Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2012

Η Πούλια κι ο Αυγερινός

Παραμύθι της Ηπείρου με αρκετές παραλλαγές – 

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε σε ένα βασίλειο ένας πολύ καλόκαρδος βασιλιάς με τη γυναίκα βασίλισσα του και την κόρη τους, την Πούλια, που ήταν όμορφη και γλυκιά. Κάποια μέρα η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Η Πούλια έκλαψε πάρα πολύ για τη μητέρα της κι ο βασιλιάς ήταν κι αυτός απαρηγόρητος.

Ο χρόνος πέρασε, κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η νέα του γυναίκα όμως, αν και ήταν όμορφη, ήταν κακιά και ζήλευε πάρα πολύ την Πούλια, και συνέχεια την μάλωνε. Ύστερα από μερικά χρόνια, η νέα βασίλισσα απέκτησε κι αυτή ένα αγόρι, που το ονόμασε Αυγερινό, και τον υπεραγαπούσε. Ο Αυγερινός ήταν καλόκαρδος και υπερασπιζόταν πάντα την Πούλια.

Μια μέρα η κακιά βασίλισσα αποφάσισε να σκοτώσει την Πούλια, για να πάρει το βασίλειο ο γιος της. Ένα πουλάκι όμως, την άκουσε που μιλούσε μόνη της και έτρεξε να προλάβει τα κακά νέα στα παιδιά. Η Πούλια στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και άρχισε να κλαίει. Το πουλάκι όμως τη συμβούλεψε, πως αν έκανε ότι της έλεγε, δε θα πάθαινε κανένα κακό. Της είπε λοιπόν:

– Την ώρα που θα σε λούζει η βασίλισσα και θα σου δένει με κορδέλες τα μαλλιά, ο Αυγερινός θα έρθει και θα τις πάρει. Τότε εσύ θα τον κυνηγήσεις τάχα να τις πάρεις πίσω. Όταν η βασίλισσα τρέξει από πίσω σας, φρόντισε να έχεις στα χέρια σου μια χτένα, ένα κομμάτι σαπούνι και λίγο αλάτι και θα τα ρίξεις με τη σειρά πίσω σου, καθώς θα τρέχεις.

Όταν λοιπόν η βασίλισσα έλουζε την Πούλια, ο Αυγερινός πήρε τις κορδέλες της κι εκείνη άρχισε να τρέχει πίσω του. Η βασίλισσα έτρεξε κι αυτή πίσω τους, φωνάζοντας τους να γυρίσουν κι ότι θα της έπαιρνε καινούργιες κορδέλες. Τα δυο αδέλφια όμως, συνέχισαν να τρέχουν πιασμένα χέρι χέρι.

Αρχικά έριξαν πίσω τους τη χτένα κι έγινε ένα μεγάλο δάσος, γεμάτο με τσουκνίδες και αγκάθια. Η βασίλισσα όμως, κατάφερε να το περάσει. Έπειτα έριξαν πίσω τους το σαπούνι κι έγιναν μεγάλα βράχια. Η βασίλισσα κατάφερε να τα περάσει κι αυτά. Τέλος έριξαν το αλάτι, κι έγινε μια θάλασσα βαθιά κι απέραντη, κι η βασίλισσα έμεινε στην άκρη να κοιτάζει την Πούλια να φεύγει μακριά με τον αγαπημένο της Αυγερινό.

Τα δυο αδέλφια κάθισαν λίγο να ξεκουραστούν κι ο Αυγερινός διψασμένος, έσκυψε να πιει νερό από μια λακκούβα, που είχε κάνει η πατημασιά ενός πρόβατου.

– Μην πιεις από εδώ, γιατί θα γίνεις κι εσύ πρόβατο!

…του είπε η Πούλια. Ο Αυγερινός όμως, διψούσε πάρα πολύ. Δεν την άκουσε λοιπόν, κι έσκυψε να πιει. Τότε μεταμορφώθηκε σε αρνί.

Η Πούλια λοιπόν πήρε το αρνί της, προχώρησε παρακάτω και κάποια στιγμή έφτασε σε ένα άγνωστο βασίλειο. Ήταν μόνη της και πολύ φοβισμένη κι έτσι ανέβηκε σε ένα δέντρο. Εκείνη τη στιγμή όμως περνούσε το πριγκηπόπουλο, που την είδε και την παρακάλεσε να κατέβει, αλλά η Πούλια δεν κατέβαινε με τίποτα. Ο πρίγκηπας γύρισε στο παλάτι και παρακάλεσε τη σοφή μάγισσα του παλατιού να τον βοηθήσει.

