρκώς περισσότερο εχθρική απέναντί του. Ο συγγραφέας Χένρι Λονγκφέλοου, επισημαίνοντας τον απίστευτο ενθουσιασμό που προκαλούσε ο Ντίκενς, παρατηρεί: «Δύσκολα μπορεί να συλλάβει στην ολότητά της αυτή την αλήθεια και να συνειδητοποιήσει την παγκοσμιότητα της φήμης του». Ο φιλόσοφος Ραλφ Γουόλντο Έμερσον, παρακολουθώντας μία δημόσια ανάγνωση του Ντίκενς στη Βοστώνη, θα γράψει: «Φοβούμαι ότι έχει πάρα πολύ ταλέντο για τη μεγαλοφυΐα του. Πρόκειται για μια φοβερή ατμομηχανή, στην οποία είναι δεμένος και δεν μπορεί ούτε να ελευθερωθεί από αυτήν, ούτε να ηρεμήσει… Με τρομάζει! Δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν έχω το κλειδί».

Την επόμενη διετία ο Ντίκενς πραγματοποίησε περιοδείες με αναγνώσεις έργων του εντός της Μεγάλης Βρετανίας. Στις 22 Απριλίου 1869 έπαθε το πρώτο του εγκεφαλικό. Γρήγορα το ξεπέρασε και επιδόθηκε στις συνήθεις δραστηριότητες τους με τους γνωστούς φρενήρεις ρυθμούς του. Στις 8 Ιουνίου 1870 έπαθε ένα ακόμη εγκεφαλικό στην αγροικία του στο Γκαντ’ς Χιλ του Τσάταμ, που απέβη μοιραίο. Την επόμενη μέρα άφησε την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 58 ετών, ακριβώς πέντε χρόνια μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα του Στέιπλχαρστ, αφήνοντας ημιτελές το μυθιστόρημά του Το μυστήριο του Έντουιν Ντρουντ, το οποίο πολλοί επιχείρησαν να ολοκληρώσουν από τότε.

Ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε ένας μεγάλος δημιουργός στον χώρο τόσο της ψυχαγωγίας όσο και της τέχνης. Το έργο του συγκέντρωνε τέτοιες αρετές, ώστε να βρίσκει απήχηση τόσο στον απλό άνθρωπο, όσο και στον καλλιεργημένο. Επαινέθηκε από ομοτέχνους του, όπως ο Λέων Τολστόι και κατακρίθηκε από συγγραφείς όπως ο Χένρι Τζέιμς και η Βιρτζίνια Γουλφ, που τον κατηγόρησαν για συναισθηματισμό, μελοδραματισμό κι έλλειψη αληθοφάνειας. Τα έργα του έχουν γίνει γνωστά στα πέρατα της οικουμένης και με τη βοήθεια των σύγχρονων μέσων, του κινηματογράφου, της τηλεόρασης και του κόμικς.

Στην Ελλάδα το πρώτο λογοτεχνικό έργο του Ντίκενς -το μυθιστόρημα Τα δύσκολα χρόνια- εκδόθηκε το 1887 από το περιοδικό Εβδομάς, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του μεταφραστή. Προηγουμένως είχε δημοσιευτεί στο εν λόγω περιοδικό σε συνέχειες. Εικάζεται ότι είναι ο κεφαλλονίτης λόγιος Παναγιώτης Πανάς (ένα από τα σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού ριζοσπαστισμού κατά τον 19ο αιώνα), ο οποίος ένα χρόνο αργότερα μετέφρασε το διήγημα Άσμα των Χριστουγέννων (A Christmas Carol, Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, όπως είναι γνωστό σήμερα). Έκτοτε, τα σημαντικότερα έργα του Ντίκενς έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, όχι μία, αλλά πολλές φορές. Οι μεταπολεμικές γενιές γνώρισαν τον Ντίκενς και μέσα από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα.

πηγή: http://www.sansimera.gr

Categories: Βιογραφίες | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.