Η μάγισσα του ζήτησε να της φέρει μια σκάφη, ένα κόσκινο, ένα σακί αλεύρι κι ένα γουρούνι. Τα πήρε και πήγε στο δάσος, προσποιούμενη μια τυφλή γριά. Κάθισε κάτω από το δέντρο, όπου είχε ανεβεί η Πούλια, έβαλε τη σκάφη ανάποδα, πήρε το κόσκινο κι αυτό ανάποδα και έκανε πως κοσκίνιζε το αλεύρι. Το αλεύρι όμως, έπεφτε κάτω και το έτρωγε το γουρούνι. Η Πούλια το πρόσεξε αυτό και της φώναξε:

– Αλλιώς γιαγιά το κόσκινο, αλλιώς και τη σκάφη, για να μη σου τρώει το αλεύρι το γουρούνι!

Η γριά έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε τα ίδια. Η Πούλια της ξαναφώναξε.   Όταν είδε ότι η γριά δεν την άκουγε κατέβηκε από το δέντρο, για να τη βοηθήσει. Ξαφνικά εμφανίστηκε ο πρίγκηπας, που είχε κρυφτεί, την άρπαξε και την πήρε μαζί του στο παλάτι.

Ο πρίγκηπας ζήτησε από την Πούλια να τον παντρευτεί κι εκείνη δέχτηκε. Στήθηκε λοιπόν μεγάλο γλέντι, αλλά στο τραπέζι σερβιρίστηκε το αρνί που είχε μαζί της η Πούλια. Όταν το κατάλαβε η Πούλια, μάζεψε τα κόκαλα του και τα έθαψε στον κήπο του παλατιού. Σε εκείνο το σημείο φύτρωσε μια ψηλή ροδιά, που αγκάλιασε με το φύλλωμα της την Πούλια.

– Από κακιά μάνα έπεσες σε κακά πεθερικά αδελφούλα μου. Έλα να φύγουμε μαζί, να μένουμε από δω και πέρα στον ουρανό!

…της είπε.

Την άρπαξε λοιπόν με τα κλαδιά της και άρχισε να ψηλώνει και να ψηλώνει η ροδιά, ώσπου έφτασε στα σύννεφα.

Και από τότε τα δυο αδέλφια, η Πούλια κι ο Αυγερινός, ζουν μαζί με τα άλλα αστέρια στον ουρανό, όπου δε μπορεί να τους πειράξει κανείς.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Αλάτι χονδρό – Αλάτι ψιλό

Το παιχνίδι αυτό παίζεται από πολλά παιδιά που συγκεντρώνονται και βγάζουν με κλήρο τη «μάνα». Ύστερα κάνουν όλα μαζί ένα κύκλο και κάθονται κάτω σταυροπόδι με τα χέρια πίσω, με τις παλάμες ανοιχτές. Η μάνα στέκεται έξω από τον κύκλο και βαστάει ένα μαντήλι. Κάνει μια βόλτα γύρο από τον κύκλο τραγουδώντας:

Αλάτι ψιλό , αλάτι χονδρό

Έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω

Παπούτσια δε μου πήρε να πάω στο χορό

Την ώρα που τραγουδάει γύρω από τον κύκλο, πετάει το μαντήλι πίσω από ένα παιδί και συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν ότι δεν κρατάει πια το μαντήλι. Το παιδί που πήρε το μαντήλι σηκώνεται και αρχίζει να κυνηγάει τη μάνα. Όταν την πιάσει, η μάνα κάθεται στη θέση του μαζί με τα άλλα παιδιά. Το παιδί που πήρε το μαντήλι γίνεται μάνα και αρχίζει να κυνηγάει. Το παιχνίδι συνεχίζει έτσι, μέχρι να το βαρεθούν.

Categories: Παιχνίδια | Ετικέτες: | Σχολιάστε

Σακουλοδρομίες

Ομαδικό παιγνίδι για αγόρια. Οι διαγωνιζόμενοι έμπαιναν σ’ ένα σακί (σακούλα στην κυπριακή τοπολαλιά) και αφού την έδεναν στη μέση τους, προσπαθούσαν με μικρά προσεκτικά πηδήματα, έχοντας τα πόδια ενωμένα, να τερματίσουν πρώτοι. Μερικές φορές διαγωνίζονταν ο καθένας για τον εαυτό του, άλλες πάλι φορές όταν οι παίκτες ήταν πολλοί, χωρίζονταν σε δύο ή περισσότερες ομάδες.paramythades-20130605-14oDimotiko-8

 

Categories: Παιχνίδια | Ετικέτες: | 1 σχόλιο

Το μαντήλι

Παιχνίδι ομαδικό που παίζεται σε ανοιχτό χώρο από αγόρια και κορίτσια.

Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ισάριθμες ομάδες και τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο σε δύο παράλληλες γραμμές που απέχουν μεταξύ τους περίπου 10 μέτρα.

Οι παίχτες αριθμούνται -κάθε σειρά χωριστά- από το 1,2,3, κ.ο.κ. μέχρι τον τελευταίο, έτσι ώστε το 1 της μιας ομάδας να είναι απέναντι από το 1 της άλλης ομάδας, το 2 απέναντι από το 2 κ.ο.κ.

Στη μέση του χώρου και σε ίση απόσταση από τις δύο γραμμές (άρα και από τις δύο ομάδες) στέκεται ο «αρχηγός» του παιχνιδιού, ο οποίος κρατάει με τεντωμένο χέρι ένα μαντήλι.

Αρχίζοντας το παιχνίδι ο αρχηγός εκφωνεί έναν αριθμό και αμέσως τα παιδιά που έχουν τον αριθμό και στις δύο ομάδες τρέχουν να πάρουν το μαντήλι.

Καθένα από τα παιδιά, ενώ σχεδιάζει με το νου του πώς να πάρει το μαντήλι και να φύγει χωρίς να το πιάσει ο αντίπαλος, συγχρόνως φροντίζει να επιτηρεί τον αντίπαλό του ώστε να μην το πάρει εκείνος και του ξεφύγει.

Όποιος αποφασίσει να πάρει το μαντήλι τρέχει προς την ομάδα του, ενώ ο αντίπαλός του τον κυνηγάει για να τον πιάσει. Αν καταφέρει να πάει το μαντήλι στην ομάδα του, τότε η ομάδα του κάνει μια «λούμπα». Κερδίζει δηλαδή έναν βαθμό. Αν όμως τον πιάσει ο αντίπαλος, τότε κάνει τη λούμπα η ομάδα του αντιπάλου.

Ο αρχηγός συνήθως καλεί συγχρόνως περισσότερους από έναν αριθμούς. Οπότε δημιουργείται σύγχυση και ευκολότερα μπορεί κάποιος να αρπάξει το μαντήλι και να ξεφύγει.

πηγή: Από το βιβλίο του ΒΑΣΙΛ. ΤΑΚΗ «ΑΓΡΑΦΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ», εκδ. ΔΗΜΟΣ ΙΤΑΜΟΥ

Categories: Παιχνίδια | Ετικέτες: | 4 Σχόλια

Η αλεπού και ο τράγος

Μύθος του Αισώπου – 

Κάποτε μια αλεπού για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσε να βγει έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα γλύτωνε από την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί. 

Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος, μια αρσενική κατσίκα δηλαδή. Βλέποντας ο τράγος την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:

– Είναι το νερό καλό κυρά αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιω γιατί διψάω πολύ;

Η πονηρή αλεπού χωρίς να σκεφτεί πολύ, του απάντησε:

– Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιεις να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.

Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφθεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και την ρώτησε αν ήξερε κάποιο τρόπο για να βγουν από το πηγάδι. Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:

– Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω τον λαιμό σου και εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι, θα τραβήξω έξω κι εσένα και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.

Ο τράγος, βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού, δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον, σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι. Μην τηρώντας όμως την υπόσχεση της, άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε που την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεση της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι. Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:

– Κυρ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιο τρόπο θα έβγαινες από εκεί.

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Λύκε, λύκε είσαι εδώ;;

Παίκτες: 4 και πάνω..

Διαδικασία:

Ένα από τα παιδιά υποδύεται τον λύκο, ο οποίος κρύβεται πίσω από ένα δέντρο ή μια κολώνα. Τα υπόλοιπα παιδιά πιάνονται στη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, και πλησιάζουν τη »φωλιά» του λύκου τραγουδώντας:

Περπατώ, περπατώ εις στο δάσος, όταν ο λύκος δεν είναι εδώ

– Περπατώ, περπατώ εις στο δάσος, όταν ο λύκος δεν είναι εδώ 

– Λύκε, λύκε είσαι εδώ;

Ο λύκος απαντάει:

– Εδώ είμαι!

Τα παιδιά ρωτούν:

– Και τι κάνεις;

Ο λύκος τους απαντά:

– Σηκώνομαι από το κρεβάτι μου! ή Βάζω το πουκάμισο μου!

Τα παιδιά απομακρύνονται, κάνουν έναν νέο γύρο, πιασμένα πάντα χέρι χέρι και σταματούν πάλι έξω από τη φωλιά του λύκου τραγουδώντας το ίδιο τραγούδι. Ο λύκος συνεχίζει να ντύνεται και τους απαντάει πάντα. Οι απαντήσεις που μπορεί να δίνει είναι διαφορετικές, όπως:

– Βάζω το παντελόνι μου! ή Φοράω τα παπούτσια μου! ή Ξυρίζω τα μουστάκια μου! ή Βάζω το καπέλο μου!

Οι απαντήσεις εξαρτώνται από το κάθε παιδί και την ετοιμολογία του.

Όταν ο λύκος απαντήσει:

– Παίρνω το μπαστούνι μου και σας κυνηγώ!

Τότε ο λύκος αρχίζει να τα κυνηγάει και τα παιδιά σκορπίζονται και τρέχουν, φωνάζοντας:

– Λύκε, λύκε πιάσε με

αν μπορείς και φτάσε με!  

Όποιο παιδί πιάσει, βγαίνει από το παιχνίδι. Το παιχνίδι τελειώνει, όταν ο λύκος καταφέρει να πιάσει όλα τα παιδιά.

Categories: Παιχνίδια | Σχολιάστε

Το άλογο, το βόδι, ο σκύλος και ο άνθρωπος

Μύθος του Αισώπου – 

Όταν ο Δίας έφτιαξε τον κόσμο και τα ζώα, που θα τον κατοικούσαν, όρισε στο καθένα από αυτά, πόσα χρόνια θα ζούσε. Σ’ όλα, όπως στη θαλασσινή χελώνα λόγου χάριν, όρισε να ζει ως τριακόσια χρόνια. Σ΄ άλλα, σαν το κοράκι για παράδειγμα, διακόσια, στον ελέφαντα εκατόν πενήντα, στη φάλαινα πεντακόσια, στις πεταλούδες τρεις μέρες. Κι επειδή όλα ήταν για πρώτη φορά πλασμένα από το Δία και τότε θ’ αρχιζαν να ζούνε, κανένα τους δεν περηφανεύτηκε, ούτε παραπονέθηκε για τα χρόνια που του είχε ορίσει. Αφού έπλασε όλα τα ζώα, ο Δίας στην συνέχεια έπλασε και τον άνθρωπο. Σ’ αυτόν έδωσε και κάτι, που δεν είχε δώσει στα άλλα ζώα. Του έδωσε το μυαλό.

– Και πόσα χρόνια ορίζεις να ζω; 

…ρώτησε ο άνθρωπος.

– Σαράντα!

…του απαντάει ο Δίας.

Αμέσως, με το λογικό του, σκέφτηκε πως σαράντα χρόνια είναι πολύ λίγα, όταν ένα κοράκι, λόγου χάρη, ζει τουλάχιστον εκατό. Δεν είπε όμως τίποτα, για να μην του τα πάρει κι αυτά ο Δίας. Όταν βγήκε στη ζωή ο άνθρωπος ήταν άνοιξη και όλα ήτανε όμορφα γύρω του. Τις νύχτες όμως έκανε δροσιά και καθώς δεν είχε χοντρό δέρμα όπως τα άλλα ζώα για να προφυλάσσεται, σκέφτηκε να φτιάξει. Μάζεψε φύλλα τα έραψε και τα φόρεσε. Αλλά τα φύλλα μαραίνονταν και τρίβονταν. Τότε χρησιμοποίησε προβιές αγριμιών. Έπειτα είδε πως τα πουλιά χτίζανε φωλιά, και σκέφτηκε κι αυτός να φτιάξει μια φωλιά, αλλά να είναι σκεπασμένη από πάνω, κι όχι ξέσκεπη, όπως οι φωλιές των πουλιών. Με το μυαλό που του είχε χαρίσει ο Δίας, έφτιαξε ένα σπίτι με σκεπή, με πόρτα για να μπαινοβγαίνει και με παράθυρα, που του χρησίμευαν για να βλέπει τι γίνεται έξω, χωρίς να αναγκάζεται να βγαίνει από το σπίτι του.

Πέρασε η άνοιξη κι ήρθε το καλοκαίρι με τις ζέστες του. Τα ζώα έτρεχαν να βρούνε κανένα δέντρο για να ξαπλώσουν κάτω από τον ίσκιο του. Ο άνθρωπος όμως είχε το σπίτι του κι έτσι είχε όσο ίσκιο ήθελε. Ήρθε κι ο χειμώνας κι άρχισαν οι βροχές, τα κρύα, τα χιόνια. Τα ζώα έτρεμαν από το κρύο και στριμώχνονταν το ένα πλάι στο άλλο για να ζεσταθούν. Ο άνθρωπος όμως κλεινότανε μέσα στο σπίτι του και δεν κρύωνε καθόλου. Ένα βράδυ, που έκανε κρύο δυνατό, χτύπησαν την πόρτα του.

– Ποιος είναι;

Ρώτησε από μέσα ο άνθρωπος.

– Εγώ είμαι… το άλογο. Πάρε με μαζί σου άνθρωπε γιατί κρυώνω κι εγώ θα σου δουλεύω για να σε ξεπληρώσω.

…ακούστηκε μια φωνή από έξω!

– Μου χαρίζεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου για να σε πάρω;

– Σου χαρίζω!

Υποσχέθηκε το άλογο. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το άλογο ζεστάθηκε κι άρχισε να του δουλεύει. Το άλλο βράδυ, παρουσιάστηκε το βόδι.

– Πάρε με άνθρωπε, να ζεσταθώ, κι εγώ θα σου δουλεύω!

…τον παρακάλεσε.

– Σε παίρνω, αν μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…είπε ο άνθρωπος.

– Μ’ όλη μου την καρδιά

…απάντησε το βόδι. Κι ο άνθρωπος το πήρε μέσα στο σπίτι του και το ‘στρωσε στη δουλειά. Το τρίτο βράδυ ήρθε κι ο σκύλος τουρτουρίζοντας.

– Πάρε με άνθρωπε στο σπίτι σου κι εγώ θα σου δουλεύω. 

– Εσύ για δουλειά δεν κάνεις. Θα σε πάρω όμως για να φυλάς το σπίτι μου όταν θα λείπω. Φτάνει να μου χαρίσεις δέκα χρόνια από τη ζωή σου.

…αποκρίθηκε ο άνθρωπος.

– Σου τα χαρίζω!

Φώναξε ο σκύλος πρόθυμα.

Κι ο άνθρωπος τον πήρε στο σπίτι του και τον έβαλε να το φυλάει κι εκείνος το φύλαγε πιστά.

Κι έτσι ο άνθρωπος κέρδισε τριάντα χρόνια. Μόνο που όταν τελείωσε τα σαράντα δικά του κι άρχισε να ζει τα δέκα του αλόγου, άρχισε να καμαρώνει σαν εκείνο. Στα δέκα του βοδιού, έγινε βαρύς και στενοκέφαλος κι ήθελε να γίνεται πάντα το δικό του. Και στα τελευταία δέκα χρόνια που είχε πάρει από το σκύλο, έγινε γκρινιάρης και θύμωνε με το παραμικρό. Γι’ αυτό από τότε, οι άνθρωποι έχουν τέτοιο χαρακτήρα: είναι γιατί ζούνε τα χρόνια του αλόγου, του βοδιού και του σκύλου.

 

Categories: Ελληνικά παραμύθια, Μύθοι | Ετικέτες: ,,,, | 1 σχόλιο

Ο γάμος του ποντικού

(Ακούστε το παραμύθι στο τέλος της σελίδας)

Πριν από πολλά πολλά χρόνια γεννήθηκε ένας όμορφος λευκός ποντικός. Οσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφος γινόταν. Ολοι τον θαύμαζαν και τον καμάρωναν. Οι γονείς του και οι φίλοι του αναρωτιούνταν: 

– Είναι τόσο χαριτωμένος κι ευγενικός! Πού θα βρούμε νύφη αντάξιά του;

Το σκέφτηκαν από δω, το σκέφτηκαν από κει και αποφάσισαν ότι μόνο στην οικογένεια του Βασιλιά θα έβρισκαν γυναίκα κατάλληλη για τον ωραίο Λευκοπόντικα. Έτσι, τρεις γέροντες προξενητές, θείοι του ποντικού, ξεκίνησαν για το παλάτι του Βασιλιά να του ζητήσουν νύφη για το παλικάρι τους. Εφτασαν στην πύλη του παλατιού καταφοβισμένοι. Τρέμοντας πέρασαν στην αίθουσα του θρόνου και γονάτισαν με σεβασμό μπροστά στον Βασιλιά και του είπαν.

Μεγαλειότατε, μας έστειλε να μεσιτέψουμε στη μεγαλοσύνη σου η οικογένεια του όμορφου ποντικού, που σίγουρα τον έχεις ακουστά. Είναι λευκός σαν χιόνι, το πιο ωραίο πλάσμα της φύσης. Ψάχνουμε για γυναίκα αντάξιά του, αλλά μονάχα στη δική σου τη γενιά θα βρούμε κατάλληλη νύφη αφού εσύ είσαι ο πιο δυνατός και ο πιο σπουδαίος άνθρωπος στον κόσμο.

Ο Βασιλιάς τούς κοίταξε καλά καλά, χαμογέλασε και απάντησε:

– Στον γιο σας πράγματι αξίζει γυναίκα απ’ την καλύτερη γενιά. Δεν θα τη βρείτε όμως εδώ. Υπάρχει μια γενιά πιο δυνατή απ’ τη δική μου. Είναι η γενιά του Ανέμου. Πηγαίνετε να τον βρείτε.

Οι γέροντες συμφώνησαν και ξεκίνησαν για το σπίτι του Ανέμου. Μπήκαν στην αυλή και περίμεναν. 

– Ελάτε μέσα! Τι ζητάτε;

…τους φώναξε απ’ το μπαλκόνι του ο Ανεμος.

– Ψάχνουμε μια γυναίκα άξια να παντρευτεί τον πιο ωραίο ποντικό του κόσμου. Πήγαμε πρώτα στον Βασιλιά, αλλά αυτός μας είπε ότι ο Ανεμος είναι δυνατότερός του κι έτσι ήρθαμε σε σένα, να σου ζητήσουμε νύφη από τη γενιά σου.

…του είπαν. Ο Άνεμος τους άκουσε, σκέφτηκε και είπε:

– Πολύ καλή η ιδέα σας και σας ευχαριστώ. Όμως δεν είμαι εγώ ο δυνατότερος. Όταν φυσάω με όλη μου τη δύναμη σηκώνω σκόνη και ξεριζώνω δέντρα, αλλά μπροστά στο Βουνό είμαι ανίσχυρος. Φυσάω και φυσάω, μα το Βουνό μένει ακίνητο. Βλέπετε, είναι δυνατότερο από μένα. Πηγαίνετε να το βρείτε.

Τι να κάνουν οι προξενητές, ξεκίνησαν για το σπίτι του Βουνού. Περπάτησαν μερόνυχτα, κι έφτασαν κουρασμένοι. Το Βουνό τους καλοδέχτηκε.

– Τι σας έφερε στα μέρη μου;

…τους ρώτησε.

– Ψάχνουμε νύφη από καλή γενιά για τον πιο όμορφο ποντικό του κόσμου και ο Άνεμος μας είπε πως εσύ, απ’ όλα τα πλάσματα, είσαι το πιο σπουδαίο και το πιο δυνατό.

…του  απάντησαν.

Δυνατός είμαι, αλλά όχι ο δυνατότερος. Υπάρχει κάποιος καλύτερος από μένα. Σκάβει τα θεμέλιά μου μέρα-νύχτα. Φτιάχνει λαγούμια στα πλευρά μου, και με κάνει να τρέμω. Η γενιά του είναι η πιο δυνατή.

…τους είπε το Βουνό.

Α, μα στ’ αλήθεια είναι δυνατό ένα τέτοιο πλάσμα! Πού μένει;

… φώναξαν οι προξενητές και το Βουνό τους έδειξε μια τρύπα στη ρίζα του και οι γέροντες πήγαν προς τα εκεί. Ήταν το σπίτι του Γκριζοπόντικα. Χτύπησαν, μπήκαν μέσα και είπαν τι ζητάνε.

– Βρήκατε την κατάλληλη γυναίκα για τον γιο σας! Τι χαρά να ενωθούν δύο μεγάλες οικογένειες!

…φώναξε κατενθουσιασμένος ο γέρος Γκριζοπόντικας ο οποίος τους είχε υποδεχτεί περιμένοντας πως και πως αυτήν την στιγμή. Κι έτσι ο όμορφος Λευκοπόντικας βρήκε γυναίκα αντάξιά του.

Το παραμύθι «Ο γάμος του ποντικού» μας έρχεται από την Αιθιοπία

 

Ακούστε το παραμύθι

Το παραμύθι «Ο γάμος του ποντικού» αφηγείται η Ανθούλα Αθανασιάδου. Η Ανθούλα Αθανασιάδου είναι δασκάλα. Ανταποκρίθηκε στην πρόταση-πρόσκληση της Ομάδας μας προς όσους ενδιαφέρονται να συμμετέχουν στην δράση της ηχητικής ψηφιοποίησης των παραμυθιών. Έτσι, τον Μάρτιο του 2018, ηχογράφησε μόνη της το παραμύθι και την ευχαριστούμε για την συμμετοχή της.

 

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | 1 σχόλιο

Ελέφαντας και Χελώνα

Μια φορά κι έναν καιρό, τον πολύ παλιό καιρό, όταν στον κόσμο υπήρχε μόνο ημέρα και η νύχτα ήταν άγνωστη, ο Ελέφαντας και η Χελώνα μάλωσαν άσχημα. Αιτία ήταν το πλούσιο γρασίδι ενός λιβαδιού.

– Είναι δικό μου!

…έλεγε η Χελώνα.

– Οχι, είναι δικό μου!

…επέμενε ο Ελέφαντας.

Κανένας δεν υποχωρούσε ώσπου στο τέλος, ο Ελέφαντας θύμωσε πολύ.

– Θα σου σπάσω το καύκαλο!

…φώναξε και σήκωσε το πόδι του να χτυπήσει τη Χελώνα. Εκείνη, κατατρομαγμένη έτρεξε να κρυφτεί ανάμεσα στους θάμνους της σαβάνας και κρύφτηκε τόσο καλά, που ο Ελέφαντας δεν κατάφερε να τη βρει. Όμως την άλλη μέρα, ο Ελέφαντας ζήτησε τη βοήθεια των υπόλοιπων ζώων, κι όλοι μαζί ξεκίνησαν για να την ξετρυπώσουν και να την τιμωρήσουν. Στο μεταξύ η Χελώνα, που ήταν έξυπνη και ήξερε πολλά μαγικά, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρπαξε τη σκόνη και την πέταξε στον άνεμο. Τότε η νύχτα, που όπως είπαμε ήταν άγνωστη ώς εκείνη τη στιγμή, σκέπασε τη γη…Τα ζώα, μη βλέποντας πια τον ήλιο, τρομοκρατήθηκαν.

– Τι πυκνό σκοτάδι!

…έλεγαν το ένα στο άλλο.

– Τι έγινε ο ήλιος; Πού πήγε η μέρα; Πώς θα ζήσουμε τώρα χωρίς φως;

Ο Ελέφαντας, καταστενοχωρημένος, θέλησε να διορθώσει τα πράγματα. Έστειλε τον Κόκορα να ζητήσει συγγνώμη από τη Χελώνα και να την παρακαλέσει να ξαναφέρει τη μέρα στον κόσμο. Ο Κόκορας ζήτησε από τη Χελώνα να συγχωρήσει τον Ελέφαντα κι εκείνη δέχτηκε, φέρνοντας και πάλι τον ήλιο στον ουρανό. Όμως από τότε οι μέρες δεν είναι πια πάντα ηλιόλουστες και το φως δίνει τη θέση του στο σκοτάδι κάθε νύχτα.

 

Το παραμύθι «Ελέφαντας και Χελώνα» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,, | Σχολιάστε

Το Κολιμπρί

Πριν πολλά-πολλά χρόνια, τότε που τα ζώα ακόμα είχαν ανθρώπου λαλιά, τα πουλιά αποφάσισαν να εκλέξουν βασιλιά.

Γιατί να έχουν βασιλιά οι άνθρωποι και τα ζώα κι εμείς όχι;

…σκέφτηκαν και συγκεντρώθηκαν σε ένα ξέφωτο για να αποφασίσουν. 

– Να διαλέξουμε τη Στρουθοκάμηλο που είναι το μεγαλύτερο πουλί!

…ακούστηκε μια φωνή.

– Μα όχι, δεν μπορεί να πετάξει.

…απάντησε κάποιο άλλο.

– Τότε τον Αετό που έχει το πιο διαπεραστικό βλέμμα!

– Όχι, είναι πολύ άσχημος.

– Τον Γύπα που έχει τα πιο δυνατά φτερά!

– Ο Γύπας είναι βρομερός, μυρίζει απαίσια.

– Το Παγόνι που είναι όμορφο!

– Τα πόδια του είναι πολύ άσχημα, το ίδιο και η φωνή του.

– Την Κουκουβάγια που βλέπει στο σκοτάδι!

– Η Κουκουβάγια είναι άχρηστη τη μέρα, δεν αντέχει το φως.

Έφτασε το βράδυ κι ακόμα δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν. Τότε μια καρακάξα φώναξε:

Να κάνουμε διαγωνισμό! Οποιος μπορέσει να ανεβεί πάνω από τα σύννεφα, θα γίνει βασιλιάς!

-Ναι, ναι!

…τσίριξαν τα υπόλοιπα πουλιά. Δόθηκε λοιπόν το σύνθημα κι όλα μαζί ζυγιάστηκαν ψηλά στον ουρανό. Ο Γύπας πετούσε τρεις ολόκληρες μέρες χωρίς να σταματήσει. Κόντευε να φτάσει τον ήλιο. Στο τέλος της τρίτης μέρας φώναξε δυνατά:

– Πέταξα πιο ψηλά απ’ όλους, είμαι ο βασιλιάς!

«Τσίου-τσίου-τσίου», άκουσε μια φωνούλα από πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του και τι να δει! Το Κολιμπρί τον είχε ξεπεράσει. Είχε γαντζωθεί χωρίς κανένας να το πάρει μυρωδιά, στο φτερό του Γύπα και δεν είχε πέσει γιατί ήταν ελαφρύ σαν πούπουλο.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…τραγούδησε το Κολιμπρί.

Ο Γύπας πέταξε άλλη μια μέρα, συνεχίζοντας να ανεβαίνει προς τον ήλιο.

– Έφτασα πιο ψηλά απ’ όλους σας, είμαι ο βασιλιάς.

…φώναξε.

– «Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, εγώ είμαι ο βασιλιάς!

…τσίριξε κοροϊδευτικά το Κολιμπρί, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα φτερά του Γύπα. Ο Γύπας συνέχισε να πετάει και την πέμπτη μέρα.

– Κανένας δεν μπορεί να ανεβεί πιο ψηλά από μένα! Είμαι ο βασιλιάς!

…φώναξε για άλλη μία φορά.

– Τσίου-τσίου-τσίου! Εγώ έφτασα πιο ψηλά, είμαι ο βασιλιάς!

…ακούστηκε και πάλι να φωνάζει το Κολιμπρί πάνω απ’ το κεφάλι του. Ο Γύπας είχε πια κουραστεί και κατέβηκε στη Γη. Όλα τα πουλιά είχαν θυμώσει. Το Κολιμπρί έπρεπε να τιμωρηθεί γιατί τα είχε κοροϊδέψει. Πέταξαν καταπάνω του, κι εκείνο μόλις πρόλαβε να κρυφτεί στη φωλιά ενός ποντικού. Πώς θα το έβγαζαν από εκεί όμως; Κάποιος έπρεπε να παραφυλάξει και να το πιάσει, μόλις θα ξεμύτιζε.

– Η Κουκουβάγια πρέπει να παραφυλάξει! Εχει τα μεγαλύτερα μάτια και βλέπει στο σκοτάδι!

…φώναξαν τα πουλιά. Έτσι, η Κουκουβάγια πήρε θέση μπροστά στην ποντικότρυπα. Όλη τη νύχτα φρουρούσε άγρυπνα τη φωλιά. Όμως γρήγορα ξημέρωσε και ο ζεστός ήλιος σκορπούσε τέτοια θαλπωρή, που η Κουκουβάγια νύσταξε και αποκοιμήθηκε.Το Κολιμπρί κρυφοκοίταξε, είδε ότι η Κουκουβάγια κοιμόταν και φρρρτ, το έσκασε. Όταν τα πουλιά έφτασαν για να τιμωρήσουν το Κολιμπρί, η ποντικότρυπα ήταν άδεια. «Τσίου-τσίου», άκουσαν από ψηλά. Σήκωσαν το κεφάλι τους και είδαν το παμπόνηρο πουλάκι καθισμένο στο ψηλότερο κλαδί. Αυτός που θύμωσε περισσότερο ήταν ο Ασπροκόρακας. Γύρισε την πλάτη του στα πουλιά και έκραξε:

– Δεν είμαστε άξιοι να εκλέξουμε βασιλιά. Γι’ αυτό κι εγώ δεν θα ξαναβγάλω λέξη από το στόμα μου.

Και από εκείνη τη μέρα, ο Ασπροκόρακας δεν ξαναμίλησε. Ακόμα και να πληγωθεί, φωνή δεν βγάζει.

Το παραμύθι «Κολιμπρί» είναι από την Μπουρκίνα Φάσο

Categories: Ξένα παραμύθια, Παραμύθια για μάτια | Ετικέτες: ,,,, | Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.